ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 3958/24
29 Ιουνίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
C.T.K.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
.............................
Ορέστης Ηλιάδης για Χριστίνα Λαζάρου Αρτέμη, Δικηγόρος για τον αιτητή
Ανδρέας Φιλίππου, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση
[Παρούσα η κυρία Ζαχαρούδη, διερμηνέας για πιστή μετάφραση από Lingala σε ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 30/08/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τoν ευπαίδευτo συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και αφίχθηκε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 25/03/2021. Ακολούθως, στις 05/05/2021 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και αυθημερόν παρέλαβε τη βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής «Πουρνάρα».
Στις 26/08/2024 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη του αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του αιτητή στις 30/08/2024 και αποφάσισε την επιστροφή του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Η Υπηρεσία Ασύλου στις 31/08/2024 εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή στις 10/09/2024. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατά την δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί μόνο το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνθηκε της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και ανέφερε πως αυτή ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου, ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ότι καμία πλάνη δεν εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφερε ο αιτητής να αποσείσει στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Ως εκ τούτου, η συνήγορος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω το νομικό ισχυρισμό του αιτητή περί του ότι εσφαλμένα και λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημά του για χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Ο αιτητής κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών θανάτου. Όπως καταγράφει, διατηρούσε σχέση με την κόρη ενός στρατηγού. Όταν εκείνη έμεινε έγκυος, ο πατέρας της άρχισε να τον αναζητά και απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Τότε ο αιτητής αναγκάστηκε να φύγει από την οικία του και την οικογένειά του για να προστατεύσει τη ζωή του. Στη συνέχεια, κρύφτηκε στο σπίτι ενός ιερέα, ο οποίος τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα, καθώς η ζωή του βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο. (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού στο ερυθρό 19 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από το Κονγκό και γεννήθηκε στην περιοχή Barumbu της Κινσάσα. Ανέφερε ότι σε νεαρή ηλικία μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του στην περιοχή Kalamu της Κινσάσα, ενώ σε ηλικία 12 ετών επέστρεψαν εκ νέου στην περιοχή Barumbu. Πρόσθεσε επίσης ότι από το 2015 μέχρι το 2018 διέμενε στην Ινδία για σκοπούς σπουδών και ακολούθως, επέστρεψε στην περιοχή Barumbu της Κινσάσα, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.
Ανέφερε ότι είναι ελεύθερος, ανήκει στη φυλή Muluba, και ασπάζεται τον Χριστιανισμό, ομιλεί Γαλλικά, Lingala και λίγα Αγγλικά. Όσον αφορά το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε πως έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και στην συνέχεια συνέχισε τις σπουδές του στην Ινδία. (ερυθρά 34 και 35, 5Χ του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με το επαγγελματικό του προφίλ, ανέφερε ότι εργαζόταν στο Υπουργείο Μεταφορών για περίοδο δύο ετών. (ερυθρό 33, 3Χ του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι ανύπαντρος. Επίσης, ανέφερε ότι έχει πέντε αδέλφια, εκ των οποίων ο ένας διαμένει στον Καναδά, η άλλη στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, ενώ τα υπόλοιπα διαμένουν στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Σε σχέση με τους γονείς του, δήλωσε ότι η μητέρα του ζει στην περιοχή Barumbu μαζί με την αδελφή του, ενώ ο πατέρας του απεβίωσε λόγω καρδιακής προσβολής. Πρόσθεσε επίσης ότι διατηρεί ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, όπως θείους, θείες και ξαδέλφια. Ερωτηθείς εάν διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά του, απάντησε καταφατικά. (ερυθρό 34 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι όταν επέστρεψε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό από την Ινδία, γνωρίστηκε με μια κοπέλα, η οποία ήταν κόρη ενός αξιωματικού στο Κονγκό. Στη συνέχεια εκείνη έμεινε έγκυος και ο πατέρας της άρχισε να τον απειλεί. Στην συνέχεια, βρήκε κάποιον που τον βοήθησε να κρυφτεί και να οργανώσει το ταξίδι του στην Κύπρο. (ερυθρό 32, 4Χ του διοικητικού φακέλου). Όταν κλήθηκε να αναφέρει αν συντρέχουν άλλοι λόγοι για τους οποίους αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του, απάντησε αρνητικά (ερυθρό 32, 4Χ του διοικητικού φακέλου).
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής του. Αρχικά, ζητήθηκε από τον αιτητή να παράσχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την κοπέλα με την οποία διατηρούσε σχέση στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής απάντησε ότι ονομάζεται Anais, είναι 29 ετών και διαμένει στην ίδια περιοχή με τον ίδιο (Barumbu). Ανέφερε ότι γνωρίστηκαν προς τα τέλη του 2018 και ότι η γνωριμία τους έγινε στον δρόμο. Κληθείς περαιτέρω να περιγράψει την κοπέλα του, δήλωσε ότι ήταν μέτριου αναστήματος, πολύ ευγενική, έξυπνη και με σκούρο χρώμα επιδερμίδας. (ερυθρό 31 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς πότε έμεινε έγκυος η σύντροφός του, ο αιτητής απάντησε ότι αυτό συνέβη τον Ιανουάριο του έτους 2020. Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει πότε άρχισαν οι απειλές από την οικογένειά της, ανέφερε ότι αυτές ξεκίνησαν εντός του έτους 2020. Σε διευκρινιστική ερώτηση, ανέφερε ότι η κόρη τους ενημέρωσε την οικογένειά της πως είχε μείνει έγκυος από έναν Χριστιανό. (ερυθρό 30 του διοικητικού φακέλου).
Σε διευκρινιστική ερώτηση ως προς το πώς η οικογένεια της κοπέλας του, γνώριζε ότι ο ίδιος την είχε καταστήσει έγκυο, ο αιτητής απάντησε ότι η οικογένειά της μετέβη στην οικία του, ωστόσο εκείνος απουσίαζε εκείνη τη στιγμή. Όπως ανέφερε, ενημερώθηκε εκ των υστέρων από τη δική του οικογένεια ότι τον αναζητούσαν. (ερυθρό 30, του διοικητικού φακέλου). Όταν κλήθηκε να αναφέρει ποια άτομα μετέβησαν στην οικία του, ο αιτητής αρχικά ανέφερε ότι επρόκειτο για την οικογένεια της κοπέλας του, καθώς και για την αστυνομία. Ωστόσο, όταν κλήθηκε να απαντήσει με μεγαλύτερη ακρίβεια, προσδιόρισε ότι στην οικία του μετέβησαν ο μεγάλος αδελφός και η μικρή αδελφή της κοπέλας του, αναζητώντας τον.
Στη συνέχεια, ο αιτητής κλήθηκε να παρέχει περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με τις απειλές που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε από την οικογένεια της κοπέλας του, αναφέροντας ότι επρόκειτο αποκλειστικά για λεκτικές απειλές. Ερωτηθείς γιατί δεν επιχείρησε να επικοινωνήσει πρώτα με την οικογένεια της κοπέλας του, αντί να εγκαταλείψει τη χώρα του, απάντησε ότι δεν μπορούσε να μιλήσει με άτομα που κατά τον ισχυρισμό του, επιθυμούσαν να τον σκοτώσουν. Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει πώς γνώριζε τις προθέσεις αυτές, δεδομένου ότι δεν είχε προσωπική επαφή μαζί τους, ανέφερε ότι είχαν αφήσει μήνυμα στην οικογένειά του και ότι τον επισκέπτονταν στον χώρο εργασίας του, απειλώντας τον. Ωστόσο, όταν ερωτήθηκε εάν είχε οποιοδήποτε άμεσο ή συγκεκριμένο περιστατικό προσωπικής επαφής με την οικογένεια της κοπέλας του, απάντησε αρνητικά. (ερυθρό 29 του διοικητικού φακέλου).
Όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει για ποιο λόγο δεν επιχείρησε να μετεγκατασταθεί μαζί με την κοπέλα του ώστε να αποφύγουν τις φερόμενες απειλές, απάντησε ότι οπουδήποτε και αν μετακινούνταν εντός του Κονγκό θα συλλαμβανόταν, λόγω του ότι είχε αφήσει έγκυο την κοπέλα του. Πρόσθεσε ότι λόγω της επιρροής του πατέρα της, ο τελευταίος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του για να τον βλάψει. Ανέφερε επίσης και το όνομα του πατέρα της συντρόφου του είναι (ερυθρό 28 του διοικητικού φακέλου).
Επιπλέον, όταν κλήθηκε να εξηγήσει την αντίφαση μεταξύ της αρχικής του δήλωσης ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών από τον πατέρα της συντρόφου του και της μεταγενέστερης αναφοράς του σε απειλές από τα αδέλφια της, ο αιτητής απάντησε ότι δεν υφίσταται αντίφαση, καθώς τα αδέλφια της ενεργούσαν κατ’ εντολή του πατέρα τους. (ερυθρό 28 3Χ του διοικητικού φακέλου). Όταν κλήθηκε να εξηγήσει την ασυμφωνία μεταξύ της ελεύθερης αφήγησής του, σύμφωνα με την οποία εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω του ότι ο πατέρας της κοπέλας του τον καταδίωκε και τον απειλούσε, και της απουσίας οποιουδήποτε συγκεκριμένου προσωπικού περιστατικού με τον ίδιο τον πατέρα της, ο αιτητής απάντησε ότι δεν αντιμετώπισε άμεσα προβλήματα μαζί του, καθώς κατάφερε να διαφύγει και εκείνος δεν μπορούσε να τον εντοπίσει, παρά το γεγονός ότι, όπως ισχυρίστηκε επρόκειτο για άτομο με μεγάλη ισχύ.
Όταν κλήθηκε να εξηγήσει πώς κατέστη δυνατό να εξέλθει νόμιμα από τη χώρα χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές στο αεροδρόμιο, λαμβανομένου υπόψη του ισχυρισμού του ότι ο πατέρας της κοπέλας του κατείχε θέση General Police Officer στο Κονγκό, ο αιτητής απάντησε ότι η έξοδός του από τη χώρα κατέστη δυνατή με τη βοήθεια ιερέα, ο οποίος φέρεται να διευθέτησε όλα τα απαιτούμενα διαδικαστικά ζητήματα. Τέλος, ενημερώθηκε πως μετά από σχετική έρευνα ο General Police Officer (ανώτατο αξιωματούχο της Εθνικής Αστυνομίας) του Κονγκό είναι ο Dieudonné Amuli Bahigwa από το 2017, απαντώντας πως υπάρχουν πολλοί Αξιωματικοί στην χώρα. Τέλος, ο αιτητής συμφώνησε με τη δήλωση του λειτουργού ότι στο Κονγκό υπάρχει ένας General Police Officer (ανώτατος αξιωματούχος της Εθνικής Αστυνομίας) για την Αστυνομία και ένας αντίστοιχος ανώτατος αξιωματικός για τις Στρατιωτικές Δυνάμεις. Ερωτηθείς ως προς το ποιες θα είναι οι συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, απάντησε πως φοβάται για την ζωή του, ωστόσο οι αρχές τις χώρας του θα του επιτρέψουν την είσοδο στην χώρα. (ερυθρό 27 του διοικητικού φακέλου).
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο αιτητής, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως κατωτέρω: (1) Ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή και (2) Λόγω των απειλών που δέχτηκε από τον πατέρα της συντρόφου του.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτούς τους ισχυρισμούς του αιτητή ως προς τα προσωπικά του στοιχεία καθώς οι δηλώσεις του αιτητή κρίθηκαν σαφείς και συνεκτικές, ενώ διασταυρώθηκαν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αντιθέτως, αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως τα όσα ανέφερε ο αιτητής κατά το αφήγημά του παρουσίαζαν αντιφάσεις, ανακρίβειες, έλλειψη ευλογοφάνειας και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Συγκεκριμένα, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει ακριβείς και συνεκτικές πληροφορίες σχετικά με τις απειλές που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε από τον πατέρα της συντρόφου του μετά την εγκυμοσύνη της. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει με σαφήνεια τα γεγονότα που ακολούθησαν την αποκάλυψη της εγκυμοσύνης, ανέφερε ότι η σύντροφός του έμεινε έγκυος τον Ιανουάριο του 2020 και ότι, από τον Φεβρουάριο του 2020, η οικογένειά της άρχισε να τον παρακολουθεί και να τον απειλεί. Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να παραθέσει συγκεκριμένες, επαρκείς και αξιόπιστες πληροφορίες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του, παρουσιάζοντας ασάφειες και ανακολουθίες στην αφήγησή του.
Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει κατά πόσο είχε οποιαδήποτε προσωπική επαφή με την οικογένεια της συντρόφου του, ο αιτητής απάντησε αρνητικά, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε είχαν γνωριστεί, αλλά ότι η σύντροφός του είχε ενημερώσει την οικογένειά της για τη σχέση τους. Κληθείς να περιγράψει τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε από την οικογένειά της, ανέφερε ότι δέχθηκε προφορικές απειλές από τα αδέλφια της. Ωστόσο, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει με ποιον τρόπο έλαβε τις εν λόγω απειλές, δεδομένου ότι δεν είχε ποτέ προσωπική επαφή με τα μέλη της οικογένειας, δήλωσε ότι ενημερώθηκε σχετικά από τη δική του οικογένεια, μετά από επίσκεψη που δέχθηκαν στην οικία τους.
Παρατηρείται αντίφαση στους ισχυρισμούς του, καθώς αρχικά δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να διαφύγει από απειλές που δεχόταν από τον πατέρα της συντρόφου του και όχι από τα αδέλφια της. Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει την εν λόγω αντίφαση, ισχυρίστηκε ότι τα αδέλφια της ενεργούσαν κατ’ εντολή του πατέρα τους. Ωστόσο, η εξήγηση αυτή δεν αίρει ούτε δικαιολογεί την εμφανή ανακολουθία και αντίφαση στους ισχυρισμούς του.
Έλλειψη ευλογοφάνειας παρατηρείται επίσης στους ισχυρισμούς του αιτητή. Συγκεκριμένα, όταν κλήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο ο πατέρας της συντρόφου του φέρεται να απέστειλε τα παιδιά του για να τον εντοπίσουν, αντί να ενεργήσει ο ίδιος αυτοπροσώπως, ο αιτητής ανέφερε ότι αυτό αποτελούσε αποκλειστικά απόφαση του πατέρα, ο οποίος επέλεξε αρχικά να στείλει τα παιδιά του και ακολούθως να αποταθεί στην αστυνομία. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί του κρίνονται αόριστοι και βασίζονται σε υποθέσεις και εικασίες, καθώς ο αιτητής μεταβαλλόταν συνεχώς ως προς τα πρόσωπα και τα περιστατικά στα οποία αναφερόταν, αποκλίνοντας από τους αρχικούς του ισχυρισμούς. Ειδικότερα, αρχικά ανέφερε ότι δεχόταν απειλές από τον πατέρα της συντρόφου του, ενώ στη συνέχεια υποστήριξε ότι οι απειλές προέρχονταν από τα αδέλφια της, τα οποία ενεργούσαν κατ’ εντολή του πατέρα τους. Οι εν λόγω ανακολουθίες κρίθηκαν ότι δημιουργούν ουσιώδες κενό στην αξιοπιστία και τη συνοχή των ισχυρισμών του.
Επιπλέον, όταν ερωτήθηκε πώς κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές, δεδομένου ότι ισχυριζόταν πως αναζητείτο από τον πατέρα της συντρόφου του, τον οποίο παρουσίασε ως Γενικό Αξιωματικό του Κονγκό, ο αιτητής απάντησε με αόριστο τρόπο, αναφέροντας ότι, επειδή διέφυγε, δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα κατά τη διαφυγή του. Όταν του δόθηκε εκ νέου η ευκαιρία να εξηγήσει με περισσότερη σαφήνεια τον τρόπο διαφυγής του, μεταβάλλοντας τους αρχικούς του ισχυρισμούς, ανέφερε ότι κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα με τη βοήθεια ενός ιερέα.
Τέλος, όταν κλήθηκε να αναφέρει το όνομα του φερόμενου Αξιωματικού του Κονγκό και πατέρα της συντρόφου του και κατ’ ισχυρισμό διώκτη του, ο αιτητής δήλωσε ότι πρόκειται για πρόσωπο ονόματι «Sylvano Kasongo». Ωστόσο, από σχετική έρευνα του αρμόδιου λειτουργού προέκυψε ότι το πρόσωπο που κατέχει τη θέση του Αξιωματικού είναι ο Dieudonné Amuli Bahigwa, ο οποίος υπηρετεί στη συγκεκριμένη θέση από το 2017. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει την εν λόγω αντίφαση, ο αιτητής ανέφερε γενικά ότι στη χώρα του υπάρχουν πολλοί στρατηγοί. Εντούτοις, η απάντησή του κρίθηκε ασαφής και μη ικανή να δικαιολογήσει την ανακολουθία μεταξύ των ισχυρισμών του και των αντικειμενικών πληροφοριών που προέκυψαν από την έρευνα, γεγονός που πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία των λεγομένων του. Κατά συνέπεια, κρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό πως δεν τεκμηριώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία, κατέγραψε πως τα όσα ανέφερε ο αιτητής στη συνέντευξη του, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Δεδομένου ότι ο αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις, ανακρίβειες, έλλειψη ευλογοφάνειας και έλλειψη επαρκών πληροφοριών, ο ανωτέρω ισχυρισμός που αφορά την ισχυριζόμενη δίωξη του, κρίθηκε πως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή και αξιολογώντας ως τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του την Κινσάσα, ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, ότι ο αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην Κινσάσα, δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να κινδυνεύσει με σοβαρή βλάβη. Όπως προσθέτει σε σχέση με το προφίλ του, ο αιτητής πρόκειται για άτομο μορφωμένο και δεν παρουσιάζει θέματα υγείας ή ευαλωτότητας και έχει συγγενείς πρώτου βαθμού στην χώρα καταγωγής του.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, στην οποία προέβη ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί του, δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης εξέτασε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τον συνήγορό του αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, ο οποίος έγινε αποδεκτός, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου πως ορθά έγινε αποδεκτός και ούτως ή άλλως δεν αμφισβητείται. Αντιθέτως, αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, διαφαίνεται από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου πως από την αφήγησή του δεν προκύπτει σαφήνεια στους ισχυρισμούς του και η επάρκεια πληροφοριών που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση της εσωτερικής του αξιοπιστίας.
Αρχικά, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή παρουσιάζουν ουσιώδεις αδυναμίες ως προς την εσωτερική τους αξιοπιστία, καθόσον χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις, ασυνέπειες και έλλειψη σαφήνειας σε καίρια σημεία της αφήγησής του. Ειδικότερα, ο αιτητής διαφοροποίησε τους ισχυρισμούς του ως προς το πρόσωπο από το οποίο φέρονται να προέρχονταν οι απειλές, ενώ δεν παρείχε συνεπή και πειστική εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο έλαβε τις επικαλούμενες απειλές, δεδομένου ότι ο ίδιος δήλωσε πως ουδέποτε είχε προσωπική επαφή με την οικογένεια της συντρόφου του.
Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με τη διαφυγή του από τη χώρα καταγωγής του παρουσιάζουν επίσης ανακολουθίες, καθώς μετέβαλε την εκδοχή του ως προς τον τρόπο με τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί του δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε αντικειμενικά στοιχεία ικανά να ενισχύσουν την αξιοπιστία τους, ενώ οι εξηγήσεις που παρείχε για τις αντιφάσεις που επισημάνθηκαν κρίνονται ασαφείς και ανεπαρκείς. Υπό τα δεδομένα αυτά, η συνολική αφήγησή του στερείται της απαιτούμενης συνοχής, συνέπειας και ευλογοφάνειας, με αποτέλεσμα να πλήττεται ουσιωδώς η εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή ανέτρεξα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε. Αναφορικά με το όνομα που παρέθεσαν οι καθ΄ ων η αίτηση, Dieudonné Amuli Bahigwa, σε σχετικό δημοσίευμα αναφέρεται ότι ο Dieudonné Amuli Bahigwa υπηρέτησε επί δεκαετίες στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, ενώ διετέλεσε Γενικός Επιθεωρητής της Εθνικής Αστυνομίας από το 2017.[1] Για την ένταξή του στην πολιτική και στο Mouvement de Libération du Congo (MLC), υπάρχει σχετικό δημοσίευμα από το Congo Inter που επιβεβαιώνει ότι το έτος 2023, προσχώρησε επίσημα στο MLC του Jean-Pierre Bemba.[2] Σε σχέση με τον Sylvano Kasongo, προκύπτει από πηγές πληροφόρησης πως είναι ανώτερος αξιωματικός της Εθνικής Αστυνομίας του Κονγκό και ότι διετέλεσε σε διάφορες θέσεις στη χώρα.[3] Παρόλο που ο αρμόδιος λειτουργός στην εισήγηση του καταλήγει πως ο Kasongo δεν έχει την ιδιότητα που επικαλείται ο αιτητής, χωρίς μάλιστα να προκύπτει έρευνα επί τούτου, διεξήγαγα έρευνα για το ζήτημα αυτό στα πλαίσια της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και διαφαίνεται πως το πρόσωπο αυτό είναι ανώτερος αξιωματικός.
Ωστόσο, το γεγονός ότι κατέστη δυνατή η επιβεβαίωση της ιδιότητας του προσώπου στο οποίο αναφέρθηκε ο αιτητής δεν αρκεί, αφ' εαυτού, για να τεκμηριώσει την εξωτερική αξιοπιστία του ουσιώδους ισχυρισμού που προβάλλει ο αιτητής, ούτε αποδεικνύει ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα συνδέονται με τα περιστατικά που ο ίδιος επικαλείται. Από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή στηρίζονται αποκλειστικά στις δηλώσεις που ο ίδιος παρέθεσε κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, χωρίς να συνοδεύονται από οποιοδήποτε πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο ικανό να τους ενισχύσει. Ενόψει του ότι οι δηλώσεις του παρουσιάζουν αντιφάσεις, ανακρίβειες, ελλείψεις ως προς την ευλογοφάνεια και ανεπαρκή παράθεση ουσιωδών πληροφοριών, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί δίωξής του δεν κρίνεται αξιόπιστος και ως εκ τούτου, δεν γίνεται αποδεκτός. Καταλήγω ότι ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή τεκμηριώθηκε επαρκώς. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου διαπιστώνω πως οι ισχυρισμοί του στηρίζονται αποκλειστικά στις δηλώσεις του κατά τη συνέντευξη, χωρίς να προσκομίζεται οποιοδήποτε πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο προς ενίσχυσή τους. Λαμβανομένου υπόψη ότι οι δηλώσεις του αιτητή παρουσίαζαν αντιφάσεις, ανακρίβειες, ελλείψεις ως προς την ευλογοφάνεια, καθώς και ανεπαρκή παράθεση ουσιωδών πληροφοριών, ο ισχυρισμός περί της επικαλούμενης δίωξής του δεν κρίθηκε αξιόπιστος και ως εκ τούτου, δεν γίνεται αποδεκτός. Κατά συνέπεια, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως ούτε η εσωτερική αλλά ούτε και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή τεκμηριώθηκε και κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν προβάλλει κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα και όσα επικαλέστηκε δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από το άρθρο 18 (5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000), ο αιτητής που επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών του, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αίτημα που υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν γινόταν δεκτός ως αξιόπιστος ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του, σημειώνεται πως πρόκειται για μία διαφορά που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τον τρόπο με τον οποίο προωθείται από τον αιτητή ο υπό εξέταση ισχυρισμός. Αναφορικά με τον αόριστο κίνδυνο που ισχυρίζεται ο αιτητής ότι διατρέχει από το εν λόγω πρόσωπο στη χώρα καταγωγής του, όπως έχω αναφέρει στην απόφασή μου στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020: «Η αόριστη επίκληση ενός κινδύνου ζωής, όταν όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνεπικουρείται εξ' ουδενός αντικειμενικού στοιχείου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αρκούντως σοβαρή, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει «βάσιμο φόβο δίωξης». Ούτως ή άλλως, οποιαδήποτε προσβολή ενός δικαιώματος δεν υποχρεώνει τις αρχές να χορηγήσουν το καθεστώς του πρόσφυγα στον υφιστάμενο την προσβολή.»
Πρόσθετα, από το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι ορθά διαπιστώθηκε από το δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, έχοντας αποδεχθεί ότι ο τελευταίος τόπος διαμονής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του είναι η Κινσάσα στο Κονγκό, περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει ο αιτητής, διεξήγαγε έρευνα για τη γενική κατάσταση ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Εκ της συγκεκριμένης έρευνας προέκυψε ότι η κατάσταση ασφαλείας παραμένει ασταθής κυρίως στο ανατολικό τμήμα της χώρας, καθώς εκεί υπάρχουν ένοπλες ομάδες που προκαλούν διακοινοτική βία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική κατάσταση, την ασφάλεια και την ανθρωπιστική κατάσταση. Καταγράφονται επίσης συνεχείς αναφορές για πολλές πόλεις στο ανατολικό Κονγκό που δέχθηκαν επίθεση ή έπεσαν υπό τον προσωρινό έλεγχο ένοπλων ομάδων.[4]
Ένοπλες συγκρούσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στις ανατολικές περιοχές του Κονγκό, όπως το Nord-Kivu, το Sud-Kivu και το Ituri, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στην επαρχία Κινσάσα, στην οποία ανήκει η πόλη Κινσάσα.[5] Η κατάσταση ασφαλείας στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό παραμένει εύθραυστη, με την ανταρτική ομάδα Mouvement du 23 Mars (M23) να επεκτείνει περαιτέρω την παρουσία της στην επαρχία του North Kivu. Η πιο πρόσφατη έκθεση του Γενικού Γραμματέα, που δημοσιεύθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου, σημειώνει ότι η κατάπαυση του πυρός μεταξύ των στρατιωτικών δυνάμεων της Ρουάντα και του Κονγκό έχει διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό, ενώ οι συγκρούσεις μεταξύ της M23 και άλλων ένοπλων ομάδων συνεχίζονται. Άλλες ένοπλες ομάδες που δρουν στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπως οι Συμμαχικές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ADF) και ο Συνεταιρισμός για την Ανάπτυξη του Κονγκό (CODECO), συνεχίζουν επίσης να στοχεύουν αμάχους στις επαρχίες North Kivu και Ituri της ανατολικής Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.[6]
Αναλύοντας τα κατωτέρω ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα που προέκυψαν κατόπιν περαιτέρω έρευνας αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί συγκεκριμένα στην Κινσάσα (Barumbu), οι εξωτερικές πηγές ενισχύουν το συμπέρασμα περί του ασφαλούς της εν λόγω περιοχής. Ειδικότερα, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία από τη βάση δεδομένων της ACLED ("Armed Conflict Location and Event Data Project") για το διάστημα από 12/05/2025 έως 12/06/2026, καταγράφηκαν στην Κινσάσα 158 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο 51 ανθρώπων.[7] Δεδομένου ότι ο εκτιμώμενος πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται σε 17,032,322[8] καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας (51 θάνατοι) δεν ανέρχεται σε τέτοια επίπεδα που σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής μπορεί να χαρακτηρίσει την επικρατούσα κατάσταση ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας.
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τόπο όπου διέμενε και στον οποίο αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, νεαρής ηλικίας, υγιής, μορφωμένος, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με ευρύ οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Radio Okapi. (2017, July 19). Général Amuli Bahigwa : des renseignements militaires à la tête de la Police. Retrieved from: https://www.radiookapi.net/2017/07/19/actualite/securite/general-amuli-bahigwa-des-renseignements-militaires-la-tete-de-la
[2] Congo Inter. (2023, December 9). RDC: Dieudonné Amuli, général à la retraite, se lance en politique en adhérant au MLC de Bemba. Retrieved from https://congointer.info/2023/12/09/rdc-dieudonne-amuli-general-a-la-retraite-se-lance-en-politique-en-adherant-au-mlc-de-bemba/
[3] Coi Query EASO- Democratic Republic of Congo (DRC) 2022_01_Q1_EASO_COI_Query_Response_DRC_LIKOFI_OPERATION.pdf (page 6,7)
[4] Gov.uk, Foreign travel advice Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/democratic-republic-of-the-congo/safety-and-security
[5] international Crisis Group's Crisis Watch, Conflict in focus, DRC, January 2024, διαθέσιμο σε https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/february-alerts-and-january-trends-2024#democratic-republic-of-congo , UN Security Council: Final report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo [S/2024/432], 4 June 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2112471/n2411880.pdf, HRW - Human Rights Watch: World Report 2025 - Democratic Republic of Congo, 16 January 2025 https://www.ecoi.net/en/document/2120071.html
[6] Security Council Report. (2024). Democratic Republic of the Congo, December 2024 Monthly Forecast, διαθέσιμο https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2024-12/democratic-republic-of-the-congo-28.php
[7] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ Battles / Violence against civilians / Riots / Protests και ΠΕΡΙΟΧΗ: Congo - Kinshasa)
[8] World Population, Congo, Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο