R.A.A. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4805/23, 12/6/2026
print
Τίτλος:
R.A.A. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4805/23, 12/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 4805/23

12 Ιουνίου 2026

[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

R.A.A. από το Καμερούν

Αιτητής 

-και-

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 Καθ' ων η Αίτηση 

 Δ. Παυλίδης (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Κ. Ιμανίμης (κος) Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση

Ο Αιτητής παρών

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ, Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή των Καθ’ ων η αίτηση κοινοποιηθείσας προς αυτόν στις 30/11/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Δημοκρατίας του Καμερούν (στο εξής «Καμερούν»), κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, ο οποίος, σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε το Καμερούν στις 20/09/2021, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Στη συνέχεια στις 14/10/2021 διήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 05/11/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 17/02/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος αξιολογώντας τα λεγόμενα του Αιτητή, στις 08/11/2023, συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή.

 

Στις 11/11/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στο Καμερούν.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 30/11/2023, παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν ούσα μεταφρασμένη σε γλώσσα κατανοητή από τον Αιτητή, ήτοι την αγγλική.

 

Εμπρόθεσμα μέσω του συνηγόρου του, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Μέσω της γραπτής του αγόρευσης, ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας και δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνας. Παραθέτοντας σημεία από την Έκθεση-Εισήγηση, καταλήγει ο συνήγορός του, ότι οι Καθ' ων η αίτηση τελούσαν υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα και ως εκ τούτου καλεί το Δικαστήριο όπως ακυρώσει την επίδικη απόφαση.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων μέσω της γραπτής τους αγόρευσης αντικρούουν όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Αιτητής και υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

 

Με την απαντητική γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του, ο Αιτητής εμμένει στις αρχικές του θέσεις, απορρίπτοντας τις θέσεις των Καθ' ων η αίτηση.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και έχοντας κατά νου ότι το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτός προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Με την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω της εν εξελίξει πολιτικής κρίσης. Για την ακρίβεια, ανέφερε ότι η Κυβέρνηση τον κυνηγούσε λόγω του ότι εργαζόταν για τους Ambazonians. Yποστήριξε ότι οι αρχές τον εμπόδιζαν να ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα και ότι εξακολουθούν να τον καταζητούν μέχρι και σήμερα. Δήλωσε επίσης ότι τον απείλησαν πως θα έφερναν όπλα στην πόλη του, Mamfe, και ότι ήθελαν να τον σκοτώσουν. Επιπλέον, ανέφερε ότι ζητήθηκε από τον πατέρα του να σταματήσει να εργάζεται με την κυβέρνηση, μετά από επίθεση κατά την οποία σκοτώθηκε ο SDO[1].

 

Στο πλαίσιο της προφορικής του συνέντευξης, αρχικά σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι πρόκειται για υπήκοο του Καμερούν, γεννηθείς στην κοινότητα Besongabang πλησίον της πόλης Mamfe, στην επαρχία Manyu, στην Νοτιοδυτική Περιφέρεια της χώρας, η οποία αποτελεί και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του. Κατά δήλωσή του άγαμος και άτεκνος, οι γονείς και τα αδέλφια του εξακολουθούν να διαμένουν στην κοινότητα Besongabang, στην επαρχία Manyu. Ως προς το μορφωτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο, ανέφερε πως έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και, πριν την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, εργαζόταν ως έμπορος κακάο για χρονικό διάστημα περίπου ενάμιση έτους.

 

Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, στο πλαίσιο της ελεύθερης αφήγησης, αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα κατά την επιστροφή του από τη Νιγηρία, όπου είχε μεταβεί για να πωλήσει κακάο. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι, κατά την επιστροφή του στο χωριό του, δεν είχε γνώση ότι ο στρατός είχε «στήσει επιχείρηση» (combat) στην περιοχή. Ανέφερε ότι στον οδικό άξονα προς το χωριό του λάμβανε χώρα στρατιωτικός έλεγχος, καθότι στην περιοχή λειτουργούσε στρατιωτικό στρατόπεδο και διενεργούνταν συχνοί έλεγχοι πολιτών. Καθώς επιχειρούσε να περάσει από το σημείο ελέγχου, κάποιοι στρατιωτικοί τον σταμάτησαν και τον κατηγόρησαν ότι χρησιμοποιούσε το εμπόριο κακάο ως πρόσχημα για την αγορά σφαιρών, τις οποίες παρέδιδε στους «Ambazonians» για να τους επιτίθενται. Ο Αιτητής από την μεριά του δήλωσε πως ουδέποτε είχε δει σφαίρα στη ζωή του και ότι δεν είχε αναμειχθεί σε οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα, επισημαίνοντας ότι πραγματοποιούσε συχνά το ίδιο εμπορικό ταξίδι. Μάλιστα, υποστήριξε ότι, ένας στρατιωτικός τον χαστούκισε και ακολούθως άρχισαν να τον ξυλοκοπούν, εμμένοντας στην κατηγορία ότι πωλούσε κακάο για την αγορά πυρομαχικών προς ενίσχυση των αυτονομιστών.

 

Ισχυρίστηκε πως ένας φίλος του πατέρα του, ο οποίος βρισκόταν στο σημείο, παρενέβη, καθώς τον αναγνώρισε και ζήτησε από τους στρατιωτικούς, να σταματήσουν να τον κτυπούν και αντ’ αυτού να τον μεταφέρουν σε κελί για ανάκριση. Σύμφωνα με τον Αιτητή, ο άντρας αυτός τον απομάκρυνε από το σημείο όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι στρατιωτικοί, τον οδήγησε πλησίον του γραφείου τους και του υπέδειξε έναν συγκεκριμένο δρόμο προς το χωριό, παροτρύνοντάς τον να φύγει και να ζητήσει από τον πατέρα του να τον απομακρύνει από το χωριό, διότι διαφορετικά θα επέστρεφαν να τον αναζητήσουν.

 

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, παρά την κατάστασή του, όντας καλυμμένος με αίματα και εξαντλημένος, κατάφερε να φθάσει στο χωριό του. Δήλωσε ότι εξήγησε τα γεγονότα στον πατέρα του, ο οποίος του είπε να ετοιμάσει λίγα προσωπικά αντικείμενα και κάλεσε ταξί για να τον μεταφέρει στην πόλη Buea. Εκεί, όπως προέβαλε, επικοινώνησε με έναν φίλο του, ο οποίος τον παρέλαβε και τον φιλοξένησε στην οικία του.

 

Δήλωσε ότι, ενώ ο ίδιος κρυβόταν, στρατιωτικοί μετέβησαν στην πατρική του οικία αναζητώντας τον. Αρχικά, ρώτησαν τον πατέρα του για την τοποθεσία του και εκείνος απάντησε ότι είχε μεταβεί στη Νιγηρία για εμπορικούς σκοπούς και δεν είχε νέα του. Την επόμενη ημέρα, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, οι στρατιωτικοί επέστρεψαν με έγγραφο κλήσης (convocation) από την αστυνομία για ανάκριση, ενώ δύο ημέρες αργότερα, όπως δήλωσε, προσήλθαν με ένταλμα σύλληψης, προκειμένου να τον συλλάβουν σε περίπτωση που βρισκόταν στην οικία. Όταν ο πατέρας του ανέφερε ότι δεν βρισκόταν πλέον στο Καμερούν, εκείνοι του απάντησαν ότι θα «πληρώσει για τις αμαρτίες» του υιού του.

 

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι, κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι στρατιωτικοί επέστρεψαν και έκαψαν την οικία του. Δήλωσε ότι ο πατέρας του και ο παππούς του, ο οποίος έκτοτε απεβίωσε, δυσκολεύτηκαν να διαφύγουν από την φωτιά, και η οικία του καταστράφηκε ολοσχερώς. Ανέφερε ότι ο πατέρας του μετέφερε την οικογένεια σε δασική περιοχή όπου διέθεταν καλλιέργειες κακάο και παρέμειναν εκεί για περίπου τρεις εβδομάδες, ενώ στη συνέχεια, κατόπιν επικοινωνίας με έναν θείο του, μετέβησαν και διέμειναν στην οικία του.

 

Προέβαλε ότι ο πατέρας του επικοινώνησε με τον SDO (Senior Divisional         Officer), εξηγώντας του τα συμβάντα, και ότι ο τελευταίος ανέφερε πως θα συνομιλούσε με τον συνταγματάρχη, ώστε να καταστεί δυνατή η επιστροφή τους.

 

Ακολούθως, σε ό,τι αφορά στην αναχώρησή του, δήλωσε ότι είχε μεταβεί αρχικά στην Κένυα, όπου διέμεινε στην οικία κάποιου φίλου του για περίπου πέντε ημέρες. Ωστόσο, υποστήριξε ότι, λόγω οικονομικών δυσχερειών, δεν μπορούσε να παραμείνει εκεί για μεγάλο διάστημα. Κατόπιν επικοινωνίας με τον πατέρα του, ο τελευταίος του ανέφερε ότι θα του έστελνε τα χρήματα για να μπορέσει να εγκαταλείψει την χώρα. Έτσι, αφού έλαβε τα χρήματα, ο Αιτητής οργάνωσε το ταξίδι του προς την Κύπρο.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων δόθηκε η δυνατότητα στον Αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα γεγονότα της αφήγησής του.

 

Αναφορικά με το επίμαχο περιστατικό ελέγχου του από τις αρχές, ο Αιτητής προέβαλε ότι αυτό έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2020, ημέρα Παρασκευή στις 6 το απόγευμα στο χωριό Ekuaite/Ekwatai. Αναφορικά με τον φίλο του πατέρα του που τον βοήθησε να διαφύγει, δήλωσε ότι κατείχε υψηλόβαθμη θέση και γνώριζε τον πατέρα του επειδή και οι δύο δούλευαν για τον SDO, ο πατέρας του ήταν οδηγός του SDO και εκείνος φρουρός του ίδιου αξιωματούχου. Ο Αιτητής εξήγησε ότι εκείνη την ημέρα υπήρχε μικτό κλιμάκιο αστυνομίας και στρατού στο σημείο ελέγχου και ότι, παρότι το εν λόγω πρόσωπο κατείχε θέση ευθύνης, δεν ήταν εκείνος που τελικά εξέδωσε τις διαταγές για τη σύλληψή του ή για τις ενέργειες εις βάρος της οικίας του και πως, αντιθέτως, τον συμβούλευσε να απομακρυνθεί, διότι εάν οδηγείτο στο στρατόπεδο του χωριού θα υφίστατο σοβαρή κακομεταχείριση.

 

Κληθείς να εξηγήσει γιατί το διαβατήριό του φέρει ημερομηνία έκδοσης τον Ιούνιο του 2020, εξήγησε ότι το διαβατήριο είχε εκδοθεί προκειμένου να μπορεί να διέρχεται από νόμιμα σημεία ελέγχου, καθότι υπήρχαν δυσχέρειες διέλευσης.

 

Αναφορικά με τη μετακίνησή του εκτός της χώρας, ανέφερε ότι παρέμεινε στη Buea για διάστημα 3-5 ημερών προτού αναχωρήσει για την Κένυα. Ερωτηθείς πώς κατόρθωσε να εξέλθει και να επανεισέλθει στη χώρα, παρά την ύπαρξη, κατά τους ισχυρισμούς του, εντάλματος σύλληψης, απάντησε ότι τα προβλήματα εντοπίζονταν στην αγγλόφωνη περιοχή, ενώ στις γαλλόφωνες περιοχές η μετακίνηση ήταν ευχερέστερη και δεν κινδύνευε από την αναζήτηση των αρχών. Δήλωσε, ωστόσο, πως δεν επέλεξε να μετεγκατασταθεί σε άλλο σημείο εντός της γαλλόφωνης περιοχής λόγω κυρίως του γλωσσικού κωλύματος αλλά και της έλλειψης οικογενειακού-υποστηρικτικού περιβάλλοντος. Ούτε η εγκατάσταση του στην στη Γουινέα, όπου διαμένει αδελφή του, δήλωσε πως ήταν εφικτή λόγω δυσκολιών στην απόκτηση της απαιτούμενης άδειας διαμονής.

 

Ο Αιτητής υποστήριξε ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα κινδυνεύσει με σύλληψη ή θανάτωση λόγω των κατηγοριών περί διακίνησης πυρομαχικών. Παραδέχθηκε ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στο παρελθόν, ενώ ερωτηθείς εάν οι αρχές θα του επέτρεπαν την επιστροφή του, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει.

 

Τέλος, αναφορικά με το έγγραφο κλήτευσης (convocation) που ισχυρίστηκε ότι εκδόθηκε σε βάρος του, το υπέδειξε στον λειτουργό σε ηλεκτρονική μορφή, δηλώνοντας ότι του το απέστειλε ο πατέρας του. Σε παρατήρηση του λειτουργού ότι το έγγραφο περιέχει γραμματικά λάθη, τα οποία δεν συνάδουν με το κύρος ενός επίσημου κυβερνητικού εγγράφου, ο Αιτητής περιορίστηκε στο να απαντήσει ότι αυτό είναι το έγγραφο που του απέστειλε ο πατέρας του. Όταν του επισημάνθηκε ότι το έγγραφο φέρεται να έχει εκδοθεί την ίδια ημερομηνία κατά την οποία αναχώρησε από τη χώρα για την Κένυα, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδο, δεν έδωσε σαφή απάντηση επί της ουσίας, επαναλαμβάνοντας γενικώς ότι είχε εγκαταλείψει το χωριό του λόγω πίεσης και φόβου από τους στρατιωτικούς. Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι δεν διαθέτει το πρωτότυπο ένταλμα σύλληψης και ανέφερε ότι έχει μόνο την κλήτευση σε φωτογραφία στο τηλέφωνό του. Δήλωσε ότι προτίθεται να αποστείλει στην Υπηρεσία Ασύλου το εν λόγω έγγραφο, καθώς και επιπρόσθετα στοιχεία, όπως φωτογραφίες της μητέρας του και της οικίας τους μετά την πυρκαγιά, το συντομότερο δυνατόν (ερυθρά 28-31 στο διοικητικό     φάκελο).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, στην εισηγητική του έκθεση διήκρινε τρεις (3) ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς από τις δηλώσεις του Αιτητή. Ο πρώτος αφορά στην ταυτότητα, το προφίλ, τη περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του, ο δεύτερος τη σύλληψή τους από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Καμερούν και την δραπέτευσή του από αυτές και ο τρίτος αναφορικά με την αναζήτησή του από τις αρχές του Καμερούν.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως σαφείς και συγκεκριμένες, ενώ επιβεβαιώθηκαν από το επίσημο διαβατήριο του και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.  Αντιθέτως οι άλλοι δύο ισχυρισμοί απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοί.

 

Πιο αναλυτικά, όσον αφορά στον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την σύλληψη και την μετέπειτα διαφυγή του από τις αρχές, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η σύλληψή του, ούτε να παράσχει ουσιώδεις πληροφορίες σχετικά με το πρόσωπο που, κατά τους ισχυρισμούς του, τον βοήθησε να διαφύγει, ήτοι φίλο του πατέρα του. Ειδικότερα, δεν μπόρεσε να αναφέρει το όνομα του εν λόγω προσώπου ούτε τη θέση που αυτός κατείχε. Όπως εκτιμούν οι Καθ’ ων η αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη το μορφωτικό επίπεδο του Αιτητή και το γεγονός ότι οι σχετικές πληροφορίες συνδέονται άμεσα με τον πυρήνα των ισχυρισμών του, θα ήταν εύλογο να είναι σε θέση να δώσει σαφείς και συγκεκριμένες απαντήσεις στα σχετικά ερωτήματα.  

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η σύλληψή του από στρατιωτική ομάδα έλαβε χώρα στην κοινότητα Ekuaite, ενώ κατά τη διαφυγή του από το σημείο μεταφέρθηκε από άλλα άτομα τα οποία, όπως ανέφερε, συνάντησε στην κοινότητα Akutai. Όταν του ζητήθηκε να καταγράψει τα ονόματα των εν λόγω κοινοτήτων, αρνήθηκε, αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει πώς να τα γράψει. Κατά την εκτίμηση των Καθ’ ων, ο ισχυρισμός αυτός στερείται ευλογοφάνειας, δεδομένου ότι ο ίδιος είχε δηλώσει πως έχει ολοκληρώσει την ανώτερη εκπαίδευση. Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί δυσκολευόταν να αποδώσει γραπτώς τα ονόματα των περιοχών ούτε να κατονομάσει άλλες κοινότητες της περιοχής. Όπως εκτιμούν οι Καθ’ ων η αίτηση, θα ήταν αναμενόμενο να μπορεί να παράσχει τέτοιου είδους πληροφορίες, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, επί ενάμιση περίπου χρόνο ακολουθούσε την ίδια διαδρομή για να μεταφέρει και να εμπορεύεται κακάο στη Νιγηρία.  

 

Επιπλέον, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως το επίμαχο συμβάν έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2020. Ωστόσο, του επισημάνθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε αντίφαση με προηγούμενη δήλωσή του ότι εξέδωσε διαβατήριο τον Ιούνιο του 2020 λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Σύμφωνα με την εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής υπέπεσε σε διαδοχικές αντιφάσεις, αναφέροντας αρχικά ότι εξέδωσε το διαβατήριο πριν από το συμβάν, ενώ κατά την ελεύθερη αφήγησή του είχε δηλώσει ότι το διαβατήριο εκδόθηκε μετά το συμβάν.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μετά το περιστατικό εγκατέλειψε την περιοχή διαμονής του και μετέβη στην πόλη Buea, από όπου στη συνέχεια αναχώρησε για την Κένυα. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια τη διάρκεια της παραμονής του στη Buea, αναφέροντας κατά προσέγγιση ότι παρέμεινε για 3 έως 5 ημέρες. Όπως εκτιμούν οι Καθ’ ων η αίτηση, αναμενόταν από τον Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη το μορφωτικό του επίπεδο, να είναι σε θέση να δώσει σαφέστερη απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα. Επιπλέον, του επισημάνθηκε ότι ο ισχυρισμός του εμφανίζεται αντιφατικός σε σχέση με τη δήλωσή του ότι το περιστατικό συνέβη τον Νοέμβριο, δεδομένου ότι από τα στοιχεία του διαβατηρίου του δεν προκύπτει τέτοια χρονική ακολουθία. Ο Αιτητής, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει την εν λόγω αντίφαση.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι αυτοί δεν συνάδουν με τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες ανέτρεξαν. Ειδικότερα, όσον αφορά την περιοχή στην οποία ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν εξωτερικές πηγές που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του, παρά την εκτεταμένη έρευνα που διενεργήθηκε. Περαιτέρω, ως προς τον χρόνο της σύλληψης από τις στρατιωτικές δυνάμεις, οι Καθ’ ων η αίτηση επισήμαναν ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι το περιστατικό συνέβη τον Νοέμβριο του 2020 και ότι στη συνέχεια διέμεινε για 3 έως 5 ημέρες στη Buea πριν εγκαταλείψει τη χώρα, δεν συνάδει με τα στοιχεία του διαβατηρίου του. Συγκεκριμένα, στο διαβατήριο του Αιτητή υπάρχει σφραγίδα εξόδου καθώς και θεώρηση εισόδου (visa) από την Κένυα με ημερομηνία 13/12/2020 και ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκή εξήγηση για την εν λόγω αντίφαση.

 

Με αυτά τα δεδομένα οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί σύλληψής του από τις στρατιωτικές αρχές της χώρας καταγωγής του δεν γίνεται αποδεκτός.

 

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, περί της αναζήτησής του από τις αρχές της Δημοκρατίας του Καμερούν, οι Καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν αρχικά ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος και απορρίφθηκε. Περαιτέρω, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, σημειώνουν πως οι ισχυρισμοί του Αιτητή παρουσιάζουν έλλειψη επαρκών πληροφοριών, έλλειψη ευλογοφάνειας καθώς και αντιφάσεις. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει κατά τρόπο πειστικό πώς το πρόσωπο που τον βοήθησε να διαφύγει, ήτοι ο φίλος του πατέρα του, ήταν ταυτόχρονα υπεύθυνος και για την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του και για τον εμπρησμό της οικίας του. Αντιθέτως, ανέφερε ότι η ομάδα που τον συνέλαβε αποτελούνταν από μικτό κλιμάκιο στρατιωτικών και αστυνομικών και ότι το εν λόγω φιλικό πρόσωπο του πατέρα του δεν ήταν καθήκον τη συγκεκριμένη ημέρα. Με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, υπέπεσε σε αντιφάσεις τόσο ως προς το πρόσωπο ή τον φορέα που φέρεται να τον καταδιώκει όσο και ως προς το κατά πόσον πρόκειται για στρατιωτικές ή αστυνομικές αρχές.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μέλη των στρατιωτικών δυνάμεων μετέβαιναν καθημερινά στην οικία της οικογένειάς του αναζητώντας τον, παρόλο που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο SDO μεσολάβησε ώστε η οικογένειά του να επιστρέψει με ασφάλεια στην περιοχή συνήθους διαμονής του. Όπως εκτιμούν οι Καθ’ ων η αίτηση, από τον ισχυρισμό αυτό προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι σε θέση να επιστρέψει στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, καθώς η οικογένειά του φάνηκε να μπορεί να εξασφαλίσει ασφάλεια και προστασία μέσω του φίλου του πατέρα του. Ερωτηθείς να σχολιάσει το ζήτημα αυτό, ο Αιτητής ανέφερε ότι το εν λόγω πρόσωπο μετατέθηκε σε άλλη τοποθεσία εντός της γαλλόφωνης περιοχής και ότι η παρέμβασή του αφορούσε μόνο την επιστροφή της οικογένειας. Κατά την εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση, ο ισχυρισμός αυτός στερείται ευλογοφάνειας.

 

Επιπλέον, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς εκκρεμούντος εντάλματος σύλληψης εναντίον του, αυτός κατόρθωσε να εισέλθει και να εξέλθει από τη χώρα καταγωγής του χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα, Παράλληλα, οι εξηγήσεις του σχετικά με τη μη μετεγκατάστασή του σε γαλλόφωνη περιοχή της χώρας κρίθηκαν ανεπαρκείς, καθώς επικαλέστηκε την έλλειψη οικογενειακών δεσμών και τη μη γνώση της γλώσσας, στοιχεία τα οποία, όπως επισημαίνουν οι Καθ’ ων η αίτηση, ισχύουν και για τη μετάβασή του στην Κύπρο. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι θα εντοπιστεί αμέσως σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του κρίθηκε αντιφατικός με το γεγονός ότι στο παρελθόν εισήλθε και εξήλθε από τη χώρα χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων η αίτηση εκτιμούν ότι τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής δεν τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του. Οι φωτογραφίες που υπέβαλε δεν μπορούν να συνδεθούν με τα προσωπικά του περιστατικά, ενώ η αυθεντικότητα του εγγράφου με τίτλο Convocation αμφισβητείται λόγω της μορφής του αλλά και ανακριβειών ως προς την ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτό. Συγκεκριμένα, όπως διαπιστώνουν οι Καθ’ ων η αίτηση, αποτελεί φύλο χαρτιού πρόχειρα μοιρασμένο στα δύο κομμάτια, στοιχείο που δεν συνάδει με την μορφή επίσημων κρατικών εγγράφων, ενώ επιπλέον, σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο, ζητείται ο Αιτητής να παρουσιαστεί ενώπιων των δικαστικών αρχών στις 14 Δεκεμβρίου ημέρα Πέμπτη του έτους 2020, αλλά από έρευνα διαπιστώθηκε ότι η 14η Δεκεμβρίου 2020 ήταν Δευτέρα.

 

Στη βάση των πιο πάνω, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί αναζήτησής του από τις στρατιωτικές αρχές της χώρας καταγωγής του δεν γίνεται αποδεκτός.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, τη κατάσταση ασφαλείας στη πόλη Besongabang, στη Νοτιοδυτική περιφέρεια, κρίθηκε ότι προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του ο Αιτητής θα έλθει αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ως απόρροια της κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Ωστόσο κατά την νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν υπό τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Εξετάζοντας στη συνέχεια δικαίωμα σε συμπληρωματική προστασία, με βάση τους ισχυρισμούς του Αιτητή, το προσωπικό του προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου διαπιστώθηκε ότι: (α) δεν θεωρείται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 15 (α) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ , (β) δεν θεωρείται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15 (β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του και (γ) ούτε και κρίθηκε ότι ο Αιτητής με την επιστροφή στη χώρα καταγωγής του, διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης ως άμαχος, συνεκτιμώντας τη κατάσταση που επικρατεί, σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ του Αιτητή. Οι Καθ’ ων η αίτηση σημειώνουν ότι ο Αιτητής είναι ενήλικος άνδρας, νέος στην ηλικία, χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας ή διαπιστωμένη ευαλωτότητα, διαθέτει τριτοβάθμια εκπαίδευση και, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, γεννήθηκε στην πόλη Mamfe και διέμενε στην πόλη Besongabang, όπου διατηρεί οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο.

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση κατέληξαν ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις εκ του νόμου προϋποθέσεις ώστε να του εκχωρηθεί καθεστώς πρόσφυγα ή άλλως, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας συνεπώς το αίτημά του απορρίφθηκε.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή  να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414). 

 

Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».

 

Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας παράλληλα και τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας από πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης-Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που ο ίδιος ο Αιτητής προέβαλε κατά την συνέντευξή του, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και την περιοχή καταγωγής του

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του συνόλου του ισχυρισμού του Αιτητή, έχοντας κατά νου τις δηλώσεις και αναφορές του Αιτητή,  το Δικαστήριο παρόλο που συμφωνεί με την τελική κρίση περί αναξιοπιστίας των ισχυρισμών, εντούτοις παρατηρεί εσφαλμένη διάκριση του ισχυρισμού αναφορικά με την φερόμενη σύλληψη του Αιτητή από στρατιωτικές δυνάμεις. Ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης του Αιτητή, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει ισχυρισμό ότι ο Αιτητής συνελήφθη αλλά ότι αυτός θεωρήθηκε ύποπτος για συνεργασία με τους αποσχιστές οι οποίοι τον κατηγόρησαν για προμήθεια πυρομαχικών.  Ειδικότερα, ενώ ισχυρίστηκε ότι οι στρατιωτικές αρχές τον θεώρησαν ύποπτο συνεργασίας με τους Ambazonians και τον κατηγόρησαν για προμήθεια πυρομαχικών προς τους αυτονομιστές, εντούτοις ο Αιτητής δεν κατάφερε να εξηγήσει με πειστικό τρόπο γιατί, παρά τη σοβαρότητα των κατηγοριών, δεν συνελήφθη ούτε μεταφέρθηκε για ανάκριση ή κράτηση, αλλά φέρεται να αφέθηκε να αποχωρήσει κατόπιν παρέμβασης ενός φίλου του πατέρα του. Η εξήγησή του ότι το εν λόγω πρόσωπο, το οποίο κατείχε σημαντική θέση στις δυνάμεις ασφαλείας, τον βοήθησε να διαφύγει, εμφανίζεται περιορισμένης ευλογοφάνειας, δεδομένου ότι μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για τον ίδιο τον αξιωματούχο.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής υποστήριξε ότι μετά το περιστατικό εκδόθηκαν σε βάρος του κλήτευση και ένταλμα σύλληψης και ότι οι στρατιωτικές αρχές τον αναζητούσαν ενεργά, παρόλα αυτά, δήλωσε ότι κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τους ελέγχους εξόδου. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει την αντίφαση αυτή, περιορίστηκε να αναφέρει ότι οι δυσκολίες εντοπίζονταν κυρίως στις αγγλόφωνες περιοχές, χωρίς όμως να διευκρινίσει πώς ήταν δυνατόν ένα πρόσωπο που, κατά τους ισχυρισμούς του, καταζητείτο για συνεργασία με αυτονομιστές να αναχωρήσει νόμιμα από τη χώρα χωρίς να εντοπιστεί. Η εξήγηση αυτή δεν κρίνεται επαρκής για να άρει την αντίφαση μεταξύ της φερόμενης αναζήτησής του από τις αρχές και της ανεμπόδιστης εξόδου του από το Καμερούν.

 

Επιπλέον, ο ισχυρισμός του περί ύπαρξης κλήτευσης αποδυναμώνεται περαιτέρω από τα χαρακτηριστικά του ίδιου του εγγράφου που προσκόμισε σε ηλεκτρονική μορφή. Συγκεκριμένα, όταν του επισημάνθηκε ότι το έγγραφο περιείχε γραμματικά λάθη ασύμβατα με την τυπική μορφή επίσημου κρατικού εγγράφου, δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι αυτό ήταν το έγγραφο που του απέστειλε ο πατέρας του. Παράλληλα, δεν προσκόμισε το πρωτότυπο έγγραφο ούτε το φερόμενο ένταλμα σύλληψης, ως δεσμέυτηκε κατά τη συνένετυξή του, ενώ δεν απάντησε επαρκώς όταν του επισημάνθηκε ότι η ημερομηνία έκδοσης της κλήτευσης συνέπιπτε με την ημερομηνία κατά την οποία αναχώρησε από τη χώρα χωρίς κανένα πρόβλημα.

 

Δεν παραγνωρίζω επίσης την ασυνέπεια που εντοπίζεται στις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης. Ενώ υποστήριξε ότι οι γαλλόφωνες περιοχές του Καμερούν δεν παρουσίαζαν τον ίδιο κίνδυνο και ότι εκεί δεν θα αντιμετώπιζε προβλήματα από τις αρχές, από παράλληλα ισχυρίστηκε πως δεν θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε αυτές κυρίως λόγω γλωσσικών δυσκολιών και έλλειψης οικογενειακού δικτύου. Οι λόγοι αυτοί συνιστούν πρακτικές ή κοινωνικοοικονομικές δυσχέρειες και όχι στοιχεία που αποδεικνύουν αδυναμία ασφαλούς εγκατάστασης ή κίνδυνο δίωξης στις περιοχές αυτές.

 

Λαμβάνω επιπλέον υπόψη ότι παρά τη σοβαρότητα των ισχυρισμών του περί έκδοσης εντάλματος σύλληψης, αναζήτησής του από τις αρχές καθώς και πυρπόλησης της οικογενειακής του οικίας, ο Αιτητής δεν προσκόμισε ούτε κατά τη συνέντευξη του αλλά ούτε και ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε ουσιαστικό υποστηρικτικό στοιχείο προς ενίσχυση των ισχυρισμών του. Η απουσία τέτοιων στοιχείων, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες αντιφάσεις και ασυνέπειες, υπονομεύει σημαντικά την αξιοπιστία του ισχυρισμού του περί στοχοποίησης και αναζήτησής του από τις αρχές του Καμερούν.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα βάσει της οποίας πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι άμαχοι έχουν κατηγορηθεί για συνεργασία με αυτονομιστές, γεγονός που φέρεται να έχει οδηγήσει σε αντίποινα από τις κυβερνητικές δυνάμεις.[2] Κοινή δήλωση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, που δημοσιεύθηκε από την Amnesty International (AI) τον Νοέμβριο 2023, αναφέρει ότι μαρτυρίες κάνουν λόγο για στρατιώτες που κατηγορούν αμάχους για συνεργασία με αυτονομιστές, καίνε κατοικίες και διαπράττουν σεξουαλική βία ως αντίποινα για επιθέσεις αυτονομιστών εναντίον τους.[3]

 

Η ίδια πηγή αναφέρει ότι, ως απάντηση στη δραστηριότητα ένοπλων αυτονομιστών, οι κυβερνητικές δυνάμεις προέβησαν σε περαιτέρω παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προχωρώντας σε αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις ατόμων που κατηγορούνταν είτε ότι ήταν ένοπλοι αυτονομιστές είτε ότι τους υποστήριζαν.[4]

 

Τον Μάρτιο του 2026, το Global Centre for the Responsibility to Protect (R2P) ανέφερε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές εκτελέσεις, εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έχουν πυρπολήσει χωριά της περιοχής Anglophone και έχουν υποβάλει άτομα που θεωρούνται ύποπτα για δεσμούς με αυτονομιστές σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.[5]

 

Επιπλέον, έκθεση που καλύπτει την περίοδο Ιουλίου - Σεπτεμβρίου 2023 σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Southwest και Northwest του Καμερούν από το Centre for Human Rights and Democracy in Africa (CHRDA) ανέφερε ότι οι κρατικές δυνάμεις του Καμερούν έχουν εντείνει την καταστολή εναντίον οποιουδήποτε θεωρείται ότι έχει σχέσεις με αυτονομιστικά δίκτυα. Αυτό έχει οδηγήσει σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων εξωδικαστικών εκτελέσεων, στοχευμένων δολοφονιών, αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων, εμπρησμών και καταστροφής πολιτικής περιουσίας.[6]

 

Σύμφωνα με έκθεση της Amnesty International του Ιουλίου 2023, έχουν καταγραφεί αρκετές περιπτώσεις αυθαίρετης σύλληψης και κράτησης ατόμων απλώς λόγω υποψίας συνεργασίας με ένοπλους αυτονομιστές.[7] Δικηγόρος που μίλησε στην Amnesty International τον Απρίλιο 2023 δήλωσε ότι οι περισσότερες κατηγορίες που σχετίζονται με την κρίση στις περιοχές Anglophone είναι κατασκευασμένες.[8]

 

Με βάση τα ανωτέρω ευρήματα, η ύπαρξη ένοπλης σύγκρουσης, βιαιοπραγιών, αυθαίρετων ενεργειών του στρατού και στοχοποίησης προσώπων που θεωρούνται υποστηρικτές των αυτονομιστών μαχητών επιβεβαιώνεται από εξωτερικές πηγές. Η επιβεβαίωση, όμως, του γενικού πλαισίου στην κατάσταση ασφαλείας δεν συνεπάγεται αυτόματα και αποδοχή του προσωπικού αφηγήματος του Αιτητή. Η αδυναμία του Αιτητή να παράσχει συνεκτική, λεπτομερή και ευλογοφανή εξήγηση ως προς την προσωπική του στοχοποίηση καθιστά τον ισχυρισμό του περί δίωξης από τον στρατό του Καμερούν μη αξιόπιστο. Περαιτέρω, δεδομένου ότι οι πρακτικές που ακολουθούνται τόσο από τους αυτονομιστές μαχητές, όσο και από τον στρατό του Καμερούν έχουν καταγραφεί σε δημόσια προσβάσιμες διεθνείς εκθέσεις και άρθρα, δεν μπορεί να αποκλείει το ενδεχόμενο ορισμένες από τις σχετικές περιγραφές του Αιτητή να μην εδράζονται σε προσωπικό βίωμα, αλλά να αναπαράγουν πληροφορίες ευρύτερα γνωστές σε πρόσωπα προερχόμενα από τις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.

 

Τούτων λεχθέντων, το Δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή ως εσωτερικά μη αξιόπιστο.

 

Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί προσωπικής στοχοποίησής του από τον στρατό του Καμερούν, λόγω αποδιδόμενης σε αυτόν συνεργασίας με τους αυτονομιστές ήδη κρίθηκε αναξιόπιστος, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος του Αιτητή που απορρέει από το σύνολο των δηλώσεών του κρίνεται ως αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.

 

Από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτός δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση της συνηγόρου του, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του, δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν και δη στο τόπο συνήθους διαμονής του, Νοτιοδυτικό Κεμερούν, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο πέραν των όσων ορθά ερευνήθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση και έχοντας προς τούτο υποχρέωση, προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή.

 

Σε πρόσφατη έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect που δημοσιεύθηκε το 2025, αναφέρεται ότι τον Οκτώβριο του 2017, οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, αυτό της «Ambazonia» στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν, που συνιστούν τις αγγλόφωνες περιοχές. Έκτοτε, στις εν λόγω περιοχές, αυτονομιστές μαχητές και κρατικές δυνάμεις ασφαλείας εμπλέκονται σε συγκρούσεις, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χώρα εκτεταμένες φρικαλεότητες κατά του άμαχου πληθυσμού.[9]

 

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, οι δυνάμεις ασφαλείας ευθύνονται για την πρόκληση αυθαίρετων δολοφονιών, για τη διάπραξη εκτεταμένων αδικημάτων σεξουαλικής βίας και βίας λόγω φύλου, για την καταστροφή αγγλόφωνων χωριών και για την υποβολή υπόπτων με αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Επιπρόσθετα, ένοπλοι αυτονομιστές ευθύνονται για δολοφονίες και απαγωγές, ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και κατά εργαζομένων στον τομέα παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορες διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει κιόλας την κρατική μόρφωση, συχνά επιτίθενται, τρομοκρατούν και απαγάγουν μαθητές και δασκάλους, ενώ καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.[10]

 

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση για την χώρα που εντοπίζεται στην ιστοσελίδα του ACAPS, αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει ποικίλες παρατεταμένες κρίσεις που συνεχίζουν να καθορίζουν τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα[11]. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις περιοχές, αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότερους από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, έως τον Φεβρουάριο του 2025[12].

 

Σε έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2024, αναφέρεται ότι οι πληθυσμοί στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών[13]. Σε άλλη έκθεση του 2025, αναφέρεται ότι η ανθρωπιστική κατάσταση στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές εξακολουθεί να επηρεάζεται από τη συνεχιζόμενη ένοπλη βία και την ανασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα, η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IED) σε δημόσιους χώρους και κατά μήκος των κύριων συγκοινωνιακών οδών, οι απαγωγές και οι δολοφονίες συνεχίζουν να επηρεάζουν τον άμαχο πληθυσμό.[14]

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 17/04/2026), στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν (Southwest Region) καταγράφηκαν 1108 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 731 θάνατοι. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις για το 2025, ανέρχεται στα 2,098,500 κατοίκους[15].

 

Εφαρμόζοντας την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή (ενήλικας άνδρας, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας), διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι αυτός, λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, θίγεται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθεί σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων κατά το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Το Δικαστήριο καταλήγει, ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, και μετά από κατ' ουσίαν εξέταση της αίτησης του Αιτητή, ότι αυτός δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Απόδοση κατά προσέγγιση λόγω δυσανάγνωστου γραφικού χαρακτήρα. (ερυθρό 1 στο διοικητικό φάκελο)

[2] CHRDA, Midterm Summary Report in the Human Rights Situation in the Conflict -Affected Regions of Cameroon, 22 September 2023, https://www.chrda.org/wp-content/uploads/2023/09/MID-YEAR-HUMAN-RIGHTS-REPORT-2023-JANUARY-JUNE-1.pdf , p. 4; AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf , p. 1; R2P, Cameroon, 16 March 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[3] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)

[4] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)

[5] R2P, Cameroon, 16 March 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[6] CHRDA, The Human Rights Situation of The North West, South West and Far North Regions of Cameroon for The Third Quarter (July-September) of 2023 (Summary Report), 9 December 2023, https://www.chrda.org/wp-content/uploads/2023/12/THIRD-QUARTER-REPORT-FINAL-COPY.pdf, pp. 27-28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)

[7] AI, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 4 July 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/07/AFR1768382023ENGLISH-1.pdf, p. 42 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)

[8] AI, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 4 July 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/07/AFR1768382023ENGLISH-1.pdf, p. 42 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)

[9] Global Centre for the Responsibility to Protect, ‘Cameroon - Populations at risk’ (14 November 2025), διαθέσιμο σε https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026) 

[10] Ό.π.

[11] ACAPS, ‘Country analysis – Cameroon’ διαθέσιμο σε https://www.acaps.org/en/countries/cameroon#  (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)

[12] Ό.π.

[13] UN OCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’ σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-61-january-2024 (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)

[14] UN OCHA, ‘CAMEROON: North-West and South-West Situation Report No.74’ (February 2025) σελ. 2 διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no74-february-2025  (ημερομηνία πρόσβασης 29/04/2026)

[15] City population, Cameroon, διαθέσιμο σε https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/  (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο