V.T.F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 4494/2024, 19/6/2026
print
Τίτλος:
V.T.F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Υπόθ. Αρ.: 4494/2024, 19/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 4494/2024

19 Ιουνίου, 2026

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

                                                  V.T.F. εκ Κογκό και τώρα Λάρνακα

Αιτήτρια

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για Νατάσα Χαραλαμπίδου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για Αιτητή.

Κ. Μιχαηλίδου (κα), για Μιχαηλίδου & Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Μ. Σταυρινίδου (κα) για διερμηνεία από Γαλλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα.

O Αιτήτρια Παρούσα.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 08/11/24 (της κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του νόμου και/ή ζητά απόφαση με την οποία να της αναγνωρίζεται καθεστώς διεθνούς προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια, υπήκοος της Δημοκρατίας του Κονγκό, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 23/12/21, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της στις 22/04/24 και στις 08/10/24 συντάχθηκε έκθεση/εισήγηση. Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης στις 8/10/24, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η συνήγορος της Αιτήτριας μέσω της Γραπτής Αγόρευσης υιοθέτησε τους λόγους αιτήματος διεθνούς προστασίας, επαναλαμβάνοντας στοιχεία που αφορούν το αίτημα της. Ισχυρίστηκε ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και/ή αοριστίας στην απόφαση των Καθ΄ ών η αίτηση, επειδή δεν αναφέρονται σε βάσιμους και/ή συγκεκριμένους λόγους που να αιτιολογεί τα συμπεράσματα τους, ότι υπάρχει έλλειψη δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας επειδή έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν πληροί ουσιαστικές προϋποθέσεις και/ή παρέλειψαν να αξιολογήσουν τα πραγματικά γεγονότα της Αιτήτριας με αποτέλεσμα να είναι σε πλάνη περί τα πράγματα. Προβάλλεται, επίσης, ότι παρέλειψαν οφειλόμενη ενέργεια και/ή δεν διερεύνησαν όλες τις πληροφορίες που έχει δώσει η Αιτήτρια και ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου/ κατευθυντήριων οδηγιών σε σχέση με την αξιολόγηση της κατάστασης υγείας της. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της διαδικασίας κατατέθηκε μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας με επισυναπτόμενα έγγραφα, με σκοπό να ενισχύσει το αίτημα της (στοιχείο που θα αναλυθεί κατωτέρω).

  

Οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και της έκθεσης/εισήγησης, τονίζοντας ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και είναι δεόντως αιτιολογημένη.

 

 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου της Αιτήτριας αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον ενδιαφερόμενο-αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί.

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»), των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής, των ουσιωδών ισχυρισμών της και του εγγράφου που προσκομίστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Η Αιτήτρια με την αίτηση της για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω «της πολιτικής σύγκρουσης εναντίον του παππού της (θείο του πατέρα της), γεγονός το οποίο την ανάγκασε να εγκαταλείψει την χώρα της για να διατηρήσει την ζωή της εξαιτίας καταπιεστικών μέτρων, απειλών, απαγωγών και βασανιστηρίων τα οποία υπέστησαν μέλη της οικογενείας της και άλλα κοντινά τους πρόσωπα» (ελεύθερη μετάφραση) (ερυθρά 41(μετάφραση στην αγγλική γλώσσα), 1 ΔΦ). Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου το προφίλ/προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας έγιναν αποδεκτά από τον εξεταστή-λειτουργό ότι είναι υπήκοος της Δημοκρατίας του Κονγκό, χριστιανή Καθολικός, εθνοτικής καταγωγής Teke, άγαμη, μορφωμένη και ομιλεί Lingala και Γαλλικά (ερυθρό  70 ΔΦ). Αναφορικά με τον δέυτερο ισχυρισμό, ότι η Αιτήτρια βιάστηκε από τέσσερεις αστυνομικούς το 2019, επειδή η κυβέρνηση καταδίωκε τον παππού της, απορρίφθηκε ως εσωτερικά και εξωτερικά αναξιόπιστος. Αφού αξιολογήθηκαν οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το επάγγελμα του παππού της, καθώς δεν μπορούσε να συγκεκριμενοποιήσει την καριέρα του παππού της, αναφέροντας ότι ξεκίνησε στα 19. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με την διαμονή του πατέρα της αλλά και των συγγενών της, απάντησε αόριστα ότι, δεν γνωρίζει. Ενώ ερωτηθείς για τα παιδιά του παππού της, αρχικά ανέφερε ότι έχει 6 με 7 παιδιά αλλά σε μετέπειτα στάδιο αποκάλυψε ότι ο πατέρας της είναι υιοθετημένος (ερυθρά 65-64 ΔΦ). Ο λειτουργός σημειώνει ότι η Αιτήτρια δεν εμφάνισε ενδιαφέρον ως προς το να προσφέρει περισσότερες πληροφορίες, καθώς ερωτηθείς για τις δραστηριότητες του παππού της απάντησε με γενικό τρόπο ότι ήταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλείες (ερυθρό 65 ΔΦ). Η Αιτήτρια ερωτήθηκε σχετικά με την κατάσταση των απειλών του παππού της, η Αιτήτρια απάντησε χωρίς επαρκείς πληροφορίες και αόριστα αναφέροντας ότι, δεν γνωρίζει καλά την ιστορία την οποία έμαθε αφότου έφυγε από την χώρα. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με τις επιθέσεις σε συγγενείς της, η Αιτήτρια δεν μπορούσε να απαντήσει με επαρκείς πληροφορίες και απάντησε ότι, «κάποιοι κοντινοί άνθρωποι στον παππού της βασανίστηκαν» χωρίς να μπορεί να προσφέρει συγκεκριμένες πληροφορίες, ενώ ερωτηθείς για τον ξάδελφό της που βασανίστηκε ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την ιστορία του. Υπέπεσε δε σε αντίφαση, καθώς δε ερωτήθηκε σχετικά με τον χρόνο που έφυγε ο πατέρας της και ενώ είχε αναφέρει το 2013 αργότερα το μετέθεσε το 2014. Ο Λειτουργός σημειώνει ότι η Αιτήτρια ερωτηθείς για την μετακίνηση της από την Brazzaville στην Kinshasa παρέθετε διαφορετικές ημερομηνίες(ερυθρό 62-61 ΔΦ). Ερωτηθείς δε για τον βιασμό της ξαδέλφης της, η Αιτήτρια απάντησε με τρόπο αόριστο και χωρίς επαρκείς πληροφορίες ότι δεν γνωρίζει αρκετές πληροφορίες για το περιστατικό. Σε διευκρινιστική ερώτηση εξήγησε ότι την ανάγκασαν να προσφέρει πληροφορίες σχετικά με την Αιτήτρια και την οικογένεια της, κατά την οποία αόριστα απάντησε ότι δεν γνωρίζει πολλά για την ξαδέλφη της καθώς ήταν απομονωμένη από την οικογένεια ενώ αργότερα ανέφερε ότι γνώριζε πληροφορίες για αυτήν (ερυθρά 60 - 57 ΔΦ). Η Αιτήτρια δεν μπορούσε να παράσχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον βιασμό της, καθώς δεν μπορούσε να εξηγήσει την σύνδεση του περιστατικού με τον παππού της (ερυθρό 58 ΔΦ). Ούτε ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς τα γεγονότα που ακολούθησαν τον βιασμό της, απατώντας μη συνεκτικά ότι την παράτησαν στον δρόμο γυμνή, ενώ είχε αναφέρει ότι δεν είχε τις αισθήσεις της κατά το γεγονός. Ενώ ερωτηθείς σχετικά με το λόγο γιατί τα παιδιά του παππού της δεν έχουν αντιμετώπιση αυτό το θέμα, απάντησε με τρόπο γενικό ότι υποφέρουν και αυτά και ότι κάποια από τα παιδιά του είναι στην Γαλλία (ερυθρό 55-54 ΔΦ). Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία ο Λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τον παππού της Αιτήτριας, την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σχετικά με την σεξουαλική κακοποίηση γυναικών και τις ποινές που αποδίδονται στους θύτες. Ο λειτουργός καταγράφει ότι η Αιτήτρια κατέθεσε την άδεια παραμονής του παππού της στην Γαλλία όπου και του έχει δοθεί προσφυγικό καθεστώς άλλα τα επίθετα του παππού και της Αιτήτριας διαφέρουν και δεν μπορεί να αξιολογηθεί η σχέση μεταξύ τους η οποία σχέση αξιολογείται από τα λεγόμενα της Αιτήτριας ως προς την εσωτερική της αξιοπιστία.

 

Με την αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας (ημερομηνίας 06/05/25) που κατατέθηκε συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση επαναλαμβάνονται οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας και προβάλλεται ότι σκοπός των στοιχείων/εγγράφων που ζητείται να προσκομιστούν είναι για να τεκμηριώσει την δίωξη της από τις αρχές της χώρας της (κατατέθηκε έγγραφο με τίτλο «ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΚΟΝΓΟ (OCDH)», έγγραφο «ΕΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΟΔΟ», βεβαίωση του παππού της Αιτήτριας ως προς την σχέση του με τον πατέρα της Αιτήτριας, άδεια παραμονής του παππού της στην Γαλλία και αντίγραφο πιστοποιητικού γεννήσεως, με μετάφραση του την 10/04/25.) Κατά την ακροαματική διαδικασία η δικηγόρος της Αιτήτριας περιόρισε τα στοιχεία/έγγραφα μόνον στο αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως μέσω κατάθεσης νέας μαρτυρίας στις 12/01/26, αίτημα που έγινε αποδεκτό. Μετά από αξιολόγηση της Ένορκης Δήλωσης της Αιτήτριας ημερομηνίας 12/01/26 κρίνω καταρχάς ότι δεν δικαιολογείται η υπέρμετρη καθυστέρηση που επέδειξε για προσκόμιση εγγράφων σχετικών με το αίτημα ασύλου της. Καμία δε ημερομηνία/αλληλογραφία και/ή μαρτυρία επαρκής παρατίθεται που να δικαιολογείται επαρκώς μέσω της δήλωσης της ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής της υπαιτιότητας, αδυνατούσε να τα υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας.

 

Ανεξαρτήτως, όμως, των πιο πάνω το Δικαστήριο, στα πλαίσια των εξουσιών του[1], προβαίνει σε αξιολόγηση του εν λόγω εγγράφου (με βάση τη νομολογία και τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο στο εξής «ΕΥΥΑ») τόσο σε συνάρτηση με τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και του περιεχόμενου/συμβατότητας του με τις δηλώσεις της ιδίας και/ή των υπόλοιπων στοιχείων του φακέλου της. Λαμβάνονται, επίσης, δεόντως υπόψη (α) η συνάφειά του με το αίτημα ασύλου, (β) η ύπαρξη του τύπου εγγράφου σύμφωνα με τις γενικές πληροφορίες της χώρας καταγωγής, (γ) ακρίβεια/λεπτομέρειες εγγράφου, (δ)  εάν αποτελεί άμεση μαρτυρία ενός ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, (ε) τον τύπο/τυποποιημένη μορφή ως προς την αξιολόγηση της γνησιότητάς/ αυθεντικότητας του, (στ) τη φύση/μορφή του, και (ζ) τον συντάκτη του[2]. Η αποδοχή της προσκομισθείσας μαρτυρίας συναρτάται άμεσα με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που υποδεικνύει[3] και το επίπεδο από­δειξης συνίσταται στη στάθμιση των πιθανοτήτων σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Αποκλίνει, δηλαδή, ο τρόπος αξιολόγησης εγγράφων που προσκομίζονται από τους αιτούντες άσυλο από τους βασικούς κανόνες του δικαίου απόδειξης[4], καθότι σύμφωνα και με το Άρθρο 4 (1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (στο εξής «ΟΕΑΑ» (αναδιατύπωση), δεν υπάρχει γενική απαίτηση να τεκμηριώνονται όλες οι πτυχές των δηλώσεων του αιτούντος με έγγραφα ή άλλες απο­δείξεις[5]. Ως εκ τούτου, από τις αρχές που ήδη αναφέρθηκαν μπορεί να συναχθεί ότι η αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να βασίζεται στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων – ήτοι συνδυασμού τόσο των δηλώσεων όσο και εγγράφων του αιτούντος[6].

 

Με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που κατατέθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/01/26, επαναλαμβάνει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της, παράλληλα, επί ενίσχυσης της εξωτερικής της αξιοπιστίας καταχώρησε, το ακόλουθο έγγραφο:

(α) Τεκμήριο 1: Αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της Αιτήτριας το οποίο κατονομάζει τον πατέρα της. Προχωρώντας σε αξιολόγηση της ενισχυτικής αξίας του προσκομισθέντος εγγράφου καταλήγει το Δικαστήριο ότι η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως φέρει τα στοιχεία που αναμένεται να υπάρχουν στην πράξη αυτή όπως καταγράφεται τόσο στην σελίδα δεδομένων της Unicef[7] όσο και στον νόμο «N°073/84» του 1984 του Κονγκό στα άρθρα 35 και 46[8]. Το Τεκμήριο 1 πάσχει, όμως, ως προς την συνάφειά του με το αίτημα ασύλου καθώς η πράξη αυτή επιβεβαιώνει την σχέση εξ αίματος μεταξύ της Αιτήτριας και του πατέρα της και/ή συνεπώς δεν συνδέεται με την αίτηση και/ή δηλώσεις της Αιτήτριας κατά την συνέντευξη, από μόνο του το έντυπο/έγγραφο δεν μπορεί να ενισχύσει την εσωτερική κριθείσα αναξιοπιστία της. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ληξιαρχική πράξη δεν αποτελεί άμεση μαρτυρία αλλά επιβεβαιώνει μόνον την συγγένεια παιδιού και γονέων. Η δε αυθεντικότητα/γνησιότητα της πράξης, δεν είναι εφικτό να εξακριβωθεί και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τεκμηρίωση των ισχυρισμών της Αιτήτριας οι οποίοι έχουν κριθεί ως εσωτερικά αναξιόπιστοι αλλά ούτε την εξωτερική αξιοπιστία της. Επίσης, μπορεί η προσκομισθείσα πράξη γεννήσεως να είναι τυπωμένη επί υλικού που χρησιμοποιείται για αυτούς τους σκοπούς, αλλά δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί με κανένα τεχνικό μέσο ότι δεν είναι παραποιημένη και/ή αποτέλεσμα παραποίησης και επανεκτύπωσης. Συνεπώς, δεν μπορεί να ενισχύσει με κανένα τρόπο το αφήγημα της και/ή δεν αυξάνει τις πιθανότητες χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. 

 

Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας[9] των όσων τέθηκαν τόσο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή εγγράφων και δηλώσεων της κατά την συνέντευξη και κατά την ακροαματική διαδικασία οι ισχυρισμοί της δεν τεκμηριώνoνται. Το αφήγημα της με την μαρτυρία που προσκόμισε ενέχει στοιχεία κενών, ασυνεπειών και σοβαρών ελλείψεων. Παρουσιάζονται σωρεία πληροφοριών που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των δηλώσεων της και η ίδια δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών της[10]. Σημειώνεται ότι η Αιτήτρια αναμενόταν να είναι πιο συγκεκριμένη λόγω της ισχυριζόμενης προσωπικής της εμπειρίας, να παράσχει κάθε διαθέσιμη βοήθεια τόσο στο Δικαστήριο όσο και στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της. Δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της περί βιασμού της από τέσσερεις αστυνομικούς το 2019 επειδή ως τα ανωτέρω ευρήματα του λειτουργού μέσω της έκθεσης/εισήγησης που υιοθετούνται πλήρως από το Δικαστήριο (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131 – Βλέπε επίσης, §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος άσυλο (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Πρόσθετα, τα προβλήματα με τον παππού κατά ισχυρισμό της ξεκίνησαν το 2013, εξωτερικές πηγές δε, καταγράφουν ότι το 2018 ο παππούς της Αιτήτριας καταδικάστηκε in absentia σε 10 χρόνια φυλάκιση, χρονιά την οποία κατά ισχυρισμό της επέστρεψε στην πόλη της στο Κονγκό από την Κινσάσα [11]. Επομένως, από τα γεγονότα της περίπτωσης της και σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπό της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Η Αιτήτρια δεν έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας της, είτε ότι καταδιώκεται από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000)). Σε αντίθεση δε με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος της και σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Ούτε δε οι αποδεκτοί ισχυρισμοί της (ως προς το προφίλ της) τεκμηριώνουν οποιασδήποτε μορφή δίωξης ή βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης η λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης διαπιστώνεται ότι δεν παρατηρούνται ένοπλες συγκρούσεις στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής και περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια και/ή δεν υφίσταται κατάσταση αδιάκριτης βίας. Σχετικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη Δημοκρατία του Κονγκό, σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Aμνηστίας στην Δημοκρατία του Κονγκό παρατηρούνται περιστατικά πολιτικής βίας ιδιαίτερα μεταξύ πολιτικών αντιπάλων. Υπάρχουν περιστατικά απόδρασης από φυλακές της χώρας και η βία κατά των γυναικών επηρεάζεται ακόμα αρκετές γυναίκες και κορίτσια λόγο διακρίσεων που επιβάλει η τοπική κουλτούρα καθώς και η τάση να επιλύνονται οι διαφορές εντός της κοινότητας αντί του νομικού συστήματος.[12] Ως προς την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή και πόλη Brazzaville, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους σημειώθηκαν μόλις 4 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν 16 ανθρώπινες απώλειες[13]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της περιοχής Brazzaville ανέρχεται στους 6,838,500 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2020.[14] Εξάλλου, η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε ειδικά ότι υπάρχει ένοπλη σύρραξη και/ή αδιάκριτη βία στην περιοχή του κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου της. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[15]. Εν πάση περιπτώσει, το προφίλ της Αιτήτριας αξιολογήθηκε από την αρμόδια αρχή για σκοπούς έκδοσης απόφασης επιστροφής, στο πλαίσιο της εκτίμησης κινδύνου ("Risk Assessment") που περιλαμβάνεται στα ερυθρά 103-106 του ΔΦ.

 

Η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και κατά τη συνέντευξη της έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές της περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες της, ωστόσο, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει είτε με τις απαντήσεις είτε με άλλα αποδεικτικά μέσα επαρκώς το αίτημα της.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1650 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1]Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023, (Ν. 73(I)/2018)

[2]EASO, Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.14-15

[3]EASO-Δικαστική ανάλυση-Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, 01/02/2018, σελίδα 21

[4] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), ON κατά Refugee Appeals Tribunal & Ors [2017] IEHC 13, σκέψη 63.

[5]Ibid 4, σελίδα 82.

[6] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality& Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, σκέψη 11, αρχή 4: «Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας πρέπει να γίνεται με βάση την πλήρη εικόνα που διαμορφώνεται από το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων και πληροφοριών, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους».

[7] Unicef, Congo, CRVS profiles, CRVS - Birth, Marriage and Death Registration in Congo - UNICEF DATA, [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/5/26]

[8] Republic of the Congo, Family Code, Law No. 073/84  on the Code of the Congolese Family (17 October 1984), άρθρο 35, σελ 36 και άρθρο 46 σελ. 38 [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/5/26]

[9] Ibid 4, σελίδα 73

[10] Η απόφαση του ΕΔΔΑ, M.A. κατά Ελβετίας, προσφυγή αριθ. 52589/13, σκέψεις 62-67 παρέχει μια χρήσιμη αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο το ΕΔΔΑ αξιολόγησε τη βαρύτητα που δόθηκε σε κλήτευση και απόφαση τις οποίες υπέβαλε ο αιτών, επιβεβαιώνοντας στη σκέψη 62 ότι το αληθές της ιστορίας του αιτούντος πρέπει επίσης να αξιολογείται στο πλαίσιο των υποβαλλόμενων εγγράφων

[11] Les Echos du Congo Brazzaville, Jean-Martin Mbemba condamné par contumace à dix ans de prison exprime sa colère https://lesechos-congobrazza.com , 5 Ιουλίου 2018, Rfi, Congo-Brazzaville: Jean-Martin Mbemba condamné à dix ans de prison, 02/06/2018, https://www.rfi.fr/fr/afrique/20180602-congo-brazzaville-condamnation-proces-mbemba-prison [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02-06-2026]

[12] Human rights in Congo, Amnesty International, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/congo/report-congo/ , 2025/6, [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02-06-2026]

[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Republic of Congo, Brazzaville, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 12/01/2026), διαθέσιμο https://acleddata.com/platform/explorer [ημερoμηνία τελευταίας πρόσβασης 02/06/2026] ,

[14] City Population, Brazzaville (Department, Congo (Rep.)) - Population Statistics, Charts, Map and Location, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβαση 02/6/26)

[15] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο