J.M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών, Υπόθ. Αρ.: 394/2025, 24/6/2026
print
Τίτλος:
J.M.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών, Υπόθ. Αρ.: 394/2025, 24/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 394/2025

 

24 Ιουνίου, 2026

 [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

J.M.M.

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών

 

Καθ' ων η Αίτηση

 

Αίτηση ημερομηνίας 24/02/26 για επαναφορά της Προσφυγής

Εμφανίσεις:

Ι. Ιάσονος (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Λ. Βελίκοβα (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 16/01/25 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Ο Αιτητής, μέσω της δικηγόρου του, με την παρούσα αίτηση ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για:

1.  Επαναφορά (Reinstatement) της ανωτέρω προσφυγής.

2.  Οδηγίες ως προς την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης.

3.  Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

Η αιτήση βασίζεται συγκεκριμένα στις διατάξεις και/ή κανονισμούς των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς του 2023, στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) (3/1962), του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019 (3/2019) και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση βασίζονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της κας Π. Δουρτμέ (συνεργάτιδα δικηγόρο με το γραφείο της δικηγόρου που εμφανίζεται για τον Αιτητή). Με την ένορκη δήλωση,  καταγράφεται μεταξύ άλλων, ότι κατά την 21/01/26 που ήτο ορισμένη η υπόθεση για Ακρόαση αναφέρθηκε ότι ο Αιτητής ήτο με άδεια ασθενείας και αδυνατούσε να παραστεί στο Δικαστήριο για σκοπούς ακρόασης. Σε μεταγενέστερο στάδιο απέστειλε πιστοποιητικό ασθενείας το οποίο επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση και φέρει ημερομηνία 22/01/26. Ουδέποτε, τονίζει, ήτο πρόθεση του Αιτητή να μην προωθήσει την προσφυγή του και/η ότι θα πρέπει η παρούσα αίτηση να εγκριθεί διότι θα παραβιασθούν τα δικαιώματα του.

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση όπου ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι παράτυπη, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντιφατικά, μη εύλογα και ακόμη και αν γίνουν δεκτά στην ολότητά τους δεν δικαιολογούν την επαναφορά τής δικαστικής διαδικασίας, σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η υπερφαλάγγιση των δικονομικών διατάξεων και η αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών, δεν αποκαλύπτεται κανένας λόγος και/ή κανένας καλός λόγος που να επιτρέπει την επαναφορά της προσφυγής και/ή κανένας λόγος που να αποδεικνύει ότι η μη προώθηση δεν ανταποκρίνεται στην πρόθεση εγκατάλειψης της προσφυγής, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, σκοπείται η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.

 

Οι διάδικοι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υιοθέτησαν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Με βάση την πάγια νομολογία, αιτήσεις επαναφοράς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, ιδιαίτερα λόγω της εκ του Συντάγματος και εκ του Νόμου προβλεπόμενης προθεσμίας που δεν μπορεί να επεκταθεί πέραν των 30 ημερών (Βλέπε σχετικά Υποθ.Αρ.1252/2012 El Aassy v. Δημοκρατίας, ημερ. 17/05/11, Υποθ.Αρ.5663/2013 Σπύρος Σταυρινάκης v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 24/02/14).

 

Καταρχάς, προέχει η εξέταση του ζητήματος αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση επαναφοράς εφόσον ορκίζεται δικηγόρος που συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή και όχι ο ίδιος ο Αιτητής, χωρίς να παρέχεται εύλογη αιτιολογία. Έχει διαχρονικά αποφασιστεί σε αριθμό υποθέσεων ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι δεν αποκλείεται ένορκη δήλωση απλά και μόνον ο ομνύων είναι δικηγόρος, νοουμένου ότι παρέχεται εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους ορκίζεται δικηγόρος αντί του διαδίκου. Στην Rybovlev κ.α. v Rybolovlera (2010) 1 A.A.Δ. 82., επί του εν λόγω ζητήματος λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Σε σχέση με τον πρώτο τούτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού επιλήφθηκε του σχετιζόμενου με το θέμα λόγου Ένστασης που είχε προβληθεί κατά της συνέχισης ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, αποφάνθηκε ως εξής:

 

"Στην κρινόμενη περίπτωση με βάση τη φύση της αίτησης ως ενδιάμεσης και ορώμενη κάτω από το πλαίσιο της Διαταγής 48 και 39 επιτρέπουσα εξ ακοής μαρτυρία, εφ' όσον αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης, κρίνω ότι δεν μπορώ να θεωρήσω άκυρη την ένορκη δήλωση του Ν. Χ"Λοΐζου αφού ο τελευταίος δηλώνει σαφώς τις πηγές πληροφόρησης του, την εξουσιοδότηση του καθώς και την κατοχή εγγράφων που επίσης του δίνουν δυνατότητα γνώσης. (Η υπόθεση Dulal Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφ. Aρ. 1045/05, ημερ. 27.10.05 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση δεν αφορά ενδιάμεση αίτηση αλλά ένορκη δήλωση που συνοδεύει πρωτογενή αίτηση άλλης υφής. Βλ. In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 28, Zeeland Navigation Co. Ltd v. Banque Worms κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 964, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036)."

 

Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd (1968) 1 C.L.R. 1, In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036).

 

Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Yπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό.

 

Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του.»

 

Εφαρμόζοντας την πιο πάνω νομολογία στην προκειμένη περίπτωση, δεν δικαιολογούνται οι λόγοι σύνταξης ένορκης δήλωσης από δικηγόρο αντί του Αιτητή – ενώ και το πιστοποιητικό ασθενείας που συνοδεύει την ένορκη δήλωση αφορά τον τελευταίο. Καμία αναφορά γίνεται περί αδυναμίας του να προβεί ο ίδιος σε ένορκη δήλωση επί της παρούσας αίτησης επαναφοράς λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την υποχρέωση του να παρίσταται στο Δικαστήριο κατά τις Διευκρινίσεις ή την Ακρόαση της υπόθεσης του ακόμα και εάν τον εκπροσωπούσε δικηγόρος, εφόσον σε περίπτωση απουσίας του η προσφυγή του υπόκειται σε απόρριψη στη βάση του Κανονισμού 12 των Περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019 έως 2022 (3/2019).

 

Ανεξαρτήτως, όμως των πιο πάνω, όσον αφορά το νομικό πλαίσιο που διέπει τις αιτήσεις επαναφοράς, προσφυγή που απορρίπτεται λόγω μη προώθησης (στην παρούσα περίπτωση μη εμφάνισης στη βάση του Κανονισμού 12 ως ανωτέρω) θεωρείται κατ' αρχήν εγκαταλειφθείσα. Η επαναφορά της είναι δυνατή μόνο εάν καταδειχθεί ότι δεν υπήρχε αληθής πρόθεση εγκατάλειψης και κρίσιμος παράγοντας για την κρίση του Δικαστηρίου παραμένει η διερεύνηση του όλου ιστορικού της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη πραγματικής πρόθεσης εγκατάλειψης της προσφυγής (Βλέπε Tsingi v. Republic (1984) 3 C.L.R.1262, Υποθ.Αρ.5663/2013 Σταυρινάκης ν. Δημοκρατίας, Α.Ο. ημερ.24/02/14). Το κατά πόσον προκύπτει πρόθεση εγκατάλειψης εξαρτάται αποκλειστικά από τα στοιχεία και τις σχετικές λεπτομέρειες που προσκομίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου (Υποθ.Αρ.21/17 Μούντη Κοντοπούλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.12/10/18), αλλά και ο εύλογος χρόνος καταχώρισης της αίτησης επαναφοράς (Υποθ.Αρ.540/12 Matanes v. Δημοκρατίας, ημερ.30/11/12).

 

Ως προκύπτει από τα γεγονότα του δικαστικού φακέλου σε πρακτικό ημερομηνίας 18/03/25 και/ή ενώ είχε καταχωριστεί Ένσταση επί της προσφυγής δόθηκε χρόνος για καταχώρηση Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή με ρήτρα απόρριψης μέχρι την 25/04/25. Σημειώνεται ότι οι οδηγίες του Δικαστήριο ήτο ότι με την καταχώρηση της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή θα ακολουθούσε Γραπτή Αγόρευση των Καθ΄ ων στις 26/05/25 και τυχόν Απάντηση 13/06/25, με ημερομηνία ακρόασης την 18/06/25. Στις 18/06/25 η συνήγορος του Αιτητή δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και ζήτησε όπως επαναοριστεί σε νέα ημερομηνία για ακρόαση. Το Δικαστήριο αποδεχόμενο το αίτημα της συνηγόρου του Αιτητή, επαναόρισε την υπόθεση στις 20/10/26 για Ακρόαση, ενώ και στις 20/10/26 με την απουσία του Αιτητή επαναορίστηκε η υπόθεση εκ νέου για Ακρόαση στις 21/01/26 (μετά από αίτημα της συνηγόρου και πάλι του Αιτητή) σημειώνοντας ταυτόχρονα την πρόθεση της συνηγόρου του για απόσυρση και/ή μη προώθηση της προσφυγής. Κατά τη δικάσιμο της 21/01/26, ο συνήγορος του Αιτητή ανέφερε ότι ο ενδιαφερόμενος νοσεί και δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο χωρίς όμως να προσκομιστεί οποιοδήποτε πιστοποιητικό ή να προβληθεί ο λόγος ασθενείας του (σημειώνεται ότι καμία αναφορά έγινε ως προς τις προηγούμενες τοποθετήσεις της συνηγόρου του περί απόσυρσης της προσφυγής). Με την αίτηση όμως το πιστοποιητικό ασθενείας είναι ημερομηνίας 22/01/26 και όχι της 21/01/26 που ήτο ορισμένη η υπόθεση, το δε πιστοποιητικό ασθενείας μετά από επίσκεψη σε παθολόγο αναφέρει ιογενή λοίμωξη με 4 μέρες άδειας ασθενείας χωρίς όμως άλλες πληροφορίες – ήτοι αδυναμίας του να παραστεί στο Δικαστήριο την 21/01/26 που ήτο ορισμένη η υπόθεση.

Δεν έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι αδυνατούσε ο Αιτητής να παρουσιαστεί κατά την Ακρόαση της υπόθεσης του λαμβανομένου υπόψη του ότι δεν ήτο παρόντας ούτε την προηγούμενη ημερομηνία ακρόασης ήτοι της 20/10/25. Επισημαίνεται εν προκειμένω και οι προηγούμενες τοποθετήσεις της συνηγόρου του Αιτητή για απόσυρση και/ή μη προώθηση της προσφυγής, λαμβανομένου υπόψη και της μη καταχώρησης σε προηγούμενα στάδια της δικαστικής διαδικασίας Γραπτής του Αγόρευσης, δεσμεύουν τον Αιτητή (Βλέπε Bαρδιάνος ν. Richards (1998) 1 Α.Α.Δ. 698, Μιχαηλίδης ν. Χρίστου (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1348.). Η δε απουσία πρόθεσης εκ μέρους του Αιτητή να εγκαταλείψει τη διαδικασία δεν είναι αφ' εαυτής  αποφασιστική για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου – ως η γενική τοποθέτηση (εκ των υστέρων) της συνηγόρου του Αιτητή στα πλαίσια αιτήματος επαναφοράς (Βλέπε Άλκης Χ. Χατζηκυριάκος (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ. ν. Τerzian Trading House Ltd. (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 102).

 

Πέραν των ως άνω, και η καθυστέρηση υποβολής της αίτησης επαναφοράς για διάστημα σχεδόν ενός μηνός από την απόρριψη της προσφυγής συνιστά αδικαιολόγητη κωλυσιεργία και δεικνύει σαφή πρόθεση εγκατάλειψης της διαδικασίας. Όπως ορθά διευκρινίστηκε στην απόφαση Ελεύθερον Εργατικόν Σωματείον Μεταφορών και Γεωργίας ΣΕΚ κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 1, η αίτηση επαναφοράς, για να επιτύχει, πρέπει απαρέγκλιτα «να γίνεται μέσα σε εύλογα σύντομο χρόνο». Ο παράγοντας του χρόνου αντίδρασης είναι καθοριστικός, και η εν λόγω μακρά αδράνεια, εξεταζόμενη σωρευτικά με τα υπόλοιπα στοιχεία, δεικνύει πρόθεση εγκατάλειψης της προσφυγής.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η επαναφορά της προσφυγής και η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €600 εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση.

 

 

  

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο