P. E.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3493/2024, 25/6/2026
print
Τίτλος:
P. E.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3493/2024, 25/6/2026

 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  3493/2024

25 Ιουνίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

P. E.E.,

εκ Καμερούν

                                            Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτήτρια: Χ. Ζηντίλη (κα) για Μάριο Παπαλοϊζου

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Λ. Βελίκοβα (κα) για Ρ. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της παρούσας προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 25.06.2024, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Η Αιτήτρια  κατάγεται από το Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 15.03.2023 και αφίχθηκε αυθημερόν στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα,  υποβάλλοντας αίτηση ασύλου στις 24.03.2023. Στις 24.05.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενη ως «η Λειτουργός»), η οποία στις 25.06.2024 υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενη την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας. Ακολούθως, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε αυθημερόν την εν λόγω εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας. Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, συνοδευόμενη από την αιτιολόγησή της, εκδόθηκε στις 08.08.2024 και κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην Αιτήτρια, η οποία την παρέλαβε και υπέγραψε ιδιοχείρως. Αυτήν την απόφαση αμφισβητεί η Αιτήτρια  μέσω της υπό εξέταση προσφυγής της.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Η Αιτήτρια, μέσω του συνηγόρου της προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής της αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, ισχυριζόμενοι ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη.  Ισχυρίζονται τέλος, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης το οποίο η ίδια φέρει στους ώμους της, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή της, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.

Αξιολόγηση εκατέρωθεν ισχυρισμών και καταληκτικά συμπεράσματα

 

Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[1].

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.

 

Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της για την ασφάλεια της εξαιτίας του συνεχιζόμενου πολέμου ανάμεσα  στους Ambazonians και της Αστυνομίας/Κυβέρνησης.  Ανέφερε ότι μία μέρα, οι Ambazonians είχαν μεταβεί στο χωριό τους και πήραν όλες τις γυναίκες σε ένα άγνωστο μέρος όπου τις χτύπησαν σωματικά μέχρι που ήρθε η αστυνομία.

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής της, η Αιτήτρια δήλωσε, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο χωριό Ekambeng της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα το 2023, χωρίς να έχει διαμείνει σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή του Καμερούν. Ανέφερε ότι η μητέρα της βρίσκεται εν ζωή, ενώ ο πατέρας της απεβίωσε το 2017, όταν η ίδια ήταν περίπου δεκαέξι ετών, συνεπεία πυροβολισμού, χωρίς να είναι σε θέση να διευκρινίσει εάν οι δράστες ήταν κυβερνητικές στρατιωτικές δυνάμεις ή μέλη των Ambazonians. Δήλωσε ότι προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια αποτελούμενη από έξι αδέλφια, εκ των οποίων μία αδελφή της επίσης απεβίωσε κατά το ίδιο περιστατικό το 2017, όταν, όπως ισχυρίστηκε, πυροβολήθηκε ενώ επιχειρούσε να διαφύγει. Ανέφερε ακόμη ότι η μητέρα της, ένας αδελφός και μία αδελφή εξακολουθούν να διαμένουν στο χωριό Ekambeng, ενώ αγνοεί την τύχη των δύο άλλων αδελφών της. Δήλωσε επίσης ότι οι γονείς της ήταν αγρότες και ότι η ίδια διατηρεί επικοινωνία τόσο με τη μητέρα και τα αδέλφια της όσο και με θείους και θείες που διαμένουν στις περιοχές Tobe και Bange.

 

Η Αιτήτρια δήλωσε περαιτέρω ότι είναι άγαμη και μητέρα μίας ανήλικης κόρης, ηλικίας έξι ετών, η οποία διαμένει με τη μητέρα της στο Καμερούν. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την ταυτότητα του πατέρα του παιδιού, καθότι, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε πέσει θύμα ομαδικού βιασμού από άγνωστα πρόσωπα κατά τη διάρκεια παραμονής της στους θάμνους, όταν ήταν ηλικίας δεκαπέντε έως δεκαέξι ετών.

 

Ως προς το μορφωτικό και επαγγελματικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή της το 2019 (ordinary level) και το προχωρημένο επίπεδο (advanced level) το 2021. Ανέφερε ότι ουδέποτε εργάστηκε στη χώρα καταγωγής της, αλλά βοηθούσε τους γονείς της στις γεωργικές τους εργασίες, ενώ η οικογένειά της κάλυπτε τις οικονομικές της ανάγκες.

 

Αναφορικά με την ουσία του αιτήματός της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της λόγω προβλημάτων που αντιμετώπισε η οικογένειά της με τους λεγόμενους Ambazonians. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο πατέρας της, ο οποίος ήταν αγρότης και περιστασιακά κυνηγός, δεχόταν πιέσεις από τους Amba Boys να τους προμηθεύσει όπλα μέσω επαφών του στις γαλλόφωνες περιοχές. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ο πατέρας της αρνήθηκε να συνεργαστεί, επειδή ο αδελφός του υπηρετούσε στον κυβερνητικό στρατό και δεν επιθυμούσε να θεωρηθεί προδότης. Ανέφερε ακόμη ότι, όταν οι Amba Boys ζήτησαν από τον πατέρα της στοιχεία επικοινωνίας προσώπου που θα μπορούσε να τους προμηθεύσει όπλα, εκείνος τους έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου του στρατιωτικού αδελφού του. Κατά τους ισχυρισμούς της, ο τελευταίος ενημέρωσε τον στρατό, ο οποίος εντόπισε το σημείο όπου βρίσκονταν. Κατά την προσπάθεια διαφυγής της οικογένειας, το έτος 2017, ο πατέρας της πυροβολήθηκε θανάσιμα, ενώ μία από τις αδελφές της επίσης πυροβολήθηκε και απεβίωσε.

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι μετά το περιστατικό αυτό η οικογένειά της παρέμεινε κρυμμένη σε δασική περιοχή για περίπου τρεις μήνες, μαζί με περίπου είκοσι ακόμη άτομα, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να παραθέσει περαιτέρω συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τις συνθήκες διαβίωσής τους κατά το διάστημα εκείνο.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων επισημάνθηκε στην Αιτήτρια ότι, ενώ το επίμαχο περιστατικό έλαβε χώρα το 2017, η ίδια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της μόλις το 2023. Ερωτηθείσα σχετικά, απέδωσε την εξαετή παραμονή της στο Καμερούν στην οικονομική αδυναμία της μητέρας της να χρηματοδοτήσει νωρίτερα την αναχώρησή της. Δήλωσε περαιτέρω ότι κατά το διάστημα αυτό δεν έλαβε χώρα οποιοδήποτε άλλο περιστατικό εις βάρος της ίδιας ή της οικογένειάς της, πλην ενός περιστατικού το 2018, όταν, κατά τους ισχυρισμούς της, οι Ambazonians μετέβησαν στην οικία της μητέρας της και τους απείλησαν ότι θα τους σκοτώσουν όλους, χωρίς όμως να ακολουθήσει οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια.

 

Ερωτηθείσα για τους πραγματικούς λόγους αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής, η Αιτήτρια ανέφερε ότι επιθυμούσε να τύχει προστασίας, επικαλούμενη παράλληλα τη δυσχερή οικονομική κατάσταση της οικογένειάς της. Δήλωσε ρητώς ότι εγκατέλειψε το Καμερούν εξαιτίας της φτώχειας και εξέφρασε την ελπίδα ότι, σε περίπτωση αναγνώρισής της ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, θα μπορούσε στο μέλλον να φέρει και την ανήλικη κόρη της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Τέλος, ερωτηθείσα κατά πόσον θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή του Καμερούν, απάντησε καταφατικά, επιβεβαιώνοντας ότι διαθέτει συγγενικά πρόσωπα σε άλλες περιοχές της χώρας.

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των όσων η Αιτήτρια παρέθεσε κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, παρατηρώ ότι ο Λειτουργός διαχώρισε τους ισχυρισμούς της σε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας. Ο ισχυρισμός αυτός έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία της. Έγινε συνεπώς αποδεκτό ότι η Αιτήτρια είναι υπήκοος Καμερούν, με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής το χωριό Ekambeng, στη νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τη γενική κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και την ισχυριζόμενη στοχοποίηση της Αιτήτριας από αυτονομιστές, λόγω περιστατικού το οποίο φέρεται να έλαβε χώρα το έτος 2017. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε αποδεκτός από τον Λειτουργό, καθότι, κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας, διαπιστώθηκαν ουσιώδεις ελλείψεις ως προς τη συνοχή, την επάρκεια, την ευλογοφάνεια και τη λεπτομέρεια των δηλώσεών της.

 

Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι, το 2017, αυτονομιστές ζήτησαν τη συνδρομή του πατέρα της για την προμήθεια όπλων, καθώς εκείνος μπορούσε να μεταβαίνει στις γαλλόφωνες περιοχές. Ανέφερε ότι ο πατέρας της αρνήθηκε να συνεργαστεί, επειδή ο αδελφός του υπηρετούσε στον στρατό, και ότι για τον λόγο αυτό η οικογένεια μετακινήθηκε «στους θάμνους». Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι οι αυτονομιστές, αφού δεν έλαβαν ούτε οικονομική ενίσχυση από τον πατέρα της, ζήτησαν τον αριθμό τηλεφώνου προσώπου που θα μπορούσε να τους βοηθήσει στην αγορά όπλων, οπότε ο πατέρας της τους έδωσε τον αριθμό του στρατιωτικού αδελφού του. Κατά την Αιτήτρια, ο τελευταίος ενημέρωσε τον στρατό, ο οποίος την ίδια ημέρα μετέβη στην περιοχή όπου βρισκόταν η οικογένεια, ακολούθησε δε σύγκρουση μεταξύ αυτονομιστών και στρατιωτικών δυνάμεων, κατά την οποία απεβίωσαν ο πατέρας και η αδελφή της.

 

Ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες επί ζητημάτων που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός της. Παρά το γεγονός ότι της δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξει περαιτέρω το αφήγημά της, οι απαντήσεις της παρέμειναν γενικές και αόριστες. Ιδίως, ενώ δήλωσε ότι η ίδια και η οικογένειά της παρέμειναν «στους θάμνους» επί τρεις μήνες, από τον Αύγουστο μέχρι τον Οκτώβριο του 2017, μαζί με περίπου είκοσι άτομα, εντούτοις, όταν κλήθηκε να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες για τις συνθήκες παραμονής τους ή για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το διάστημα αυτό, περιορίστηκε να αναφέρει ότι βρίσκονταν σε δάσος. Ορθώς επισημάνθηκε ότι, λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας της παραμονής της στο συγκεκριμένο περιβάλλον, θα αναμενόταν από την Αιτήτρια να είναι σε θέση να παραθέσει περισσότερες προσωπικές, συγκεκριμένες και βιωματικές πληροφορίες.

 

Περαιτέρω, ο Λειτουργός εντόπισε έλλειψη συνοχής και ευλογοφάνειας ως προς τον ισχυριζόμενο φόβο επιστροφής της Αιτήτριας. Ενώ η ίδια ανέφερε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, εάν την εντοπίσουν θα τη σκοτώσουν, εντούτοις, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, παραδέχθηκε ότι από το 2017 μέχρι την αναχώρησή της το 2023, ούτε οι αυτονομιστές ούτε ο στρατός ενόχλησαν την ίδια ή την οικογένειά της. Μοναδική εξαίρεση προέβαλε ένα περιστατικό του 2018, κατά το οποίο οι αυτονομιστές φέρεται να μετέβησαν στην οικία της μητέρας της και να απείλησαν ότι θα τους σκοτώσουν όλους, χωρίς όμως να ακολουθήσει οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια. Η εξαετής παραμονή της Αιτήτριας στο ίδιο χωριό, χωρίς μεταγενέστερη προσωπική στοχοποίηση ή οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό εις βάρος της, κρίθηκε ότι αποδυναμώνει ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί εξακολουθητικού και προσωπικού κινδύνου.

 

Επιπλέον, ερωτηθείσα γιατί δεν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της νωρίτερα, η Αιτήτρια απέδωσε την καθυστέρηση στην οικονομική αδυναμία της μητέρας της να χρηματοδοτήσει το ταξίδι της. Όταν δε ερωτήθηκε για ποιο λόγο τελικά εγκατέλειψε το Καμερούν, ανέφερε ότι ήθελε προστασία και ότι η οικογένειά της ήταν φτωχή. Υπό το πρίσμα αυτό, ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν αιτιολόγησε επαρκώς την ισχυριζόμενη στοχοποίησή της από τους αυτονομιστές και ότι η σχετική αφήγησή της στερείται της απαιτούμενης εσωτερικής συνοχής και ευλογοφάνειας.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ο Λειτουργός παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, μεταξύ των οποίων η Διεθνής Αμνηστία, το Υπουργείο Εσωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και η EUAA, από τις οποίες προκύπτει ότι κατά τα έτη 2023 και 2024 σημειώθηκαν στις δύο αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ήτοι στη βορειοδυτική και νοτιοδυτική περιοχή, σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στις παραβιάσεις αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, παράνομες δολοφονίες πολιτών, απαγωγές, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, σεξουαλική και έμφυλη βία, εμπρησμοί, καταστροφές περιουσίας, βασανιστήρια και κακομεταχείριση.

 

Παρά ταύτα, ο Λειτουργός κατέληξε ότι η ύπαρξη γενικής κατάστασης ανασφάλειας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την αποδοχή του εξατομικευμένου ισχυρισμού της Αιτήτριας περί προσωπικής στοχοποίησής της. Ενόψει των αντιφάσεων, της έλλειψης συνοχής, της περιορισμένης ευλογοφάνειας και της ανεπάρκειας ουσιωδών πληροφοριών στις δηλώσεις της, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.

 

Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τους οικονομικούς λόγους αναχώρησης της Αιτήτριας από τη χώρα καταγωγής της. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό, ο Λειτουργός σημείωσε ότι, προς το τέλος της συνέντευξής της, η Αιτήτρια δήλωσε ρητώς ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω φτώχειας. Ανέφερε επίσης ότι πίστευε πως, εάν της παραχωρείτο προστασία στην Κυπριακή Δημοκρατία, θα μπορούσε να φέρει κοντά της και την ανήλικη κόρη της. Λόγω της αμεσότητας, της συνεκτικότητας και της σαφήνειας των σχετικών δηλώσεών της, ο Λειτουργός έκρινε ότι η εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού θεμελιώνεται, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, καθότι επρόκειτο για προσωπικούς και οικονομικούς λόγους αναχώρησης.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου, ο Λειτουργός έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που έγιναν αποδεκτοί, ήτοι τον πρώτο ισχυρισμό περί ταυτότητας, προφίλ, χώρας καταγωγής και τόπου τελευταίας διαμονής της Αιτήτριας, καθώς και τον τρίτο ισχυρισμό περί οικονομικών λόγων. Εξετάστηκε, συναφώς, η κατάσταση ασφαλείας στο χωριό Ekambeng της νοτιοδυτικής περιοχής του Καμερούν, ως τόπος καταγωγής και αναμενόμενης επιστροφής της Αιτήτριας.

Ο Λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, σύμφωνα με τις οποίες το Καμερούν παρουσιάζει υψηλό αριθμό εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, ιδίως λόγω της βίας και των συγκρούσεων στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές. Επισημάνθηκε ότι η κρίση μεταξύ της κυβέρνησης και των αγγλόφωνων πληθυσμών εστιάζεται στις δύο αγγλόφωνες περιφέρειες, North-West και South-West, και ότι τον Οκτώβριο του 2017 αποσχιστικές ομάδες ανακοίνωσαν την εγκαθίδρυση της λεγόμενης Δημοκρατίας της Αμπαζονίας. Περαιτέρω, σημειώθηκε ότι αγγλόφωνες αυτονομιστικές ομάδες εξακολουθούν να συγκρούονται με την κυβέρνηση, πλην όμως, κατά τις πληροφορίες του RULAC, η βία στις εν λόγω περιοχές δεν ισοδυναμεί με μη διεθνή ένοπλη σύγκρουση. Αναφορά έγινε επίσης στο ότι, παρά την παράδοση ορισμένων αυτονομιστικών ομάδων εντός του 2023, βιαιοπραγίες συνέχισαν να καταγράφονται στις δύο αγγλόφωνες περιφέρειες, ενώ σύμφωνα με το International Crisis Group η αποτυχία ειρηνευτικών συνομιλιών διατηρεί τον κύκλο βίας και ενέχει κίνδυνο περαιτέρω έντασης.

 

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω πληροφοριών, ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι, ενόψει του αποδεκτού προσωπικού προφίλ της Αιτήτριας και του τόπου καταγωγής της, υφίστανται βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στο χωριό Ekambeng της νοτιοδυτικής περιοχής του Καμερούν, ενδέχεται να εκτεθεί σε κίνδυνο συνδεόμενο με τη γενικότερη κατάσταση ανασφάλειας στην περιοχή South-West.

 

Εντούτοις, κατά την περαιτέρω νομική αξιολόγηση, ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, ώστε να της αναγνωριστεί το προσφυγικό καθεστώς. Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ο Λειτουργός εξέτασε τις πρόνοιες του άρθρου 19(2)(α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Έκρινε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α), ούτε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β). Περαιτέρω, ως προς το άρθρο 19(2)(γ), ο Λειτουργός, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν, κατέληξε ότι τα επίπεδα αδιάκριτης βίας στην περιοχή δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε οποιοσδήποτε άμαχος να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί. Παράλληλα, κρίθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας δεν επαρκούν ώστε να στοιχειοθετηθεί εξατομικευμένος κίνδυνος λόγω αδιάκριτης βίας.

 

Κατόπιν των ανωτέρω, ο Λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις ούτε για αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος ούτε για υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματός της για διεθνή προστασία.

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Για τους λόγους που εκτενώς αναλύονται στην εισηγητική έκθεση του Λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία αποτελεί την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης, κρίνω ότι ορθά ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας, αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τη χώρα καταγωγής της, κρίθηκε αξιόπιστος. Τα σχετικά ευρήματα περί στοιχειοθέτησης τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας της Αιτήτριας δεν κλονίζονται από οποιοδήποτε στοιχείο του διοικητικού φακέλου και το Δικαστήριο δεν εντοπίζει λόγο διαφοροποίησης από αυτά.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι τη γενική κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και την κατ’ ισχυρισμόν στοχοποίησή της από αυτονομιστές λόγω περιστατικού του 2017, έχοντας ενώπιόν μου το πρακτικό της συνέντευξης, φρονώ ότι ο Λειτουργός προέβη σε επαρκή και εμπεριστατωμένη αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας της. Παρότι ο εν λόγω ισχυρισμός διατυπώθηκε υπό ευρεία μορφή, καθότι περιλαμβάνει αφενός τη γενική κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και αφετέρου την εξατομικευμένη στοχοποίηση της Αιτήτριας, εντούτοις η μέθοδος αξιολόγησης δεν πάσχει, καθότι οι επιμέρους πτυχές του ισχυρισμού εξετάστηκαν διακριτά και με αναφορά στα ουσιώδη στοιχεία του αφηγήματός της.

 

Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι το έτος 2017 οι αυτονομιστές ζήτησαν από τον πατέρα της να τους βοηθήσει στην προμήθεια όπλων, πλην όμως εκείνος αρνήθηκε, καθότι ο αδελφός του ήταν στρατιωτικός. Ανέφερε περαιτέρω ότι, επειδή ο πατέρας της δεν επιθυμούσε να θεωρηθεί προδότης, μετέφερε την οικογένειά του «στους θάμνους». Κατά την εκδοχή της, οι αυτονομιστές ζήτησαν ακολούθως από τον πατέρα της οικονομική στήριξη και, όταν εκείνος δήλωσε ότι δεν είχε χρήματα, του ζήτησαν τον αριθμό τηλεφώνου προσώπου που θα μπορούσε να τους βοηθήσει στην αγορά όπλων. Ο πατέρας της φέρεται να τους έδωσε τον αριθμό του στρατιωτικού αδελφού του, ο οποίος ενημέρωσε τον στρατό, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις να εντοπίσουν την περιοχή όπου βρίσκονταν και να ακολουθήσει σύγκρουση, κατά την οποία σκοτώθηκαν ο πατέρας και η αδελφή της Αιτήτριας.

 

Ωστόσο, ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης, διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς, συγκεκριμένες και βιωματικές πληροφορίες επί γεγονότων που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός της. Παρά τις ευκαιρίες που της δόθηκαν να αναπτύξει περαιτέρω το αφήγημά της, οι απαντήσεις της παρέμειναν γενικές, περιορισμένες και στερούμενες ουσιώδους λεπτομέρειας. Ιδίως, ενώ ισχυρίστηκε ότι η ίδια και η οικογένειά της παρέμειναν «στους θάμνους» για περίοδο τριών μηνών, από τον Αύγουστο μέχρι τον Οκτώβριο του 2017, μαζί με περίπου είκοσι άτομα, εντούτοις, όταν κλήθηκε να δώσει περισσότερες πληροφορίες για το διάστημα αυτό, περιορίστηκε να αναφέρει ότι βρίσκονταν σε δάσος. Η απάντηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική, καθότι, ενόψει της διάρκειας της παραμονής της στον συγκεκριμένο χώρο και της σοβαρότητας των γεγονότων που επικαλείται, θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να είναι σε θέση να περιγράψει με μεγαλύτερη σαφήνεια τις συνθήκες διαβίωσης, τον χώρο, τα πρόσωπα που βρίσκονταν εκεί, καθώς και τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά το επίμαχο διάστημα.

 

Περαιτέρω, ορθά επισημάνθηκε από τον Λειτουργό η έλλειψη συνοχής και ευλογοφάνειας ως προς τον ισχυριζόμενο εξακολουθητικό φόβο της Αιτήτριας. Η ίδια δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, εάν την δουν θα την σκοτώσουν. Εντούτοις, όταν ερωτήθηκε εάν κατά το χρονικό διάστημα από το 2017 μέχρι το 2023, κατά το οποίο εξακολούθησε να διαμένει στο χωριό της, οι αυτονομιστές ή ο στρατός είχαν ενοχλήσει την ίδια ή την οικογένειά της, απάντησε αρνητικά. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια παρέμεινε στη χώρα καταγωγής της για περίπου έξι έτη μετά το φερόμενο περιστατικό, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε συγκεκριμένη μεταγενέστερη ενέργεια εις βάρος της ίδιας, αποδυναμώνει ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί προσωπικής και εξακολουθητικής στοχοποίησής της.

Δεν παραγνωρίζω ότι η Αιτήτρια αναφέρθηκε σε περιστατικό του 2018, κατά το οποίο οι αυτονομιστές φέρεται να μετέβησαν στην οικία της μητέρας της και να απείλησαν ότι θα τους σκοτώσουν όλους. Ωστόσο, η ίδια διευκρίνισε ότι μετά από αυτό δεν ακολούθησε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια. Η εν λόγω αναφορά, ελλείψει περαιτέρω συγκεκριμένων στοιχείων και λαμβανομένου υπόψη ότι η Αιτήτρια παρέμεινε στη χώρα μέχρι το 2023, δεν αρκεί για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό περί πραγματικής και εξατομικευμένης στοχοποίησης.

 

Επιπλέον, σε ερώτηση γιατί δεν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της νωρίτερα, η Αιτήτρια απέδωσε την καθυστέρηση στην οικονομική αδυναμία της μητέρας της να χρηματοδοτήσει το ταξίδι της. Όταν δε ερωτήθηκε για ποιο λόγο εγκατέλειψε τελικώς το Καμερούν, δήλωσε ότι ήθελε προστασία και ότι η οικογένειά της ήταν φτωχή, προσθέτοντας ότι έφυγε εξαιτίας της φτώχειας. Οι δηλώσεις αυτές ενισχύουν την κρίση του λειτουργού ότι η Αιτήτρια δεν αιτιολόγησε επαρκώς τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης από τους αυτονομιστές, αλλά αντιθέτως συνέδεσε την αναχώρησή της κυρίως με οικονομικούς λόγους και με την επιθυμία της να εξασφαλίσει καλύτερες συνθήκες για την ίδια και την ανήλικη κόρη της.

 

Συνεπώς, συντάσσομαι με την κρίση του Λειτουργού ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν πληροί τα κριτήρια της εσωτερικής αξιοπιστίας. Η αφήγησή της παρουσιάζει έλλειψη επαρκούς λεπτομέρειας, βιωματικότητας, συνοχής και ευλογοφάνειας ως προς ουσιώδη ζητήματα, ενώ η ίδια δεν κατόρθωσε, παρά τις σχετικές ευκαιρίες που της δόθηκαν, να τεκμηριώσει με σαφήνεια την ισχυριζόμενη προσωπική στοχοποίησή της. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ορθά ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, διαπιστώνω ότι ο Λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση των διαθέσιμων πληροφοριών χώρας, παραπέμποντας σε αξιόπιστες εξωτερικές πηγές, όπως η Διεθνής Αμνηστία, το Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS), το CHRDA και το Global Centre for the Responsibility to Protect (βλ. ερ. 7-8 του δ.φ.). Από τις πληροφορίες αυτές προκύπτει ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν εξακολουθούν να καταγράφονται σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, βασανιστήρια, εμπρησμοί και καταστροφή περιουσιών αμάχων, τόσο από τις κυβερνητικές δυνάμεις όσο και από αυτονομιστικές ομάδες. Ως εκ τούτου, δεν αμφισβητείται η γενική κατάσταση ανασφάλειας στις εν λόγω περιοχές.

 

Εντούτοις, όπως ορθώς έκριναν οι Καθ' ων η αίτηση, οι αντικειμενικές πληροφορίες περί της κατάστασης στη χώρα καταγωγής δεν αρκούν αφ' εαυτών για να θεμελιώσουν τον εξατομικευμένο ισχυρισμό της Αιτήτριας περί προσωπικής στοχοποίησής της. Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστος, λόγω αντιφάσεων, έλλειψης συνοχής, ευλογοφάνειας και επαρκών πληροφοριών, συμφωνώ ότι η εξωτερική αξιοπιστία δεν ήταν ικανή να οδηγήσει στην αποδοχή του συγκεκριμένου ισχυρισμού.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο δέυτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο οποίος αφορά τους οικονομικούς λόγους που την οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, κρίνω ότι ορθώς ο Λειτουργός τον έκανε αποδεκτό. Από το πρακτικό της συνέντευξης προκύπτει ότι η Αιτήτρια δήλωσε με σαφήνεια και αμεσότητα ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω της φτώχειας και της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς της, εκφράζοντας παράλληλα την επιθυμία να εξασφαλίσει διεθνή προστασία ώστε να μπορέσει στο μέλλον να φέρει κοντά της και την ανήλικη κόρη της. Οι σχετικές δηλώσεις της υπήρξαν συνεκτικές, ευθείες και απαλλαγμένες από αντιφάσεις, χωρίς να ανακύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να κλονίζει την αξιοπιστία τους. Ως εκ τούτου, δεν εντοπίζω λόγο διαφοροποίησης από την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός πληροί τα κριτήρια της εσωτερικής αξιοπιστίας.

 

Υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω και των ουσιωδών ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί, προχωρώ στην εξέταση κατά πόσον αυτοί επαρκούν για τη θεμελίωση της ιδιότητας της πρόσφυγα, σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του περί Προσφύγων Νόμου. Προκειμένου να αναγνωριστεί ένα πρόσωπο ως πρόσφυγας, απαιτείται να αποδεικνύεται βάσιμος και εξατομικευμένος φόβος δίωξης για έναν από τους λόγους της Σύμβασης, ήτοι λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

 

Στην υπό κρίση περίπτωση, οι μόνοι ισχυρισμοί που έγιναν αποδεκτοί αφορούν την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, καθώς και τους οικονομικούς λόγους που την οδήγησαν να εγκαταλείψει το Καμερούν. Οι ισχυρισμοί αυτοί, ακόμη και αν ληφθούν ως αποδεδειγμένοι, δεν καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα δίωξης ούτε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, θα αντιμετωπίσει βάσιμο και εξατομικευμένο φόβο δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους που προβλέπει η Σύμβαση της Γενεύης. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός περί προσωπικής στοχοποίησής της από αυτονομιστές απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να ληφθεί υπόψη για τη θεμελίωση προσφυγικού καθεστώτος.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της Αιτήτριας ως πρόσφυγα, καθόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης συνδεόμενου με κάποιον από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[2]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[3] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[4] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, ήτοι  στο χωριό Ekambeng, της περιφέρειας South-West του Καμερούν, από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα:

 

·                Σύμφωνα με τον διαδραστικό χάρτη του War Watch, της Ακαδημίας της Γενεύης παρατηρείται ότι το  Καμερούν εμπλέκεται σε δύο συνεχιζόμενες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ (1) των αρχών του Καμερούν και των Αυτονομιστών Ambazonians, και (2) μεταξύ των αρχών του Καμερούν και της Boko Haram.[5]

 

·                Σύμφωνα με την ανωτέρω πηγή, η κυβέρνηση του Καμερούν προτίμησε τα γαλλικά ως εθνική γλώσσα και η συστηματική επιβολή της γαλλικής γλώσσας σε παραδοσιακά αγγλόφωνες περιοχές του έθνους, συμπεριλαμβανομένης της συστηματικής αντικατάστασης του αγγλικού νομικού συστήματος με το γαλλικό σύστημα, πυροδότησε βία μεταξύ του Καμερούν και των αυτονομιστικών δυνάμεων των Ambazonians. Ο αγγλόφωνος πληθυσμός του Καμερούν αποτελεί το 20% του συνολικού πληθυσμού, με την μειονότητα να υπόκειται σε περιθωριοποίηση και διακρίσεις από τη γαλλική πλειοψηφία. Το κυβερνών κόμμα στο Καμερούν αποτελείται από μέλη του γαλλόφωνου πληθυσμού, με αποτέλεσμα το 2016, η αγγλόφωνη κοινότητα να ξεκινήσει διαμαρτυρίες κατά της κυβέρνησης του Καμερούν. [6]

 

·                Την 1η Οκτωβρίου 2017, ομάδες των Αυτονομιστών Ambazonians κήρυξαν ανεξαρτησία των αγγλόφωνων περιοχών του Καμερούν στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, υπό την ονομασία Ambazonia. Σημειώνεται ότι η μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των αρχών του Καμερούν και των Ambazonians που ξέσπασε στα τέλη του 2017 βρίσκεται σε εξέλιξη καθ' όλη την περίοδο αναφοράς της ανωτέρω πηγής.[7]

 

·                Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην Νοτιοδυτική περιφέρεια (Southwest region) του Καμερούν, όπου βρίσκεται το χωριό Ekambeng, τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 19.06.2026), καταγράφηκαν 1,253 περιστατικά πολιτικής βίας[8] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 813 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[9] Επισημαίνεται ότι, στο χωριό Ekambeng, το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν εντοπίζονται οποιαδήποτε καταγεγραμμένα περιστατικά πολιτικής βίας στην εν λόγω βάση δεδομένων. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός στην ευρύτερη νοτιοδυτική περιφέρεια ανερχόταν στα 2,098,500 (2025) κατοίκους.[10]

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, διαπιστώνω ότι στην Περιφέρεια South-West του Καμερούν, όπου βρίσκεται το χωριό Ekambeng, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, υφίσταται μη διεθνής ένοπλη σύρραξη μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών Ambazonians, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2017. Περαιτέρω, από τα διαθέσιμα στοιχεία της βάσης δεδομένων ACLED προκύπτει ότι κατά το τελευταίο έτος καταγράφηκαν στην ευρύτερη περιφέρεια 1.253 περιστατικά πολιτικής βίας με 813 θανάτους. Ωστόσο, στο ίδιο το χωριό Ekambeng δεν καταγράφεται οποιοδήποτε περιστατικό πολιτικής βίας κατά την ίδια χρονική περίοδο.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι, παρά την ύπαρξη κατάστασης ένοπλης σύρραξης στην ευρύτερη Περιφέρεια South-West, τα επίπεδα αδιάκριτης βίας δεν ανέρχονται σε τέτοιο βαθμό ώστε οποιοσδήποτε άμαχος, ευρισκόμενος στην περιοχή αυτή και μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, παρατηρώ ότι πρόκειται για νεαρής ηλικίας γυναίκα, ικανή προς εργασία, η οποία διατηρεί υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, καθόσον η μητέρα της, ο αδελφός της και μία αδελφή της εξακολουθούν να διαμένουν στο χωριό Ekambeng, ενώ διατηρεί επίσης επικοινωνία με θείους και θείες που διαμένουν σε άλλες περιοχές του Καμερούν. Επιπλέον, η ανήλικη κόρη της εξακολουθεί να διαμένει στο Καμερούν υπό τη φροντίδα της μητέρας της. Δεν προκύπτει οποιοδήποτε ιδιαίτερο στοιχείο προσωπικής ευαλωτότητας ή άλλη εξατομικευμένη περίσταση που να αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της, ώστε να αντισταθμίζει το επίπεδο της αδιάκριτης βίας στην περιοχή καταγωγής της. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν στην περίπτωσή της οι προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ενόψει των όσων έχουν εκτενώς αναλυθεί ανωτέρω, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα έχουν αναπτυχθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι ορθώς οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν πως η Αιτήτρια δεν απέδειξε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και, συνακόλουθα, δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ορθώς κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της Αιτήτριας.

 

 

  

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1]  Υπόθ. αρ. 128/2008, JAMAL KAROU v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010

[2] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[3] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[4] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[5] War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Ακαδημία Γενεύης, Τελευταία Ενημέρωση: 15.04.2026 https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-cameroon/classification/#historical-background [Ημερομηνία Πρόσβασης: 25.06.2026]

[6] War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Ακαδημία Γενεύης, Τελευταία Ενημέρωση: 15.04.2026 https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-cameroon/classification/#historical-background [Ημερομηνία Πρόσβασης: 25.06.2026]

[7] War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Ακαδημία Γενεύης, Τελευταία Ενημέρωση: 15.04.2026 https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-cameroon/classification/#historical-background [Ημερομηνία Πρόσβασης: 25.06.2026]

[8] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[9] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Cameroon, Sud-Ouest, Buea) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 25.06.2026]

[10] City Population, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/  [Ημερομηνία Πρόσβασης: 25.06.2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο