R. I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3847/24, 22/6/2026
print
Τίτλος:
R. I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3847/24, 22/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.3847/24

 

22 Ιουνίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

R. I.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Ρ. Χρυσάνθου, Δικηγόρος για Αιτητή

Κος Χ. Καστάνας, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή o αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 17/09/24, με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε η εδώ επίδικη αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και «[έ]κδοση νέας εκτελεστής απόφασης […] επί της ουσίας του αιτήματος […] για διεθνή προστασία ως πολιτικού πρόσφυγα […] και/ή υποκατάστατου προστασίας η οποία αντικαθιστά την προσβαλλόμενη» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από του Μπουρουντί, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων (όπου διέμεινε περί το 1 έτος) στις 04/10/23 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 16/10/23 (ερ.1-3, 34).

Στις 06/08/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή προς εξέταση του αιτήματός του, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.24-34). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 09/08/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.59-72).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 17/09/24 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.73, 3).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι ο πατέρας του ήταν μέλος του κυβερνώντος κόμματος CNDD για 14 χρόνια, το 2019 έφυγε από το κόμμα και άνοιξε κλινική με βοήθεια από επενδυτή, ο οποίος ήταν φίλος του και μέλος του ίδιου κόμματος. Όταν ο πατέρας του άρχισε να έχει μεγάλα κέρδη ο επενδυτής τον κατηγόρησε ότι παρέχει περίθαλψη σε μέλη του αντίπαλου κόμματος (CNR), το οποίο ήταν ψευδός. Ο πατέρας του αιτητή, ως ο ίδιος αναφέρει, δολοφονήθηκε στις 08/02/20, μετά δε τον θάνατο του ο αιτητής ήθελε να πάρει το μερίδιο μετοχών (του πατέρα του) στην κλινική, όμως ο επενδυτής αρνήθηκε, καθώς – ως έλεγε – ήταν αυτός που χρηματοδότησε τις σπουδές του αιτητή, και άρχισε να τον απειλεί, αν ο αιτητής επέμενε να ζητά περισσότερα χρήματα. Μέχρι το 2022, ως ο αιτητής αναφέρει, αντιμετώπισε πολλές απειλές κατά της ζωής του και έτσι, με τη βοήθεια της μητέρας του, κατόρθωσε να διαφύγει και ήρθε «εδώ ζητώντας ασφάλεια».

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι είναι υγιής, γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Bujumbura, ο πατέρας του απεβίωσε στις 08/02/20, η μητέρα και ο αδελφός του ζουν, όμως δεν γνωρίζει που βρίσκονται και επικοινώνησε μαζί τους όταν ήταν στα κατεχόμενα για τελευταία φορά, ο ίδιος τελείωσε δευτεροβάθμια εκπαίδευση και φοίτησε νοσηλευτική σε πανεπιστήμιο το 2020-21 και εργαζόταν ως νοσοκόμος σε μικρές κλινικές το 2018-2021, στην Bujumbura.

Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής λόγω της ανασφάλειας, καθώς «κάποιος πέθανε και ήταν εναντίον [του]» επειδή, ως εξήγησε, «[ήταν] αυτός που φρόντιζε το άτομο που πέθανε» και ως αιτία θανάτου κατέγραψε ότι «έκοψαν το κεφάλι του με panga» (σ.σ. ματσέτα). Ερωτώμενος περαιτέρω ο αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν στην κλινική και του έφεραν ένα άτομο για να τον φροντίσει. Συνήθως τέτοια περιστατικά τα έπαιρναν σε μεγάλα νοσοκομεία, όπως τον προέτρεψε και πατέρας του όταν ο αιτητής του τηλεφώνησε εκείνο το βράδυ. Σημείωσε δε ότι το πρόσωπο που βοήθησε τον πατέρα του να ανοίξει την κλινική ήταν «μεγάλος στρατιώτης». Τελικά το άτομο αυτό πέθανε και, επειδή δεν είχαν νεκροτομείο στην κλινική, έπρεπε να τον πάρουν σε μεγάλο νοσοκομείο και να γράψουν την αιτία θανάτου, ο «στρατιώτης» όμως (που βοήθησε τον πατέρα του) του είπε να πάρει το πτώμα στο νοσοκομείο χωρίς έγγραφα. Μετά από λίγες μέρες αυτός πέθανε και ο πατέρας του είπε στον αιτητή να μάθει τι συμβαίνει.

Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι η δουλειά του στην κλινική ήταν συμβουλευτική και ανέφερε το όνομα της. Ερωτώμενος πως κατάφερε να δουλεύει ως νοσηλευτής χωρίς να έχει πανεπιστημιακό δίπλωμα ανέφερε ότι μόλις είχε τελειώσει το σχολείο και αυτό ήταν αρκετό και ήταν εύκολο να τον προσλάβουν, αφού η κλινική ήταν του πατέρα του. Μετά ο αιτητής κλήθηκε να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες για το άτομο που απεβίωσε έτυχε να βρίσκεται (ο αιτητής) εκεί εκείνο το βράδυ και ο επενδυτής ήταν συνταγματάρχης και γινόταν ό,τι έλεγε αυτός. Καλούμενος ο αιτητής να αναφέρει περισσότερα για τον συνταγματάρχης ο αιτητής ανέφερε επανέλαβε όσα είχε αναφέρει και είπε ότι όταν τον ρώτησε για το άτομο που απεβίωσε του είπε να μην ρωτά γι’ αυτό και μερικές μέρες μετά πήγε και τον πήρε κάπου και τον χτύπησε. Καλούμενος να περιγράψει τον τόπο όπου τον χτύπησε ο αιτητής ήταν καλυμμένο το πρόσωπο του όταν τον πήραν και γι’ αυτό δεν γνωρίζει που ήταν. Μετά που τον άφησαν ελεύθερο, ως ανέφερε, τον αναζητούσαν και του έλεγαν να πάρει τα έγγραφα, τα οποία, ως ο αιτητής ανέφερε ερωτώμενος σχετικά, τα είχε δώσει στην οικογένεια του ατόμου που πέθανε. Συνέχισε ο συνταγματάρχης να πηγαίνει στην κλινική και τότε ενεπλάκη και ο πατέρας του αιτητή και τον Ιανουάριο 2020 πήραν τον πατέρα του και δεν τον ξανάδαν έκτοτε, έμαθαν δε στις 02/02/22 ότι αυτός είχε αποβιώσει το 2020.

Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι αν επιστρέψει ο διώκτης του έχει υψηλότερο βαθμό και μεγαλύτερη δύναμη πλέον στην κυβέρνηση και «πήρε την μητέρα και τον αδελφό» του και όταν του υποβλήθηκε ότι στην επίδικη αίτηση είχε αναφέρει ότι κινδύνευε εξαιτίας του ότι ήθελε χρήματα για τις μετοχές του πατέρα του ο αιτητής ανέφερε ότι καταγράφηκαν λάθος τα όσα ανέφερε και δεν μπήκε σε λεπτομέρειες και γι’ αυτό δεν είχε αναφέρει τότε τον συνταγματάρχη. Κατά τη συνέντευξη ο αιτητής προσκόμισε ένα φερόμενο ένταλμα έρευνας και ένα ένταλμα σύλληψης, στα γαλλικά (ερ.39, 41 - μεταφράσεις ερ.40, 42), τα οποία – ως ανέφερε ερωτώμενος σχετικά – του «δόθηκαν όταν [ήταν] στο Μπουρουντί».

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Εργασία του αιτητή στην κλινική του πατέρα του

3.    Η ανασφάλεια που βίωνε ο αιτητής εξαιτίας του συνέταιρου του πατέρα του, λόγω της αναζήτησης των πιστοποιητικών σχετικά με τον θάνατο ασθενή

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν δε τον 2ο και 3ο ουσιώδεις ισχυρισμούς, καθώς, ως κρίθηκε, στερούνταν εσωτερικής συνοχής.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν έδωσε συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό εργασία του στην κλινική του πατέρα του, την καθημερινότητα της εργασίας του και του τρόπου λειτουργίας της ίδιας της κλινικής, αλλά ούτε και τα προαπαιτούμενα και τη διαδικασία πρόσληψης του. Έγινε δε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) σχετικά με τα απαιτούμενα προσόντα και τις διαδικασίες πρόσληψης νοσηλευτών στη χώρα καταγωγής, εκ της οποίας, ως αναφέρεται, προέκυψε ότι χρειάζεται η λήψη σχετικού διπλώματος ή παρεμφερούς πτυχίου και δεν ανευρέθηκαν τα ιδρύματα στα οποία κατ’ ισχυρισμό φοίτησε ο αιτητής. Σημειώθηκε δε ότι ο αιτητής δεν προσκόμισε σχετικό τίτλο ή δίπλωμα που να τεκμηριώνει τη φοίτηση του στον κλάδο της νοσηλευτικής. Συνεπεία των ως άνω ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Αναφορικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε – ομοίως – ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες τόσο για τον κατ’ ισχυρισμό θάνατο ενός προσώπου στην κλινική του πατέρα του, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν τα όσα εξιστόρησε, ποιοι ήταν εναντίον του, πως ενεπλάκη ακριβώς ο ίδιος στο ζήτημα αυτό και δεν μπόρεσε να παρέχει την παραμικρή λεπτομέρεια ή στοιχείο για τον διώκτη του, τον βαθμό του, τη δύναμη του και το τι τελικά έγινε μετά από το βράδυ που έφεραν ένα αποκεφαλισμένο, αλλά και σχετικά με τις ενέργειες που προέβη το άτομο που κατ’ ισχυρισμό του αιτητή τον διώκει και τι έγινε όταν τον πήραν και τον χτύπησαν. Οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν δε αντίφαση μεταξύ των λεγομένων του αιτητή στη συνέντευξη μ’ αυτά που κατέγραψε στην επίδικη αίτηση, όπου ανέφερε ότι διωκόταν λόγω του ότι ζητούσε χρήματα για το μερίδιο του πατέρα του στην κλινική και αυτός δεν έδωσε ικανοποιητική απάντηση όταν ερωτήθηκε σχετικά. Επί των εγγράφων που προσκομίστηκαν κρίθηκε ότι, δεδομένου ότι πρόκειται για αντίγραφα, επί των οποίων δεν καταγράφονται αναφορές στην νομοθεσία ή άλλες λεπτομέρειες σχετικά, ο δε αιτητής, όταν ρωτήθηκε, δεν ήταν σε θέση να παρέχει πληροφορίες επί τούτου, κρίθηκε ότι αυτά δεν δύνανται να υποστηρίξουν τα λεγόμενα του και συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Bujumbura) και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα, η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Κατά τις διευκρινήσεις ο συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητά τους λοιπούς ισχυρισμούς, προωθώντας εν τέλει μόνο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας.

Δεδομένου ότι ο μόνος προωθούμενος από τον αιτητή ισχυρισμός συμπλέκεται άρρηκτα και με την ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Σημειώνω ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98, αναφέρεται, «απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […] Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Διερχόμενος των ενώπιον μου στοιχείων παρατηρώ εν προκειμένω ότι ο αιτητής, ως και οι καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν στην επίδικη έκθεση, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια για τα όσα εξιστόρησε και ούτε να εξηγήσει τελικά πως ακριβώς έγιναν τα συμβάντα που ανέφερε, υπήρξε δε επί πάσης πτυχής του αφηγήματος του, το οποίο – σημειωτέο – διαφέρει καταφανώς από τα όσα κατέγραψε στην επίδικη αίτηση, ασαφής, το δε σύνολο των λεγομένων του στερείται, παντελώς και σε όλη του την έκταση, βιωματικών στοιχείων ή και λεπτομερειών. Ομοίως, ο αιτητής παρέμεινε γενικόλογος, εν πολλοίς μονολεκτικός και παντελώς ασαφής στις αποκρίσεις του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Σημειώνω ενδεικτικά ότι ουδέν τελικά ανέφερε για το περιστατικό με το άτομο που κατ’ ισχυρισμό απεβίωσε υπό την εποπτεία του, δεν κατάφερε μάλιστα τελικά να αναφέρει αν απεβίωσε στην κλινική εκείνο το βράδυ ή αργότερα στο νοσοκομείο όπου κατ’ ισχυρισμό τον πήραν και ουδέν ήταν σε θέση να αναφέρει για τον διώκτη του ή για τον θάνατο του πατέρα του και τις συνθήκες και τον χρόνο που αυτός επήλθε. Ούτε καν κατέστη δυνατό να εξηγήσει πως προσλήφθηκε, τι ήταν η φύση της εργασίας του ή και άλλες πληροφορίες για την κλινική του πατέρα του. Θα συμφωνήσω λοιπόν με όλα τα επιμέρους ευρήματα και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας του 2ου και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, ως αυτά καταγράφονται και πιο πάνω στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία και υιοθετώ ως έχουν, χωρίς να είναι σκόπιμο να τα επαναλάβω εκ νέου εδώ. Αξίζει να αναφέρω ότι είναι προφανές από μια ανάγνωση του πρακτικού της επίδικης συνέντευξης ότι το αφήγημα του αιτητή συνιστά επινόημα του ιδίου, προκειμένου να στηρίξει, ανεπιτυχώς, την επίδικη αίτηση.

Δεδομένης δε της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής, η αναζήτηση πληροφοριών (ΠΧΚ) δεν απαιτούνταν, ουδόλως, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει την εκτίμηση των λεγομένων του αιτητή, δεδομένης της αμιγώς προσωπικής φύσης των όσων ανέφερε, και συνεπώς ορθώς δεν έγινε. Σημειώνεται σχετικώς ότι, ως στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής […].».

Ενόψει και των ως άνω διαπιστώσεων μου προχωρώ σε αξιολόγηση των εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής (ερ.39-42).

Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών θα συμφωνήσω και με τα σχετικά με τα προσκομισθέντα έγγραφα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση (ερ.63-64), καθώς, πέραν των προφανών ελλείψεων που εντοπίζονται στο περιεχόμενο τους, ενόψει της συνολικής αποτίμησης των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων και λαμβανομένου υπόψη του ότι ουδέν επί των εγγράφων αυτών ήταν σε θέση να αναφέρει ο αιτητής όταν ρωτήθηκε (βλ. ερ.25), ουδόλως μπορεί σ’ αυτά να δοθεί οιαδήποτε βαρύτητα, τουλάχιστον όχι τέτοια που θα αρκούσε εδώ ώστε να υπερκερασθεί η παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής εφ’ όλου του φάσματος των ισχυρισμών του αιτητή.

Στην απουσία λοιπόν εδώ περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά, αντιφάσεις και ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα πολλά και καίρια σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται μοιραία και η αξιοπιστία των λεγομένων του αιτητή παραμένουν και συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ουδείς εκ των ισχυρισμών του μπορεί να γίνει εν προκειμένω αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους. 

Απομένει εν προκειμένω μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Bujumbura).

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 05/06/26), στην επαρχία Bujumbura (όπου βρίσκεται η πόλη Bujumbura, όπου υπάγεται και η αστική περιοχή Kamenge, τόπος διαμονής του αιτητή) σημειώθηκαν 51 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence" περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 14 ανθρώπινες απώλειες.[1]  Σημειώνεται ότι από τα εν λόγω περιστατικά, 10 έλαβαν χώρα στην πόλη Bujumbura, με αποτέλεσμα 1 θάνατο. Ο πληθυσμός της επαρχίας ανέρχεται περί τα 3.35 εκατομμύρια κατοίκων [2] και της ομώνυμης πόλης περί τις 760.000 [3]

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση στον τόπο διαμονής του δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [4] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).

Λαμβάνω υπόψη ότι ο αιτητής είναι περί των 27 ετών σήμερα, υγιής, με ικανοποιητική μόρφωση, διαθέτει εργασιακή εμπειρία και έχει υποστηρικτικό δίκτυο στην Bujumbura (μητέρα/αδελφό), με τους οποίους και αναμένεται να είναι σε θέση να επικοινωνήσει (με δεδομένο ότι η πτυχή που αφορά το ότι δεν γνωρίζει που βρίσκονται και δεν επικοινωνεί μαζί του, καθώς τους πήρε ο διώκτης του, έχει απορριφθεί, στα πλαίσια απόρριψης του συνόλου του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού), στοιχεία που καταδεικνύουν ότι αναμένεται – ευλόγως – αυτός να λάβει στήριξη μέχρις ότου ορθοποδήσει και βιοποριστεί.

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως ορίζεται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Περαιτέρω ουδέν εντοπίζω στη βάση του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιστροφή του αιτητή στο Μπουρουντί συνιστά επαναπροώθηση (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ).

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1]  Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Burundi, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. πρόσβασης στις 18/06/2026)

[2] City Population, Bujumbura Province, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/burundi/admin/2__bujumbura/  (πρόσβασης στις 18/06/2026)

[3] World Population Review, Bujumbura, διαθέσιμο στοhttps://worldpopulationreview.com/cities/burundi/bujumbura  (πρόσβαση 18/06/26)

[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο