D. N. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3547/24, 30/6/2026
print
Τίτλος:
D. N. L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3547/24, 30/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.3547/24

 

30 Ιουνίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

D. N. L.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Π. Πιερίδης, Δικηγόρος για Αιτητή

Κος Χ. Καστάνας, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.13/08/24, που κοινοποιήθηκε στις 29/08/24, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης έννομου αποτελέσματος.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 11/11/23 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 20/11/23 (ερ.1-3, 30).

Στις 11/06/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.19-30). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 25/06/24 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.62-77).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 29/08/24 και του μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.81).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι ήταν οδηγός «του στρατηγού του στρατού», η γυναίκα του οποίου ζήτησε από τον αιτητή «να της [πάρει] κάτι από το αυτοκίνητο και μετά άρχισε να [τον] αγγίζει με οικειότητα και το παιδί [της τους] τσάκωσε». Το παιδί το είπε στον πατέρα του (στρατηγό), ο οποίος είπε στην αστυνομία να συλλάβει τον αιτητή και ο σωματοφύλακας του στρατηγού προειδοποίησε τον αιτητή ότι ο στρατηγός θέλει να τον σκοτώσει. Τότε η γυναίκα του στρατηγού βοήθησε τον αιτητή να φύγει «απ’ εκεί» και η αδελφή του αιτητή τον βοήθησε να φύγει από τη ΛΔΚ και να έρθει στην Κύπρο.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Κινσάσα, ο πατέρας του απεβίωσε, η μητέρα και η αδελφή του μένουν κι’ αυτές στην Κινσάσα, ο αιτητής τελείωσε δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δούλευε ως οδηγός, τα τελευταία δε 5 χρόνια (2017-2022) ήταν – ως ανέφερε – οδηγός στρατηγού.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ λόγω απειλών κατά της ζωής του από τον στρατηγό Fall, διότι ενεπλάκη ερωτικά με τη σύζυγό του. Συγκεκριμένα, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, δήλωσε πως εργαζόταν ως κύριος οδηγός του στρατηγού Fall και στις 10/10/22, ενώ ο στρατηγός βρισκόταν σε διακοπές, η σύζυγος του στρατηγού ξέχασε το κινητό της στο αυτοκίνητο και του φώναξε από το μπαλκόνι να της το ανεβάσει. Όταν ο αιτητής της το πήγε αυτή τον προσέγγισε ερωτικά και άρχισαν να ερωτοτροπούν, τότε η κόρη του στρατηγού μπήκε στο υπνοδωμάτιο από την ανοικτή πόρτα και τους είδε, έβαλε τις φωνές, τους φωτογράφησε και ενημέρωσε τηλεφωνικά τον πατέρα της. Εν συνεχεία, σύμφωνα με τον αιτητή, ήρθαν κάποιοι στρατιωτικοί, οι οποίοι τον έδειραν, τον μαχαίρωσαν στο πόδι και τον έβαλαν υπό κράτηση σε ένα μικρό κελί που υπήρχε στο σπίτι. Το ίδιο απόγευμα, με τη βοήθεια της συζύγου του στρατηγού και ενός στρατιωτικού τον οποίο γνώριζε, ο αιτητής κατάφερε να αποδράσει και να επιστρέψει στο σπίτι του, απ’ εκεί πήγε στο σπίτι ενός φίλου του και στη συνέχεια σπίτι της αδερφής του, όπου κάποιοι τον αναζήτησαν. Με τη βοήθεια της αδερφής του ο αιτητής κατάφερε να οργανώσει το ταξίδι του για τη Δημοκρατία και αναχώρησε από τη ΛΔΚ.

Καλούμενος ο αιτητής να παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τον στρατηγό, ανέφερε ότι ονομάζεται Fall Sikabwe, είναι ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων της ΛΔΚ (FARDC), δεν γνωρίζει την ηλικία του ή για την οικογένειά του, πρόσθεσε δε πως ο στρατηγός είναι και ιερέας στην εκκλησία Eglise Rama. Ερωτώμενος εκ νέου ο αιτητής πρόσθεσε πως ο στρατηγός είναι 50 ετών, η σύζυγός του 40 ετών και πως δεν έχει έγγραφα ή φωτογραφίες που να αποδεικνύουν τα λεγόμενά του. Ως ανέφερε, εργαζόταν για τον στρατηγό για 5 έτη, ο στρατηγός και η σύζυγός του είχαν τέσσερεις κόρες, τις οποίες και ονόμασε, εκ των οποίων οι δύο ζούσαν στην Ευρώπη. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση σχετικά με τις αποστολές που χειριζόταν ο στρατηγός δήλωσε πως ήταν υπεύθυνος στρατού ξηράς και ο ίδιος τον πηγαινόφερνε στη δουλειά του, επί της οδού Haut Commandement, Force Terrestre. Σε ερώτηση εάν γνωρίζει το μεσαίο όνομα του στρατηγού, ο αιτητής επανέλαβε το όνομα Fall Sikabwe, είχε τρία άστρα, ενώ όταν του επισημάνθηκε ότι – σύμφωνα με πληροφορίες που εντοπίστηκαν - πως ήταν αντιστράτηγος ο αιτητής συμφώνησε. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τον σωματότυπο του στρατηγού, ο αιτητής δήλωσε πως ήταν ψηλός, δυνατός, με ανοιχτόχρωμο δέρμα και με ωραίο σώμα.

Ζητήθηκε από τον αιτητή να εξηγήσει πώς η κόρη του στρατηγού φωτογράφησε εκείνον και την μητέρα της, με τον αιτητή να αποκρίνεται πως δεν τους φωτογράφισε κατά την πράξη αλλά ακριβώς μετά, με τον ίδιο όρθιο και εκείνη τυλιγμένη με ένα σεντόνι, τα παιδιά της οικογένειας δεν βρισκόντουσαν στο σπίτι εκείνη τη στιγμή, το σπίτι ήταν μεγάλο και ήταν αδύνατον για οποιονδήποτε να πάει στο υπνοδωμάτιο, ενώ πρόσθεσε πως δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο, γι’ αυτό και συνέβη ό,τι συνέβη σε ένα σπίτι γεμάτο κόσμο και με την πόρτα ανοικτή.

Σε ερώτηση σχετικά με το πως κατάφερε να φύγει από τη χώρα με αεροπλάνο, ενώ, ως ο ίδιος ανέφερε, ο στρατηγός τον έψαχνε απεγνωσμένα, ο αιτητής είπε πως αναγκάστηκε να δωροδοκήσει κάποιον με 400 δολάρια ώστε να τον αφήσουν να ταξιδέψει και ανέφερε ότι ο στρατηγός δεν επικοινώνησε με τη μητέρα του ή την αδερφή του, πρόσθεσε όμως πως, αν επιτρέψει στη ΛΔΚ, ο στρατηγός θα το μάθει σίγουρα, καθώς θα τον δει κάποιος στρατιωτικός στην Κινσάσα και θα τον ενημερώσει. Σε ερώτηση σχετικά με το τι πιστεύει πως θα του συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη ΛΔΚ ο αιτητής δήλωσε πως αν επιστρέψει στην Κινσάσα θα ρισκάρει τη ζωή του διότι ο στρατηγός θα τον βλάψει και δεν έχει που αλλού να μείνει πέρα από την Κινσάσα, ενώ όταν ρωτήθηκε εάν οι Αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν να επιστρέψει δήλωσε άγνοια. Τέλος ο αιτητής δήλωσε πως έχει μια φωτογραφία που αποδεικνύει πως εργαζόταν για τον στρατηγό και του ειπώθηκε πως μπορεί να την αποστείλει με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο έως την 14/06/24.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο αιτητής εγκατέλειψε τη ΛΔΚ λόγω του φόβου δίωξης που αντιμετωπίζει από τον στρατηγό Fall, επειδή είχε σεξουαλική επαφή με τη σύζυγο του

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν δε τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, καθώς, ως κρίθηκε, στερούνταν εσωτερικής συνοχής.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες, συνεκτικές και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα όσα εξιστόρησε, ως ήταν αναμενόμενο. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν γνώριζε συγκεκριμένες πληροφορίες για την ηλικία του στρατηγού και την οικογένειά του, γεγονός που κρίθηκε πως πλήττει την αξιοπιστία των δηλώσεών του, καθώς – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου - εργαζόταν καθημερινά για αυτόν επί πέντε χρόνια, οι δε πληροφορίες που παρείχε σχετικά με την ηλικία του στρατηγού και της συζύγου του κατόπιν ακόλουθων ερωτήσεων κρίθηκαν ανεπαρκείς καθώς αναμενόταν να είναι σε θέση ο αιτητής να περιγράψει με περισσότερη λεπτομέρεια τον στρατηγό. Στη συνέχεια κρίθηκε ότι δεν είναι ευλογοφανής η απόκριση του αιτητή ότι ήταν αδύνατον να βγάλει φωτογραφίες με τον στρατηγό ,λόγω της στρατιωτικής ιδιότητας του και σημειώθηκε πως ο αιτητής δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Σημειώθηκε δε περαιτέρω ότι ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και λεπτομερείς πληροφορίες για τις επιχειρήσεις του στρατηγού, δεν γνώριζε το μεσαίο του όνομα και έδωσε μια γενική περιγραφή για την εμφάνιση του στρατηγού όταν ρωτήθηκε σχετικά. Εντοπίστηκε επίσης και αντίφαση στα λεγόμενα του, καθώς, ενώ αρχικά δήλωσε πως στο ισόγειο του σπιτιού βρισκόντουσαν άλλοι στρατιωτικοί, στη συνέχεια της συνέντευξης δήλωσε πως μόνο ο ίδιος και η σύζυγος του στρατηγού βρισκόντουσαν στο σπίτι. Κρίθηκε επιπροσθέτως ότι ο ισχυρισμός σχετικά με το ότι δεν ήταν προσεκτικός να μην τους δει κάποιος (στη διάρκεια της επαφής) διότι το όλο συμβάν έγινε ξαφνικά θεωρήθηκε μη εύλογος υπό τις περιστάσεις, δεδομένου ότι επρόκειτο για μία πολύ ριψοκίνδυνη πράξη. Μη ευλογοφανής κρίθηκε και ο ισχυρισμός του αιτητή πως πήγε στο αεροδρόμιο και κατάφερε να ταξιδέψει δωροδοκώντας κάποιον με 400 δολάρια ενώ τον έψαχναν καθώς, ως αναφέρουν οι καθ’ ων η αίτηση, αν τα όσα ο αιτητής ανέφερε (περί ερωτικής επαφής με τη σύζυγο του στρατηγού και την ακόλουθη δίωξη του απ’ αυτόν) ήταν αληθή, θα αναμενόταν ο στρατηγός να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα, τις διασυνδέσεις και την επιρροή που ασκούσε ώστε να φροντίσει να μην καταφέρει ο αιτητής να φύγει από τη χώρα. Μη ευλογοφανής κρίθηκε και ο ισχυρισμός του αιτητή ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Κινσάσα θα τον εντόπιζε ο στρατηγός μέσω των διασυνδέσεών του, δεδομένου του ότι ο πληθυσμός της ανέρχεται στα 17 εκατομμύρια.

Στα πλαίσια εκτίμησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του ως άνω ισχυρισμού κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο και συνεπώς δεν κρίθηκε σκόπιμη η αναζήτηση διαθέσιμων πληροφοριών (ΠΧΚ) λόγω, ως αναφέρεται, της εγγενώς υποκειμενικής φύσης τους. Συνεπεία των ως άνω ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, λόγω ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή του.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Κινσάσα) και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εδώ εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης με την επιστροφή του στη ΛΔΚ, συνεπεία του οποίου η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή.

Σημειώνεται ότι η προσφυγή καταχωρήθηκε από τον αιτητή προσωπικά, ο οποίος στη συνέχεια διόρισε δικηγόρο που καταχώρησε γραπτή αγόρευση, χωρίς εντούτοις να κάνει τροποποίηση της προσφυγής. Παρά τούτο, με δεδομένο ότι – σε κάθε περίπτωση – οι προωθούμενοι στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του αιτητή ισχυρισμοί  συμπλέκονται άρρηκτα με την ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

 

Οι καθ' ων η αίτηση αντέταξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν άπαντες οι ισχυρισμοί του αιτητή, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας αυτής, ζητώντας γι’ αυτό απόρριψη της προσφυγής.

Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων

Σημειώνω ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται, «απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Διερχόμενος των ενώπιον μου στοιχείων παρατηρώ τα εξής.

Ενόψει των ως άνω θα συμφωνήσω με την κατάληξη τους επί της αξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, καθώς τα όσα ανέφερε επί τούτου περιορίστηκαν, ως και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν λεπτομερώς στα ερ.68-72, σε γενικές δηλώσεις οι οποίες βρίθουν κενών και ασαφειών και εκ των οποίων ελλείπουν - εντελώς και σε όλη τους την έκταση – συγκεκριμένες, εύλογα αναμενόμενες, λεπτομέρειες, χρονική και λογική συνέπεια. Ανατρέχοντας στο πρακτικό της επίδικης συνέντευξης παρατηρώ ότι σε κανένα σημείο δεν ήταν σε θέση ο αιτητής να αναφέρει την παραμικρή βιωματική λεπτομέρεια σε σχέση με οιονδήποτε από τους ισχυρισμούς του που αφορούν την κατ’ ισχυρισμό επαφή του με τη σύζυγο του στρατηγού του οποίου ο ίδιος ήταν οδηγός επί σειρά ετών όσο και τα όσα ακολούθησαν αυτού. Το όλο αφήγημα του αιτητή παρουσιάζει εδώ ουσιώδη κενά, ελλείψεις σε λεπτομέρειες και αντιφάσεις, ως και ανωτέρω καταγράφονται στην παρούσα, στα πλαίσια παράθεσης της επίδικης έκθεσης των καθ’ ων η αίτηση, οι οποίες πλήττουν μοιραία και αναπόφευκτα την συνολική συνοχή και αξιοπιστία των δηλώσεων του. Δεν έχω λοιπόν τίποτε να προσθέσω στα όσα και πιο πάνω καταγράφω, κατά την παράθεση των ευρημάτων της επίδικης έκθεσης επί του 2ου ισχυρισμού του αιτητή, τα οποία υιοθετώ και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω.

Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας του ως άνω ισχυρισμού κρίνω σκόπιμο να σημειωθεί ότι, δεδομένης εδώ της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή δεν θεωρώ ότι ήταν απαραίτητη η αναζήτηση πληροφορίων αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Σημειώνω ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση πληροφοριών (ΠΧΚ) «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής […].».

Σε κάθε περίπτωση, για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι στρατηγός με το όνομα που δίδει ο αιτητής είναι υπαρκτό πρόσωπο, το οποίο, ως σε σχετικές ΠΧΚ καταγράφεται, είναι όντως αρχηγός των δυνάμεων ξηράς, πληροφορίες που συνάδουν με τα λεγόμενα του αιτητή.[1] Όμως, ως στις ίδιες πληροφορίες καταγράφεται, πρόκειται για πρόσωπο κατά του οποίου έχουν συχνά διατυπωθεί κατηγορίες που αφορούν παραβιάσεις ανθρωπίνων και κατάχρηση κεφαλαίων (embezzlement), τις οποίες θεωρώ ότι θα ήταν αναμενόμενο από τον αιτητή να είχε αναφέρει όταν κλήθηκε να δώσει περαιτέρω πληροφορίες για τον κατ’ ισχυρισμό διώκτη του. Ενόψει τούτων και δεδομένης εδώ της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, θεωρώ πως το ότι μέρος των όσων ανέφερε εν προκειμένω συνάδουν – ως γενικές πληροφορίες – με διαθέσιμες ΠΧΚ δεν είναι αρκετό για να υπερκερασθούν τα πολλά και ουσιώδη κενά που εντοπίστηκαν στο αφήγημα του, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, ως αναφέρεται και στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.97, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.». Αποδοχή λοιπόν των ισχυρισμών του αιτητή θα έβαινε ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση του αφηγήματος, καθότι τα όσα ανέφερε ομοιάζουν περισσότερο με επινόημα του ιδίου, στερούμενο λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, σε μια προσπάθεια του να συνδέσει τα όσα εξιστορεί με υπαρκτό πρόσωπο, επιχειρώντας έτσι – εδώ ανεπιτυχώς – να δώσει μια επίφαση εξωτερικής συνοχής στα λεγόμενα του, παρά με μια συνεκτική παράθεση βιώματος του αιτητή.

Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου σημειώνω ότι στα πλαίσια της παρούσης ο αιτητής επισυνάπτει στην προσφυγή τα εξής έγγραφα:

1.    Εκτύπωση φωτογραφίας που φέρεται να απεικονίζει τον αιτητή με τον στρατηγό που κατ’ ισχυρισμό τον διώκει

2.    Εκτύπωση φερόμενης υπηρεσιακής ταυτότητας του αιτητή ως μέλος του στρατού

3.    Εκτύπωση φερόμενου εγγράφου που σχετίζεται με την υπηρεσία του αιτητή

Προχωρώ σε αξιολόγηση των ως άνω εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής.

Σημειώνω ότι, σύμφωνα και με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», του EASO, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών αξιολόγησης εγγράφων είναι κατάληξη μου ότι ουδέν εκ των προσκομισθέντων εγγράφων δύναται να ανατρέψει τα ως άνω ευρήματα επί της αξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, που αποτελεί και τον πυρήνα της επίδικης αίτησης, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως.

Κατ’ αρχή, αναφορικά με την φερόμενη ταυτότητα και άλλο έγγραφο που σχετίζεται, κατά τα λεγόμενα του αιτητή, με την υπηρεσία του στον στρατό, πέραν του ότι αμφότερα είναι εκτυπώσεις και όχι τα πρωτότυπα, τα οποία και θα ήταν αναμενόμενο να προσκομίσει, ουδεμία εξήγηση δίδεται σχετικά με το πως, πότε και υπό ποιες συνθήκες αυτά βρέθηκαν και προσκομίστηκαν στα πλαίσια της παρούσης. Περαιτέρω θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ένα φέρει υπογραφή του διώκτη του αιτητή, η οποία – ως είναι προφανές – έχει εκ των υστέρων επικολληθεί, αφού στο κάτω μέρος της είναι αποκομμένη, η δε φερόμενη ως ταυτότητα του αιτητή δεν φέρει υπογραφή από την φερόμενη εκδίδουσα αρχή, η οποία και πάλι φέρεται να είναι ο διώκτης του αιτητή. Αναφορικά με τη φωτογραφία του αιτητή με τον διώκτη του (ως ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι) θα πρέπει να σημειωθεί ότι το άτομο που απεικονίζεται σ’ αυτή δεν φέρει ομοιότητα με τον στρατηγό που κατ’ ισχυρισμό διώκει τον αιτητή, το όνομα που φέρει στο στήθος του δεν συμφωνεί με τα λεγόμενα του αιτητή και ούτε και ο βαθμός που φέρει στην επωμίδα του (αφού αντί αστεριού φέρει τόξα). Επί της φωτογραφίας σημειώνω ότι οι ως άνω διαπιστώσεις βασίζονται σε διαθέσιμα ΠΧΚ που εντοπίστηκαν στο διαδίκτυο και αφορούν τον κατ’ ισχυρισμό διώκτη του αιτητή, στα οποία περιλαμβάνονται και φωτογραφίες του (κατά το έτος 2020 και αργότερα).[2]

Τα ως άνω, σε συνδυασμό με το ότι ουδέν περαιτέρω εξηγεί ο αιτητής σχετικά με τα όσα στα πλαίσια της παρούσης προσκόμισε (παρότι εκπροσωπήθηκε τελικά από δικηγόρο), αλλά και ενόψει των κενών, ασαφειών και αντιφάσεων που εντοπίστηκαν στο αφήγημα του αρκούν θεωρώ για να αποδοθεί στα έγγραφα αυτά αμελητέα βαρύτητα, τουλάχιστον όχι τέτοια που θα υπερκέραζε τις σοβαρές και πολλές ελλείψεις που έχουν εντοπιστεί στο σύνολο του αφηγήματος του αιτητή.

Απομένει εν προκειμένω μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα).

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [3] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [4] 

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση στον τόπο διαμονής του δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις, λαμβανομένου υπόψη του ότι το αφήγημα του αιτητή  έχει απορριφθεί ως αναξιόπιστος, που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτόν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [5] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).

Συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι άνδρας, υγιής, περί των 39 ετών, με ικανοποιητική μόρφωση, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, διαθέτει προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και διατηρεί οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής του.

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω ουδέν εντοπίζω στη βάση του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιστροφή του αιτητή στη ΛΔΚ συνιστά επαναπροώθηση (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ).

Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[4] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[5] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο