ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 4344/2024
03 Ιουνίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
B.B.F. ARCXXX Λάρνακα
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Ν. Χαραλαμπίδου (κα) για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για την Αιτήτρια.
Ν. Νικολάου (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Αιτήτρια Παρούσα
M. Katchatrian (κα) για διερμηνεία από Αγγλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 11/10/24 η οποία της κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να της παραχωρείται καθεστώς διεθνούς προστασίας ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία του Δικαστηρίου κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 18/11/21. Ακολούθως στις 18/09/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της, συντάχθηκε έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 19/09/24 και στις 27/09/24 απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας και έκδόθηκε απόφαση επιστροφής στο Καμερούν, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια, μέσω της Γραπτής Αγόρευσης της δικηγόρου της, υποστηρίζει ότι η συνέντευξη διενεργήθηκε χωρίς διερμηνέα, ότι η λειτουργός-εξεταστής αρνήθηκε να παραλάβει αποδεικτικά στοιχεία ή έγγραφα που επιθυμούσε να υποβάλει κατά την διοικητική διαδικασία εξέτασης αιτήματος ασύλου και παρέλειψε η αρμόδια αρχή να αξιολογήσει εφημερίδα που απεικονίζεται η ίδια και καταγράφεται η δίωξη της. Τονίζει, επίσης, ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση πάσχει καθότι λήφθηκε κατά παράβαση των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, των κατευθυντήριων γραμμών της Ύπατης Αρμοστείας, χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση, χωρίς δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, υπό πλάνη και πεπλανημένα κριτήρια και/ή είναι αναιτιολόγητη. Σημειώνεται ότι η Αιτήτρια με την προσφυγή της επισύναψε ένορκη δήλωση με τεκμήρια όπου εγείρει καινοφανείς ισχυρισμούς σε κατ΄ ισχυρισμό δίωξη (θα καταγραφούν/αξιολογηθούν οι ισχυρισμοί και/ή τεκμήρια στη κατάληξη).
Οι Καθ' ων η Αίτηση απαντούν ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα η επίδικη απόφαση να είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Διατείνονται ότι δεν κρίθηκε αναγκαίο η παροχή διερμηνείας και/ή η επικοινωνία μεταξύ λειτουργού και Αιτήτριας ήτο δυνατή, δεν προκύπτει από την συνέντευξη αδυναμία κατανόησης, ενώ οι λόγοι που εξέφρασε για εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις καθεστώτος διεθνούς προστασίας αφού αφορούν εκπαιδευτικούς και εργασιακούς λόγους.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της Αιτήτριας μέσω του δικηγόρου της αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον ενδιαφερόμενο/αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος). Πέραν τούτου, οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης.
Καταρχάς, οι ισχυρισμοί επί της διοικητικής διαδικασίας/συνέντευξης απορρίπτονται στο σύνολο τους ως ατεκμηρίωτοι. Η δικηγόρος της Αιτήτριας ζητά από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, καθότι δεν παρασχέθηκε διερμηνέας κατά τη συνέντευξη και/ή ήτο υποχρέωση των Καθ’ ων η Αίτηση να εξασφάλιζαν διερμηνέα κατά τη συνέντευξη ανεξάρτητα εάν η Αιτήτρια ομιλεί την αγγλική γλώσσα. Οι διατάξεις του Άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) υπό τον τίτλο «Αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και άλλων αρχών της Δημοκρατίας» προνοούν, μεταξύ άλλων και στην έκταση που μας ενδιαφέρει, τα εξής:
«18.(1) Κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε προσωπικής συνέντευξης πραγματοποιείται με τον αιτητή, στα πλαίσια είτε της ταχύρυθμης είτε της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων, κανένα πρόσωπο πλην του αιτητή, του δικηγόρου ή του νομικού του συμβούλου, του αρμόδιου λειτουργού, του κηδεμόνα ανηλίκου και του αναγκαίου διερμηνέα δύναται να παρευρίσκεται, εκτός εάν άλλως ζητήσει ο ίδιος ο αιτητής.
[...]
(2) Κατά την υποβολή της αίτησης, κατά την εξέταση της αίτησης και όποτε άλλοτε οι αρχές της Δημοκρατίας καλούν τον αιτητή, παρέχονται στον αιτητή δωρεάν υπηρεσίες διερμηνέα, όπου αυτό είναι αναγκαίο, για δε τους σκοπούς του παρόντος άρθρου θεωρείται ότι αυτό είναι πάντοτε αναγκαίο στην περίπτωση κατά την οποία η Υπηρεσία Ασύλου καλεί τον αιτητή σε προσωπική συνέντευξη και δεν είναι δυνατή η απαραίτητη επικοινωνία χωρίς τις υπηρεσίες αυτές.
(2Α) (α) Ο αρμόδιος λειτουργός που διεξάγει προσωπική συνέντευξη με τον αιτητή σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο-
(i) δύναται να μεριμνά για την ακουστική ή/και οπτικοακουστική καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης και, σε τέτοια περίπτωση, λαμβάνει τα δέοντα μέτρα ώστε η καταγραφή ή/και το κείμενο της απομαγνητοφώνησης να διατίθεται σε σχέση με το φάκελο του αιτητή∙
(ii) είτε συντάσσει διεξοδική και εμπεριστατωμένη γραπτή έκθεση η οποία περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία επί των γεγονότων, είτε απομαγνητοφωνεί την τυχόν ακουστική ή/και οπτικοακουστική καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης∙
(iii) παρέχει την ευκαιρία στον αιτητή να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις ή/και να παράσχει διευκρινίσεις προφορικά ή/και γραπτώς σε σχέση με τυχόν εσφαλμένες μεταφράσεις ή παρερμηνείες που περιλαμβάνονται στην γραπτή έκθεση ή στο κείμενο της απομαγνητοφώνησης, στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης ή εντός καθορισμένου χρονικού ορίου πριν λάβει απόφαση ο Προϊστάμενος επί της αίτησης∙
(iv) για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (iii), ενημερώνει πλήρως τον αιτητή για το περιεχόμενο της γραπτής έκθεσης ή για ουσιώδη στοιχεία του κειμένου της απομαγνητοφώνησης, με τη συνδρομή διερμηνέα εάν είναι απαραίτητο, και κατόπιν ζητά από τον αιτητή να επιβεβαιώσει ότι το περιεχόμενο της γραπτής έκθεσης ή του κειμένου της απομαγνητοφώνησης αντικατοπτρίζει σωστά την συνέντευξη· σε περίπτωση που ο αιτητής αρνείται να επιβεβαιώσει ότι το περιεχόμενο της γραπτής έκθεσης ή του κειμένου της απομαγνητοφώνησης αντικατοπτρίζει σωστά την προσωπική συνέντευξη, οι λόγοι άρνησής του καταχωρίζονται στον προσωπικό του φάκελο και η άρνηση αυτή δεν εμποδίζει τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης.
[...]»
[ο τονισμός δικός μου]
Το δε Άρθρο 12(1)(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση), προνοεί ότι:
«1. Τα κράτη μέλη, με τις διαδικασίες του κεφαλαίου III, μεριμνούν ώστε να παρέχονται σε όλους τους αιτούντες οι ακόλουθες εγγυήσεις:
[…]
β) να τους παρέχονται υπηρεσίες διερμηνέα, όταν αυτό είναι απαραίτητο για να εκθέσουν την περίπτωσή τους στις αρμόδιες αρχές. Τα κράτη μέλη θεωρούν απαραίτητο να παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες τουλάχιστον όταν ο αιτών πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο συνέντευξης όπως αναφέρεται στα άρθρα 14 έως 17 και 34 και δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η δέουσα επικοινωνία χωρίς διερμηνέα. Σε αυτήν την περίπτωση και σε άλλες περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές καλούν τον αιτούντα, οι εν λόγω υπηρεσίες αμείβονται από το Δημόσιο·
[…]»
[ο τονισμός δικός μου]
Καθίσταται σαφές τόσο από τις πρόνοιες εθνικής νομοθεσίας όσο και από την ίδια την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2013/32/ΕΕ, που αφορά κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ότι η διερμηνεία στα πλαίσια της συνέντευξης αιτούντα άσυλο παρέχεται όπου αυτή είναι αναγκαία και/ή στην περίπτωση κατά την οποία δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η δέουσα επικοινωνία (μεταξύ λειτουργού-εξεταστή και αιτούντα άσυλο) χωρίς διερμηνέα. Δεν απαιτείται, λοιπόν, η παροχή διερμηνείας κατά την συνέντευξη οριζόντια και/ή σε όλες τις περιπτώσεις, ούτε αποτελεί προαπαιτούμενο για τη διεξαγωγή της συνέντευξης, αλλά ούτε και στην παρούσα περίπτωση αποτελεί πλημμέλεια στη διαδικασία της συνέντευξης, όπου η επικοινωνία διενεργήθηκε στην αγγλική γλώσσα μόνο μεταξύ λειτουργού-εξεταστή και Αιτήτριας, ως ο ισχυρισμός της συνηγόρου της. Η ίδια η Αιτήτρια στην αίτηση ασύλου της καταγράφει ότι μητρική της γλώσσα είναι η Αγγλική (ερυθρό 3 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ»), όλη η διαδικασία της συνέντευξης διενεργήθηκε στην Αγγλική γλώσσα και όλο το πρακτικό της συνέντευξης είναι συνταγμένο στην Αγγλική γλώσσα (ερυθρό 37-31 ΔΦ). Με το πέρας της συνέντευξης και/ή από τα εν λόγω ερυθρά του ΔΦ προκύπτει ότι τόσο η λειτουργός όσο και η Αιτήτρια υπέγραψαν κάθε σελίδα της συνέντευξης. Επίσης, στο τέλος των πρακτικών της συνέντευξης, η Αιτήτρια υπέγραψε υπό το εξής κείμενο δήλωσης: «I, the undersigned, confirm that all information in the transcript s true and accurate. I have fully understood in (language), which is a language that I fully understand, all the information provided by the competent officer regarding the asylum procedures, concerning my rights and obligations and the questions addressed to me. I confirm that the recorded responses accurately reflect my statements. Therefore, I declare that I do not wish to change any of my statements nor to question any of the information submitted in the interview», βεβαιώνοντας πως όσα καταγράφονται (στο πρακτικό της συνέντευξης της) αντικατοπτρίζουν επακριβώς τις δηλώσεις της (ερυθρό 31 ΔΦ). Ούτε προκύπτει, από τα πρακτικά της συνέντευξης και/ή τα στοιχεία του φακέλου ότι δεν αντιλαμβανόταν την διαδικασία ή την οποιαδήποτε ερώτηση και θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να ζητήσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις από τhν ίδια την λειτουργό της υπόθεσης της. Εξάλλου, στο πρακτικό της συνέντευξης γίνεται εκτενής και/ή ενδελεχής ενημέρωση της για τη διαδικασία της συνέντευξης, της διενέργειας της στην αγγλική και/ή ερωτάται κατά πόσο είναι σε θέση να παρακολουθήσει την εν λόγω διαδικασία (ερυθρό 36 ΔΦ). Συνεπώς, δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και ο ισχυρισμός για παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας απορρίπτεται ως αβάσιμος (ως η ανωτέρω ανάλυση).
Ακολουθεί η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της μέσω της ένορκης δήλωσης της και/ή καταληκτικά διερεύνηση κατά πόσο εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες της νομοθεσίας κατά την συνέντευξη που είναι στοιχεία άμεσα συνυφασμένα με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Με βάση τα στοιχεία του φακέλου η Αιτήτρια στην αίτησή της κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της επειδή αισθανόταν απογοητευμένη και αβοήθητη μετά τη δολοφονία του πατέρα της από στρατιωτικούς κατά τη διάρκεια του πολέμου στη χώρα της. Πρόσθεσε ότι η κατάσταση αυτή έθεσε και τη δική της ζωή σε κίνδυνο (ερυθρό 1 ΔΦ) – χωρίς την καταγραφή οποιαδήποτε άλλης πληροφορίας. Κατά την διάρκεια της συνέντευξής της ως προς τις προσωπικές της πληροφορίες πρόβαλε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, χριστιανικού θρησκεύματος, προερχόμενη από την πόλη Buea της Νοτιοδυτικής Επαρχίας, η οποία αποτελεί τόσο τόπο γέννησης όσο και προηγούμενης συνήθους διαμονής της. Ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ομιλεί διάφορες γλώσσες, μεταξύ των οποίων αγγλικά και γαλλικά, και εργάστηκε ως καθαρίστρια στο Καμερούν και αργότερα στο Ντουμπάι, όπου διέμενε από το 2017 μέχρι το 2021. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι άγαμη, ότι η μητέρα της και λοιποί συγγενείς της διαμένουν στο Καμερούν, ενώ οι δύο αδελφοί της ζουν και εργάζονται στην Yaounde (ερυθρό 34-36 ΔΦ). Ως προς τους λόγους που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ανέφερε ότι επιθυμούσε να σπουδάσει και να εργαστεί στο εξωτερικό. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι στην αγγλόφωνη περιοχή του Καμερούν, από όπου κατάγεται, επικρατεί ανασφάλεια λόγω των συγκρούσεων μεταξύ της κυβέρνησης και των αυτονομιστών. Ανέφερε ότι το 2017 διατηρούσε σχέση με άνδρα, για τον οποίο αργότερα πληροφορήθηκε ότι ήταν αυτονομιστής μαχητής, γεγονός που την οδήγησε να διακόψει τη σχέση και να μεταβεί στο Ντουμπάι, όπου διέμενε και εργαζόταν για περίπου τρία έτη. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι κατά την επιστροφή της στο Καμερούν πληροφορήθηκε ότι ο πατέρας της είχε σκοτωθεί στο πλαίσιο της σύγκρουσης και ότι τόσο η ίδια όσο και η μητέρα της φοβούνταν λόγω της κατάστασης ασφαλείας. Ανέφερε ότι κυβερνητικές αρχές τις ρώτησαν κατά πόσον είχαν οποιαδήποτε σχέση με αυτονομιστές, κάτι το οποίο αρνήθηκαν. Πρόσθεσε ότι, εξαιτίας της κατάστασης που επικρατούσε στην Buea, αποφασίστηκε η ίδια να αναχωρήσει εκ νέου από τη χώρα, ενώ η μητέρα της μετακινήθηκε στο χωριό Bali Nyounga, στην περιοχή Bamenda. Τέλος, δήλωσε ότι δεν είχε άλλους λόγους αναχώρησης από το Καμερούν και ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, θα μπορούσε να διαμείνει στην περιοχή Yaounde μαζί με έναν από τους αδελφούς της, την οποία θεωρεί ασφαλή επειδή πρόκειται για γαλλόφωνη περιοχή (ερυθρό 31-33 ΔΦ).
Από τις απαντήσεις της Αιτήτριας ο λειτουργός αποδέχθηκε όλους τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς, ήτοι το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τον τόπο συνήθους διαμονής της στη ΝΔ Επαρχία του Καμερούν (πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός) (ερυθρό 52 ΔΦ), τον ισχυρισμό περί αναχώρησης της από το Καμερούν για εκπαιδευτικούς και εργασιακούς λόγους (δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός) (ερυθρό 51 ΔΦ) καθώς και τον ισχυρισμό περί της τρέχουσας κρίσης στην περιοχή (τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός) (ερυθρό 51 ΔΦ). Ακολούθως, ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της. Λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά και το προσωπικό της προφίλ, κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη ότι η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε κατά τη συνέντευξή της ότι, σε περίπτωση επιστροφής, θα εγκαθίστατο στην περιοχή Yaounde, όπου διαμένουν οι αδελφοί της και την οποία θεωρεί ασφαλή λόγω του ότι πρόκειται για γαλλόφωνη περιοχή. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση κινδύνου επικεντρώθηκε στις συνθήκες που επικρατούν στην εν λόγω περιοχή. Βάσει των πληροφοριών χώρας καταγωγής που εξετάστηκαν, διαπιστώθηκε ότι στην περιοχή Yaounde δεν καταγράφονται περιστατικά συγκρούσεων ή επίπεδο βίας ικανό να θεμελιώσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Κατά συνέπεια, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι η Αιτήτρια θα εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στην Yaoundé του Καμερούν (ερυθρό 50 ΦΔ). Δεδομένης, λοιπόν, της αποδοχής των ισχυρισμών της Αιτήτριας στο σύνολό τους η λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση μελλοντικού κινδύνου και κατέληξε σε συνάρτηση με το προφίλ της ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί συμπεριφορά που να ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο EASO «Δικαστική Ανάλυση του (2018) Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)», σελίδα 92:
«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον[1]. Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)[2]] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης[3]. Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο. Το ΔΕΕ ενέκρινε αυτή την προσέγγιση δύο σταδίων: Στην πραγματικότητα, η «αξιολόγηση» αυτή γίνεται σε δύο αυτοτελή στάδια. Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας[4].»
Σύμφωνα με το ίδιο εγχειρίδιο[5]:
«Ο όρος «φόβος» αντικατοπτρίζει τη μελλοντοστραφή έμφαση των ορισμών της σύμβασης για τους πρόσφυγες και της ΟΕΑΑ. Η ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) επεκτείνει την προστασία όχι μόνο στα πρόσωπα που υπέστησαν πραγματικά δίωξη, αλλά και σε εκείνα που διατρέχουν κίνδυνο δίωξης[6]. Αντικατοπτρίζει επίσης την αποδοχή της ιδέας ότι η απειλή δίωξης αρκεί για να διαπιστωθεί ύπαρξη δίωξης. Επομένως, ένα πρόσωπο δεν χρειάζεται να περιμένει να υποστεί διώξεις για να υποβάλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, αλλά μπορεί να «φοβάται» μελλοντική δίωξη.
Το ΔΕΕ τόνισε τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Y και Z, όπου αποφάνθηκε ότι:
«[ο]σάκις οι αρμόδιες αρχές καλούνται να εκτιμήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ) αυτής, αν ο αιτών διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί, οφείλουν να διερευνήσουν αν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να φοβείται βασίμως, λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης καταστάσεώς του, ότι αποτελεί πράγματι αντικείμενο πράξεων διώξεως[7].»
[ο τονισμός δικός μου]
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν τότε από την Αιτήτρια δεν διαπιστώνεται προσωπική δίωξή και/ή δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε δε πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις για παραχώρηση σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα καθότι δεν πληρούνται τα κριτήρια μορφής δίωξης, του φορέα δίωξης αλλά ούτε τεκμηρίωσε ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής του που να αντιμετωπίζει δίωξη (Βλέπε Άρθρα 3, 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Θεωρώ, επιπρόσθετα επί των συμπερασμάτων της λειτουργού ότι δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι οι ισχυρισμοί της συνδέονται με πράξεις δίωξης στη χώρα του οι οποίες «[.] κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης [.] είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή (β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).» Εξ ορισμού του Άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν6(Ι)/2000) και βάσει των προσωπικών περιστάσεων της δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του ορισμού δίωξης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Προχωρώ στην εξέταση της ένορκης δήλωση της Αιτήτριας (ημερομηνίας 14/11/24) που επισύναψε με την προσφυγή της η οποία συνοδεύεται με σειρά εγγράφων και τεκμηρίων – τα οποία ουδέποτε προσκομίστηκαν κατά την διοικητική διαδικασία και/ή ουδόλως συνδέονται με το αίτημα ασύλου της όπως αυτό αρχικά υποβλήθηκε και/ή διερευνήθηκε. Ειδικότερα, προσκόμισε: (α) Τεκμήριο 1 κατ΄ ισχυρισμό ένορκη δήλωση του δικηγόρου και συμβολαιογράφου ABILABI COLBERT NICKO, ο οποίος φέρεται να ενεργεί ως οικογενειακός δικηγόρος της οικογένειάς της στο Καμερούν. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης, μετά την αναχώρηση της Αιτήτριας από το Καμερούν οι κρατικές αρχές και οι δυνάμεις ασφαλείας συνέχισαν να την αναζητούν, ασκώντας πιέσεις και πραγματοποιώντας επιθέσεις κατά μελών της οικογένειάς της προκειμένου να αποκαλύψουν τον τόπο διαμονής της. Στην ίδια δήλωση γίνεται επίσης αναφορά στην ύπαρξη εντάλματος σύλληψης εις βάρος της για αδικήματα που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη μη παρουσίαση για αναφορά, την παράνομη κατοχή πυροβόλων όπλων, την απόδραση από νόμιμη κράτηση, την τρομοκρατία και τις αποσχιστικές δραστηριότητες, ενώ εκφράζεται η άποψη ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί, (β) Τεκμήριο 2 κατ΄ ισχυρισμό ιατρικό πιστοποιητικό εκδοθέν από τον Δρ. Nkouonlack Fidelis Tiaya, Αρχίατρο του Integrated Health Centre-PMI Buea. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου, η Αιτήτρια νοσηλεύθηκε από τις 21/05/21-12/06/21, παρουσιάζοντας πολλαπλές σωματικές κακώσεις, μεταξύ των οποίων υποεπιπεφυκοτική αιμορραγία και οίδημα στο αριστερό μάτι, εκχυμώσεις στο πρόσωπο, την κοιλιακή χώρα, τους γλουτούς και τους μηρούς, τραυματισμό στο δεξί γόνατο και δυσκολία στη βάδιση. Στο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι τα τραύματα προκλήθηκαν κατόπιν επίθεσης και κακοποίησης, ενώ καταγράφεται και μεταγενέστερη διάγνωση κατάθλιψης κατά την ιατρική παρακολούθησή της, (γ) Τεκμήριο 3 κατ΄ ισχυρισμό ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 16/11/21, το οποίο φέρεται να εκδόθηκε από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Καμερούν και να φέρει την υπογραφή του αρμόδιου εισαγγελέα. Σύμφωνα με το περιεχόμενό του, η Αιτήτρια καταζητείται για τα αδικήματα της μη παρουσίασης για αναφορά, της παράνομης κατοχής πυροβόλων όπλων, της απόδρασης από νόμιμη φύλαξη, της τρομοκρατίας και της συμμετοχής σε αποσχιστικές δραστηριότητες, (δ) Τεκμήριο 4 προσκομίστηκε κατ΄ ισχυρισμό πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα της, Fombang Mathias Kumbuma. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο πατέρας της, ο οποίος υπηρετούσε στον στρατό, σκοτώθηκε στις 28/02/21 από αυτονομιστή μαχητή με τον οποίο η ίδια διατηρούσε στο παρελθόν προσωπική σχέση, (ε) Τεκμήριο 5 προσκομίστηκε κατ΄ ισχυρισμό δεύτερη ένορκη δήλωση του δικηγόρου ABILABI COLBERT NICKO, στην οποία παρατίθεται εκτενέστερα το ιστορικό της δίωξης της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι η Αιτήτρια συνελήφθη στις 24/03/21 από χωροφύλακες, κρατήθηκε για τέσσερις εβδομάδες σε απομόνωση, υπέστη βασανιστήρια, μεταφέρθηκε ενώπιον του Επιτρόπου της Κυβέρνησης στο Στρατιωτικό Δικαστήριο της Buea και ακολούθως κρατήθηκε για περίπου έναν μήνα στις κεντρικές φυλακές της πόλης. Περαιτέρω αναφέρεται ότι αφέθηκε ελεύθερη κατόπιν καταβολής εγγύησης από τον αδελφό της, παρουσιάστηκε ενώπιον ανακριτή και η υπόθεσή της ορίστηκε για εκδίκαση ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα πριν από την προγραμματισμένη δικάσιμο, με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εις βάρος της, ενώ εκφράζεται η θέση ότι σε περίπτωση επιστροφής της κινδυνεύει με μακροχρόνια φυλάκιση, βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη μεταχείριση, (στ) Τεκμήριο 6 κατατέθηκε κατ΄ ισχυρισμό ένορκη δήλωση του αδελφού της Αιτήτριας, Wabila Fombang Derick, ο οποίος επιβεβαιώνει, σύμφωνα με το περιεχόμενό της, τα ουσιώδη στοιχεία του ιστορικού που προβάλλει η Αιτήτρια αναφορικά με τη σύλληψη, την κράτηση, την ποινική δίωξη και την καταζήτησή της από τις αρχές του Καμερούν, (ζ) Τέλος, ως Τεκμήριο 7 προσκομίστηκε κατ΄ ισχυρισμό δημοσίευμα της εφημερίδας «The Guardian Post» ημερομηνίας 08/10/21, στο οποίο γίνεται αναφορά στο πρόσωπο της Αιτήτριας, στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον της, στην καταζήτησή της από τις αρχές του Καμερούν και σε φερόμενη επικήρυξή της. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Αιτήτρια καταζητείται για αδικήματα που σχετίζονται με τρομοκρατία, αποσχιστικές δραστηριότητες και προδοσία κατά του κράτους, ενώ γίνεται αναφορά και στο ενδεχόμενο παραπομπής της ενώπιον στρατιωτικού δικαστηρίου σε περίπτωση σύλληψής της.
Καταρχάς μετά από αξιολόγηση της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας προκύπτει αναληθώς ότι τα εν λόγω έγγραφα αποδεικνύουν την αξιοπιστία της στους ισχυρισμούς και/ή θέσεις της που αναπτύχθηκαν κατά την συνέντευξη της στην Υπηρεσία Ασύλου. Ουδόλως τα στοιχεία αυτά συνδέονται με το αίτημα ασύλου της, τις δηλώσεις της κατά την συνέντευξη και/ή τα υπόλοιπα στοιχεία του φακέλου της, ήτοι: (α) το Τεκμήριο 1 δεν βρίσκει έρεισμα στις δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη, ενώ ανέφερε ότι οι αρχές την είχαν ερωτήσει σχετικά με τυχόν σχέσεις της με αυτονομιστές, δεν ισχυρίστηκε ότι καταζητείται, ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος της ή ότι οι συγγενείς της υφίστανται πιέσεις και επιθέσεις από τις αρχές λόγω αυτής, (β) ούτε Τεκμήριο 2 συνάδει με το αφήγημα της Αιτήτριας, καθότι κατά τη συνέντευξη δεν ανέφερε ότι συνελήφθη, κρατήθηκε, κακοποιήθηκε ή νοσηλεύθηκε εξαιτίας ενεργειών των αρχών του Καμερούν, (γ) επίσης και το Τεκμήριο 3 δεν βρίσκει έρεισμα στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, η οποία ουδέποτε ανέφερε κατά τη συνέντευξη ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος της ή ότι αντιμετώπιζε ποινικές κατηγορίες σχετιζόμενες με τρομοκρατία ή αποσχιστικές δραστηριότητες, (δ) παρόλο που το Τεκμήριο 4 βρίσκει μερικό έρεισμα στις δηλώσεις της Αιτήτριας, καθότι η ίδια ανέφερε ότι ο πατέρας της σκοτώθηκε από τον στρατό στο πλαίσιο της σύγκρουσης στο Καμερούν, εντούτοις, δεν ισχυρίστηκε ότι ο θάνατός του συνδεόταν με τη δική της προσωπική σχέση με αυτονομιστή μαχητή ή ότι επρόκειτο για πράξη εκδίκησης εναντίον της, (ε) το δε Τεκμήριο 5 περιλαμβάνει ισχυρισμούς περί σύλληψης, κράτησης, βασανιστηρίων, παραπομπής σε στρατιωτικό δικαστήριο και έκδοσης εντάλματος σύλληψης, οι οποίοι δεν προβλήθηκαν κατά τη συνέντευξη, (στ) πρόσθετα το Τεκμήριο 6, στο μέτρο που επαναλαμβάνει και επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στο Τεκμήριο 5, δεν βρίσκει έρεισμα στις δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη διοικητική διαδικασία, αφού τα περιστατικά που περιγράφονται σε αυτό δεν είχαν προβληθεί από την ίδια, (ζ) Τέλος, ούτε το Τεκμήριο 7 συνδέεται με τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξη, καθότι το δημοσίευμα αναφέρεται σε ένταλμα σύλληψης, καταζήτηση και κατηγορίες σχετιζόμενες με τρομοκρατία και προδοσία, στοιχεία τα οποία ουδέποτε αποτέλεσαν μέρος του αφηγήματός της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Υπό τύπο σχολίου θα πρέπει να καταγραφεί ότι τα έγγραφα/αποδεικτικά στοιχεία που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1, 5, 6 φέρουν όλα τις ίδιες ημερομηνίες 28/08/21 και αποτελούν κατ΄ ισχυρισμό ένορκες δηλώσεις με μειωμένη αποδεικτική αξία και/ή ούτε επιβεβαιώνουν ισχυρισμούς που αναπτύχθηκαν κατά την συνέντευξη, επίσης τα Τεκμήρια 2, 3, 4 (ημερομηνίας 22/06/21, 16/11/21, 11/03/21) λόγω μορφής, σύνταξης και σφραγίδων δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης κατά πόσο αποτελούν αυθεντικά έγγραφα ή χαλκευμένα, καταληκτικά σε σχέση με την εφημερίδα ως Τεκμήριο 7 σημειώνεται ότι η εκτύπωση σε χαρτί εφημερίδας δεν αποτελεί με βεβαιότητα ως αυθεντικό έντυπο. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσε η Διεύθυνση Έρευνας του Συμβουλίου Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά κατόπιν σχετικής έρευνας, επιβεβαιώνονται οι πληροφορίες περί Καμερουνέζων δημοσιογράφων οι οποίοι έχουν παραποιήσει άρθρα εφημερίδων προκειμένου να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς προσφύγων που έχουν υποβάλει Καμερουνέζοι στο εξωτερικό. Η Global Integrity σημείωσε ότι οι δημοσιογράφοι ασκούν «ψεύτικη δημοσιογραφία» στο Καμερούν, για να βοηθήσουν τους Καμερουνέζους αιτούντες άσυλο στο εξωτερικό. Οι δε εκδότες εφημερίδων δωροδοκούνται από συγγενείς αιτούντων άσυλο για να δημοσιεύσουν άρθρα που «κανονικά» δεν θα πληρούσαν τα βασικά δημοσιογραφικά πρότυπα, όπως ιστορίες για «διώξεις ακτιβιστών» οι οποίες περιλαμβάνουν το όνομα που υποδεικνύεται από το άτομο που πληρώνει τη δωροδοκία. Η Global Integrity αναφέρει ότι οι αιτούντες άσυλο υποβάλλουν ψευδείς ειδήσεις ως αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη των αιτημάτων τους για πολιτικό άσυλο, ενώ προσθέτει ότι οι συγγραφείς αυτών των άρθρων, που επικεντρώνονται σε αιτούντες άσυλο, δεν έχουν καμία εκπαίδευση και είναι ιδιοκτήτες μικρών εφημερίδων, στις οποίες δημοσιεύουν άρθρα έναντι αμοιβής. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι «η ποινική συκοφαντική δυσφήμιση χρησιμοποιείται για να επιτεθεί σε δημοσιογράφους που κάνουν λάθη, αλλά, παραδόξως, όχι σε εκείνους που έχουν κολλήσει στη δημοσίευση ιστοριών ασύλου», και «οι εισαγγελείς εστιάζουν το ενδιαφέρον τους σε επικριτές κυβερνητικών αξιωματούχων και βαρόνων εξουσίας». Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο της Quotidien Mutations, η κυβέρνηση δεν ασχολείται με το ζήτημα των ψευδών άρθρων ειδήσεων, ειδικά επειδή δεν υποβάλλονται ποτέ καταγγελίες εναντίον αυτού του είδους των εφημερίδων[8]. Ένα τηλεγράφημα από την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Καμερούν συνόψιζε την κατάσταση του ασύλου, αναφέροντας «προκατασκευασμένες αξιώσεις δίωξης» και πρόσθετε ότι στο Καμερούν πωλούνται, συν τις άλλοις, κάρτες μέλους σε «παράνομες» οργανώσεις, άρθρα εφημερίδων, επιστολές από μη δανειοδοτημένα άτομα, πλαστά έγγραφα σχετικά με τη «σύλληψη» ενός πολιτικού κρατουμένου υπογεγραμμένα από πραγματικούς αστυνομικούς, φωτογραφίες υποτιθέμενων πολιτικών κρατουμένων σε κελιά φυλακών με πραγματικούς αστυνομικούς παρόντες, και δικηγόρους και δικαστικούς επιμελητές που συντάσσουν ένορκες βεβαιώσεις ισχυριζόμενες γεγονότα που δεν έχουν ποτέ συμβεί, όπως η πυρπόληση σπιτιών από υποτιθέμενους κυβερνητικούς πράκτορες. Η Πρεσβεία των Η.Π.Α. έχει εντοπίσει άμεσα στοιχεία για όλες αυτές τις ιδιοτελείς δραστηριότητες και πιστεύει ότι οι εν λόγω ενέργειες είναι δόλιες[9]. Τα αποτελέσματα άλλωστε παλαιότερης αποστολής ανεύρεσης γεγονότων (fact finding mission) της Δανικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης, επιβεβαίωσε ότι πλαστογράφηση εγγράφων είναι ένα ιδιαίτερα διαδεδομένο φαινόμενο στο Καμερούν, καθώς γνήσια αντίγραφα πιστοποιητικών γέννησης, ταυτοτήτων, πιστοποιητικά γάμου, εντάλματα σύλληψης και πιστοποιητικά αποφυλάκισης μπορούσαν να αγοραστούν στο δρόμο στο Καμερούν. Σε σχέση με τα άρθρα των εφημερίδων, έρευνα αναφέρει ότι υπήρξαν περιπτώσεις ορισμένων εφημερίδων που τύπωναν ψευδή άρθρα εφημερίδων έναντι χρημάτων. Τέτοια άρθρα συνήθως τυπώνονταν όταν η επίσημη έκδοση της εφημερίδας είχε ήδη τυπωθεί και διανεμηθεί. Η εφημερίδα άλλαζε στη συνέχεια μία σελίδα και έβαζε ένα ψευδές άρθρο αντί για το πρωτότυπο. Αυτά τα ψευδή άρθρα συνήθως περιέγραφαν κάποιον ως καταζητούμενο από τις αρχές λόγω των πολιτικών του δραστηριοτήτων. Τα αιτήματα για την εκτύπωση τέτοιων άρθρων εφημερίδων προέρχονταν από άτομα που σχεδίαζαν να ζητήσουν άσυλο στο εξωτερικό και που ήθελαν να είναι σε θέση να προσκομίσουν έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι θα είχαν προβλήματα με τις αρχές εάν επέστρεφαν στο Καμερούν. Οι συντάκτες επιβεβαίωσαν ότι τους ζητήθηκε να δημοσιεύσουν ψευδή άρθρα από άτομα που σκόπευαν να τα χρησιμοποιήσουν για την υποστήριξη αιτήσεων ασύλου[10].
Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε στην ένορκη δήλωσή της ότι όλα τα πιο πάνω τεκμήρια βρίσκονταν ήδη στην κατοχή της κατά τον χρόνο διεξαγωγής της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου στις 18/09/24 και ότι επιχείρησε να τα προσκομίσει προς υποστήριξη των ισχυρισμών της. Κατά τους ισχυρισμούς της, η λειτουργός αρνήθηκε να παραλάβει τα έγγραφα αυτά, θεωρώντας ότι δεν ήταν σημαντικά για την εξέταση της υπόθεσής της, με αποτέλεσμα να μην περιληφθούν στον διοικητικό φάκελο ούτε να ληφθούν υπόψη κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Η Αιτήτρια υποστήριξε περαιτέρω ότι τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν κρίσιμη μαρτυρία προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών που προέβαλε κατά τη συνέντευξή της αναφορικά με τη σύλληψη, κράτηση, δίωξη και καταζήτησή της από τις αρχές του Καμερούν. Για τον λόγο αυτό, τα επισύναψε στην ένορκη δήλωσή της κατά την καταχώριση της παρούσας προσφυγής, επικαλούμενη τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει νέα στοιχεία και έγγραφα τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά το διοικητικό στάδιο. Στο πλαίσιο αυτό, ζήτησε όπως τα ανωτέρω τεκμήρια ληφθούν υπόψη, αξιολογηθούν και συνεκτιμηθούν κατά την εκδίκαση της παρούσας προσφυγής. Οι ισχυρισμοί, όμως, που περιέχονται στα πιο πάνω Τεκμήρια δεν συνάδουν ούτε αποκαλύπτονται από το φάκελο της Αιτήτριας διότι: (i) στην αίτηση ασύλου της ουδόλως καταγράφεται ότι εγκατέλειψε την χώρα της λόγω κράτησης, βασανιστηρίων και/ή ότι καταζητείται από τις αρχές της χώρας της (ερυθρό 1) ούτε υπέβαλε έγγραφα, (ii) αναχώρησε νόμιμα από την χώρα της με την χρήση διαβατηρίου χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές του Καμερούν (ερυθρό 5), (iii) με τις απαντήσεις που έδωσε η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξή της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όταν ερωτήθηκε κατά πόσο είχε ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, απάντησε αρνητικά, δεν ανέφερε ότι καταζητείται ή ότι εκκρεμεί οποιαδήποτε ποινική διαδικασία ή ένταλμα σύλληψης εις βάρος της (ερυθρό 32/1Χ ΔΦ), (iv) αντιθέτως, όταν ερωτήθηκε σχετικά με τις συνέπειες ενδεχόμενης επιστροφής της στο Καμερούν, δήλωσε ότι θα μπορούσε να εγκατασταθεί στην περιοχή Yaounde μαζί με έναν από τους αδελφούς της, την οποία θεωρούσε ασφαλή (ερυθρό 33/3Χ ΔΦ), ενώ δεν εξέφρασε φόβο σύλληψης ή δίωξης από τις κρατικές αρχές κατά την είσοδό της στη χώρα (ερυθρό 32, 1Χ ΔΦ), (v) κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και όταν της δόθηκε η ευκαιρία να προσκομίσει έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, δήλωσε ότι δεν διέθετε οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα (ερυθρό 32 ΔΦ). Σημειώνεται επί τούτου ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας σε σχέση με την προσαχθείσα μαρτυρία είχε την ευκαιρία να θέσει ερωτήματα προς την Αιτήτρια αναφορικά με την μη έγκαιρη προσκόμιση εγγράφων/στοιχείων όπου η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν θυμόταν την ημερομηνία την οποία παρέλαβε τα έγγραφα, με επαναληπτική ερώτηση ανέφερε ότι τα έλαβε μία εβδομάδα πριν την συνέντευξη και ότι τα έλαβε από τον δικηγόρο της. Μετά από υπόδειξη των αναφορών της στην αίτηση διεθνούς προστασίας και σημείων της συνέντευξης η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν είναι αυτά που είπε στην λειτουργό-εξεταστή της υπόθεσης, ότι λάθος υπόγραψε προς επιβεβαίωση των δηλώσεων της και ότι αυτοί είναι οι λόγοι που έφυγε από την χώρα της. Σύμφωνα με τον πρακτικό οδηγό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου για την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων,[11] - κατά την εξέταση της αξιοπιστίας των αποδεικτικών στοιχείων που υποστηρίζουν τα ουσιαστικά γεγονότα, ο υπεύθυνος της υπόθεσης θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η ατομική θέση και οι προσωπικές συνθήκες του αιτούντος ενδέχεται να επηρεάσουν σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο ο αιτών βλέπει και παρουσιάζει τα γεγονότα που αφορούν την αίτησή του - ανάμεσα στους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι η μνήμη, η ηλικία και το μορφωτικό επίπεδο. Στις περιπτώσεις, όμως, όπου παρουσιάζονται ψευδείς πληροφορίες από τον αιτούντα άσυλο η επίδραση τους μπορεί να είναι μοιραία για το αίτημα ασύλου του, ειδικά εάν αυτές οι πληροφορίες είναι καίριας σημασίας στην συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του[12]. Η εικόνα που παρουσίασε η Αιτήτρια με τις απαντήσεις και/ή δηλώσεις της κατά την διάρκεια εξέτασης της σε συνάρτηση με προηγούμενες δηλώσεις εντός του φακέλου της, δεν έπεισε το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια και την αξιοπιστία των καινοφανών ισχυρισμών της που ουδέποτε παρουσίασε κατά το στάδιο διοικητικής διαδικασίας. Οι πληροφορίες που παρουσίασε ήταν ελλιπείς και αντιφατικές, ούτε έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι πρόκειται για πρόσωπο που λόγω των περιστάσεων της χρήζει διεθνούς προστασίας. Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης τα έγγραφα δεν γίνονται αποδεκτά και απορρίπτονται.
Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε κατά πόσο η Αιτήτρια θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 20/05/26) στην Κεντρική Περιφέρεια (Centre) του Καμερρούν, όπου εντάσσεται η Yaounde (τόπος επιστροφής της Αιτήτριας), σημειώθηκαν συνολικά 17 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατ' αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 7 ανθρώπινες απώλειες.[13] Σημειώνεται ακόμη ότι ο πληθυσμός της περιoχης Centre ανέρχεται στα 5,487,600 εκατομμύρια κατοίκους (τελευταία επίσημη καταμέτρηση το 2025)[14]. Εξάλλου, ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία της Αιτήτριας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή της θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Όλα τα στοιχεία ανωτέρω, όπως αυτά προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης της Αιτήτριας καταδεικνύουν ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου της διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις των Άρθρων 13, 13Α και 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή τις προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ενημερώθηκε πλήρως από την λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και κατά τη συνέντευξη της έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές της περιστάσεις. Δεν εντοπίζεται οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στη διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου, όπως επίσης και διευκρινιστικές ερωτήσεις για να μπορεί η Αιτήτρια να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες της.
Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε, βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλουν ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγονται δε, στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε.Aρ.3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 05/06/2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης περιέχει τους πραγματικούς λόγους και τη νομική βάση στην οποία υπήγαγε τα γεγονότα το αρμόδιο όργανο ώστε να καταλήξει στη συγκεκριμένη απόφαση. Το Δικαστήριο, μετά από πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας[15], όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Απόφαση του ΔΕΕ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 33, σκέψη 51· απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 20, σκέψη 43.
[2] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[3] Ibid 1 υποσημείωση 20, σκέψη 43. Βλέπε επίσης υπόθεση Abdulla κ.λπ., ό.π., υποσημείωση 336, σκέψη 57 (χωρίς ρητή παραπομπή σε υπευθύνους δίωξης).
[4] Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση C-277/11, M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, EU:C:2012:744
[5] EASO (2018), Δικαστική Ανάλυση «Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)
[6] Ibid 2 υποσημείωση 33, σκέψη 74 και 75· και υποσημείωση 20, σκέψη 63 και 64. Βλέπε επίσης Εγχειρίδιο UNHCR, ό.π., υποσημείωση 107, σκέψη 45.
[7] Ibid 2 υποσημείωση 33, σκέψη 76. επίσης απόφαση του ΔΕΕ, Abdulla και λοιποίυποσημείωση 336, σκέψη 89· και απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, υποσημείωση 20, σκέψη 72.
[8] IRBC, Cameroon: Corruption of journalists; the falsification of newspaper articles for the purpose of refugee claims, 2012, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/de/dokument/1276100.html,
[9] American Embassy, Υaoundé, cable to Secretary of State, Washington, DC; Homeland Security Center, Washington, DC; American Embassy, Berlin; AmericanEmbassy, London; American Embassy, Paris, Subject: Cameroon—Asylum adjudication challenges
[10] The Danish Immigration Service, Fact-finding mission to Cameroon https://us.dk/media/stxlaa2p/factfindingmissiontocameroon2001.pdf,
[12] EUAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.103-105
[13] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Region: Centre, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. πρόσβασης στις 30/05/2026)
[14] City Population, Cameroon, Centre Region, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=1206 (ημερ. πρόσβασης στις 30/05/2026)
[15] Βλέπε Ε.Δ.Δ.Δ.Δ. Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερομηνίας 11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Δ. Aρ.17/2021, Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 21/09/21 - σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο