W.F.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 516/24, 24/6/2026
print
Τίτλος:
W.F.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 516/24, 24/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 516/24

24 Ιουνίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

W.F.N.

Αιτητού,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Αιτητής παρών

Κώστας Λοΐζου και ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή

Ν. Κουρσάρης (κ.), Δικηγόρος, για τους Καθ' ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 9.11.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

 Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη  Δημοκρατία του Καμερούν (στο εξής: Καμερούν) και  περί τις 11.4.2019 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 2.10.2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από  λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 9.11.2023, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 17.11.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Κατά την ακροαματική διαδικασία ο Αιτητής προώθησε την ουσία της υπόθεσής του, ήτοι τον ισχυρισμό του περί δίωξής του από το στρατό της χώρας καταγωγής του και την κατ΄ισχυρισμό πλημμελή αξιολόγηση των δηλώσεών του από τους Καθ’ ων η αίτηση.  

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης υποστηρίζοντας ότι η απόφαση ήταν προϊόν δέουσας έρευνας, παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία.  

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

7.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

10.          Ως προς τους ισχυρισμούς του Αιτητή επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του εκάστοτε αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ' ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C-283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

11.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman &; Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος άσυλο να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτούντος να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C-277/11, MM., ECLIEU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

12.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνονται τα ακόλουθα. Κατά τη καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της πολιτικής κρίσης καθώς και εξαιτίας του ότι αναζητείτο από την κυβέρνηση της χώρας του καθώς ήταν ο ξυλουργός που δημιούργησε ένα φέρετρο το οποίο στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε σε ειρηνική διαδήλωση (βλ.ερ. 1)

13.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ωςπρος τα προσωπικά του στοιχεία ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος Καμερούν γεννηθείς το 1979 στη Bamenda της Βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν.  Όσον αφορά στην εθνοτική του καταγωγή, ανέφερε ότι κατάγεται από το Mankon, τόπο όπου γεννήθηκε, και ότι ανήκει στο κίνημα Southern Cameroons National Council (στο εξής: SCNC). Σε ό,τι αφορά στηνεκπαίδευσή του, δηλώνει ότι φοίτησε σε σχολείο αλλά εγκατέλειψε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο δεύτερο έτος, περίπου στην ηλικία των 20 ετών, λόγω οικονομικών δυσκολιών της οικογένειάς του. Σχετικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα, αναφέρει ότι εργαζόταν ως ξυλουργός, αφού πρώτα έλαβε εκπαίδευση για περίπου πέντε χρόνια και στη συνέχεια εργάστηκε μόνος του για περίπου δέκα χρόνια στη Mankon. Επιπλέον ανέφερε ότι ομιλεί την αγγλική.

14.          Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση ανέφερε ότι είναι παντρεμένος από τον Δεκέμβριο του 2015 και έχει τρία παιδιά με χρονολογίες γεννήσεως 2005, 2018 και 2019  και διαμένουν στη Bamenda. Ο πατέρας του έχει αποβιώσει το 2017, ενώ η μητέρα του ζει στο χωριό Tamafe στο Mankon, με την οποία δεν έχει πρόσφατη επικοινωνία. Δηλώνει ότι δεν έχει αδέλφια και ότι έχει κάποιους ξαδέλφους, με τους οποίους όμως δεν διατηρείεπικοινωνία.

15.          Σε σχέση με το ιστορικό ταξιδιού του, αναφέρει ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω της εμπλοκής του στο SCNC στο πλαίσιο της κρίσης στο αγγλόφωνο Καμερούν. Δηλώνει ότι ήταν ενεργό μέλος και ταμίας της οργάνωσης και ότι συμμετείχε σε δραστηριότητες κινητοποίησης. Πρόσθεσε ότι ταξίδεψε από τη Νιγηρία, και όχι από το Καμερούν αφού αρχικά μετέβη στο χωριό της συζύγου του στο Nkambe, κοντά στα σύνορα (Aboke) όπου μετέβη στην πόλη Enugu. Ο Αιτητής ανέφερε ότι αναχώρησε από το αεροδρόμιο της Abuja με προορισμό την Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από την  Κυβέρνηση της  Δημοκρατίας περιοχές,  χρησιμοποιώντας διαβατήριο που δεν του ανήκε, το οποίο του δόθηκε στη Νιγηρία. Δηλώνει ότι το ταξίδι του οργανώθηκε από τη σύζυγό του και έναν φίλο, και ότι η ίδια η σύζυγός του κάλυψε τα έξοδα. Εισήλθε στη Δημοκρατία στις 27.3.2019. Στην Κύπρο ανέφερε ότι εργάζεται εδώ και περίπου 2,5 χρόνια (από το χρόνο της συνέντευξης).

16.          Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής ανέφερε ότι  όπως έχει ήδη αναφέρει, ανήκει στο SCNC  μια οργάνωση που ασχολείται με το ζήτημα του Southern Cameroons και τη συνειδητοποίηση του πληθυσμού σχετικά με αυτό. Ανέφερε ότι η οργάνωση στοχεύει στην κινητοποίηση των νέων και στην ενημέρωση τους ότι το Southern Cameroons είναι διαφορετικό από τη “La République du Cameroun”, καθώς και στην υποστήριξη μαθητών που δεν έχουν οικονομικούς πόρους για την εκπαίδευσή τους, παρέχοντας βοήθεια σε είδη πρώτης ανάγκης και τρόφιμα, καθώς και στήριξη σε άτομα με αναπηρία που βρίσκονται σε σχολεία. Δηλώνει επίσης ότι υπήρξε ταμίας της οργάνωσης.

17.          Στο πλαίσιο των γεγονότων που οδήγησαν στην αποχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, επαναλαμβάνει ότι στις 11.11.2016 πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις δικηγόρων, στις οποίες στη συνέχεια συμμετείχαν και εκπαιδευτικοί λόγω παραπόνων και ζητημάτων περιθωριοποίησης. Κατά την ίδια περίοδο, ο γνωστός του Mancho Bibixy του ζήτησε να κατασκευάσει ένα φέρετρο, το οποίο ο ίδιος κατασκεύασε χωρίς να γνωρίζει αρχικά τη χρήση του. Στις 21.11.2016, το φέρετρο χρησιμοποιήθηκε σε δημόσια διαδήλωση, όπου αποτέλεσε κεντρικό σύμβολο διαμαρτυρίας, και από εκείνο το σημείο η κατάσταση κλιμακώθηκε, με τον ίδιο να αναφέρει ότι οι στρατιωτικές αρχές άρχισαν να αναζητούν τον κατασκευαστή του φέρετρου, δηλαδή τον ίδιο. Επιπλέον, ανέφερε ότι μετά από αυτά τα γεγονότα δεν μπορούσε πλέον να εργάζεται κανονικά και ζούσε υπό συνεχή φόβο σύλληψης. Στις 17.1.2017, μετά τη σύλληψη του Mancho Bibixy από τις αρχές, αισθάνθηκε ότι δεν μπορούσε να παραμείνει στη Bamenda και διέφυγε στο χωριό της συζύγου του στο Nkambe.

18.          Δήλωσε επιπλέον ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε και ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη περιοχή, επέστρεψε στη Bamenda και στη συνέχεια εγκατέλειψε την περιοχή, καταφεύγοντας στο Aboke κοντά στα σύνορα, πριν τελικά διαφύγει προς τη Νιγηρία (βλ.ερ.46,45).

19.          Επιπλέον προσέθεσε ότι, πέρα από το γεγονός ότι φοβάται ως ο κατασκευαστής του εν λόγω φερέτρου, υπήρξε και δεύτερος λόγος φόβου, καθώς οι αρχές είχαν καταστρέψει/διαλύσει χώρους που σχετίζονταν με την οργάνωση και είχαν διαπιστώσει ότι ήταν ενεργό και σημαντικό μέλος, δεδομένου ότι κατείχε τη θέση του ταμία. Ο Αιτητής δήλωσε ότι θεωρεί πως αντιμετωπίζει δύο πηγές κινδύνου: τη συμμετοχή του στο SCNC και την εμπλοκή του στην υπόθεση του φέρετρου.

20.          Ερωτηθείς σχετικά, ο Αιτητής δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν φοβάται ότι θα συλληφθεί από τις αρχές, καθώς θεωρείται ο κατασκευαστής του φέρετρου που συνδέθηκε με τα γεγονότα της λεγόμενης «coffin revolution», τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, συνέβαλαν στην κλιμάκωση της κρίσης στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας. Ανέφερε ότι φοβάται την κυβέρνηση του Καμερούν και ότι ενδέχεται να αντιμετωπίσει ισόβια φυλάκιση ή ακόμη και θανάτωση.

21.          Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι υπήρξε μέλος του SCNC από το 2006 και ταμίας της οργάνωσης από το 2011 μέχρι το 2017. Κατά τους ισχυρισμούς του, το SCNC δραστηριοποιείτο στην ενημέρωση των νέων για το ζήτημα του Νοτίου Καμερούν, στην ενίσχυση της συνείδησης των αγγλόφωνων πληθυσμών και στην παροχή κοινωνικής στήριξης σε μαθητές και άτομα με αναπηρίες. Ανέφερε ότι ως ταμίας είχε την ευθύνη διαχείρισης των οικονομικών πόρων της οργάνωσης, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν για εκπαιδευτικές και κοινωνικές δράσεις. Δήλωσε επίσης ότι η οργάνωση ιδρύθηκε το 1995 και λειτουργούσε μέχρι το 2017, ενώ ως σημαντικά στελέχη της ανέφερε τους Agbor Prizo, Mancho Bibixy, Fru Jonathan και Amoh Silas.

22.          Αναφορικά με τα γεγονότα της «coffin revolution», ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι στις 12.11.2016 ο Mancho Bibixy παρήγγειλε από το εργαστήριό του την κατασκευή ενός φερέτρου, χωρίς να του αποκαλύψει τον σκοπό χρήσης του. Όπως ανέφερε, ολοκλήρωσε την κατασκευή εντός επτά ημερών και το παρέδωσε στις 12.11.2016, λαμβάνοντας συνολικά το ποσό των 200.000 CFA. Δήλωσε ότι μόνο κατά την παραλαβή του φερέτρου διαπίστωσε ότι αυτό επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο διαμαρτυρίας στη Bamenda, κατά την οποία ο Mancho Bibixy εισήλθε στο φέρετρο ενώπιον συγκεντρωμένου πλήθους.

23.          Ο Αιτητής ανέφερε περαιτέρω ότι μετά τα εν λόγω γεγονότα πληροφορήθηκε ότι στρατιωτικές δυνάμεις αναζητούσαν τον ίδιο στο εργαστήριό του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, μαθητευόμενοί του τον προειδοποιούσαν ότι στρατιώτες επισκέπτονταν συχνά τον χώρο εργασίας του αναζητώντας τον, γεγονός που τον οδήγησε να εγκαταλείψει το εργαστήριό του και να μην επιστρέψει ποτέ σε αυτό. Πρόσθεσε ότι το εργαστήριό του κατεδαφίστηκε το 2017, μετά τη σύλληψη του Mancho Bibixy, ενώ το ίδιο χρονικό διάστημα οι αρχές διέκοψαν την πρόσβαση στο διαδίκτυο στη Βορειοδυτική Περιφέρεια.

24.          Σε σχέση με την ένταξή του στο SCNC, ο Αιτητής δήλωσε ότι στρατολογήθηκε μέσω του Fru Jonathan, ο οποίος τον ενημέρωσε για την κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και για τους στόχους της οργάνωσης. Ανέφερε ότι έλαβε κάρτα μέλους και συμμετείχε τόσο σε γενικές συνελεύσεις όσο και σε συναντήσεις της εκτελεστικής επιτροπής της οργάνωσης.

25.          Τέλος, ο Αιτητής αναφέρθηκε σε έγγραφο του SCNC που προσκόμισε προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, σύμφωνα με το οποίο κατείχε εκτελεστική θέση στην οργάνωση, ενώ ισχυρίστηκε ότι μετά το 2018 αναγκάστηκε να κρύβεται σε διάφορες περιοχές του Καμερούν πριν διαφύγει στη Νιγηρία και ακολούθως στην Κύπρο. Δήλωσε επίσης ότι δεν θεωρεί ασφαλή ούτε την επιστροφή στην περιοχή καταγωγής του ούτε τη μετεγκατάστασή του σε άλλη περιοχή του Καμερούν.

26.          Αξιολογώντας το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση απομόνωσαν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) την περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του, (β) τη συμμετοχή του στο Southern Cameroons National Council (SCNC) και ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι διετέλεσε ταμίας της οργάνωσης από το 2011 έως το 2017 και (γ) τον ισχυρισμό ότι, υπό την ιδιότητά του ως ξυλουργού, κατασκεύασε το φέρετρο που χρησιμοποιήθηκε στα γεγονότα της λεγόμενης «Coffin Revolution» στις 21.11.2016.

27.          Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι παρατέθηκε με επαρκή λεπτομέρεια και συνοχή και ήταν συμβατός με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.

28.          Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και εξειδικευμένες πληροφορίες σχετικά με το SCNC και τον ρόλο που ισχυριζόταν ότι κατείχε εντός αυτού. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι αναφορές του ως προς τους σκοπούς, τη δομή και τη λειτουργία της οργάνωσης παρέμειναν γενικές, ενώ διαπιστώθηκαν αποκλίσεις μεταξύ των δηλώσεών του και των εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, μεταξύ άλλων ως προς το έτος ίδρυσης του SCNC. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ούτε τα προσκομισθέντα έγγραφα επιβεβαίωναν επαρκώς τον ισχυρισμό του ότι διετέλεσε ταμίας της οργάνωσης κατά το χρονικό διάστημα που επικαλείτο.

29.          Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό, οι Καθ’ ων έκριναν ότι, μολονότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαίωναν την ύπαρξη της «Coffin Revolution» και τον ρόλο του Mancho Bibixy στα γεγονότα αυτά, οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την κατασκευή του επίμαχου φερέτρου και την επακόλουθη αναζήτησή του από τις αρχές στερούνταν του απαιτούμενου επιπέδου λεπτομέρειας και εξειδίκευσης. Επιπλέον, δεν εντοπίστηκε ανεξάρτητη μαρτυρία ικανή να επιβεβαιώσει ότι ο Αιτητής ήταν πράγματι το πρόσωπο που κατασκεύασε το φέρετρο ή ότι αναζητείτο από τις αρχές λόγω του συγκεκριμένου περιστατικού. Ως εκ τούτου, ούτε ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός.Top of Form

30.          Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι της χώρας καταγωγής και του προφίλ του, κατόπιν αξιολόγησης του μελλοντοστραφούς κινδύνου, οι Καθ' ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, στην οποία ανήκει η Bamenda, από όπου ο Αιτητής κατάγεται και δήλωσε ως το τελευταίο τόπο διαμονής του και κατέληξαν ότι καταρχήν υφίστανται εύλογοι λόγοι ώστε να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν, αυτός θα κινδυνεύσει να υποστεί μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

31.          Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1)  και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το εδάφιο (γ) του άρθρου 19 (2), οι Καθ' ων η αίτηση κατέγραψαν ότι παρά την έκρυθμη κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια, απ' όπου κατάγεται και όπου διέμενε ο Αιτητής, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην περιοχή σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι εκ της παρουσίας του και μόνο διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή. Αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις, οι Καθ' ων η αίτηση επεσήμαναν ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, άμαχος υγιήςενήλικας, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, χωρίς θέματα ευαλωτότητας, και με εργασιακή πείρα.

32.          Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υποβάλει στον Αιτητή διευκρινιστικής φύσεως ερωτήματα. Ο τελευταίος επανέλαβε τον πυρήνα του αιτήματός του, υποστηρίζοντας ότι εξακολουθεί να κινδυνεύει σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν λόγω της συμμετοχής του στο SCNC και της εμπλοκής του στα γεγονότα της λεγόμενης «Coffin Revolution». Περαιτέρω, ανέφερε ότι πριν από την αναχώρησή του διέμενε στη Bamenda μαζί με τη σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους, ενώ μετά τον θάνατο της συζύγου του τα παιδιά μετακινήθηκαν στο χωριό Edonga Matom, όπου διαμένει η γιαγιά της.

33.          Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε ότι η σύζυγός του απεβίωσε τον Ιούλιο του 2025, αφού εντοπίστηκε αιμόφυρτη σε δρόμο, γεγονός το οποίο ο ίδιος συνέδεσε με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε λόγω της δράσης του. Ανέφερε ότι ενημερώθηκε σχετικά από τον μεγαλύτερο γιο του, πλην όμως δεν γνωρίζει ποιος ευθύνεται για τον θάνατό της ούτε τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε. Πρόσθεσε δε ότι έκτοτε δεν είχε περαιτέρω επικοινωνία με τα παιδιά του λόγω των δυσκολιών επικοινωνίας που επικρατούν στην περιοχή όπου διαμένουν.

34.          Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής επανέλαβε ότι το πρόβλημά του συνδέεται με την κατασκευή του φέρετρου που χρησιμοποιήθηκε στα γεγονότα της «Coffin Revolution». Υποστήριξε ότι μετά το περιστατικό αυτό πληροφορήθηκε από συνεργάτες του στο ξυλουργείο ότι οι αρχές τον αναζητούσαν και ότι δεν έπρεπε να επιστρέψει στον χώρο εργασίας του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι πρόσωπα που τον αναζητούσαν επισκέπτονταν συχνά την οικογενειακή του οικία, γεγονός που οδήγησε τη σύζυγό του και τα παιδιά τους να μετακινηθούν σε άλλη περιοχή.

35.          Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι εξακολουθεί να θεωρεί πως καταζητείται από τις αρχές του Καμερούν εξαιτίας των γεγονότων που συνδέονται με την «Coffin Revolution», ενώ δήλωσε ότι πρόσωπο το οποίο είχε παραλάβει το επίμαχο φέρετρο συνελήφθη και εξακολουθεί να τελεί υπό κράτηση.

36.          Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

37.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από τη ταυτότητά του (ερ. 8).

38.          Ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή περί της συμμετοχής του στο Southern Cameroons National Council (SCNC) και της φερόμενης ιδιότητάς του ως ταμία της οργάνωσης, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, μολονότι ο Αιτητής φαίνεται να γνωρίζει και να συμμερίζεται τις γενικότερες επιδιώξεις και ιδεολογικές θέσεις του κινήματος, οι αναφορές του δεν καταδεικνύουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την ενεργό και ουσιαστική συμμετοχή που ο ίδιος αποδίδει στον εαυτό του ούτε, πολύ περισσότερο, ότι κατείχε θέση ευθύνης εντός αυτού. Ειδικότερα, οι αναφορές του ως προς τους σκοπούς, τη δομή, τη λειτουργία και τις δραστηριότητες του SCNC παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό γενικές και στερούνταν του επιπέδου λεπτομέρειας που ευλόγως θα αναμενόταν από πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι διετέλεσε ταμίας της οργάνωσης για σειρά ετών. Περαιτέρω, διαπιστώθηκαν ορισμένες αποκλίσεις μεταξύ των δηλώσεών του και των εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, μεταξύ άλλων ως προς το έτος ίδρυσης του κινήματος. Αν και το τελευταίο ζήτημα, εξεταζόμενο μεμονωμένα, δεν θα ήταν καθοριστικής σημασίας, εντούτοις συνεκτιμώμενο με τη γενικότητα των αναφορών του ως προς την οργάνωση, τις συναντήσεις και τη δράση της, δεν ενισχύει τον ισχυρισμό περί ενεργού συμμετοχής του σε αυτήν.

39.          Περαιτέρω, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι ο Αιτητής ήταν σε θέση να κατονομάσει ορισμένα ηγετικά στελέχη του κινήματος. Ωστόσο, η εν λόγω γνώση δεν δύναται, από μόνη της, να θεωρηθεί ενδεικτική ουσιαστικής ή ηγετικής συμμετοχής, δεδομένου ότι πρόκειται για πρόσωπα τα οποία αναφέρονται εκτενώς σε δημόσια διαθέσιμες πηγές και δημοσιεύματα αναφορικά με την αγγλόφωνη κρίση στο Καμερούν.

40.          Ως προς το έγγραφο που προσκομίστηκε προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, ήτοι την ένορκη δήλωση που φέρεται να εκδόθηκε εκ μέρους του SCNC και στην οποία γίνεται αναφορά στον Αιτητή ως μέλος της οργάνωσης και στον κίνδυνο που φέρεται να αντιμετωπίζει, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πρόκειται για αντίγραφο και όχι για πρωτότυπο έγγραφο, ενώ η γνησιότητά του δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθεί από ανεξάρτητη και αξιόπιστη πηγή. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η προσκόμιση εγγράφου δεν συνεπάγεται αυτομάτως και αποδοχή του περιεχομένου του ως αληθούς, καθότι το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογεί τόσο την προέλευση και την αξιοπιστία της πηγής όσο και τη συμφωνία του περιεχομένου του με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό και τις δηλώσεις του ίδιου του αιτητή. Στην προκειμένη περίπτωση, παρατηρείται ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου δεν συνάδει πλήρως με τις δηλώσεις του Αιτητή, καθότι αναφέρει διαφορετικό χρόνο έναρξης της θητείας του ως ταμία από εκείνον που ο ίδιος επικαλέστηκε κατά τη συνέντευξη και την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Ως εκ τούτου, το έγγραφο αυτό θεωρείται μειωμένης αποδεικτικής αξίας και όχι μόνο δεν ενισχύει ουσιωδώς την αξιοπιστία του σχετικού ισχυρισμού, αλλά αντιθέτως δημιουργεί πρόσθετους προβληματισμούς ως προς την ακρίβεια των δηλώσεων του Αιτητή.

41.          Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρότι δεν αποκλείεται ο Αιτητής να υπήρξε υποστηρικτής ή ακόμη και μέλος του εν λόγω κινήματος σε κάποιο βαθμό, οι αναφορές του δεν καταδεικνύουν ότι υπήρξε πρόσωπο με ηγετικό ρόλο ή ότι κατείχε τη θέση του ταμία του SCNC, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται.

42.          Ως προς της εξωτερική πτυχή των δηλώσεών του, οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης καταδεικνύουν ότι το SCNC απαγορεύθηκε από τις αρχές του Καμερούν το 2017 και ότι μέλη και υποστηρικτές του έχουν κατά καιρούς αποτελέσει αντικείμενο συλλήψεων, κρατήσεων και ποινικών διώξεων. Οι ίδιες πηγές καταγράφουν αυξημένη καταστολή έναντι ηγετικών στελεχών και προβεβλημένων ακτιβιστών του αγγλόφωνου κινήματος, ιδίως μετά την κλιμάκωση της αγγλόφωνης κρίσης. Συνοπτικώς, οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης καταδεικνύουν ότι το SCNC αποτελεί μία από τις παλαιότερες οργανώσεις που υποστηρίζουν την αυτοδιάθεση των αγγλόφωνων περιοχών του Καμερούν. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι οι αρχές του Καμερούν αντιμετωπίζουν διαχρονικά με καχυποψία και κατασταλτικά μέτρα πρόσωπα που συνδέονται με αποσχιστικά ή αυτονομιστικά κινήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης, η οποία κλιμακώθηκε μετά το 2016, έχουν καταγραφεί συλλήψεις, κρατήσεις και διώξεις προσώπων που θεωρήθηκαν ότι συνδέονται με το αποσχιστικό κίνημα, ενώ οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν κατηγορηθεί για αυθαίρετες συλλήψεις, κακομεταχείριση και χρήση υπέρμετρης βίας κατά υπόπτων για σχέσεις με τις αποσχιστικές οργανώσεις. Ωστόσο, οι ίδιες πηγές δεν καταδεικνύουν ότι κάθε πρόσωπο που υπήρξε μέλος ή υποστηρικτής του SCNC αντιμετωπίζει αυτομάτως κίνδυνο δίωξης, αλλά ότι ο κίνδυνος αυτός εξαρτάται από τον βαθμό εμπλοκής, τη δημόσια προβολή και τον ρόλο που το συγκεκριμένο πρόσωπο κατείχε στο κίνημα.[2]

43.          Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής κατόρθωσε να καταδείξει μία γενικότερη ιδεολογική ταύτιση και υποστήριξη προς το κίνημα του Southern Cameroons και τις επιδιώξεις του. Εντούτοις, δεν κατέστη δυνατό να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι υπήρξε πρόσωπο με ενεργό και ουσιαστική συμμετοχή στις δραστηριότητες της οργάνωσης και δη ότι κατείχε τη θέση του ταμία ή άλλη θέση ευθύνης εντός αυτής. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι η φερόμενη συμμετοχή του στο κίνημα τον κατέστησε στόχο των αρχών του Καμερούν ή ότι υπέστη οποιαδήποτε μορφή δίωξης εξαιτίας αυτής. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί της ιδιότητάς του ως ενεργού μέλους και ταμία του SCNC δεν γίνεται αποδεκτός, πέραν της γενικότερης ιδεολογικής του υποστήριξης προς το εν λόγω κίνημα.

44.          Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ότι, υπό την ιδιότητά του ως ξυλουργού, κατασκεύασε το φέρετρο που χρησιμοποιήθηκε στα γεγονότα της λεγόμενης «Coffin Revolution» στις 21.11.2016, το Δικαστήριο παρατηρεί καταρχάς ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν στερείται εκ πρώτης όψεως ευλογοφάνειας, καθόσον ο Αιτητής ασκούσε πράγματι το επάγγελμα του ξυλουργού και ήταν σε θέση να παράσχει ορισμένες πληροφορίες αναφορικά με το κόστος, τον χρόνο κατασκευής και τις περιστάσεις υπό τις οποίες του ανατέθηκε η συγκεκριμένη εργασία. Περαιτέρω, οι αναφορές του ότι το πρόσωπο που προσέγγισε το εργαστήριό του ήταν γνωστό στέλεχος του αγγλόφωνου κινήματος δεν αντίκεινται στις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής.

45.          Εντούτοις, πέραν των ανωτέρω, οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνται του απαιτούμενου βαθμού λεπτομέρειας, εξειδίκευσης και βιωματικότητας, ιδίως ως προς τα γεγονότα που φέρεται να ακολούθησαν μετά την κατασκευή του φερέτρου. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής περιέγραψε με γενικούς όρους τη φερόμενη αναζήτησή του από τις αρχές, αναφέροντας ότι μαθητευόμενοί του τον ενημέρωσαν πως πρόσωπα που θεωρούσαν ότι προέρχονταν από τις αρχές τον αναζητούσαν στο εργαστήριό του, ενώ ισχυρίστηκε επίσης ότι το εργαστήριό του καταστράφηκε. Ωστόσο, οι σχετικές αναφορές παραμένουν αόριστες και δεν συνοδεύονται από επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες, τη συχνότητα ή τη φύση των ενεργειών που φέρεται να έλαβαν χώρα εις βάρος του.

46.          Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, παρά το γεγονός ότι η σύζυγος και τα τέκνα του Αιτητή παρέμειναν για σειρά ετών στο Καμερούν και στην ίδια περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή στην Bamenda και ότι ο ίδιος διατηρούσε επικοινωνία μαζί τους τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο του 2025, δεν προκύπτει από τις δηλώσεις του ότι τα πρόσωπα αυτά υπέστησαν οποιαδήποτε στοχευμένη ενόχληση ή άλλη ενέργεια από τις αρχές εξαιτίας του ιδίου, πέραν των γενικών αναφορών του ότι άγνωστα πρόσωπα τον αναζητούσαν μέσω των μαθητευομένων του. Ούτε υπάρχει ισχυρισμός ή συγκεκριμένα μαρτυρία για επίσημη αναζήτηση του Αιτητή από τις αρχές. Ομοίως, δεν προκύπτει οποιαδήποτε άλλη αντικειμενική ένδειξη ότι οι αρχές εξακολουθούσαν να επιδεικνύουν ενδιαφέρον για το πρόσωπό του κατά τα έτη που ακολούθησαν τα γεγονότα του 2016.

47.          Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να τον συνδέει προσωπικά με τα γεγονότα της «Coffin Revolution» ή να επιβεβαιώνει ότι υπήρξε το πρόσωπο που κατασκεύασε το επίμαχο φέρετρο. Εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν μεν την ιστορική ύπαρξη της λεγόμενης «Coffin Revolution» και τον συμβολικό ρόλο που αυτή διαδραμάτισε στην απαρχή της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν, πλην όμως δεν περιέχουν οποιαδήποτε αναφορά στον Αιτητή ή σε πρόσωπο με τα χαρακτηριστικά που αυτός επικαλείται. Ως εκ τούτου, οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του γεγονότος αυτού καθαυτού, όχι όμως και την προσωπική εμπλοκή του Αιτητή σε αυτό ούτε τον ισχυρισμό ότι αποτέλεσε έκτοτε στόχο των αρχών λόγω της φερόμενης συμμετοχής του[3]. Το OMCT – Παγκόσμια Οργάνωση κατά των Βασανιστηρίων αναφέρει ότι ο Mancho Bibixy Tse, δημοσιογράφος και καθηγητής ιστορίας στο αγγλόφωνο Cameroon, έγινε γνωστός το 2016 όταν στάθηκε μέσα σε ένα ανοιχτό φέρετρο στην πόλη Bamenda και κατήγγειλε μέσω μεγάφωνου τις κοινωνικές και οικονομικές διακρίσεις εις βάρος της αγγλόφωνης κοινότητας. Ήταν ήδη γνωστός για την καταγραφή παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Βορειοδυτική περιοχή του Cameroon, καθώς και για την ενασχόλησή του με νέους σε δύσκολες οικογενειακές καταστάσεις[4]. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι μετά από εκείνη τη μέρα, ο Mancho Bibixy Tse (γνωστός και ως “BBC”) αναδείχθηκε σε έναν από τους ηγέτες του κινήματος για ίσα δικαιώματα σε ένα κράτος όπου κυριαρχεί το γαλλόφωνο στοιχείο. Επιπλέον, η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν άμεση και σκληρή. Το 2017, ο Mancho Bibixy Tse συνελήφθη χωρίς ένταλμα από στρατιώτες στην Bamenda, ξυλοκοπήθηκε και μεταφέρθηκε με καλυμμένα μάτια. Τον Μάιο, στρατιωτικό δικαστήριο στην Yaoundé τον καταδίκασε σε 15 χρόνια φυλάκισης, με κατηγορίες όπως «τρομοκρατία», «απόσχιση» και «υποκίνηση εμφυλίου πολέμου», κατηγορίες που συνδέθηκαν με την κινητοποίηση με το φέρετρο[5]. Ως εκ τούτου, δεδομένης της μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή αλλά ούτε και της εξωτερικής του αξιοπιστίας ως προς την προσωπική του εμπλοκή στο υπό εξέταση ιστορικό γεγονός, ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός.

48.          Ως προς τον καινοφανή ισχυρισμό του Αιτητή περί του θανάτου της συζύγου του τον Ιούλιο του 2025, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο Αιτητής, ερωτηθείς σχετικά κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε αντικειμενικά στοιχεία ή συγκεκριμένες περιστάσεις ικανές να συνδέσουν το εν λόγω συμβάν με την φερόμενη δίωξη που επικαλείται. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει οποιεσδήποτε ουσιώδεις πληροφορίες αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος της συζύγου του, πέραν του ότι πληροφορήθηκε από τον μεγαλύτερο υιό του ότι αυτή εντοπίστηκε αιμόφυρτη σε δρόμο. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι, λόγω της απουσίας του από τη χώρα καταγωγής του, δεν θα ήταν εύλογο να αναμένεται από τον Αιτητή να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες του περιστατικού ενώ δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία προς τεκμηρίωσή του. Οι αναφορές του εξαντλούνται στην απλή παράθεση του γεγονότος του θανάτου, χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμένα περιστατικά, ενδείξεις ή άλλα στοιχεία που να επιτρέπουν τη σύνδεσή του με τους ισχυρισμούς περί δίωξης που προβάλλει.

49.          Από τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έχει τεκμηριωθεί στον απαιτούμενο βαθμό και, σε κάθε περίπτωση, δεν προκύπτει οποιαδήποτε αιτιώδης σύνδεση μεταξύ του φερόμενου θανάτου της συζύγου του και των προσωπικών περιστάσεων που επικαλείται ο Αιτητής προς θεμελίωση του αιτήματός του. Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται.

50.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις του. Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του, ήτοι η χώρα καταγωγής, το προφίλ του και ο τόπος συνήθους διαμονής του, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.

51.          Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανού δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως στο Καμερούν, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με περίπου 70% να ανήκουν σε διάφορα χριστιανικά δόγματα. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές όπου οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Στις βόρειες περιοχές, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, έχουν αναφερθεί περιστατικά  κοινωνικών εντάσεων μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η παρουσία εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Boko Haram, έχει οδηγήσει σε επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων στα βόρεια σύνορα με τη Νιγηρία και όχι στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Παρά τις προκλήσεις αυτές, οι Χριστιανοί στο Καμερούν γενικά ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα.[6]

52.          Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ως προκύπτουν από έγκυρες πηγές πληροφόρησης και ιδίως στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, καθώς και στην Περιφέρεια Κέντρου πηγές αναφέρουν ότι το Καμερούν συνεχίζει να επηρεάζεται από δύο μεγάλες συγκρούσεις: τη σύγκρουση του λεκανοπεδίου της Λίμνης Τσαντ στην περιοχή του Άπω Βορά και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν (NWSW)[7] Στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, γνωστές και ως Αγγλόφωνες περιοχές[8], οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αποσχιστών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αποσχιστές επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος.[9]

53.          Περαιτέρω, το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, οι εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ των ηγετών των αποσχιστών χώρισαν τις αυτοανακηρυχθείσες αγγλόφωνες κυβερνήσεις σε περισσότερες από 50 αποσχιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας τις πολιτικές τους απαιτήσεις και την ικανότητά τους να αντισταθούν στις κυβερνητικές επιθέσεις.[10] Το ACLED περαιτέρω έδειξε ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών, τις οποίες διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων αυτονομιστές, η κυβέρνηση, ιδιωτικές εταιρείες και ανθρωπιστικές οργανώσεις.[11]

54.          Τον Ιούνιο του 2025, το Agence France Presse αναφέρει ότι: «Από το 2016, οι Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν έχουν σπαραχθεί από σύγκρουση μεταξύ αγγλόφωνων αυτονομιστών και της κυβέρνησης. Πολλοί αγγλόφωνοι Καμερουνέζοι δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν συστημικές διακρίσεις στη χώρα όπου κυριαρχεί η γαλλόφωνη πλειοψηφία. Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για τα πολιτικά δικαιώματα εξελίχθηκε γρήγορα σε ένοπλη εξέγερση. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της Human Rights Watch, οι συγκρούσεις έχουν προκαλέσει μέχρι σήμερα τον θάνατο τουλάχιστον 6.000 αμάχων. Αυτονομιστικές ομάδες έχουν προχωρήσει σε απαγωγές και επιθέσεις κατά αμάχων και κρατικών αξιωματούχων, ενώ ο στρατός και η αστυνομία κατηγορούνται ότι εξαπολύουν επιχειρήσεις με στόχο την τιμωρία φερόμενων υποστηρικτών των αυτονομιστών. Παράλληλα, τζιχαντιστές της Boko Haram σπέρνουν τον τρόμο στο άλλο άκρο της χώρας, στην Περιφέρεια του Άπω Βορρά, όπου η οργάνωση δρα από το 2009. Οι πολλαπλές κρίσεις ασφάλειας έχουν εκτοπίσει μεγάλο αριθμό Καμερουνέζων από τις εστίες τους και συνιστούν πρόκληση για την ειρηνική διεξαγωγή των εκλογών».[12]

55.             Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Ανιθαγενείς σημειώνει ότι: «Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι εντονότερη στη Βορειοδυτική σε σύγκριση με τη Νοτιοδυτική. Οι αυτονομιστές είναι πιο δραστήριοι σε αγροτικές, απομακρυσμένες και υποανάπτυκτες περιοχές. Παρότι η στρατιωτική παρουσία έχει ενισχυθεί στις πόλεις, δεν είναι επαρκής για την αποτροπή περιστατικών ανασφάλειας».[13]

56.           Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UNOCHA) επισημαίνει ότι: «Η κατάσταση στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές (NWSW) παρέμεινε εύθραυστη και ασταθής, με συνεχιζόμενες επιθέσεις και συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSFs) και μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAGs). Εξακολούθησαν να αναφέρονται απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, στοχευμένες δολοφονίες, αυθαίρετες συλλήψεις και απώλειες αμάχων».[14] 

57.          Τον Μάρτιο του 2025, το Global Centre for the Responsibility to Protect αναφέρει ότι: «Οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, καθώς και οι εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών αυτονομιστικών ομάδων, συνεχίζονται αμείωτα στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές».[15]

58.          Με βάση τις ανωτέρω πηγές, προκύπτει ότι η ένοπλη κρίση στο Καμερούν εκδηλώνεται κατά κύριο λόγο και σχεδόν αποκλειστικά στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, όπου καταγράφονται συγκρούσεις μεταξύ κρατικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, απαγωγές, στοχευμένες επιθέσεις και απώλειες αμάχων. Η Bamenda τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή υπάγεται στη Βορειοδυτική περιφέρεια της χώρας και υπάγεται στις αγγλόφωνες περιοχές όπου λαμβάνει χώρα η αγγλόφωνη κρίση.

59.          Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Bamenda, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20.5.2026), καταγράφηκαν 34 περιστατικά πολιτικής βίας[16], από τα οποία προκλήθηκαν 34 θάνατοι.[17] Επιπλέον, αναφορικά με την ευρύτερη βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν έχουν καταγραφεί 1997 περιστατικά πολιτικής βίας που είχαν ως αποτέλεσμα 552 θανάτους. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Bamenda εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 432,300 χιλιάδες (εκτίμηση του 2026) κατοίκους.[18] Αναφορικά με την ευρύτερη βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, ο πληθυσμός (καταγραφή του 2025) ανέρχεται στα 2,428,200 κατοίκους[19].

60.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό, και ειδικότερα το γεγονός ότι πρόκειται για άνδρα νεαρής ηλικίας, υγιή, με εργασιακή πείρα στη χώρα του, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, αγγλόφωνο, χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, καθώς και το ότι διαθέτει οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει, το Δικαστήριο κρίνει ότι, σε συνάρτηση με τις προαναφερθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν και ειδικότερα στη Bamenda, δεν πιθανολογείται ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί, λόγω και των προσωπικών του χαρακτηριστικών και της εξοικείωσής του με την περιοχή, σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής. Παρότι στην περιοχή εξακολουθούν να καταγράφονται περιστατικά ασφαλείας συνδεόμενα με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κρατικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, η ένταση της βίας δεν ανέρχεται σε τέτοιο επίπεδο ώστε κάθε άμαχος να αντιμετωπίζει, εκ μόνου του γεγονότος της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο βλάβης.

61.          Ειδικότερα, ως προς τη γενικότερη ιδεολογική υποστήριξη που φαίνεται να τρέφει ο Αιτητής προς το SCNC, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν προκύπτει ότι η απλή ή χαμηλού επιπέδου υποστήριξη προς το εν λόγω κίνημα αρκεί, αφ’ εαυτής, για να καταστήσει ένα πρόσωπο στόχο των αρχών του Καμερούν. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι οι διώξεις και τα κατασταλτικά μέτρα στρέφονται πρωτίστως κατά ηγετικών στελεχών, προβεβλημένων ακτιβιστών ή προσώπων με ενεργό και δημόσιο ρόλο στο αποσχιστικό κίνημα. Δεδομένου ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Αιτητής κατείχε τέτοια θέση ή ότι υπήρξε στο παρελθόν αντικείμενο δίωξης λόγω της υποστήριξής του προς το SCNC, δεν προκύπτει ότι η εν λόγω ιδεολογική τοποθέτηση δημιουργεί, υπό τις παρούσες περιστάσεις, εξατομικευμένο κίνδυνο για το πρόσωπό του σε περίπτωση επιστροφής.

62.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

63.           Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

64.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].

65.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].

66.          Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

67.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

68.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύρραξη κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο από τη νομολογία του ΔΕΕ, καθόσον λαμβάνουν χώρα παρατεταμένες ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων του κράτους και αποσχιστικών ένοπλων ομάδων που δραστηριοποιούνται στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.

 

69.          Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».

 

70.          Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν (βλ. ανωτέρω), στην οποία βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή εξελίσσεται εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του εθνικού στρατού και αποσχιστικών ομάδων που δραστηριοποιούνται εκεί. Εξωτερικές πηγές περαιτέρω καταδεικνύουν ότι στην περιοχή αυτή εκδηλώνονται φαινόμενα αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια που επηρεάζει πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ· Diakité, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Λαμβανομένων υπόψη των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών της σύρραξης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προερχόμενη από αυτήν αδιάκριτη βία κυμαίνεται σε μέτρια προς υψηλά επίπεδα έντασης, χωρίς ωστόσο να ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε, και μόνη η παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή, να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του 19(2)(γ), ανεξαρτήτως των προσωπικών του περιστάσεων. Ως προς τις περιστάσεις του Αιτητή, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής είναι άνδρας νεαρής ηλικίας και χωρίς προβλήματα υγείας. Πρόκειται για άτομο εργατικό, λειτουργικά αυτόνομο και ικανό προς εργασία και αυτοσυντήρηση. Είναι εξοικειωμένος με την περιοχή, καθότι διέμενε για αρκετά χρόνια, άρα σε θέση να γνωρίζει και να αξιολογεί επαρκώς τους κινδύνους, δεν έχει τεκμηριώσει περιστατικό παρελθούσας δίωξης, ενώ διαθέτει ευρύτερο κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο. Τα τέκνα του ένα εκ των οποίων είναι ενήλικα, βρίσκονται κατά τη δήλωσή του υπό τη φύλαξη συγγενικών του προσώπων. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ο Αιτητής ως άμαχος δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ένεκα του επιπέδου των ένοπλων συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του.

 

71.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C-156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 46 έως 51 και . απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, υπόθεση C-313/25 PPU, GB κατά Minister van Asiel en Migratie [Adrar], ECLI:EU:C:2025:647, ιδίως σκέψεις 60 έως 66.).

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA  https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σελ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] Βλ. Διεθνής Αμνηστία, ενημέρωση ημερ. 20.1.2017 https://www.amnesty.org/en/latest/news/2017/01/cameroon-arrests-and-civil-society-bans-risk-inflaming-tensions-in-english-speaking-regions, ημερομηνία πρόσβασης: 23.6.2026,

   Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country ReportCameroon, 2026, διαθέσιμο μέσω ECOI https://www.ecoi.net/en/file/local/2138414/country_report_2026_CMR.pdf (τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 23.6.2026)

[3] The Coffin Revolution in Cameroon, https://africasacountry.com/2017/05/the-coffin-revolution (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/05/2026)

[4] OMCT (World Organisation Against Torture), Cameroon: Mancho Bibixy Tse, in prison for promoting Anglophone rights , 16 May 2020, https://www.omct.org/human-rights-defenders/statements/cameroon/2020/05/d25840/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/05/2026)

[5] OMCT (World Organisation Against Torture), Cameroon: Mancho Bibixy Tse, in prison for promoting Anglophone rights , 16 May 2020, https://www.omct.org/human-rights-defenders/statements/cameroon/2020/05/d25840/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/05/2026)

[6] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Cameroon, 26 June 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2111838.html ;

USDOS -US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.6.2026).

[7] European Commission, Cameroon, last updated 25 November 2024, url; UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, 14 April 2024,  διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/32c8a7cb-5dac-4c5f-92ec-f232a7bed6d0/CMR_HNO_2024_EN_20240123_v2%20%281%29.pdfσελ.9 (ημερομηνία  πρόσβασης 19.6.2026)

[8] International Crisis Group, A Second Look at Cameroon's Anglophone Special Status, 31 March 2023, https://www.crisisgroup.org/africa/central-africa/cameroon/b188-second-look-cameroons-anglophone-special-status (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.6.2026).

[9] GCR2P, Cameroon - Population at risk, 16 March 2026 , https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/;  ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdfσελ. 10 (ημερομηνία  πρόσβασης 19.6.2026).

[10] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdfσελ. 3, 13 (ημερομηνία πρόσβασης 19.6.2026).

[11] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdfσελ. 3 (ημερομηνία πρόσβασης 19.6.2026). 

[12] Agence France Presse (18 June 2025) Leader's health, separatist violence loom over Cameroon vote, p.2 https://advance.lexis.com/bisnexishome/?pdmfid=1519360&crid=f622f71a-d4bf-473e-b202-7756346b0544 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.5.2026).

[13] Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (11 June 2025) Cameroun: Regions anglophones: situation securitaire (Cameroon: English-speaking regions: security situation) [English summary], σελ.3 https://www.ein.org.uk/members/country-report/cameroun-regions-anglophones-situation-securitaire-cameroon-english-speaking (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.6.2026).

[14] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (2 June 2025) Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76, p.2  https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no76-april-2025 (ημερομηνία πρόσβασης 11/05/2026).

[15] Global Centre for the Responsibility to Protect (16 March 2026) Cameroon, σελ.2 https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.6.2026

[16] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests)

[17] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY:Cameroon) (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/05/2026)

[18] Bamenda Population 2026 , https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/bamenda  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο