L.B.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3626/2024, 22/6/2026
print
Τίτλος:
L.B.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3626/2024, 22/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 3626/2024

22 Ιουνίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

L.B.L.

Αιτητού,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Θ. Παπανικολάου (κα.), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της  απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 9.5.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 και της απόφασης επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (στο εξής: ΛΔΚ) και περί τις 11.3.2024 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις  20.4.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 9.5.2024, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Οι εν λόγω αποφάσεις, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στον Αιτητή στις 30.8.2024, αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Ο Αιτητής, διά του εισαγωγικού δικογράφου, προβάλλει ότι αδυνατεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθώς κινδυνεύει εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Υποστηρίζει δε ότι δεν έχει οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του καθώς οι γονείς του έχουν αποβιώσει.

3.             Στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, ο Αιτητής αναφέρει  λακωνικώς ότι εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού έλαβε απειλές τόσο από την οικογένεια του συντρόφου του όσο και από την οικογένεια του, με αποτέλεσμα να αισθάνεται ανασφαλής στη χώρα καταγωγής του.

4.             Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, σημειώνοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, πλήρως αιτιολογημένη, προϊόν δέουσας έρευνας. Παραπέμπουν προς τούτο στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία.

Το νομικό πλαίσιο

5.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

6.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

7.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

8.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

9.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

10.          Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

11.          Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ' ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας.

12.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

13.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνονται συναφώς τα ακόλουθα. Στο πλαίσιο του εντύπου της αίτησής του για διεθνή προστασία διεθνούς, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω των σεξουαλικών του προτιμήσεων. Ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής του τα ομοφυλόφιλα άτομα θεωρούνται ντροπή για την κοινότητα. Η μητέρα του γνώριζε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και, όσο βρισκόταν εν ζωή, του παρείχε προστασία. Μετά τον θάνατο της μητέρας του, και ιδιαίτερα έπειτα από ένα περιστατικό, η οικογένειά του πληροφορήθηκε ότι είναι ομοφυλόφιλος. Ως συνέπεια, αποκηρύχθηκε από την οικογένειά του, δέχθηκε απειλές κατά της ζωής του και υπέστη σωματική κακοποίηση από μέλη της οικογένειάς του. Εξαιτίας του φόβου του για περαιτέρω διακρίσεις, κακομεταχείριση και βία λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ενώ παράλληλα δήλωσε ότι τα ομοφυλόφιλα άτομα στη χώρα του δεν έχουν ζωή.

14.           Στις 06.3.2024, ενώ ο Αιτητής διέμενε ακόμη στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής (ΚεΠΥ) «Πουρνάρα», διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας από αρμόδιο λειτουργό, μέσω σχετικής συνέντευξης,

15.          Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης ευαλωτότητας, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι αμφιφυλόφιλος και ότι, λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, αντιμετώπιζε εχθρική συμπεριφορά στη χώρα καταγωγής του. Ερωτηθείς σχετικά με το πότε αντιλήφθηκε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ανέφερε ότι αυτό συνέβη το 2015. Στη συνέχεια, δήλωσε ότι περί το 2022 υπήρξε θύμα σωματικής βίας σε δύο διαφορετικά περιστατικά, εξηγώντας ότι στη χώρα καταγωγής του τα αμφιφυλόφιλα άτομα δεν γίνονται αποδεκτά και είναι σύνηθες να δέχονται επιθέσεις. Ως αποτέλεσμα των εν λόγω επιθέσεων, ανέφερε ότι υπέστη τραυματισμό στο μάτι, ο οποίος εξακολουθεί να είναι εμφανής, καθώς και τραυματισμό στην πλάτη. Για τα τραύματα αυτά δήλωσε ότι νοσηλεύτηκε και έλαβε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι δεν μπορούσε να αποκαλύψει δημόσια τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και ότι αναγκαζόταν να τον αποκρύπτει. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο φίλος του και τα μέλη της οικογένειάς του γνώριζαν σχετικά με αυτόν.

16.          Περαιτέρω, δήλωσε ότι μετά τον θάνατο της μητέρας του αποξενώθηκε και εγκαταλείφθηκε από το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον. Ερωτηθείς σχετικά με το πώς τον έχουν επηρεάσει ψυχολογικά τα γεγονότα που βίωσε στη χώρα καταγωγής του, ανέφερε ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ψυχολογικές δυσκολίες ενώ επιπλέον, δήλωσε ότι εξαιτίας του σεξουαλικού του προσανατολισμού,  κάποια πρόσωπα του έχουν επιρρίψει ευθύνες για τον θάνατο της μητέρας του. Στο σχετικό πεδίο του εντύπου αξιολόγησης, αναφορικά με τις κατηγορίες ειδικών αναγκών, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ως καταρχήν αξιολόγηση: «Άτομα διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού και σεξουαλικής ταυτότητας» (βλ. ερ.24-12).

17.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, Οι γονείς του έχουν αποβιώσει, δεν έχει αδέλφια ενώ έχει ξαδέλφια που διαμένουν στη Κινσάσα. Ομιλεί Lingala και είναι χριστιανός στο θρήσκευμα. Σε σχέση με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε ότι  ολοκλήρωσε την φοίτησή του στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση από το 2009 έως το 2014. Όσον αφορά στο επαγγελματικό του προφίλ, δεν εργαζόταν στη χώρα καταγωγής ωστόσο διατηρούσε ένα κατάστημα πώλησης καρτών κινητής τηλεφωνίας στο σταθμό Salungo  από το 2021 μέχρι το 2022 (βλ.ερ.38-33).

18.          Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεχόταν απειλές από μέλη της οικογένειάς του και από πρόσωπα της γειτονιάς του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στις 20.1.2022 επισκέφθηκε την οικία του συντρόφου του, ο οποίος βρισκόταν μόνος στο σπίτι. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους έγιναν αντιληπτοί από τον μεγαλύτερο αδελφό του συντρόφου του, ο οποίος τους βρήκε σε προσωπική στιγμή. Ο τελευταίος αντέδρασε έντονα και επιχείρησε να τον καταδιώξει, ωστόσο ο Αιτητής κατάφερε να διαφύγει. Όπως περαιτέρω ανέφερε, ο αδελφός του συντρόφου του ενημέρωσε στη συνέχεια τόσο την οικογένεια του συντρόφου του όσο και τη δική του οικογένεια σχετικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Κατόπιν αυτού, μέλη της οικογένειάς του, συνοδευόμενα από τον πατέρα του συντρόφου του, μετέβησαν στην οικία του. Όταν ο ίδιος επέστρεψε στο σπίτι του, η θεία και ο θείος του τον ρώτησαν σχετικά με τις πράξεις του. Από το χρονικό εκείνο σημείο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, άρχισε να δέχεται απειλές, ενώ τότε τραυματίστηκε και στο μάτι.

19.          Ο Αιτητής υποστήριξε επίσης ότι οι γονείς του συντρόφου του τον απείλησαν πως, εάν τον εντόπιζαν ξανά, θα τον συλλάμβαναν και θα τον ξυλοκοπούσαν. Εξαιτίας των απειλών αυτών δήλωσε ότι αισθανόταν διαρκώς σε κίνδυνο και απέφευγε να βρίσκεται ο ίδιος στον χώρο εργασίας του, αναθέτοντας τις επαγγελματικές του δραστηριότητες σε άλλα πρόσωπα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 8.8.2022, εντοπίστηκε από τα πρόσωπα που τον αναζητούσαν στον επαγγελματικό του χώρο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τα πρόσωπα αυτά προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές στην επιχείρησή του, ενώ ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει, τραυματιζόμενος ελαφρά στην πλάτη. Ακολούθως, και ενώ μετέβαινε στην οικία του, μέλη της οικογένειάς του τού δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να αποδεχθούν τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και τον απέρριψαν. Μετά την απόρριψή του από την οικογένειά του, ο Αιτητής κατέφυγε σε φίλους του στην περιοχή Lemba, τους οποίους ενημέρωσε για την κατάσταση που αντιμετώπιζε και από τους οποίους εξασφάλισε προσωρινή φιλοξενία για λίγες ημέρες. Στη συνέχεια μετέβη στην Κινσάσα, όπου προέβη στις απαραίτητες διευθετήσεις για την αναχώρησή του από τη χώρα (βλ. ερ. 33).

20.          Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο Αιτητής ανέφερε ότι αντιλήφθηκε την έλξη του προς άτομα του ιδίου φύλου το 2015, σε ηλικία περίπου 19 ετών. Δήλωσε ότι, έπειτα από παρότρυνση φίλου του, εντάχθηκε σε ομάδα ομοφυλόφιλων ατόμων, όπου γνώρισε το πρώτο πρόσωπο με το οποίο ανέπτυξε ερωτική σχέση και για το οποίο έτρεφε έντονα συναισθήματα (βλ. ερ. 32). Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν αισθανόταν ερωτική έλξη προς γυναίκες, ενώ δήλωσε ότι το ακρωνύμιο «ΛΟΑΤΚΙ» αφορά οργανισμό ομοφυλόφιλων ατόμων (βλ. ερ. 30). Ως προς τον σύντροφό του, ανέφερε ότι γνωρίστηκαν σε υπεραγορά και διατηρούσαν σχέση από το 2021 μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα το 2023. Τον περιέγραψε ως όμορφο, καλό και καλοσυνάτο άτομο, φοιτητή που διέμενε με τους γονείς του (βλ. ερ. 29-30). Δήλωσε επίσης ότι θεωρούσε φυσιολογική την έλξη του προς άνδρες, πλην όμως απέκρυπτε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Διευκρίνισε ότι η μητέρα του πληροφορήθηκε σχετικά από τρίτα πρόσωπα και όχι από τον ίδιο. Ως προς τη θρησκεία του, ανέφερε ότι ως Καθολικός γνωρίζει πως η ομοφυλοφιλία δεν γίνεται αποδεκτή, ενώ υποστήριξε ότι, παρότι δεν ποινικοποιείται στη χώρα του, τα ομοφυλόφιλα άτομα ενδέχεται να υφίστανται βία ή κακομεταχείριση όταν αποκαλύπτεται ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός (βλ. ερ. 28). Αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε, διευκρίνισε ότι αναφερόταν στην οικογένεια της μητέρας του, καθότι οι γονείς του είχαν αποβιώσει.

21.          Ως προς την αναφορά της οικογένειας του συντρόφου του προς τους συγγενείς του, ανέφερε ότι τον κατηγόρησαν ενώπιον της θείας, του θείου και των εξαδέλφων του ως υπεύθυνο για τον σεξουαλικό προσανατολισμό του γιου τους και ως αρνητική επιρροή για αυτόν.

22.          Ερωτηθείς σχετικά με το περιστατικό κατά το οποίο εντοπίστηκε με τον σύντροφό του, ανέφερε ότι φιλιόντουσαν όταν τους είδε ο αδελφός του τελευταίου, ο οποίος στη συνέχεια άρχισε να τον απειλεί (βλ. ερ. 27). Πρόσθεσε ότι δεν ήταν παρών όταν η οικογένεια του συντρόφου του απευθύνθηκε στους συγγενείς του, αλλά ότι αμέσως μετά την αποκάλυψη του σεξουαλικού του προσανατολισμού υπέστη σωματική βία και απειλές (βλ. ερ. 27). Ερωτηθείς πώς θα μπορούσε να συλληφθεί αφού η ομοφυλοφιλία δεν ποινικοποιείται στη ΛΔΚ, διευκρίνισε ότι ουδέποτε συνελήφθη (βλ. ερ. 27).

23.          Αναφορικά με το περιστατικό της 08.08.2022 στην επιχείρησή του, διευκρίνισε ότι, παρότι προηγουμένως απέφευγε να βρίσκεται στον χώρο εργασίας του, είχε επιστρέψει εκεί θεωρώντας ότι η κατάσταση είχε καταστεί ασφαλέστερη.

24.          Ως προς το περιστατικό αυτό, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πώς εντοπίστηκε η επιχείρησή του ούτε ποια ήταν τα πρόσωπα που τον προσέγγισαν (βλ. ερ. 27). Ανέφερε ότι ομάδα ατόμων τον πλησίασε, τον αποκάλεσε ομοφυλόφιλο και προκάλεσε ζημιές στην επιχείρησή του καταστρέφοντας τραπέζι του καταστήματος (βλ. ερ. 26). Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι διέφυγε, τραυματιζόμενος στην πλάτη, επειδή είχε διατηρήσει απόσταση όταν αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο να δημιουργηθεί πρόβλημα. Τέλος, δήλωσε ότι εξακολουθεί να φοβάται την οικογένεια του συντρόφου του, η οποία συνεχίζει να τον αναζητά, ενώ δεν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας του λόγω έλλειψης υποστηρικτικού δικτύου και της απόρριψής του από την οικογένειά του λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού (βλ. ερ. 26).

25.          Αξιολογώντας το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση σχημάτισαν τρείς ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος, ως προς την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή. Ο δεύτερος, ως προς τον σεξουαλικό προσανατολισμό του Αιτητή ως ομοφυλόφιλο άτομο και ο τρίτος ο ισχυριζόμενος φόβος του Αιτητή ότι απειλείται από την οικογένεια του πρώην συντρόφου του.

26.          Κατά την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, οι Καθ' ων η αίτηση χρησιμοποίησαν το μοντέλο DSSH (Difference, Stigma, Shame and Harm). Όσον αφορά στο στοιχείο της διαφορετικότητας, οι Καθ' ων η αίτηση επεσήμαναν ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την διαδικασία συνειδητοποίησης της διαφορετικότητάς του και τον τρόπο που βίωνε αυτήν καθώς και το πως αισθανόταν λόγω της συγκάλυψης των συναισθημάτων του. Έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει πως αισθάνεται ως ομοφυλόφιλο άτομο και πως ο ίδιος βιώνει τη διαφορετικότητα του  ενώ στα λεγόμενά του  δεν διαφαίνεται ευλογοφάνεια.

27.          Σχετικά με το στοιχείο του στίγματος και της ντροπής, οι Καθ' ων η αίτηση κατέγραψαν ότι ο Αιτητής  δεν έδειξε αισθήματα ντροπής, απομόνωσης ή δυσκολίας λόγω της διαφορετικότητάς του. επιπλέον κρίθηκε ότι παρουσίασε με επιπολαιότητα το πως αισθάνεται στην χώρα του ως ομοφυλόφιλο άτομο και οι δηλώσεις του υπήρξαν ασαφείς και αόριστες. Επιπλέον, ο  σημειώθηκε ότι ο Αιτητής αγνοεί το γεγονός ότι η ομοφυλοφιλία θεωρείται ταμπού,  τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στιγματίζονται βαθιά, γεγονός που εκτός φόβου σύλληψης από τις αρχές, μπορεί να προκαλέσει θλίψη, εξασθένηση και ψυχική ταλαιπωρία. Επιπλέον καταγράφεται ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει το τι ο ίδιος βίωνε συναισθηματικά ως ομοφυλόφιλο άτομο.

28.          Αναφορικά με το στοιχείο της βλάβης, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι ο Αιτητής δεν επέδειξε επαρκή γνώση της επικρατούσας κατάστασης στη χώρα καταγωγής του ως προς την αντιμετώπιση των ομοφυλόφιλων ατόμων από την κοινωνία και τις κρατικές αρχές, ενώ οι δηλώσεις του σχετικά με τη θρησκεία κρίθηκαν αόριστες και γενικόλογες. Συνολικά, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονταν από επιπολαιότητα, έλλειψη ευλογοφάνειας, στερεοτυπικές περιγραφές και περιορισμένη γνώση ζητημάτων που άπτονται του προβαλλόμενου σεξουαλικού του προσανατολισμού. Περαιτέρω, βασιζόμενοι σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, στις οποίες παρέπεμψαν, σημείωσαν ότι η ομοφυλοφιλία στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν ποινικοποιείται, μολονότι οι ομόφυλες σχέσεις και τα ομόφυλα ζευγάρια δεν αναγνωρίζονται νομικά. Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη τις μη ευλογοφανείς δηλώσεις, τις αντιφάσεις και την έλλειψη επαρκών πληροφοριών που διαπιστώθηκαν στις αναφορές του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του.

29.          Κατά την αξιολόγηση του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν έδωσε επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες αναφέροντας ότι εκείνος και ο σύντροφός τους όταν τους ανακάλυψε ο αδελφός του συντρόφου του φιλιόντουσαν. Κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες όταν του ζητήθηκε να αναφέρει τον τρόπο που δραπέτευσε από το σπίτι του συντρόφου του. Κρίθηκε επιπλέον ότι ο Αιτητής δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την αναφορά που προέβη η οικογένεια του συντρόφου του  καθώς ανέφερε ότι τον κατηγόρησαν ότι ο ίδιος ευθύνεται που το παιδί τους είναι ομοφυλόφιλο και ότι υπήρξε κακιά επιρροή. Αναφορικά με τις απειλές που έλαβε από την οικογένεια του συντρόφου του ότι θα τον συλλάβουν και θα τον κτυπήσουν, ο Αιτητής κρίθηκε ότι δεν παρείχε επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες καθώς δεν εξήγησε πως ενδέχεται να συλληφθεί αφού όπως σημειώθηκε από τον λειτουργό η ομοφυλοφιλία δεν είναι παράνομη στη χώρα καταγωγής του. Αναφορικά με το περιστατικό που έλαβε χώρα στην επιχείρησή του, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες ενώ υπέπεσε σε αντιφάσεις αφού ως σημειώθηκε από τον λειτουργό κατά την ελεύθερη αφήγηση του ανέφερε ότι τον βρήκε στην οικογένεια του συντρόφου του ενώ σε μεταγενέστερη ερώτηση ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τα πρόσωπα που τον εντόπισαν στην επιχείρησή του. Αντίφαση εντοπίστηκε επίσης στις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την επίθεση στην επιχείρησή του αφού κατά την ελεύθερη αφήγηση ανέφερε ότι κατέστρεψαν τα πάντα στο μαγαζί ενώ σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση ανέφερε ότι έσπασαν ένα τραπέζι. Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας κρίθηκε ότι δεδομένου ότι η γενεσιουργός αιτία του αιτήματος του Αιτητή είναι ο σεξουαλικός του προσανατολισμός ως άτομο που ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των ομοφυλόφιλων προσώπων, το οποίο ωστόσο δεν έγινε αποδεκτό, δεν γίνεται αποδεκτή ούτε η ισχυριζόμενη δίωξή του εξαιτίας αυτού. Επιπροσθέτως σημειώνεται ότι δεδομένου ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις και έλλειψη επαρκών πληροφοριών ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, απορρίφθηκε.

30.          Στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι η ταυτότητα και η χώρα καταγωγής του Αιτητή και λαμβανομένων υπόψιν τόσο του προσωπικού προφίλ, όσο και των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, και ειδικότερα πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa, δεν διαπιστώθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση η συνδρομή φόβου δίωξης ή βλάβης του Αιτητή.

31.          Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Στο πλαίσιο εξέτασης της υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, λαμβάνοντας υπόψη το ατομικό προφίλ του Αιτητή σε συνάρτηση με επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa, κρίθηκε ότι αυτός δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας καθώς η Kinshasa δεν εμπλέκεται σε οποιαδήποτε διεθνή ή εσωτερική ένοπλη διαμάχη.

32.          Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

33.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες εντοπίζονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριο του Αιτητή.

34.          Ως προς τον δεύτερο, ουσιώδη ισχυρισμό, o οποίος συνεξετάζεται με το δεύτερο ένεκα της συνάφειάς τους και της κοινής εν τέλει κατάληξης επισημαίνονται τα εξής. Καταρχάς αναφορικά με μοντέλο ανάλυσης που χρησιμοποιήσαν οι Καθ' ων η αίτηση (Difference, Stigma, Shame, Harm (DSSH) model), σημειώνεται ο σκεπτικισμός γύρω από τη χρήση του, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν στερεότυπα και να καταλήξει η αξιολόγηση αξιοπιστίας του Αιτητή σε ένα κατάλογο τυποποιημένων στοιχείων που ένας αιτών θα πρέπει ή όχι να πληροί, εις βάρος της εξατομικευμένης εξέτασης.[2] Χωρίς το εν λόγω μοντέλο να αποκλείεται ως καθοδηγητική μέθοδος για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Αιτητή, εν προκειμένω, το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τον εν λόγω ισχυρισμό στη βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά στο εν λόγω μοντέλο για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Προς τούτο επισημαίνονται τα κάτωθι. Αρχικώς, παρατηρείται πως κατά την συνέντευξή του ο Αιτητής υπεβλήθη σε πλήθος ερωτήσεων ανοικτού τύπου, αλλά και σε μεγάλο αριθμό διευκρινιστικών και κλειστού τύπου ερωτήσεων, ώστε να μπορέσει ο ίδιος να αναπτύξει με επαρκή λεπτομέρεια, τόσο τις εμπειρίες και τα βιώματά του, όσο και τις σκέψεις και τα συναισθήματά του και να αποσαφηνίσει τους ισχυρισμούς του περαιτέρω. Επίσης, ορθώς δεν τέθηκαν ερωτήσεις παρεμβατικές στην ιδιωτική ζωή του Αιτητή (βλ. σχετικά την απόφαση του ΔΕΕ της 2ας Δεκεμβρίου 2014, C-148/13 έως C-150/13, A, B, C, A B and C, ECLI:EU:C:2014:2406). Επισημαίνεται εξάλλου πως δεν αναμένεται από όλα τα ΛΟΑΤΚI άτομα να βιώσουν με τον ίδιο τρόπο την σεξουαλικότητα τους, η αντίδραση απέναντι στην διαφορετικότητα εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως τα προσωπικά βιώματα, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση και το πολιτισμικό πλαίσιο της χώρας διαμονής. Τα συναισθήματα που αναπτύσσονται κατά την διαδικασία της συνειδητοποίησης της σεξουαλικότητας είναι υποκειμενικά και προσωπικά.[3]

35.          Ως προς τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, το Δικαστήριο κρίνει ότι το κύριο πρόβλημα του υπό εξέταση ισχυρισμού δεν έγκειται πρωτίστως στην ύπαρξη σοβαρών αντιφάσεων ή ουσιωδών μεταβολών του αφηγήματος του Αιτητή. Αντιθέτως, παρατηρείται ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, ο Αιτητής παρέμεινε, σε γενικές γραμμές, συνεπής ως προς τον βασικό πυρήνα του ισχυρισμού του, ήτοι ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω προβλημάτων που, κατά τους ισχυρισμούς του, συνδέονταν με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Εντούτοις, οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από εμφανή έλλειψη προσωπικού αναστοχασμού, βιωματικότητας και εξατομικευμένων λεπτομερειών αναφορικά με ζητήματα που άπτονται του πυρήνα της σεξουαλικής του ταυτότητας και των ερωτικών του σχέσεων.

36.          Ειδικότερα, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν αναφορικά με τη συνειδητοποίηση, την αποδοχή και την έκφραση του σεξουαλικού του προσανατολισμού, οι απαντήσεις του παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό γενικές, περιγραφικές και στερεοτυπικές, χωρίς να αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος βίωσε προσωπικά τις εν λόγω εμπειρίες. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει πώς αντιλήφθηκε ότι έλκεται από άτομα του ιδίου φύλου, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι αυτό συνέβη το 2015 και ότι ένας φίλος τον εισήγαγε σε ομάδα ομοφυλοφίλων ατόμων, χωρίς να αναφερθεί σε προσωπικές σκέψεις, συναισθήματα ή εσωτερικές διεργασίες που τον οδήγησαν στη συνειδητοποίηση και αποδοχή της σεξουαλικής του ταυτότητας. Ομοίως, όταν ερωτήθηκε σχετικά με τις ερωτικές του σχέσεις, οι περιγραφές του περιορίστηκαν σε γενικούς χαρακτηρισμούς του συντρόφου του ως «καλού», «όμορφου» και «ευγενικού» προσώπου, καθώς και σε αόριστες αναφορές ότι λειτουργούσαν «όπως ένα φυσιολογικό ζευγάρι», χωρίς να παραθέσει επαρκείς βιωματικές ή εξατομικευμένες λεπτομέρειες που ευλόγως θα αναμένονταν από πρόσωπο που επικαλείται μακροχρόνια και ουσιώδη ερωτική σχέση.

37.          Περαιτέρω, παρατηρούνται και ορισμένες επιμέρους ασυνέπειες στις δηλώσεις του. Συγκεκριμένα, σε αρχικό στάδιο της συνέντευξης δήλωσε ότι κανένα πρόσωπο του περιβάλλοντός του δεν γνώριζε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι η μητέρα του γνώριζε σχετικά και τον προστάτευε. Αν και η εν λόγω ασυνέπεια δεν αφορά τον πυρήνα του ισχυρισμού του, καταγράφεται ως πρόσθετο στοιχείο κατά την αξιολόγηση της συνολικής αξιοπιστίας των δηλώσεών του. Ομοίως γενικόλογος υπήρξε ο Αιτητής και ως προς τα γεγονότα που ακολούθησαν την αποκάλυψη της ταυτότητάς του από τους συγγενείς του φερόμενου συντρόφου του. Σε κάθε περίπτωση δεδομένης της μη στοιχειοθέτηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του, το υπόβαθρο και του τρίτου ισχυρισμού καταρρέει. Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παραθέσει συνεκτική, επαρκώς εξατομικευμένη και βιωματική αφήγηση ως προς τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό του προσανατολισμό, με αποτέλεσμα ο σχετικός ουσιώδης ισχυρισμός να μην θεμελιώνεται ως προς την εσωτερική του πτυχή.

38.          Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του, ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία προς τεκμηρίωση των προσωπικών περιστάσεων που επικαλείται. Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν γεγονότα που φέρονται να έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των προσωπικών και οικογενειακών του σχέσεων, δεν είναι ευλόγως αναμενόμενος ο εντοπισμός εξωτερικών πηγών ικανών να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τα συγκεκριμένα περιστατικά. Ωστόσο, ως προς το γενικότερο ζήτημα της αντιμετώπισης των ομοφυλόφιλων ατόμων στη χώρα καταγωγής του, το Δικαστήριο διενήργησε ανεξάρτητη έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, τα πορίσματα της οποίας επιβεβαιώνουν κατ’ ουσίαν τα ευρήματα της διοικητικής έρευνας.

39.          Ειδικότερα, σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για τη ΛΔΚ του 2023[4], «κανένας νόμος δεν απαγορεύει ρητά τη συναινετική σεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ ενηλίκων. Ωστόσο, άτομα που επιδίδονταν σε οποιασδήποτε μορφής σωματική επαφή με άτομα του ιδίου φύλου σε δημόσιο χώρο, κάποιες φορές υπόκεινται σε δίωξη σύμφωνα με τις δημόσιες διατάξεις περί απρέπειας, οι οποίες σπάνια εφαρμόζονται σε ετερόφυλα ζευγάρια». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση, «κανένας νόμος δεν απαγορεύει ρητά τις διακρίσεις από κρατικούς ή μη φορείς με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα ή έκφραση φύλου ή τα χαρακτηριστικά του φύλου. Ο νόμος προβλέπει δικαίωμα στην απασχόληση, την υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση για όλα τα άτομα. Ωστόσο, προασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναφέρουν ότι ΛΟΑΤΚΙ άτομα αντιμετώπισαν διακρίσεις σε όλους αυτούς τους τομείς, καθώς και στην εύρεση ή διατήρηση στέγης και πρόσβασης σε δημόσιες υπηρεσίες»[5].

40.          Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για τη ΛΔΚ του 2022[6], όσον αφορά τη βία κατά ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, τοπικές ΜΚΟ ανέφεραν κάποια μορφή βίας, κυρίως ψυχολογικής και σωματικής, αλλά και περιπτώσεις οικονομικού εκβιασμού, σεξουαλικής κακοποίησης και διακρίσεων σε θέματα στέγασης από κυβερνητικές αρχές και ιδιώτες. Οι αρχές προέβησαν σε διερεύνηση και τιμωρία των πράξεων αυτών βίας. Έρευνες των τοπικών ΜΚΟ σε ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα έδειξαν ότι τα περισσότερα περιστατικά βίας ασκούνται από μέλη της οικογένειας. Δεν υπάρχει νόμος που να απαγορεύει τις διακρίσεις κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη στέγαση, την απασχόληση, τους νόμους περί ιθαγένειας και την πρόσβαση σε κρατικές υπηρεσίες. Το εύρος των διακρίσεων είναι δύσκολο να μετρηθεί λόγω του φόβου των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων να αποκαλύψουν τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή τα χαρακτηριστικά φύλου τους. Οι διακρίσεις εις βάρος των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων παρέμειναν ευρέως διαδεδομένες στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τη στέγαση, την προσωπική ασφάλεια, την απασχόληση, την εκπαίδευση, την οικογένεια και την πρόσβαση σε άλλες κοινωνικές υπηρεσίες.

41.          Ως προς τον κοινωνικό στιγματισμό που υπόκεινται τα εν λόγω άτομα, η επιτροπή του ΟΗΕ CESCR, σημείωσε στις 28 Μαρτίου 2022 ότι η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα αντιμετωπίζει στιγματισμό και διακρίσεις κατά την απόλαυση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών τους δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην εργασία, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση[7].

42.          Σύμφωνα με το United States Department of State στην Έκθεση που δημοσιεύτηκε το 2023 και αφορά στο έτος 2022 αναφέρεται ότι τοπικοί οργανισμοί ανέφεραν αρκετές περιπτώσεις όπου LGBTQ άτομα υποβλήθηκαν σε ψυχιατρική θεραπεία ή θρησκευτικά τελετουργικά για να 'αλλάξουν' τον σεξουαλικό προσανατολισμό του ατόμου. Σε κάποιες περιπτώσεις, υπέστησαν και σωματική βία. Ακόμη, LGBTQ οργανώσεις στην ΛΔΚ δεν μπόρεσαν να εγγράψουν οργανισμούς επειδή οι αρχές το αρνήθηκαν, ενώ άλλων ομάδων η εγγραφή καθυστέρησε χρόνια[8].

43.          Όσον αφορά την κρατική προστασία, πηγές παραπέμπουν σε τοπικές οργανώσεις οι οποίες αναφέρουν ότι οι αρχές σπανίως προέβαιναν στην διερεύνηση, δίωξη ή τιμωρία οργάνων του κράτους που πραγματοποιούσαν παραβιάσεις δικαιωμάτων των LGBTQ ατόμων[9]. Ακόμη δε, σύμφωνα με συλλογή πληροφοριών της ΑCCORD, 23 LGBTI άτομα συνελήφθησαν αφότου αναζήτησαν προστασία από την αστυνομία, ενώ 4 ομοφυλόφιλοι άνδρες συνελήφθησαν επειδή 'έμοιαζαν' ομοφυλόφιλοι[10]. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι σύμφωνα με έκθεση της EUAA, κατόπιν σχετικού ερωτήματος (Query) που καλύπτει την περίοδο Σεπτέμβριος 2021 - 12 Φεβρουαρίου 2024, για την κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ στη ΛΔΚ, υπάρχουν και δραστηριοποιούνται αρκετοί Μη Κυβερνητικοί Οργανισμοί (ΜΚΟ), οι οποίοι παρέχουν στήριξη σε μέλη της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ[11]

44.          Τέλος, σημειώνεται ότι εντοπίστηκαν δημοσιεύματα στα οποία γίνεται αναφορά περί προώθησης αντι-ομοφυλοφιλικής νομοθεσίας[12]. Επισημαίνεται, ότι σύμφωνα με πηγές, από το 2010 έγιναν προσπάθειες περί θεσμοθέτησης της ομοφυλοφιλίας ως ποινικό αδίκημα, χωρίς ωστόσο να έχει θεσμοθετηθεί[13].

45.          Από το σύνολο των ανωτέρω πηγών προκύπτει ότι, μολονότι η ομοφυλοφιλία δεν ποινικοποιείται στη ΛΔΚ, τα άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό ενδέχεται να αντιμετωπίσουν κοινωνικό στιγματισμό, διακρίσεις, πράξεις βίας από ιδιώτες, καθώς και δυσχέρειες ως προς την αποτελεσματική προστασία τους από τις αρχές. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ προοιμίου ότι, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, πρόσωπο με ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό δύναται να εκτεθεί σε μεταχείριση η οποία να ανέρχεται σε επίπεδο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

46.          Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση αιτήματος διεθνούς προστασίας. Στην παρούσα περίπτωση, οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού και της συνεπεία αυτού δίωξής του δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι. Ειδικότερα, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί ανωτέρω, οι σχετικές δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από έλλειψη επαρκών πληροφοριών, γενικότητα, ασυνέπειες και στοιχεία που πλήττουν την εσωτερική τους αξιοπιστία. Κατά συνέπεια, ελλείψει αποδοχής του πυρήνα του αφηγήματός του, οι ανωτέρω πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν επαρκούν ώστε να στοιχειοθετηθεί, σε ατομικό επίπεδο, βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

47.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής, στη βάση του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού του, επιπρόσθετα όσων  καταγράφονται στην Εισηγητική-Έκθεση, ιδίως όσον αφορά στην επικαιροποιημένη εικόνα της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, παρατηρούνται τα εξής:

48.          Σύμφωνα με το portalWar Watch” της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[14] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[15], και το Συμβούλιο Ασφαλείας,  με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[16]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[17] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[18]

49.          Όσον αφορά τη Γενική κατάσταση Ασφαλείας στη ΛΔΚ, η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας που καλύπτει το 2024, αναφέρει οτι οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν καθώς κλιμακώθηκε η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από τις κυβερνητικές δυνάμεις και τις ένοπλες ομάδες. Οι κυβερνητικές δυνάμεις εκτέλεσαν εξωδικαστικά 250 άτομα. Υπήρξε ανησυχητική αύξηση των αναφερόμενων περιπτώσεων σεξουαλικής και έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας που σχετίζεται με τη σύγκρουση. Περισσότεροι από 7 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας - το 80% των οποίων είχε διαφύγει από τις ένοπλες συγκρούσεις - και ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Η επέκταση των έργων εξόρυξης οδήγησε σε μαζικές αναγκαστικές εξώσεις και στην άρνηση δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων για στέγαση, υγεία, νερό και άλλες βασικές υπηρεσίες. Τα δικαιώματα της ελευθερίας της έκφρασης, της ειρηνικής συνάθροισης και του συνεταιρίζεσθαι περιορίστηκαν, ιδίως στις επαρχίες Ituri και Nord-Kivu, όπου επιβλήθηκε μια μορφή στρατιωτικού νόμου. Ακτιβιστές, μέλη της αντιπολίτευσης, δημοσιογράφοι και άλλοι υποβλήθηκαν σε αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις και στερήθηκαν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Ένα μέλος του κόμματος της αντιπολίτευσης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης αφού δήλωσε ότι είχε βιαστεί κατά τη διάρκεια της αυθαίρετης κράτησής του. Περισσότεροι από 120 κρατούμενοι πέθαναν και εκατοντάδες γυναίκες κρατούμενες βιάστηκαν στις φυλακές Μακάλα όταν, σύμφωνα με τις αρχές, ορισμένοι κρατούμενοι έκαναν απόπειρα απόδρασης. Υπήρξε έξαρση των θανατικών καταδικών μετά την ανακοίνωση της κυβέρνησης ότι θα επαναλάβει τις εκτελέσεις[19]. 

50.          Η ίδια πηγή αναφέρει ότι, τον Ιανουάριο (2024), ο πρόεδρος Tshisekedi ορκίστηκε για δεύτερη θητεία μετά τις προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου 2023. Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε έξι μήνες μετά τις εκλογές, με πρωθυπουργό για πρώτη φορά μια γυναίκα.

51.          Οι ένοπλες συγκρούσεις στα ανατολικά συνεχίστηκαν, καθώς οι πολιτικές διαδικασίες παρέμεναν στάσιμες. Τον Σεπτέμβριο, οι κυβερνητικές δυνάμεις πολέμησαν εναντίον των Δημοκρατικών Δυνάμεων για την Απελευθέρωση της Ρουάντα (FDLR), μιας ένοπλης ομάδας, στην επαρχία Nord-Kivu. Εν τω μεταξύ, οι δυνάμεις της Ουγκάντα και της κυβέρνησης συνέχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τους στις επαρχίες Nord-Kivu και Ituri κατά των Συμμαχικών Δημοκρατικών Δυνάμεων (ADF), μιας ένοπλης ομάδας της Ουγκάντα, και απελευθέρωσαν τουλάχιστον 500 άτομα που είχαν απαχθεί από τις ADF. Οι στρατιωτικές αυτές επιχειρήσεις είχαν ως αποτέλεσμα τον περαιτέρω εκτοπισμό του πληθυσμού και την επιδείνωση της ανθρωπιστικής κρίσης.

52.          Διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε εθνικό επίπεδο, μεταξύ άλλων στην πρωτεύουσα Κινσάσα, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Κινήματος της 23ης Μαρτίου (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Ρουάντα, και των κυβερνητικών δυνάμεων της ΛΔΚ και των συμμάχων τους. Οι διαμαρτυρίες αφορούσαν επίσης τη φερόμενη υποστήριξη των δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ, προς τη Ρουάντα.

53.          Η διακοινοτική βία επεκτάθηκε στις επαρχίες Kasai, Kwango, Kwilu, Mai-Ndombe και Tshopo και οδήγησε σε περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

54.          Τον Οκτώβριο (2024), ο πρόεδρος Tshisekedi ανακοίνωσε την πρόθεσή του να αναθεωρήσει το σύνταγμα του 2006. Η Καθολική Εκκλησία και άλλοι φορείς της κοινωνίας των πολιτών προειδοποίησαν ότι η κίνηση αυτή θα αποσταθεροποιούσε περαιτέρω τη χώρα. Οι δάσκαλοι σε αρκετές επαρχίες οργάνωσαν απεργίες με αίτημα αυξήσεις μισθών[20].

55.          Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 5.6.2026), καταγράφηκαν 56 περιστατικά πολιτικής βίας[21], από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[22] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 21,9 εκατομμύρια (εκτίμηση του 2026) κατοίκους.[23]

56.          Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανός, πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[24] Ως εκ τούτου, ούτε ένεκα του θρησκευτικού του προφίλ ευλόγως αναμένεται ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.

57.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, χωρίς εξαρτώμενα, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα του, χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί  ευλόγως σε κίνδυνο.

58.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

59.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

60.          Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό του Αιτητή δεν προκύπτει, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)], ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)]. 

61.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43).

62.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

63.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή. Ως εκ τούτου, παρέλκει η οποιαδήποτε άλλη εξέταση των συστατικών στοιχείων της υπό εξέταση διάταξης.

64.          Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν είναι δυνατό η επικρατούσα κατάσταση στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο του προφίλ το οποίο θα επέτεινε τυχόν κίνδυνο. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο αντίστοιχο καθεστώς.

65.          Ως προς την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

                                                                       

                                                                                   

                                                                                                Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA  https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis, Second edition, σ. 263-266

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf

[3] Erin Gomez, The Post-ABC Situation of LGB Refugees in Europe, 30 Emory Int'l L. Rev. 475 (2016), σ. 496-49

https://scholarlycommons.law.emory.edu/eilr/vol30/iss3/4  

[4] 

 

[4] U.S. Department of State, Democratic Republic of Congo (2023)

https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[5] U.S. Department of State, Democratic Republic of Congo (2023)

https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[6] U.S. Department of State, 2022 Country Reports on Human Rights Practices: Republic of the Congo- Section 6: Discrimination and societal abuse - Acts of violence, criminalization, and other abuses based on sexual orientation, gender identity or expression, or sex characteristics,

 https://www.state.gov/reports/2022-country-reports-on-human-rights-practices/republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026

[7] CESCR - UN Committee on Economic, Social and Cultural Rights: Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo [E/C.12/COD/CO/6], 28 March 2022
https://www.ecoi.net/en/file/local/2072082/G2229422.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[8] USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 Μαρτίου 2023, https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[9] USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 Μαρτίου 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089109.html / UN - CESCR, Concluding observations on the sixth periodic report of the Democratic Republic of the Congo, https://www.ecoi.net/en/file/local/2072082/G2229422.pdf, παρ. 28 – 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[10] ACCORD, Anfragebeantwortung zur Demokratischen Republik Kongo: Lage homosexueller Personen (Diskriminierung, Repressionen) [a-11950], 20 Ιουλίου 2022,  https://www.ecoi.net/en/document/2078844.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[11] EUAA, COI Query, Democratic Republic of Congo (DRC): Situation of LGBTIQ people; legislation and implementation; treatment by the state; treatment by society; availability of state protection; access to support services, Reference Period: September 2021 to 12 February 2024, Completion Date: 14 February 2024, σ. 8,

https://www.ecoi.net/en/file/local/2104697/2024_02_EUAA_COI_Query_Response_Q14_Democratic_Republic_of_Congo_LGBTIQ.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[12] Washington Blade, Congolese Law Maker Introduces Anti-Homosexuality Bill, 15.04.2024

https://www.washingtonblade.com/2024/04/15/congolese-lawmaker-introduces-anti-homosexuality-bill/; Mamba Online, Alarming Move to Criminalize Homosexuality in the DRC, 11.04.2024

https://www.mambaonline.com/2024/04/11/alarming-move-to-criminalise-homosexuality-in-the-drc/ 

(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[13] ILGA World (Lesbian, Gay, Bisexual, Trans and Intersex Association)

 https://database.ilga.org/democratic-republic-οf-congo-lgbti

(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[14] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[15] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[17] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[18] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf,  Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)

https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[19] Human rights in Democratic Republic of the Congo Amnesty International: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[21] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)

[22] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[23] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)

[24] USDOS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) σ. 3

https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/  


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο