ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 6743 /2022
24 Ιουνίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
N.K.S.A
από Ιράκ
Αιτήτρια
και
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπουργείο Εσωτερικών
Καθ' ων η αίτηση
Δικηγόρος για την Αιτήτρια: Ελένη Χαραλάμπους (Λαζάρου – Μασούρα – Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε.)
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Λ. Βελίκοβα, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 05.10.2022, με την οποία της χορηγήθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 (1) (2) (β), ζητώντας να της αναγνωριστεί προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 (1) του περί προσφύγων Νόμου και το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια κατάγεται από το Ιράκ, το οποίο εγκατέλειψε στις 03.05.2021 και στις 09.05.2021 αφίχθηκε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών, υποβάλλοντας αίτηση για διεθνή προστασία στις 30.05.2021. Στις 11.05.2022 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε στις 05.10.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 13.10.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου της ίδιας ημέρας. Την εν λόγω απόφαση αμφισβητεί η Αιτήτρια μέσω της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Δια του εισαγωγικού της δικογράφου, το οποίο αρχικά καταχώρισε αυτοπροσώπως, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι στο Ιράκ κινδυνεύει η ζωή της από τη φυλετική ομάδα στην οποία ανήκει, τα μέλη της οποίας θα τη σκοτώσουν σε περίπτωση επιστροφής της εκεί.
Ακολούθως η Αιτήτρια αρχικά καταχώρισε, επίσης αυτοπροσώπως, τη γραπτή της αγόρευση, δια της οποίας ισχυρίστηκε ότι στη χώρα καταγωγής της έπεσε θύμα έμφυλης βίας από τα μέλη της οικογένειάς της και συγκεκριμένα από το μεγαλύτερο αδερφό της, ο οποίος ήταν ναρκομανής, δεν την εμπιστευόταν, δε την προστάτευε και παραλίγο να έχανε τη ζωή της επειδή της επιτέθηκε με μαχαίρι. Η Αιτήτρια στη συνέχεια δήλωσε ότι δια της φυγής της από το Ιράν παραβίασε τις παραδόσεις της κοινότητάς της και της φυλετικής ομάδας στην οποία ανήκει, με αποτέλεσμα να την αναζητούν τα μέλη της για να τη σκοτώσουν. Για τους συγκεκριμένους λόγους η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν είναι δυνατή η επιστροφή της στο Ιράκ, τονίζοντας ότι στην Κύπρο λαμβάνει θεραπεία επειδή αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία προκάλεσαν οι συνθήκες που αντιμετώπισε στη χώρα της. Ως εκ τούτου, ζητά από το Δικαστήριο όπως της αναγνωρίσει καθεστώς πρόσφυγα, καθώς το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας της παρέχει προσωρινή προστασία.
Κατόπιν διορισμού δικηγόρου, η Αιτήτρια καταχώρισε τροποποιημένη προσφυγή (κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου), δια της οποίας εγείρει πλήθος νομικών ισχυρισμών χωρίς ωστόσο αυτοί να προωθούνται στο σύνολό τους δια της γραπτής της αγόρευσης.
Με τη γραπτής της αγόρευσης, η συνήγορος της Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι αν και οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί του ότι έπεσε θύμα έμφυλης βίας από τον αδερφό τη και ότι, δια της φυγής της από το Ιράκ, παραβίασε των κώδικά τιμής της φυλής της, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν της αναγνώρισαν προσφυγικό καθεστώς, όπως θα έπρεπε, λόγω του ότι αποτελεί γυναίκα μόνη, θύμα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, παρεκκλίνουσα από τον κώδικα τιμής της φυλής της. Τονίζοντας ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δε μπορούν να τύχουν απόρριψης από το παρόν Δικαστήριο λόγω της αρχής της μη χειροτέρευσης της Αιτήτριας (reformation in peius), η κα Χαραλάμπους προωθεί ότι στο πρόσωπο της τελευταίας συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα λόγω της συμμετοχής της σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, καθώς οι φορείς της δίωξής να είναι μη κρατικοί (τα μέλη της οικογένειάς της και τα μέλη της τοπικής κοινωνίας) και οι αρχές της χώρας καταγωγής της να αδυνατούν και/ή δεν επιθυμούν να της παράσχουν μόνιμη και αποτελεσματική προστασία, γεγονός που ανακύπτει εκ της αποδεκτής από τους Καθ’ ων η αίτηση, παρελθούσας δίωξής της.
Αναλύοντας τους ισχυρισμούς της περί υπαγωγής της Αιτήτριας σε προσφυγικό καθεστώς σαν μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, η συνήγορός της προωθεί ότι τα εγγενή χαρακτηριστικά που φέρει η Αιτήτρια και δε μπορούν να μεταβληθούν είναι το φύλο της, το γεγονός ότι έπεσε θύμα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και ότι δια της φυγής της από το Ιράκ παραβίασε τις κοινωνικές νόρμες της φυλετικής της ομάδας. Αναφορικά με τον τρόπο που τα μέλη της ανωτέρω κοινωνικής ομάδας φέρουν ιδιαίτερη ταυτότητα στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, σύμφωνα με τη συνήγορό της, αυτός συνοψίζεται στο ισχύον νομοθετικό και κοινωνικό πλαίσιο στο Ιράκ απέναντι στις γυναίκες.
Ακολούθως η συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί ότι εκ των ανωτέρω ανακύπτει άμεσος συσχετισμός των πράξεων της παρελθούσας αλλά και της επαπειλούμενης δίωξής της με τους λόγους δίωξής της, ο οποίος συνίσταται στο φύλο της και τη μορφή της επαναλαμβανόμενης βίας την οποία εκείνη βίωσε στη χώρα καταγωγής της, εξαιτίας των πατριαρχικών αντιλήψεων και νόμων που θέτουν τις γυναίκες σε κίνδυνο στο Ιράκ. Τονίζει τέλος η συνήγορος της Αιτήτριας, ότι ακόμα και οι ίδιοι οι Καθ΄ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι οι αρχές του Ιράκ αδυνατούν και/ή δεν επιθυμούν να παράσχουν στην Αιτήτρια μόνιμη και αποτελεσματική προστασία, πλην όμως αποφάσισαν λανθασμένα να της αναγνωρίσουν καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, παραβλέποντας ότι ο λόγος για τον οποίο η Αιτήτρια δέχτηκε τη συγκεκριμένη μεταχείριση στη χώρα καταγωγής της, ήταν η συμμετοχή της στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των γυναικών που έχουν πέσει θύματα έμφυλης και δη ενδοοικογενειακής βίας.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών περιστατικών της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, εφαρμόζοντας τον Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Ειδικότερα υποστηρίζουν επιγραμματικά ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση της ως πρόσφυγα, αφού ο φορέας δίωξής της είναι μη κρατικός, ήτοι ο αδερφός της, ενώ δεν ανέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι κατά την επιστροφή της στο Ιράκ, εκείνη θα αντιμετωπίσει οποιαδήποτε άλλη δίωξη σε περίπτωση που ο κίνδυνος που διατρέχει από τον αδερφό της εκλείψει. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση ζητούν όπως απορριφθεί η προσφυγή της Αιτήτριας και επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Δια της απαντητικής της αγόρευσης, η συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση, ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση αλλά ούτε και δια της γραπτής τους αγόρευσης εξηγούν τους λόγους για τους οποίους έκριναν ότι η δίωξη με την οποία κινδυνεύει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράκ, δεν συνδέεται με έναν από τους 5 λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο (3) (1) του περί Προσφύγων Νόμου και δη η συμμετοχή της στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, προβάλλοντας οι Καθ΄ ων η αίτηση, στην γραπτή τους αγόρευση, προτάσσουν το υποθετικό σενάριο κατά το οποίο θα εκλείψει ο κίνδυνος που η Αιτήτρια αντιμετωπίζει από τον αδερφό της. Τονίζει μάλιστα η συνήγορος της Αιτήτριας ότι αν και οι Καθ΄ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι οι μόνες γυναίκες που στερούνται οικογενειακού δικτύου στο Ιράκ ενδέχεται να αντιμετωπίσουν πράξεις που ανέρχονται σε επίπεδο δίωξης, παρ’ όλα αυτά έκριναν πλημμελώς ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, κατά το άρθρο 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου. Καλεί τέλος το Δικαστήριο, όπως ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και αναγνωρίσει την Αιτήτρια ως πρόσφυγα.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Αιτήτρια είναι αλληλένδετοι και άρρηκτα συνυφασμένοι με την ουσία της υπόθεσης, και λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσης του παρόντος Δικαστηρίου να ελέγχει τόσο τη νομιμότητα όσο και την ορθότητα κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, μέσω πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που την διέπουν [Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018)], κρίνεται σκόπιμο οι εν λόγω ισχυρισμοί να εξεταστούν σε συνάρτηση με την ουσία της υπόθεσης.
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και υπό το φως των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου.
Διαφαίνεται από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι η Αιτήτρια, υπήκοος Ιράκ, ισχυρίστηκε στο πλαίσιο της καταχωρισθείσας αίτησής της ότι προέρχεται από την πόλη Βασόρα του Ιράκ. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, βίωσε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες κατά την παιδική της ηλικία, καθότι εγκαταλείφθηκε σε ηλικία δώδεκα ετών, μετά τον χωρισμό των γονέων της και τη διαφυγή της μητέρας της στο Ιράν. Όπως ανέφερε, η κατάσταση στην οικογενειακή εστία ήταν εξαιρετικά προβληματική, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι ένας εκ των αδελφών της ήταν εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες, προκαλώντας συχνά εντάσεις και αντιμετωπίζοντας παράλληλα προβλήματα με τις αρχές.
Η ως άνω κατάσταση επηρέασε αρνητικά την εκπαίδευσή της, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να διακόψει τη φοίτησή της στο σχολείο για περίοδο τριών ετών. Εντούτοις, επιθυμώντας να συνεχίσει τις σπουδές της, παρακολουθούσε απογευματινά μαθήματα σε εσπερινό σχολείο. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι περί τα τέλη του έτους 2020 συμμετείχε σε αντικυβερνητική διαδήλωση, γεγονός το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε ως συνέπεια να δεχθεί απειλές από αγνώστους, οι οποίοι απέστειλαν σχετική επιστολή προς την οικογένειά της. Η Αιτήτρια ανέφερε επίσης ότι, όταν ο εξαρτημένος από ναρκωτικά αδελφός της πληροφορήθηκε τη συμμετοχή της στη διαδήλωση, επέδειξε βίαιη συμπεριφορά εις βάρος της. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι ένα βράδυ εισήλθε στο δωμάτιό της κρατώντας σιδερένιο αντικείμενο και την ξυλοκόπησε σοβαρά, με αποτέλεσμα να καταφύγει σε νοσοκομείο για νοσηλεία. Κατά την άφιξη της αστυνομίας για διερεύνηση του περιστατικού, ο πατέρας της φέρεται να κάλυψε τον αδελφό της, αναφέροντας ψευδώς ότι η Αιτήτρια είχε πέσει από τις σκάλες.
Παράλληλα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, έτερος αδελφός της δολοφονήθηκε στην τοπική αγορά, γεγονός που ενέτεινε τον φόβο της για την προσωπική της ασφάλεια. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Αιτήτρια δήλωσε ότι χρησιμοποίησε τις προσωπικές της οικονομίες, καθώς και χρηματικά ποσά που της παρείχε η μητέρα της, προκειμένου να εγκαταλείψει νομίμως το Ιράκ, εν αγνοία του πατέρα και των αδελφών της. Υποστήριξε δε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, διατρέχει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη από τον εξαρτημένο από ναρκωτικά αδελφό της (βλ. ερ. 1 και 22 δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της προφορικής της συνέντευξης και αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1997, μεγάλωσε και έζησε αποκλειστικά στη Βασόρα του Ιράκ. Η μητέρα της χώρισε με τον πατέρα της όταν η ίδα ήταν 12 ετών, διέφυγε στο Ιράν και η Αιτήτρια μεγάλωσε με τον πατέρα της και τα δύο αδέρφια της, ένα εκ των οποίων δολοφονήθηκε από τυχαίους πυροβολισμούς στην τοπική αγορά το 2015. Ερωτηθείσα εάν διαθέτει άλλους συγγενείς στη Βασόρα, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι έχει δύο πατρικούς θείους και συγγενείς της μητέρας της, τους οποίους ουδέποτε γνώρισε. Αποσαφήνισε ότι το μόνο πρόσωπο με το οποίο διατηρεί επαφές στο Ιράν είναι μία φίλη της, η οποία την ενημέρωσε ότι την αναζητούν τα μέλη της φυλής της. Η Αιτήτρια δήλωσε άγαμη και άτεκνη. Σχετικά με το μορφωτικό της επίπεδο, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι φοίτησε στο σχολείο μέχρι το 2020, ωστόσο δεν έλαβε απολυτήριο επειδή το διέκοψε εξαιτίας των οικογενειακών συνθηκών που αντιμετώπιζε. Ως προς την εργασιακή της εμπειρία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ουδέποτε εργάστηκε στη χώρα καταγωγής της. Αποσαφήνισε τέλος ότι είναι Μουσουλμάνα και ανήκει στη φυλετική ομάδα Alnasrawi.
Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ένας εκ των αδελφών της ήταν εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες και συχνά επέδεικνυε βίαιη συμπεριφορά εις βάρος της, χάνοντας τον έλεγχο και ξυλοκοπώντας την. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι σε μία περίπτωση την καταδίωξε κρατώντας μαχαίρι, ωστόσο εκείνη, παρά το γεγονός ότι έπεσε από τις σκάλες κατά την προσπάθειά της να διαφύγει, κατάφερε τελικώς να απομακρυνθεί. Σε άλλο περιστατικό, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ο ίδιος αδελφός εισήλθε στο δωμάτιό της κρατώντας σιδερολοστό ενώ εκείνη κοιμόταν και την ξυλοκόπησε σοβαρά.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι, ως συνέπεια της ως άνω κατάστασης, αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, αναφέροντας ότι αδυνατεί να κοιμηθεί λόγω του διαρκούς φόβου ότι ενδέχεται να χάσει τη ζωή της κατά τη διάρκεια του ύπνου της. Όπως δήλωσε, οι συνθήκες αυτές την οδήγησαν στην απόφαση να εγκαταλείψει την πατρική της οικία. Ωστόσο, η επιλογή αυτή, κατά τους ισχυρισμούς της, προκάλεσε περαιτέρω δυσχέρειες, καθότι, σύμφωνα με τις κοινωνικές αντιλήψεις και τα έθιμα της φυλής της, θεωρείται ντροπή για μία γυναίκα να εγκαταλείπει την οικογένεια και τη χώρα της. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι το ζήτημα που αρχικά αφορούσε την ίδια και την οικογένειά της έχει πλέον λάβει ευρύτερες διαστάσεις και αφορά το σύνολο της φυλής της.
Ερωτηθείσα τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράκ, η Αιτήτρια δήλωσε ότι θα τη σκοτώσουν τα μέλη της φυλής της επειδή εγκατέλειψε το πατρικό της σπίτι αλλά και τη χώρα μόνη της. Επισήμανε επίσης ότι δε μπορούσε να παραμείνει άλλο εκεί και να υπομένει την κακοποιητική συμπεριφορά του ναρκομανή αδερφού της. Κληθείσα να αποσαφηνίσει εάν ήταν σε θέση να την προστατέψει ο πατέρας της, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά επικαλούμενη την ηλικία του.
Ερωτηθείσα πότε έλαβε χώρα το περιστατικό με το μαχαίρι, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι συνέβη ένα μήνα πριν τα δύο περιστατικά, προβάλλοντας ότι ο αδερφός ουδέποτε σταμάτησε να την κακοποιεί. Προσέθεσε μάλιστα ότι το περιστατικό με το μαχαίρι έλαβε χώρα ένα μήνα πριν το περιστατικό κατά το οποίο ο αδερφός της την ξυλοκόπησε με το σιδερολοστό. Ερωτηθείσα εάν μετέβη στο νοσοκομείο, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι τη μετέφεραν εκεί ο πατέρας της με τη βοήθεια των γειτόνων της και νοσηλεύτηκε για μία ημέρα. Αναφορικά με την ανάρρωσή της, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι είχε εκχυμώσεις στο σώμα της για περίπου δύο μήνες. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους δέχτηκε την ανωτέρω μεταχείριση από τον αδερφό της, η Αιτήτρια επικαλέστηκε την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, προβάλλοντας ότι εκείνος προέβαινε σε ανυπόστατες υποθέσεις γύρω από το πρόσωπό της, κατηγορώντας της ότι τον παρακολουθεί.
Ζητηθείσα να περιγράψει τις συνθήκες υπό τις οποίες εγκατέλειψε την πατρική της οικία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι έφυγε στις 15 Μαρτίου περί τις 3-5 το πρωί. Ειδικότερα, ο πατέρας της είχε ήδη κοιμηθεί και εκείνη ήλεγχε εάν είχε κοιμηθεί ο αδερφός της, καθώς εκείνος λόγω της χρήσης των ναρκωτικών, κοιμόταν με δυσκολία. Ενώ διαπίστωσε ότι κοιμήθηκε ο αδερφός, είχε καλέσει ήδη ταξί το οποίο την περίμενε και τη μετέφερε στο αεροδρόμιο. Αναφορικά με το/α πρόσωπο/α που τη βοήθησαν να εκδώσει το Διαβατήριό της και την αντίστοιχη θεώρηση εισόδου (VISA), η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι τη βοήθησε η στενή της φίλη.
Κληθείσα να περιγράψει μία τυπική ημέρα στην πατρική της οικία, η Αιτήτρια περιέγραψε ότι βρισκόταν όλη μέρα στο δωμάτιό της, όπου μετά από κάθε περιστατικό διέφευγε για να κλάψει. Κληθείσα ακολούθως να περιγράψει τα παιδικά της χρόνια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ονειρευόταν να γίνει ιατρός, όμως εξαιτίας του αδερφού της αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτησή της στο σχολείο. Προέβαλε παράλληλα ότι περί το 2019-2020, ζητήθηκε από τους μαθητές του σχολείου της να λάβουν μέρος σε μία διαδήλωση. Την τρίτη φορά που συμμετείχε με τους συμμαθητές σε διαδήλωση, οι αρχές απείλησαν το διευθυντή. Έκτοτε ο αδερφός της της απαγόρευσε να πηγαίνει στο σχολείο.
Ζητηθείσα να περιγράψει πως ήταν η ζωή της στο Ιράκ, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο αδερφός της ήταν ναρκομανής από τότε που η ίδια ήταν παιδί και επειδή η μοναδική γυναίκα της οικογένειας, ο πρώτος τη χτυπούσε, τη στοχοποιούσε, αρνείτο να τις επιτρέψει να πράξει οτιδήποτε και φανταζόταν πράγμα για εκείνη, τα οποία δεν ίσχυαν.
Κληθείσα ακολούθως να παραθέσει στοιχεία αναφορικά με το πρόβλημα που πλέον αντιμετωπίζει με τα μέλη της φυλής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι σύμφωνα με τις αντιλήψεις της φυλής της, απαγορεύεται για ένα κορίτσι να εγκαταλείψει την πατρική του οικία. Ερωτηθείσα εάν η μητέρα της διέφυγε στο Ιράν μόνη της, η Αιτήτρια απάντησε ότι η μητέρα της έχει παντρευτεί, ενώ όταν χώρισε διέφυγε στην οικογένειά της, η οποία την προστάτευσε.
Ερωτηθείσα εάν θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια σε κάποια άλλη πόλη του Ιράκ, η Αιτήτρια απάντησε αποφατικά επικαλούμενη ότι δε θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε κανένα μέρος του Ιράκ μόνη της.
Κατά την ολοκλήρωση της προφορικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε την ορθότητα του αντίστοιχου πρακτικού, επί του οποίου έθεσε την υπογραφή της.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης του Αιτητή, ο Λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις της Αιτήτριας.
Ο πρώτος αφορά τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ο οποίος και έγινε αποδεκτός.
Αποδεκτός όμως έγινε και ο δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας, ο οποίος αφορά τις δηλώσεις της περί του ότι φοβάται τον αδερφό της λόγω ενδοοικογενειακής βίας. Ειδικότερα, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, οι Καθ΄ων η Αίτηση αξιολόγησαν τις δηλώσεις της Αιτήτριας ως λεπτομερείς και σαφείς, αφού εκείνη εξήγησε με νοηματική συνοχή τα περιστατικά καταπίεσης και/ή κακοποίησης που δέχτηκε από το ναρκομανή αδερφό της, αφού εκείνος, σε δύο περιπτώσεις, την κυνήγησε με ένα μαχαίρι και την ξυλοκόπησε άγρια με ένα σιδερολοστό, ενώ εκ παραλλήλου το 2019 την ανάγκασε να διακόψει τη φοίτητή της στο σχολείο εξαιτίας της συμμετοχής της σε διαδηλώσεις. Ως προς τους λόγους για τους οποίους δέχτηκε την εν λόγω μεταχείριση, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ως συνεπείς τις δηλώσεις της Αιτήτριας περί του ότι ο αδερφός ήταν ναρκομανής και εκείνη η μόνη γυναίκα της οικογένειας. Ως συνεπείς και συνεκτικές κρίθηκαν όμως από τους Καθ΄ων η αίτηση, και οι δηλώσεις της Αιτήτριας περί του ότι μετά τη φυγή της από το Ιράκ, δημιουργήθηκε πρόβλημα με τη φυλή της, βάσει των αντιλήψεων της οποίας, απαγορεύεται και θεωρείται ντροπή για μία γυναίκα να εγκαταλείψει την πατρική της οικία, με αποτέλεσμα πλέον να διώκεται από τα μέλη της φυλής της.
Στη βάση των ανωτέρω, οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ως εσωτερικά αξιόπιστες.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων της Αιτήτριας, οι Καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και εντόπισαν πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι τον υπό κρίση χρόνο οι γυναίκες στο Ιράκ συνέχισαν να αντιμετωπίζουν βία, κοινωνικοοικονομικούς περιορισμούς, διακρίσεις, στερεότυπα και Νόμους που ευνοούν την πατριαρχία. Εντοπίστηκε επίσης ότι οι γυναίκες στο Ιράκ δεν έχουν το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης, καθώς για να μπορέσουν να το πράξουν απαιτείται η σύμφωνη γνώμη ενός άνδρα συγγενή. Η τελευταία απαιτείται και για την εξασφάλιση διαβατηρίου και/ή ταυτότητας, έγγραφα τα οποία απαιτούνται για την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την εργασία, την υγεία και τη στέγαση.
Παράλληλα, η έρευνα των Καθ΄ων η αίτηση εντόπισε πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι οι συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες μόνες, τονίζοντας ότι αυτές αναρτώνται από το μορφωτικό τους επίπεδο, το εάν ζουν σε πόλεις ή χωρία, καθώς και την οικονομική τους ανεξαρτησία. Η επιβίωση όμως μίας γυναίκας μόνης, προϋποθέτει, σύμφωνα με τις αντληθείσες πληροφορίες, την προϋπόθεση ότι δε θα αντίκεται στην «τιμή» της οικογένειας, Παρόλα αυτά, οι αντληθείσες πληροφορίες τις οποίες επικαλούνται οι Καθ΄ων η αίτηση, επιβεβαιώνουν ότι στην πράξη η δυνατότητα των ανύπαντρων γυναικών να ζούνε μόνες τους έχει περιοριστεί εξαιτίας των κοινωνικών περιορισμών και της οικονομικής κατάστασης στη χώρα.
Στη συνέχεια οι Καθ΄ων η αίτηση εντόπισαν πληροφορίες οι οποίες αναφέρουν ότι το να ζει μία γυναίκα μόνη στο Ιράκ εκλαμβάνεται ως ανάρμοστη συμπεριφορά, με αποτέλεσμα αυτό να οδηγεί, σε κάποιες περιπτώσεις, στην περαιτέρω περιθωριοποίησή τους, με αποτέλεσμα να καθίστανται ευάλωτες σε βίαιες και σεξουαλικές επιθέσεις, ενώ πολλές εξ αυτών αναγκάζονται να προσφύγουν στο σεξ ως μέσο επιβίωσης και κάλυψης των αναγκών τους.
Ολοκληρώνοντας την έρευνά τους, οι Καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν σε έρευνα γύρω από την ενδοοικογενειακή βία στο Ιράκ και διαπίστωσαν ότι η εν λόγω χώρα στερείται ενός ολοκληρωμένου πλαισίου τιμωρίας των δραστών σε περιστατικά βίας κατά των γυναικών, με αποτέλεσμα η ενδοοικογενειακή βίας να αποτελεί στο Ιράκ ένα σύνηθες φαινόμενο, καθώς η οικογενειακή σχέση δύναται να αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα. Ως εκ τούτου, πολλές γυναίκες στο Ιράκ πέφτουν κάθε χρόνο θύματα δολοφονιών «τιμής», τα οποία λόγω των αντιλήψεων που επικρατούν στο Ιράκ, δεν καταγγέλλονται ενώπιον των αρχών. Αναφορικά δε με τις δομές που στεγάζουν τα θύματα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας στο Ιράκ, η πατριαρχική κοινωνία του Ιράκ τα αντιμετωπίζει ως οίκους ανοχής με αποτέλεσμα να γίνονται και αυτά στόχος επιθέσεων.
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας βρίσκουν έρεισμα στις διαθέσιμες πληροφορίες και ως εκ τούτου ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίθηκε ως εξωτερικά αξιόπιστος.
Καθώς λοιπόν έκριναν ότι θεμελιώθηκε τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας, ο υπό εξέταση ισχυρισμός έγινε αποδεκτός στο σύνολό του ως αξιόπιστος.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών της Αιτήτριας αλλά και των ΠΧΚ που ανέκυψαν από την προηγηθείσα έρευνά τους, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ανακύπτει για εκείνη, εύλογος βαθμός πιθανότητας, κατά την επιστροφή της στην πόλη Βασόρα του Ιράκ, να αντιμετωπίσει πράξεις και/ή μεταχείριση που ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Τονίζουν μάλιστα οι Καθ΄ων η αίτηση, ότι, πριν προβούν στην ανωτέρω κατάληξη, συνεκτίμησαν τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι ότι αυτή αποτελεί γυναίκα μόνη, η οποία αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα λόγω των όσων βίωσε στη χώρα καταγωγής της και λαμβάνει στην Κύπρο αγχολυτική και αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή. Τονίζοντας ότι η Αιτήτρια δε θα μπορούσε να εγκατασταθεί με ασφάλεια σε κάποια άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της, η Καθ΄ων η αίτηση έκριναν καταληκτικά το φόβο της ως βάσιμο και δικαιολογημένο.
Κατά τη Νομική Ανάλυση, οι Καθ΄ων η αίτηση αρχικά εξηγούν ότι η Αιτήτρια αποτελεί ήδη θύμα ενδοοικογενειακής βίας από τον αδερφό της, αναφέρουν ότι οι επαπειλούμενες πράξεις θα πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης και/ή της επανάληψής τους, ώστε να συνιστούν παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της. Καθώς λοιπόν κρίνουν ότι οι πράξεις οι οποίες η Αιτήτρια ενδέχεται να αντιμετωπίσει στη χώρα καταγωγής της από τον αδερφό της, αποτελούν αναμφίβολα πράξεις δίωξης, σε συνδυασμό με το ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράκ, η Αιτήτρια ενδέχεται να αντιμετωπίσει περαιτέρω περιορισμούς αναφορικά με το δικαιώματά πρόσβασής της σε εργασία, υγεία, τροφή, στέγαση και ιατρική περίθαλψη, καταλήγουν στο ότι πιθανή επιστροφή της στο Ιράκ, παραβιάζει τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας έναντι των διεθνών νόμων για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Αξιολογώντας ακολούθως το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας στις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ως προς το προσφυγικό καθεστώς, οι Καθ΄ων η αίτηση καταλήγουν ότι οι λόγοι της επαπειλούμενης δίωξής της, δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 3 (1) του ανωτέρω Νόμου, καθώς δε συνδέονται την εθνικότητα της Αιτήτριας, τη φυλή της, τη θρησκεία της, την πολιτική της άποψη και/ή τη συμμετοχή της σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Καταλήγουν, ως εκ τούτου, ότι η Αιτήτρια δεν δύναται να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας. Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, οι Καθ΄ων η αίτηση αρχικά έκριναν ότι η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράκ, δεν θα αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια του άρθρου 15 (α) της Οδηγίας Αναγνώρισης, καθώς δεν ανέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων ανακύπτει ότι σε περίπτωση επιστροφής της εκεί, θα έρθει αντιμέτωπη με κίνδυνο θανατικής ποινής και/ή εκτέλεσης.
Αναφορικά με το άρθρο 15 (β) της Οδηγίας, όπως αυτή ενσωματώνεται στην Κυπριακή έννομη τάξη σύμφωνα με το άρθρο 19 (1) (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι ο κίνδυνος που πιθανολογείται ότι θα αντιμετωπίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στην πόλη Βασόρα, μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι δεν θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει τα προς το ζην έτσι ώστε να είναι σε θέση να καλύψει τις βιοτικές της ανάγκες, ενώ δε θα είναι και σε θέση να λάβει προστασία από τα μέλη της φυλής της.
Στη συνέχεια οι Καθ΄ων η αίτηση κρίνουν ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην πόλη Βασόρα, η Αιτήτρια δεν ενδέχεται να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό τη μορφή σοβαρής απειλής κατά της ζωής της ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Αναφορικά με την εγχώρια προστασία, οι Καθ΄ων η αίτηση επικαλούνται τις παρατεθείσες στην προσβαλλόμενη ΠΧΚ και τονίζοντας ότι το Ιράκ στερείται ενός ολοκληρωμένου νομικού πλαισίου προστασίας τω γυναικών, καταλήγουν ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής της Αιτήτριας αδυνατούν και/ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία στην Αιτήτρια. Τονίζουν μάλιστα ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που αντλήθηκαν, ακόμα και οι δομές που προσφέρουν προστασία στις γυναίκες που έχουν πέσει θύματα έμφυλης βίας στο Ιράκ δέχονται επιθέσεις καθώς εκλαμβάνονται από την πατριαρχική κοινωνία της χώρας ως οίκοι ανοχής ή δομές που στεγάζουν γυναίκες ελαφρών ηθών.
Αναφορικά με τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης της Αιτήτριας σε άλλη γεωγραφική περιοχή του Ιράκ, οι Καθ΄ων η αίτηση παραπέμπουν στις ΠΧΚ που αντλήθηκαν προηγουμένως και καταλήγουν ότι λόγω του ότι η Αιτήτρια είναι γυναίκα μόνη και αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, η εσωτερική της μετεγκατάσταση δεν κρίνεται ως εύλογη.
Ως εκ τούτου, οι Καθ΄ων η αίτηση αναγνώρισαν την Αιτήτρια ως δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 (1) (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ολοκληρώνοντας την εισήγησή τους, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι από το σύνολό των ενώπιόν τους πληροφοριών, δεν ανέκυψαν ενδείξεις εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 17 της Οδηγίας Αναγνώρισης, άρθρο 5 του περί Προσφύγων Νόμου, στο πρόσωπο της Αιτήτριας, έτσι ώστε εκείνη να αποκλειστεί από το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αρχικά συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι λόγω του ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίνονται ως σαφείς, δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ οι δηλώσεις της επιβεβαιώθηκαν και από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε ο λειτουργός της Υπηρεσίας ασύλου.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τις δηλώσεις της Αιτήτριας περί του ότι αποτέλεσε θύμα ενδοοικογενειακής βίας από τον αδερφό της, κρίνω ότι ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν στην αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού ως αξιόπιστου.
Επισημαίνω ωστόσο, ότι οι Καθ' ων η αίτηση περιέγραψαν τον υπό αναφορά ισχυρισμό ως αφορώντα αποκλειστικά τον φόβο της Αιτήτριας έναντι του αδερφού της λόγω της ενδοοικογενειακής βίας που υπέστη. Η προσέγγιση αυτή δεν αποτυπώνει πλήρως το περιεχόμενο των δηλώσεων της Αιτήτριας, όπως αυτές καταγράφηκαν τόσο κατά το στάδιο της αίτησής της όσο και κατά την προφορική της συνέντευξη.
Ειδικότερα, από το σύνολο των δηλώσεών της προκύπτει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της δεν περιορίζεται στην ενδοοικογενειακή βία που υπέστη από τον αδερφό της, αλλά αφορά ευρύτερα το φόβο σοβαρής βλάβης που αυτή επικαλείται λόγω της θέσης της ως γυναίκας η οποία υπήρξε θύμα ενδοοικογενειακής βίας, εγκατέλειψε την πατρική της οικία και τη χώρα καταγωγής της χωρίς την έγκριση των ανδρών συγγενών της και, συνεπεία των αντιλήψεων περί οικογενειακής και φυλετικής τιμής που επικρατούν στο κοινωνικό της περιβάλλον, ισχυρίζεται ότι κινδυνεύει τόσο από μέλη της οικογένειάς της όσο και από μέλη της φυλής της σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράκ.
Ως εκ τούτου, παρά τη μη πλήρη αποτύπωση του περιεχομένου του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού από τους Καθ’ ων η αίτηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αποδοχή του ως αξιόπιστου υπήρξε ορθή, καθότι οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν και τελικώς αποδέχθηκαν το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που τον συναποτελούν, περιλαμβανομένων τόσο των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας όσο και των ισχυρισμών της Αιτήτριας αναφορικά με τις συνέπειες που απορρέουν από την αποχώρησή της από την οικογένεια και τη χώρα καταγωγής της κατά παράβαση των κοινωνικών και φυλετικών αντιλήψεων που επικρατούν στον τόπο καταγωγής της.
Ειδικότερα, ως προς την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της, διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια παρέθεσε με επάρκεια λεπτομέρειας, σαφήνεια και συνοχή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε προς θεμελίωση του αιτήματός της. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, οι αναφορές της αναφορικά με τη συμπεριφορά του αδελφού της παρέμειναν ουσιωδώς σταθερές, χωρίς να εντοπίζονται αντιφάσεις ικανές να πλήξουν την αξιοπιστία τους. Αντιθέτως, η περιγραφή των περιστατικών κακοποίησης, περιλαμβανομένων των περιστατικών κατά τα οποία ο αδελφός της την καταδίωξε κρατώντας μαχαίρι και την ξυλοκόπησε με σιδερολοστό, παρατέθηκε με φυσικότητα, λεπτομέρεια και λογική αλληλουχία, ενώ η Αιτήτρια ήταν σε θέση να απαντήσει με επάρκεια στις διευκρινιστικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά τη συνέντευξή της.
Περαιτέρω, οι εξηγήσεις που παρείχε αναφορικά με τα κίνητρα της συμπεριφοράς του αδελφού της, ήτοι την εξάρτησή του από ναρκωτικές ουσίες, τις αβάσιμες υποψίες που διατηρούσε εις βάρος της και την ιδιαίτερη ευαλωτότητά της ως μοναδικής γυναίκας στην οικογένεια, παρουσιάζουν εσωτερική συνοχή και συμβαδίζουν με το ευρύτερο πραγματικό πλαίσιο που περιέγραψε. Ομοίως συνεπείς κρίνονται και οι δηλώσεις της αναφορικά με τις αντιλήψεις της φυλής της περί της «τιμής» της οικογένειας και τις συνέπειες που, κατά τους ισχυρισμούς της, απορρέουν από την αποχώρηση μίας άγαμης γυναίκας από την πατρική οικία χωρίς την έγκριση των ανδρών συγγενών της.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, διαπιστώνω ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας βρίσκουν ουσιώδες έρεισμα στις πληροφορίες που αντλήθηκαν από αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση στο Ιράκ. Ειδικότερα, οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν ότι οι γυναίκες στη χώρα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εκτεταμένες διακρίσεις, περιορισμούς στην ελευθερία διακίνησης και αυτοδιάθεσης, φαινόμενα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και σοβαρά εμπόδια στην πρόσβασή τους σε αποτελεσματική κρατική προστασία[1],[2].
Οι ίδιες πηγές καταδεικνύουν περαιτέρω ότι η κοινωνική θέση των γυναικών που διαβιούν χωρίς ανδρική ή οικογενειακή υποστήριξη παραμένει ιδιαίτερα επισφαλής, ενώ η απομάκρυνση μιας γυναίκας από την οικογένειά της δύναται να θεωρηθεί από το κοινωνικό της περιβάλλον ως συμπεριφορά αντίθετη προς τις επικρατούσες αντιλήψεις περί οικογενειακής τιμής. Παράλληλα, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη σοβαρών ελλείψεων στο σύστημα προστασίας θυμάτων έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και η περιορισμένη αποτελεσματικότητα των αρμόδιων αρχών στην πρόληψη και αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων[3].
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν περιορίζονται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά συνάδουν με τις αντικειμενικές πληροφορίες που αφορούν τη χώρα καταγωγής της. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας θεμελιώνεται τόσο ως προς την εσωτερική όσο και ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία και, συνακόλουθα, έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.
Νομική εκτίμηση της εκπλήρωσης των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας
Έχοντας λοιπόν αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στη περαιτέρω αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας.
Σημειώνεται συναφώς ότι, στην παρούσα υπόθεση, δεν ανακύπτει ουσιώδης διαφωνία ως προς τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλει η Αιτήτρια, καθότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε θετική αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών της και αποδέχθηκαν τόσο τα περιστατικά ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας που αυτή υπέστη, όσο και τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης που αντιμετωπίζει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Η διαφοροποίηση μεταξύ των διαδίκων εντοπίζεται κυρίως στη νομική αξιολόγηση των αποδεκτών αυτών περιστατικών και ειδικότερα στο κατά πόσο αυτά θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης της Αιτήτριας ως πρόσφυγα κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή εάν δικαιολογούν μόνο τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικότερα, ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η επαπειλούμενη δίωξη δεν συνδέεται με κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης, η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει το αντίθετο, προβάλλοντας ότι η δίωξη που αυτή αντιμετωπίζει συνδέεται άμεσα με την ιδιότητά της ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Ως εκ τούτου, το κρίσιμο ζήτημα που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά πληρούν και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο προσφυγικό καθεστώς.
Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου:
«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».
Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών της Αιτήτριας που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση του κινδύνου που αυτή ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στην πόλη Βασόρα του Ιράκ, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της και περιοχή που ευλόγως αναμένεται να εγκατασταθεί σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράκ.
Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας, ο οποίος προϋποθέτει αφενός το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου, ήτοι την ενδιάθετη κατάσταση και το επιτακτικό κίνητρο φυγής, και αφετέρου το αντικειμενικό στοιχείο, ήτοι την εύλογη πιθανότητα ο επικαλούμενος κίνδυνος να υλοποιηθεί σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Η εκτίμηση είναι κατ' ανάγκην προληπτική και μελλοντοστραφής και δεν απαιτεί απόδειξη με βεβαιότητα, αλλά επαρκή πιθανολόγηση βάσει των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης.
Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου της Αιτήτριας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υποκειμενική του υπόσταση πληρούται δια της απροθυμίας να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της μέσω της υποβολής του αρχικού της αιτήματος, τα όσα υπέβαλε κατά τη διάρκεια της εξέτασής του, αλλά και εκείνα που προβάλει δια της συνηγόρους της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο, η εκτίμηση δεν γίνεται αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο ιστορικό και το γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο που έχει ήδη τεθεί μέσω αξιόπιστων πηγών από τους Καθ΄ ων η αίτηση αλλά και από την επικαιροποιημένη έρευνα του Δικαστηρίου. Τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά ωστόσο, καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια δεν επικαλείται αναιτιολόγητα το φόβο μελλοντικής ενόχλησης και/ή κινδύνου, αλλά έχει ήδη εκτεθεί σε σοβαρές, επαναλαμβανόμενες και κλιμακούμενες πράξεις βίας από τον αδερφό της, ο οποίος όπως έχει γίνει αποδεκτό την κακοποίησε ψυχολογικά και σωματικά κατ’ επανάληψη, φτάνοντας στο σημείο να την ξυλοκοπήσει άγρια με ένα σιδερολοστό και αυτή να καταλήξει στο νοσοκομείο, όπου ο πατέρας της κάλυψε τον αδερφό της δηλώνοντας ότι οι τραυματισμοί της Αιτήτριας προήλθαν από ατύχημα, επικαλούμενος ότι έπεσε από τις σκάλες και χτύπησε. Σημειώνεται επίσης ότι η στάση του πατέρα της, ο οποίος απέκρυψε την πραγματική αιτία των τραυματισμών της, συνάδει με τις πληροφορίες χώρας καταγωγής που καταδεικνύουν ότι περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας συχνά δεν καταγγέλλονται ή συγκαλύπτονται στο οικογενειακό περιβάλλον.
Η ύπαρξη αποδεδειγμένων πράξεων σοβαρής βίας στο παρελθόν αποτελεί, κατά κανόνα, ισχυρή ένδειξη αυξημένης πιθανότητας επανάληψης στο μέλλον, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι συνθήκες που τις γέννησαν έχουν εκλείψει ή ότι υφίσταται αποτελεσματικός μηχανισμός αποτροπής επανάληψής τους.
Αντιθέτως, από το σύνολο των στοιχείων συνάγεται ότι η στοχοποίηση της Αιτήτριας δεν υπήρξε περιστασιακή ή μεμονωμένη, αλλά εντάχθηκε σε ένα διαρκές μοτίβο έντασης, απειλών και άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας απέναντί της, το οποίο εκδηλώθηκε εντός στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος. Η φύση αυτής της απειλής καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή την πρακτική αποκοπή της Αιτήτριας από τον αδερφό της και τον πατέρα της, με τους οποίους όμως συνέζησε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της. Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την εκτίμηση ότι η απειλή δεν ήταν συγκυριακή, αλλά δομική, εντασσόμενη σε ένα περιβάλλον «τιμωρητικού» κοινωνικού ελέγχου, λόγω του ανυπόστατων κατηγοριών που αντιμετώπιζε η Αιτήτρια από τον επί σειρά ετών ναρκομανή αδερφό της.
Παράλληλα, ως πρόσθετο και ουσιώδες στοιχείο του κινδύνου λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση ψυχικής υγείας της Αιτήτριας, όπως αυτή αναδείχθηκε και τεκμηριώνεται από τη βεβαίωση της Διεύθυνσης Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας της Δημοκρατίας, η οποία αναφέρει ότι η Αιτήτριας παρακολουθείται συστηματικά από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και λαμβάνει αντικαταθλιπτική και αγχολυτική φαρμακευτική αγωγή (βλ. ερ. 49-50).
Υπό τα δεδομένα αυτά, η ψυχική κατάσταση της Αιτήτριας συνεκτιμάται όχι ως αποδειχθείσα αιτία των γεγονότων, αλλά ως αντικειμενικός παράγοντας αυξημένης ευαλωτότητας, ο οποίος επηρεάζει ουσιωδώς την εκτίμηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Πρόσωπο με τέτοιο προφίλ υγείας τελεί σε μειονεκτική θέση ως προς την ικανότητα αυτοπροστασίας, ανθεκτικότητας σε πιεστικά κοινωνικά περιβάλλοντα και αποτελεσματικής προσφυγής σε μηχανισμούς προστασίας, ιδίως όταν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος επανέκθεσης σε απειλές, κοινωνική στοχοποίηση ή βία. Συνεπώς, η επιστροφή της Αιτήτριας στο ίδιο ή παρόμοιο περιβάλλον, εντός του οποίου έχει ήδη θυματοποιηθεί, αποτελεί στοιχείο το οποίο αυξάνει την ευαλωτότητα της Αιτήτριας και εντείνει ουσιωδώς τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ακριβώς λόγω της αποδεδειγμένης τρωτότητάς της.
Προχωρώντας μάλιστα σε περαιτέρω σχετική έρευνα προκειμένου να προσδιοριστεί το ισχύον νομικό πλαίσιο του Ιράκ απέναντι στις γυναίκες, αρχικά το Δικαστήριο εντόπισε έκθεση του οργανισμού Musawah, η οποία κατατέθηκε στην Επιτροπή του ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών το Φεβρουάριο του 2026, η οποία εξηγεί:
« Το 1986 το Ιράκ επικύρωσε Σύμβαση για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW) αλλά με ευρεία επιφύλαξη για το άρθρο 16, λόγω των «διατάξεων της Ισλαμικής Σαρία που παρέχουν στις γυναίκες δικαιώματα ισοδύναμα με τα δικαιώματα των συζύγων τους, ώστε να διασφαλίζεται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ τους». Η εφαρμογή της Σύμβασης υπονομεύεται όμως από τις διατάξεις όπως το Άρθρο 41 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο επιτρέπει ρητά σε έναν σύζυγο να «τιμωρεί» τη σύζυγό του και τους γονείς τα παιδιά «εντός των ορίων που ορίζει ο νόμος ή το έθιμο. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια η χώρα έχει βιώσει μια σημαντική οπισθοδρόμηση στα δικαιώματα των γυναικών μέσω νομοθετικών τροποποιήσεων που εδραιώνουν περαιτέρω το οικογενειακό δίκαιο που βασίζεται στη θρησκεία. Το 2025, το Ιρακινό Κοινοβούλιο ενέκρινε τροποποιήσεις στον Νόμο περί Προσωπικής Κατάστασης (που τέθηκε σε ισχύ στις 17 Φεβρουαρίου 2025) που επιτρέπουν στα ζευγάρια να εξαιρεθούν από το ενιαίο αστικό πλαίσιο υπέρ των κωδίκων προσωπικής κατάστασης που βασίζονται σε αιρετικές αντιλήψεις. Ως αποτέλεσμα, ένας νέος κώδικας προσωπικής κατάστασης που βασίζεται στη σιιτική ισλαμική νομολογία, αναπτύχθηκε από θρησκευτικές αρχές και ψηφίστηκε τον Αύγουστο του 2025 από το Ιρακινό Κοινοβούλιο. Στον πυρήνα του, ο νόμος διέπει ζητήματα οικογενειακής και προσωπικής κατάστασης, συμπεριλαμβανομένου του γάμου, του διαζυγίου, της επιμέλειας και της κληρονομιάς. Μεταξύ των πιο αμφιλεγόμενων διατάξεων του είναι οι κανόνες που αφαιρούν από τις μητέρες την επιμέλεια εάν ξαναπαντρευτούν, καταργούν την απαίτηση η πρώτη σύζυγος να συναινεί στην πολυγαμία του συζύγου της και αρνούνται στις γυναίκες την επιμέλεια ή την οικονομική υποστήριξη εάν εγκαταλείψουν την οικογενειακή στέγη. Αυτές οι αλλαγές θεσμοθετούν τον νομικό πλουραλισμό και εκθέτουν τις γυναίκες σε άνιση μεταχείριση ανάλογα με τη θρησκευτική τους πεποίθηση και την αίρεση, επιδεινώνοντας τις υφιστάμενες διακρίσεις κατά των μουσουλμάνων γυναικών σε θέματα γάμου, διαζυγίου και επιμέλειας παιδιών. Παράλληλα, καμία εθνική νομοθεσία δεν απαγορεύει την ενδοοικογενειακή βία καθώς το σχετικό νομοσχέδιο έχει κολλήσει από το 2019 και μόνο η αυτόνομη Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν (KRG) διαθέτει ολοκληρωμένο νόμο για τη βία κατά των γυναικών» [4].
Σύμφωνα με κοινή έκθεση που υποβλήθηκε τον Ιανουάριο του 2026 στην Επιτροπή CEDAW, οι πρόσφατες τροποποιήσεις του Νόμου περί Προσωπικής Κατάστασης του Ιράκ ενισχύουν τις διακρίσεις λόγω φύλου και περιορίζουν την προστασία των γυναικών. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η ενδοοικογενειακή βία και ο συζυγικός βιασμός δεν ποινικοποιούνται επαρκώς, ενώ τα λεγόμενα «εγκλήματα τιμής» εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται με επιείκεια, ενισχύοντας την ατιμωρησία των δραστών[5].
Περαιτέρω, έκθεση του Ιρακινού Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Φεβρουαρίου 2026 καταγράφει 36.289 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας κατά το έτος 2025, επισημαίνοντας ότι ο αριθμός αυτός δεν αποτυπώνει το πραγματικό εύρος του φαινομένου, αλλά μόνο τις περιπτώσεις που καταγγέλθηκαν επισήμως στις αρμόδιες αρχές. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι 1.853 περιστατικά αφορούσαν επιθέσεις αδελφών εναντίον αδελφών τους, ενώ παράλληλα καταγράφει σημαντική αύξηση των αναφερόμενων περιστατικών σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Επισημαίνεται επίσης ότι η αδύναμη επιβολή του νόμου και οι ευρύτερες κοινωνικές πιέσεις συμβάλλουν στην όξυνση του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας στο Ιράκ[6].
Περαιτέρω, σύμφωνα με έκθεση του Ιρακινού Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η έλλειψη επίσημων και διαφανών στοιχείων αναφορικά με τα διαθέσιμα καταφύγια για θύματα ενδοοικογενειακής βίας στο Ιράκ καθιστά δυσχερή την αξιολόγηση της επάρκειας των μηχανισμών προστασίας και αναδεικνύει τα υφιστάμενα κενά στην παροχή ουσιαστικής στήριξης προς τα θύματα [7].
Υπό το σύνολο των ανωτέρω δεδομένων, η συνολική εικόνα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο φόβος της Αιτήτριας που αφορά τον κίνδυνο που θα αντιμετωπίσει από τον αδερφό της, είναι όχι μόνο υποκειμενικά βάσιμος, αλλά και αντικειμενικά δικαιολογημένος. Ο φόβος αυτός ερείδεται τόσο σε συγκεκριμένο ιστορικό σοβαρών περιστατικών βίας, σε δομικά χαρακτηριστικά της απειλής που δεν έχουν εκλείψει και σε πρόσθετους παράγοντες που εντείνουν τον κίνδυνο επανάληψης της βλάβης ή σοβαρής επιδείνωσης της κατάστασής της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη Βασόρα, όσο και στις πληροφορίες που ανέκυψαν κατόπιν έρευνας του Δικαστηρίου, ως αυτές αναφέρονται ακριβώς ανωτέρω.
Καταληκτικά, ο φόβος της Αιτήτριας ο οποίος απορρέει από το ότι έχει ήδη κακοποιηθεί από τον αδερφό της υπό την ανοχή του πατέρα της, κρίνεται ως βάσιμος και δικαιολογημένος.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Αιτήτρια δεν εξαντλείται στη συμπεριφορά του αδερφού της ως μεμονωμένου ιδιώτη. Αντιθέτως, τα αποδεκτά περιστατικά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο, εντός του οποίου η θέση των γυναικών που απομακρύνονται από την οικογένειά τους χωρίς την έγκριση των ανδρών συγγενών τους αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη κοινωνική απαξία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με πράξεις βίας που συνδέονται με αντιλήψεις περί οικογενειακής και φυλετικής τιμής.
Αναφορικά τώρα με το σκέλος που αφορά τις δηλώσεις της Αιτήτριας περί του ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, ενδεχομένως θα κινδυνεύσει και από τα μέλη της φυλής της επειδή εγκατέλειψε τη χώρα εν αγνοία της οικογένειάς της και δια της συγκεκριμένη πράξης επέφερε ντροπή σε αυτήν, παρατηρώ αρχικά ότι ερωτηθείσα σε ποια φυλή ανήκει, η Αιτήτρια απάντησε ότι ανήκει στη φυλή Alnasrawi, τονίζοντας ότι το όνομα της φυλής της είναι το ίδιο με το επίθετό της.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο προχώρησε σε σχετική έρευνα χωρίς όμως να καταστεί δυνατό να εντοπιστεί η ύπαρξη φυλής στο Ιράκ με την ονομασία Alnasrawi, πιθανότατα λόγω του ότι, σύμφωνα και με την η πρόσφατη έρευνα ΠΧΚ της EUAA σχετικά με τις φυλές στο Ιράκ[8] το 2024, στο σύνολο της επικράτειας της εν λόγω χώρας υπάρχουν περίπου 60 φυλετικές συνομοσπονδίες[9] και περίπου 150 φυλές (asha’ir, ενικός ashira), οι οποίες αποτελούνται από περίπου 2.000 μικρότερες φυλές. Οι φυλές και οι υποφυλές ποικίλλουν σε μέγεθος και επιρροή, με τη μεγαλύτερη φυλή να αριθμεί περισσότερα από 1 εκατομμύριο μέλη και τη μικρότερη μερικές χιλιάδες[10].
Ως προς την υπόσταση και την επιρροή των φυλών στο Ιράκ και σύμφωνα με τον Ιρακινό ακαδημαϊκό Ρενάντ Μανσούρ[11] «η αφοσίωση στους φυλετικούς κώδικες υπερβαίνει τις απλές οικογενειακές γραμμές αίματος»[12], ενώ περαιτέρω αντληθείσες πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι σε περιοχές όπου είναι ισχυρός, ο φυλετικός νόμος «ρυθμίζει την καθημερινή ζωή και συμπεριφορά, τις σχέσεις μεταξύ των φύλων και τους ρόλους των ανδρών και των γυναικών στην κοινωνία»[13]. H σχετική έρευνα της EUAA αναφέρει ότι υπάρχουν εκατοντάδες φυλετικοί κώδικες στο Ιράκ και οι παραβιάσεις τους μπορούν να προκαλέσουν αντίδραση από τις φυλές[14]. Μια βασική υποκείμενη έννοια του φυλετικού συστήματος στο Ιράκ είναι η «τιμή», ειδικά όταν η οικογένεια, η φυλή και η υπό-φυλή είναι ισχυρές και όπου οι κρατικοί θεσμοί είναι αδύναμοι[15].
Αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, το Δικαστήριο εντόπισε πληροφορίες οι οποίες καταγράφουν ότι ο ρόλος των φυλών στις περιοχές με σιιτική πλειοψηφία στο κεντρικό και νότιο Ιράκ είναι πολύ σημαντικός[16] και ιδιαίτερα στη Βασόρα[17]. Μια μελέτη που εκπονήθηκε για το Πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Εθνών, η οποία δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2022, διαπίστωσε ότι στην Βασόρα (καθώς και στην πόλη Ταλαφάρ στην Άνμπαρ), «τα υψηλότερα ποσοστά εμπιστοσύνης επικρατούσαν στις φυλετικές αρχές»[18]. Επιπλέον, σύμφωνα με έκθεση του ΔΟΜ που δημοσιεύθηκε το 2021, το 62% των ερωτηθέντων σε έρευνα, οι οποίοι ήταν κάτοικοι της Βασόρας εξέφρασαν θετική εμπιστοσύνη προς τους ηγέτες των φυλών[19].
Σύμφωνα με την προηγουμένως επικληθείσα έκθεση της EUAA, στο φυλετικό σύστημα του Ιράκ, η απόκτηση τιμής και αντίστροφα η αποφυγή της ντροπής, της ατιμίας ή της ταπείνωσης είναι «κλειδί για το ήθος της ιρακινής κοινωνίας» που στηρίζει τη δομή αξιών στο φυλετικό σύστημα. Η τιμή της φυλής μπορεί να κυμαίνεται ανάλογα με την ανδρική συμπεριφορά (Sharaf), ενώ η οικογενειακή τιμή («ird»), που ενσαρκώνεται κυρίως στις γυναίκες, μπορεί να χαθεί μόνο ως αποτέλεσμα της γυναικείας συμπεριφοράς. Το φυλετικό σύστημα χαρακτηρίζεται επίσης από την έντονη αίσθηση της ομαδικής ταυτότητας που υποτάσσει το συμφέρον του ατόμου. Υπάρχει σημαντική πίεση για συμμόρφωση για την επιβίωση της ομάδας, αλλά και ως «επιβίωση του ατόμου», και σε αντάλλαγμα για την πίστη παρέχει προστασία. Το εθιμικό φυλετικό δίκαιο είναι μια έκφραση της συλλογικής ταυτότητας που «ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ του ατόμου και της ομάδας» και ένα άτομο που δεν υπακούει στα φυλετικά έθιμα «διατρέχει τον κίνδυνο απώλειας της υποστήριξης της φυλής, καθιστώντας έτσι τον εαυτό του και την οικογένειά του ευάλωτους[20].
Ως προς το ρόλο των γυναικών, αντληθείσες πληροφορίες αναφέρουν ότι η οικογενειακή τιμή διατηρείται και εξαρτάται από τη συμπεριφορά των ανδρών, ενώ οι γυναίκες μπορούν μόνο να μειώσουν την οικογενειακή τιμή λόγω ντροπής[21]. Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβεβαιώνει ότι οι γυναίκες είναι μεν μέλη της φυλής, αλλά δεν θεωρούνται ίσες με τους άνδρες και δεν έχουν εξουσία λήψης αποφάσεων[22], ενώ σύμφωνα με έτερες πηγές, οι αναγκαστικοί γάμοι, οι γάμοι ανηλίκων και τα εγκλήματα τιμής για την αποκατάσταση της φήμης ενός άνδρα στα μάτια της κοινότητας για τις υποτιθέμενες παραβάσεις μιας γυναίκας, αποτελούν ευρέως διαδεδομένες πρακτικές[23] .
Παράλληλα, η έκθεση της EUAA προσδιορίζει ότι ως αποτέλεσμα των εθίμων των φυλών και των φυλετικών παραδόσεων, οι κακοποιήσεις και οι δολοφονίες εντός της ιρακινής κοινωνίας συμβαίνουν με την αιτιολογία «της ντροπής»[24]. Κυρίως οι γυναίκες[25] και σε μικρότερο βαθμό οι άνδρες[26], μπορεί να υποστούν δολοφονίες για λόγους τιμής, θεωρούμενοι ότι παραβιάζουν πολιτισμικά, κοινωνικά ή θρησκευτικά πρότυπα και ντροπιάζουν την οικογένειά τους[27]. Πηγές ανέφεραν επιθέσεις εναντίον ατόμων που θεωρούνταν ότι παραβιάζουν, μεταξύ άλλων, και τους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς[28], ενώ οι φυλετικοί δράστες που διαπράττουν βία για λόγους τιμής επιτρέπεται να ενεργούν ατιμώρητα στο Ιράκ, όχι μόνο όσον αφορά τα γυναικεία ζητήματα αλλά και γενικότερα[29].
Αναφορικά με την προστασία των γυναικών στο Ιράκ και δη των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, το Άρθρο 41 Π.Κ. (Αρ. 111 του 1969)[30] του Ιράκ, όπως έχει ήδη αναφερθεί στην παρούσα απόφαση, παρέχει στους συζύγους το δικαίωμα να διαπαιδαγωγούν τις συζύγους και τα παιδιά τους [31] και το Άρθρο 409 Π.Κ. παρέχει ελαφρυντικές περιστάσεις για την ποινή για τους λεγόμενους «δολοφόνους τιμής»[32]. Τέτοιες διατάξεις λέγεται ότι επιτρέπουν την ατιμωρησία για την ανδρική βία κατά των γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της δολοφονίας για «έντιμα κίνητρα»[33] με την ιρακινή ομοσπονδιακή κυβέρνηση να μην έχει ακόμη υιοθετήσει νόμο για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας[34].
Παρά τις συνεχείς προσπάθειες ομάδων υπεράσπισης των δικαιωμάτων των γυναικών που υποστηρίζουν την ψήφιση νόμου για την προστασία των γυναικών από την ενδοοικογενειακή βία[35], ένα σχέδιο νόμου κατά της ενδοοικογενειακής βίας εκκρεμεί από το 2012[36], καθώς το κοινοβούλιο αντιτάχθηκε έντονα με το σκεπτικό ότι το νομοσχέδιο θα ήταν αντίθετο με Ισλάμ, τις «εθνικές αξίες» και θα ήταν «ασυμβίβαστο με την ιρακινή κουλτούρα»[37]. Τον Σεπτέμβριο του 2023, ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για Θέματα Γυναικών, Οικογένειας και Παιδιού ζήτησε επίσημα από τον Πρόεδρο της Βουλής να αποσύρει το νομοσχέδιο από την ημερήσια διάταξη για περαιτέρω εξέταση, με βάση τον ισχυρισμό ότι το νομοσχέδιο «δεν συμμορφώνεται με τις θρησκευτικές και ηθικές αξίες, τους κοινωνικούς κανόνες και τις ιρακινές συνταγματικές αρχές»[38].
Η έκθεση Country Focus της EUAA για το Ιράκ του 2024[39], καταλήγει στο ότι η βία κατά των γυναικών στο Ιράκ εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό[40] και επίμονο πρόβλημα[41]. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία[42], βία που διαπράττεται από μέλη της οικογένειας για την προστασία της «τιμής» της οικογένειας ή της φυλής[43], αναφέρεται ότι είναι ευρέως διαδεδομένο και συμβαίνει σε ολόκληρη τη χώρα σε καθημερινή βάση, ανεξάρτητα από εθνοθρησκευτικό υπόβαθρο[44]. Οι παραβιάσεις της τιμής που αντιβαίνουν στους κοινωνικούς κανόνες των φυλών και που μπορούν να πυροδοτήσουν βία για λόγους τιμής εναντίον μιας γυναίκας μπορεί να οφείλονται σε μια σειρά από λόγους, όπως η αναζήτηση ενός συντρόφου της επιλογής της, η αίτηση διαζυγίου ενάντια στη θέληση της οικογένειας ή της φυλής, να έχει πέσει θύμα σεξουαλικής επίθεσης ή βιασμού και τέλος η επίδειξη ανυπακοής σε άνδρες συγγενείς, ηλικιωμένες γυναίκες συγγενείς ή σύζυγο[45].
Τονίζει παράλληλα η ανωτέρω επικληθείσα έκθεση της EUAA, ότι η βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών διαπράττεται ως επί το πλείστον ατιμώρητα σε ολόκληρη τη χώρα[46]. Οι περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας δεν καταγγέλλονται επαρκώς λόγω διαφόρων παραγόντων, όπως το κοινωνικό στίγμα, ο φόβος αντιποίνων, η απόδοση ευθυνών στα θύματα και η ιεράρχηση της οικογενειακής συμφιλίωσης από τις αρχές, καθώς και η αρνητική στάση που επιδεικνύουν οι αξιωματούχοι απέναντι στα θύματα[47].
Η αποτελεσματική κρατική προστασία παρέμεινε σοβαρά περιορισμένη[48], μεταξύ άλλων όσον αφορά την πρόσβαση σε στέγη και δικαιοσύνη[49], με αναφορές για ορισμένες γυναίκες που επέζησαν από εμπορία ανθρώπων που δικάστηκαν και καταδικάστηκαν για πορνεία[50]. Οι δράστες βίας λόγω φύλου σπάνια διώκονται[51], ενώ οι δικηγόροι που βοηθούν γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας αναφέρονται ότι διατρέχουν κίνδυνο παρενόχλησης[52]. Και ακόμα και αν υπάρχουν αρκετά μυστικά καταφύγια για τα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας στη Βαγδάτη και σε άλλες πόλεις του Ιράκ[53], οι εν λόγω δομές συχνά αντιμετωπίζουν κριτική και επίσης υπόκεινται σε επιδρομές και επιθέσεις από δυνάμεις ασφαλείας, ένοπλους δράστες, μέλη οικογενειών και φυλών[54].
Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω πληροφοριών καθώς και του ιστορικού της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ως βάσιμο και δικαιολογημένο τον φόβο της Αιτήτριας που απορρέει από το γεγονός ότι εγκατέλειψε το Ιράκ και την οικογενειακή της κατοικία «κρυφά», εν αγνοία του πατέρα της αλλά και του ήδη κακοποιητικού προς εκείνη ναρκομανή αδερφού της, πράξη που ενδεχομένως επέφερε ντροπή προς την οικογένειά της, κατά τις πατριαρχικές αντιλήψεις της φυλής της. Ειδικότερα, το Δικαστήριο πιθανολογεί ευλόγως ότι καθώς ο αδερφός της Αιτήτριας έχει ήδη επιδείξει κακοποιητική συμπεριφορά απέναντί της, ο δε πατέρας της λόγω της ηλικίας του αλλά και των κοινωνικών αντιλήψεων που επικρατούν στο Ιράκ έχει επιδείξει συμπεριφορά ανοχής στην κακοποιητική συμπεριφορά του αδερφού της, σε περίπτωση επιστροφής της στη Βασόρα, η Αιτήτρια θα πέσει θύμα μεταχείρισης η οποία λόγω του προσωπικού της ιστορικού καθώς και τον πληροφοριών που ανέκυψαν γύρω από τα «εγκλήματα τιμής» και της ραγδαίας αύξησης των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας κατά των γυναικών στο Ιράκ, θα αντιμετωπίσει μεταχείριση που θα θέσει ενδεχομένως σε κίνδυνο την ίδια της τη ζωή.
Εξαιτίας λοιπόν της αδυναμίας της Αιτήτριας να επιστρέψει στην οικογενειακή της κατοικία στο Ιράκ, το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε έρευνα αναφορικά με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στο Ιράκ που είναι μόνες και στερούνται ανδρικού οικογενειακού δικτύου. H έρευνα ΠΧΚ Country Focus της ΕUAA για το Ιράκ του 2024, αναφέρει ότι οι γυναίκες χωρίς την υποστήριξη ενός άνδρα μέλους της οικογένειάς τους ή της φυλής τους[55], συχνά αντιμετωπίζουν στιγματισμό από τις οικογένειές τους και από την κοινωνία[56], ενώ είναι ευάλωτες στην οικονομική ανασφάλεια και διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας ανθρώπων[57], ενώ συχνά εκτίθενται περαιτέρω οικονομικές δυσκολίες και σεξουαλική παρενόχληση[58].
Η ίδια πηγή τονίζει ότι οι γυναίκες που ζουν μόνες τους αντιμετωπίζουν εμπόδια λόγω των επικρατούντων κοινωνικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών κανόνων. Για παράδειγμα, οι ανύπαντρες γυναίκες στο Ιράκ αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην ενοικίαση σπιτιού, καθώς η διαβίωση για μια γυναίκα μόνη δεν είναι κοινωνικά αποδεκτή[59].
Μιλώντας στο Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ορισμένοι οργανισμοί ανέφεραν ότι τα ξενοδοχεία δεν επιτρέπουν σε ενήλικες Ιρακινές γυναίκες να κάνουν check-in σε δωμάτιο μόνες τους, εκτός εάν συνοδεύονται είτε από άνδρα κηδεμόνα (δηλαδή αδελφό, πατέρα ή σύζυγο) είτε μπορούν να προσκομίσουν επίσημη επιστολή από κυβερνητικό ίδρυμα ή ΜΚΟ που να αναφέρει τον λόγο της διαμονής τους (π.χ. επαγγελματικοί λόγοι, συμμετοχή σε συνέδριο κ.λπ.)[60].
Όπως αναφέρει το Σημείωμα Καθοδήγησης της EUAA για το Ιράκ του 2024 άλλωστε, το οποίο σημειώνεται ότι δεν αποτελεί πηγή ΠΧΚ, αλλά ενδεικτικό, καθοδηγητικό, μη δεσμευτικό οδηγό, το να μένει μία γυναίκα μόνη δεν είναι κοινωνικά αποδεκτό στο Ιράκ, με τις γυναίκες αυτές να αντιμετωπίζουν εμπόδια λόγω των επικρατούντων κοινωνικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών κανόνων[61]
H ίδια εικόνα επιβεβαιώνεται και από έκθεση του Ομοσπονδιακού Γραφείου της Γερμανίας για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του 2025, η οποία επιβεβαιώνει ότι οι ανύπαντρες γυναίκες δύσκολα γίνονται αποδεκτές στην ιρακινή κοινωνία (συμπεριλαμβανομένου του KR-I), καθώς θεωρούνται «ακατάλληλες» επειδή δεν έχουν άνδρα «προστάτη». Κατά συνέπεια, συχνά πέφτουν θύματα (σεξουαλικής) βίας και διακρίσεων[62].
H δε έκθεση του Landinfo για το Ιράκ το 2024, αναφέρει, ως προς το ρόλο του υποστηρικτικού δικτύου, ότι ένα λειτουργικό υποστηρικτικό δίκτυο στο Ιράκ είναι ζωτικής σημασίας για του Ιρακινούς πολίτες, καθώς ως ένα κοινωνικό και οικονομικό δίχτυ ασφαλείας, διασφαλίζει την πλοήγηση στη δημόσια γραφειοκρατία, την πρόσβαση στην αγορά εργασίας και στέγασης, ενώ εξηγεί ότι δίκτυα υποστήριξης αποτελούν η οικογένεια, πολιτικά κόμματα, κινήματα και ένοπλες ομάδες, καθώς και οι τοπικές κοινότητες, γείτονες και φίλοι[63].
Λαμβάνοντας υπόψη της ανωτέρω πληροφορίες σε συνδυασμό με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω ότι αφού σε περίπτωση επιστροφής της στη Βασόρα η Αιτήτρια δεν θα είναι σε θέση να επιστρέψει στην πατρική της οικία όπου διαμένουν ο ηλικιωμένος πατέρας της και ο ναρκομανής, κακοποιητικός αδερφός της, εκείνη ενδέχεται να αντιμετωπίσει επιπρόσθετες δυσκολίες επανένταξης στην πατριαρχική κοινωνία του Ιράκ ως γυναίκα στερούμενη ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου, καθώς και περαιτέρω περιορισμούς, διακρίσεις, ακόμα και κίνδυνο να πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και/ή εκμετάλλευσης. Ως εκ τούτου, ο φόβος που απορρέει από τα στοιχεία του προσωπικού της προφίλ και δη από το γεγονός ότι στερείται ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της, κρίνεται από το Δικαστήριο ως βάσιμος και δικαιολογημένος.
Καταληκτικά, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, ο φόβος της Αιτήτριας κρίνεται βάσιμος και δικαιολογημένος σε όλο του το εύρος.
Έχει η Αιτήτρια ήδη υποστεί πράξεις που συνιστούν «δίωξη» κατά την έννοια του Νόμου;
Το επόμενο ζήτημα αφορά το κατά πόσο η μεταχείριση στην οποία υποβλήθηκε η Αιτήτρια έχει την απαιτούμενη ένταση και φύση ώστε να εμπίπτει στην έννοια της δίωξης. Η δίωξη δεν ταυτίζεται με κάθε δυσμενή μεταχείριση, αλλά προϋποθέτει σοβαρότητα ως προς τη βλάβη ή/και σωρευτικότητα πράξεων που, λαμβανόμενες μαζί, συνεπάγονται ουσιώδη προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως της σωματικής ακεραιότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Στην παρούσα υπόθεση, από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η Αιτήτρια υπέστη επαναλαμβανόμενη ψυχολογική και κλιμακούμενη βία από το ναρκομανή αδερφό της, υπό την ανοχή του πατέρα της, η οποία κορυφώθηκε με κατά το περιστατικό του άγριου ξυλοδαρμού της από τον αδερφό της με σιδερολοστό, γεγονός το οποίο απέκρυψε ο πατέρας της από τις νοσοκομειακές αρχές. Η σοβαρότητα των πράξεων αυτών προκύπτει πρωτίστως από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν τη μεταχείριση που δέχονται οι γυναίκες στο Ιράκ και την ανοχή της Ιρακινής κοινωνίας αλλά και πολιτείας, απέναντι στην έμφυλη και δη την ενδοοικογενειακή βία.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι η βία δεν εμφανίζεται ως τυχαία ή αποσπασματική, αλλά ως μέσο επιβολής συμμόρφωσης και πειθαναγκασμού της από τον αδερφό της, το δε Δικαστήριο κρίνει ότι οι επαπειλούμενες για εκείνη συνθήκες έχουν ενδυναμωθεί από την εν αγνοία της οικογένειάς της φυγή της από το Ιράκ,με αποτέλεσμα να αναμένεται ευλόγως εις βάρος της μεταχείριση τιμωρητικού και εξαναγκαστικού χαρακτήρα, συνδεόμενη με την αντίληψη ότι η συμπεριφορά της παραβίασε τις προσδοκίες που απορρέουν από τον οικογενειακό και κοινωνικό της περίγυρο. Η χρήση βίας ως μηχανισμού επιβολής συνιστά στοιχείο που, κατά τη νομολογία, ενισχύει αποφασιστικά τον χαρακτηρισμό της μεταχείρισης ως δίωξης και όχι ως απλής ιδιωτικής διαφοράς ή οικογενειακής έντασης.
Περαιτέρω, η χρονική διάρκεια και η επαναληπτικότητα της μεταχείρισης αποτελούν αυτοτελή και κρίσιμα στοιχεία. Η στοχοποίηση της Αιτήτριας εκτείνεται σε βάθος χρόνου και περιλαμβάνει διαρκή πίεση, απειλές και κλιμακούμενη βία. Ακόμη και εάν ορισμένα επιμέρους περιστατικά εξετάζονταν απομονωμένα, το σωρευτικό τους αποτέλεσμα καταδεικνύει μια συνεχή κατάσταση φόβου και ανασφάλειας, η οποία υπερβαίνει σαφώς το κατώφλι της απλής δυσμενούς μεταχείρισης και προσλαμβάνει τον χαρακτήρα δίωξης.
Επιπλέον, καθοριστική είναι η διεύρυνση του κύκλου των δραστών της παρελθούσας μεταχείρισης που δέχτηκε η Αιτήτρια, καθώς με βάση τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας, η βία προήλθε μεν από ένα μόνο πρόσωπο, ήτοι τον αδερφό της, ωστόσο στα πλαίσια της ανοχής που επιδεικνύει η Ιρακινή κοινωνία, όπως επιβεβαίωσε και η έρευνα του Δικαστηρίου, έγινε αποδεκτή και από τον πατέρα της, γεγονός που ενίσχυσε την ένταση της απειλής και περιόρισε τη δυνατότητα προστασίας της Αιτήτριας, ενώ παράλληλα, όπως και η ίδια εξέφρασε, εντείνει το φόβο που της δημιουργεί το ενδεχόμενο επιστροφής της στο Ιράκ.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι πράξεις που υποβλήθηκε η Αιτήτρια, εξεταζόμενες τόσο μεμονωμένα όσο και, ιδίως, σωρευτικά, παρουσιάζουν την απαιτούμενη ένταση, διάρκεια και σκοπό ώστε να χαρακτηριστούν ως πράξεις δίωξης κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν πρόκειται για απλές πράξεις κοινωνικής αποδοκιμασίας ή ιδιωτικές συγκρούσεις, αλλά για σοβαρή και συστηματική προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων της Αιτήτριας, ακόμα και κίνδυνο για την ίδια της τη ζωή, ικανή να θεμελιώσει την περαιτέρω εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας. Οι δε επαπειλούμενες πράξεις με τις οποίες η Αιτήτρια θα έρθει αντιμέτωπη σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράκ, αποτελούν ομοίως πράξεις και/ή μεταχείριση που ανέρχονται σε επίπεδο δίωξης.
Συνδέονται οι πράξεις δίωξης με λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου; Λόγοι δίωξης
Ακολούθως των πιο πάνω, έπεται προς εξέταση το κατά πόσον οι ανωτέρω πράξεις δίωξης συνδέονται με κάποιον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους δίωξης.
Ως προς τους λόγους δίωξης, το άρθρο 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει τα εξής ( η υπογράμμιση και η επισήμανση του παρόντος Δικαστηρίου):
«3Δ.-(1) Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016]:
[…]
(δ) Η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων:
(i) τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και
(ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.
Ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Ο γενετήσιος προσανατολισμός δεν μπορεί να νοηθεί ότι περιλαμβάνει πράξεις που θεωρούνται αξιόποινες κατά το κυπριακό δίκαιο. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας».
Περαιτέρω, συγκεκριμένα για το θέμα της συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, η UNHCR στις Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη Διεθνή Προστασία των Προσφύγων «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναφέρει: «Κατά την έννοια του άρθρου 1 Α (2) δεν είναι «εξαντλητικός» ο «κατάλογος» των ομάδων που μπορούν να αποτελέσουν «ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες». Η Σύμβαση δεν αναφέρεται σε ιδιαίτερο κατάλογο κοινωνικών ομάδων ούτε η ιστορία της κύρωσής της αντανακλά την άποψη ότι υπάρχει μια κατηγορία εντοπισμένων ομάδων που μπορεί να υπαχθούν σ’ αυτήν τη βάση αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα. Είναι απαραίτητο η ερμηνεία της συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα να διέπεται από την εξέλιξη, τη διαφορετική και μεταλλασσόμενη φύση των ομάδων διαφόρων κοινωνιών και από την ανάπτυξη των κανόνων του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων»[64]. Σημαντικό είναι να αξιολογηθεί το «εάν τα μέλη της ομάδας συνδέονται με ένα αμετάβλητο χαρακτηριστικό ή με χαρακτηριστικά τα οποία είναι τόσο θεμελιώδη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ώστε δεν είναι δυνατό να ζητηθεί από τα μέλη της να αναγκαστούν να τα απαρνηθούν.»[65]
Η UNHCR υιοθετεί τον ακόλουθο ορισμό: «η ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα είναι μια ένωση προσώπων που συνδέονται με ένα κοινό χαρακτηριστικό, άλλο από το φόβο δίωξης ή που αντιμετωπίζονται ως ομάδα από την κοινωνία. Το χαρακτηριστικό είναι συχνά έμφυτο, αναλλοίωτο ή θεμελιώδες για την ταυτότητα, τη συνείδηση ή την άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μελών της»[66].
Περαιτέρω, αναφέρεται ότι «οι έννομες τάξεις των συμβαλλόμενων στη Σύμβαση του 1951 έχουν αναγνωρίσει ότι οι γυναίκες, οι οικογένειες, […] αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, η συμμετοχή στην οποία μπορεί να υποδηλώνει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης»[67]
Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Οδηγίες σχετικά με τη διεθνή προστασία της UNHCR με τίτλο «Guidelines on International Protection No. 1: Gender-Related Persecution within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol relating to the Status of Refugees (HCR/GIP/02/01)», «το βιολογικό φύλο μπορεί σωστά να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας «κοινωνικής ομάδας», με τις γυναίκες να αποτελούν σαφές παράδειγμα ενός κοινωνικού υποσυνόλου που ορίζεται από έμφυτα και αμετάβλητα χαρακτηριστικά και που συχνά αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τους άνδρες. Τα χαρακτηριστικά τους επίσης τους προσδιορίζουν ως ομάδα στην κοινωνία, υποβάλλοντάς τους σε διαφορετική μεταχείριση και πρότυπα σε ορισμένες χώρες».[68]
Σύμφωνα δε, με τον πρακτικό οδηγό της EUAA (πρώην EASO) αναφορικά με τις Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας - σελ. 23 :
«Οι πράξεις που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πράξεις δίωξης σύμφωνα με την παράγραφο 1 μπορούν μεταξύ άλλων να έχουν τη μορφή: [...] πράξεων που στοχεύουν το φύλο ή τα παιδιά. Σε ορισμένες κοινωνίες, υπάρχουν νόμοι οι οποίοι εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των γυναικών λόγω του φύλου τους και μόνο ή κοινωνικές πρακτικές οι οποίες εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των γυναικών. Η ύπαρξη νομοθεσίας ή πρακτικής εισάγουσας δυσμενή διάκριση δεν αποδεικνύει αφ' εαυτής την ύπαρξη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, αλλά αποτελεί ένδειξη η οποία χρήζει περαιτέρω αξιολόγησης στο πλαίσιο της χώρας καταγωγής· πόσο κρίσιμη είναι η νομοθεσία για την αντίληψη του περιβάλλοντος κοινωνικού χώρου περί διαφορετικής ταυτότητας, πώς εφαρμόζεται η νομοθεσία και πώς επηρεάζει διαφορετικά τις γυναίκες. Συχνά απαιτούνται και άλλα χαρακτηριστικά για να διαπιστωθεί ότι πληρούται το κριτήριο της «ιδιαίτερης ταυτότητας», όπως η περιοχή καταγωγής, η εθνοτική ομάδα ή/και η κοινωνική κατάσταση»[69].
Στο εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες σχετικά με τη δίωξη λόγω γένους, αναφέρονται τα ακόλουθα όσον αφορά την ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και το φύλο:
«…μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα είναι μια ομάδα ατόμων που μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό εκτός από τον κίνδυνο να διωχθούν, ή που θεωρούνται ως ομάδα από την κοινωνία. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι συχνά έμφυτο, αμετάβλητο, ή θεμελιώδες για την ταυτότητα, τη συνείδηση ή την άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων… Κατ' ακολουθία, το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών. Τα χαρακτηριστικά τους τις ξεχωρίζουν ως κοινωνική ομάδα και σε κάποιες χώρες υπομένουν διαφορετικά κριτήρια και επίπεδο μεταχείρισης.»[70]
Στην απόφαση του ΔΕΕ, στην υπόθεση C‑621/21, WS κατά Intervyuirasht organ na Darzhavna agentsia za bezhantsite pri Ministerskia savet, ημερ. 16/01/2024 επισημαίνονται στοιχεία σχετικά με το πότε οι γυναίκες μπορούν συνολικά να θεωρηθούν μέλη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και πότε είναι δυνατόν να υπαχθούν στο καθεστώς του πρόσφυγα, όπως επίσης ότι δίωξη μπορεί να υποστεί αιτητής και από μη κρατικό φορέα/ όργανο της χώρα καταγωγής. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα σχετικά στην εν λόγω απόφαση:
« […]48 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, αφενός, το άρθρο 60, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Κωνσταντινούπολης ορίζει ότι η βασιζόμενη στο φύλο βία κατά των γυναικών πρέπει να αναγνωρισθεί ως μορφή δίωξης υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης. Αφετέρου, το εν λόγω άρθρο 60, παράγραφος 2, επιβάλλει στα μέρη να διασφαλίζουν ότι καθένας από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του φύλου και ότι, οσάκις στοιχειοθετείται ότι ο φόβος δίωξης οφείλεται σε έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω λόγους, πρέπει να χορηγείται στους αιτούντες άσυλο καθεστώς πρόσφυγα.
49 Δεύτερον, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2011/95 και υπομνήσθηκε στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, ήτοι το να έχουν τα μέλη της τουλάχιστον ένα από τα τρία αναγνωριστικά στοιχεία που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, επισημαίνεται ότι το ανήκειν στο γυναικείο φύλο συνιστά ένα εγγενές χαρακτηριστικό και, ως εκ τούτου, αρκεί για να μπορεί να γίνει δεκτό ότι πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση.
50 Τούτο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως μέλη «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, γυναίκες οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό όπως, επί παραδείγματι, ένα άλλο εγγενές χαρακτηριστικό ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί, φερ' ειπείν μια ιδιάζουσα οικογενειακή κατάσταση, ή ακόμη από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε να μην πρέπει οι γυναίκες αυτές να αναγκάζονται να τις αποκηρύξουν.
[…]
52 Τρίτον, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», η οποία σχετίζεται με την «ιδιαίτερη ταυτότητα» της ομάδας στη χώρα καταγωγής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι δυνατόν οι γυναίκες να γίνονται αντιληπτές με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο και να αναγνωρισθεί, εξ αυτού του λόγου, ότι έχουν ιδιαίτερη ταυτότητα στον εν λόγω κοινωνικό χώρο, ιδίως λόγω των κοινωνικών, ηθικών ή νομικών κανόνων που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους.
53 Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» πληρούται και στην περίπτωση γυναικών οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό, όπως, παραδείγματος χάριν, ένα εξ αυτών που μνημονεύονται στις σκέψεις 50 και 51 της παρούσας αποφάσεως, όταν οι κοινωνικοί, ηθικοί ή νομικοί κανόνες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους έχουν ως συνέπεια να γίνονται οι γυναίκες αυτές αντιληπτές με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο λόγω αυτού του κοινού τους χαρακτηριστικού.
(…)
56 Γεγονός παραμένει ότι το να υφίστανται κάποιου είδους διάκριση ή δίωξη πρόσωπα που έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό μπορεί να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο όταν, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, πρέπει να διερευνηθεί εάν η επίμαχη ομάδα εμφανίζεται ως διακριτή ομάδα υπό το πρίσμα των κοινωνικών, ηθικών ή νομικών κανόνων που επικρατούν στην χώρα καταγωγής. Η ανωτέρω ερμηνεία επιρρωννύεται και από το σημείο 14 των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 2, σχετικά με τη «συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης.
57 Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι γυναίκες, στο σύνολό τους, έχουν την ιδιότητα μέλους «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, οσάκις διαπιστώνεται ότι, λόγω του φύλου τους, εκτίθενται στη χώρα καταγωγής τους, σε σωματική ή ψυχική βία, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής και της ενδοοικογενειακής βίας.
[...]
61 Προς τούτο, όπως επισημαίνεται στο σημείο 36, στοιχείο x, των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 1, σχετικά με τα αιτήματα για την αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα που υποβάλλονται από γυναίκες θα πρέπει επίσης να συλλέγονται οι πληροφορίες που αφορούν τη χώρα καταγωγής τους και ειδικότερα τη θέση της γυναίκας ενώπιον του νόμου, τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών, τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματά τους, τα πολιτισμικά και κοινωνικά ήθη της χώρας και τις συνέπειες της παραβίασής τους, την επικράτηση παρόμοιων επιζήμιων παραδοσιακών πρακτικών, τη συχνότητα και τους τύπους της βίας που ασκείται σε βάρος των γυναικών, την προστασία που τους παρέχεται, την τιμωρία που προβλέπεται για τους αυτουργούς της βίας και τους κινδύνους που μπορεί να αντιμετωπίσει μια γυναίκα όταν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της μετά την υποβολή του αιτήματος.
62 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στα πρώτα τρία προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους, μπορεί να θεωρηθεί ότι τόσο οι γυναίκες της χώρας αυτής στο σύνολό τους όσο και μικρότερες ομάδες γυναικών οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό έχουν την ιδιότητα μέλους «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» αποτελούσα «λόγο δίωξης» ικανό να οδηγήσει στην αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα σε αυτές.
69 Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί και το σημείο 21 των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 1 κατά το οποίο, «[σ]τις υποθέσεις όπου ο κίνδυνος δίωξης προέρχεται από μη κρατικά όργανα (δηλαδή από το σύζυγο, το σύντροφο ή άλλο μη κρατικό όργανο) για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στη [Σύμβαση της Γενεύης], η σχέση αιτίας και αποτελέσματος αποδεικνύεται ανεξάρτητα από το εάν η παράλειψη της κρατικής προστασίας στηρίζεται στη [Σύμβαση της Γενεύης]. Εναλλακτικά αποδεικνύεται η προαναφερόμενη σχέση αιτίας και αποτελέσματος όταν ο φόβος δίωξης από μη κρατικά όργανα δεν οφείλεται σε κάποιον από τους λόγους της [Σύμβασης της Γενεύης], αλλά στην αδυναμία ή στην έλλειψη βούλησης του κράτους να παράσχει προστασία για τους λόγους που αναφέρονται στη [Σύμβαση της Γενεύης]».
70 Με βάση τα ανωτέρω, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, οσάκις ο αιτών ισχυρίζεται ότι έχει φόβο ότι θα υποστεί δίωξη από μη κρατικούς υπευθύνους στη χώρα καταγωγής του, δεν είναι απαραίτητο να διαπιστώνεται συσχετισμός μεταξύ ενός εκ των λόγων δίωξης που μνημονεύονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας και των πράξεων δίωξης, εφόσον μπορεί να διαπιστωθεί τέτοιος συσχετισμός μεταξύ ενός εκ των λόγων δίωξης και της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών από τους υπευθύνους προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.
[....]».
Στις Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C – 199 / 12 έως C - 201/12 X κ.λπ., Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 7ης Νοεμβρίου 2013, Minister voor Immigratie en Asiel κατά X και Y και Z κατά Minister voor Immigratie en Asiel το ΔΕΕ ξεκαθαρίζει δύο σωρευτικές προϋποθέσεις για να θεωρείται μια ομάδα «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» για τους σκοπούς του άρθρου 10 (1) (δ) της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ (αντικαταστήθηκε από την Οδηγία 2011/95/ΕΕ, στα ίδια εδάφια), παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα:
«45. Κατά τον ορισμό αυτόν, μια ομάδα θεωρείται «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» όταν πληρούνται ειδικά δύο σωρευτικές προϋποθέσεις. Αφενός, τα μέλη της ομάδας πρέπει να έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί, ή ακόμη να έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τα αποκηρύξει. Αφετέρου, η ομάδα αυτή πρέπει να έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην περί ης πρόκειται τρίτη χώρα επειδή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα»[71].
Λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας, την αξιολόγηση κινδύνου, τις πληροφορίες από έγκυρες εξωτερικές πηγές αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στο Ιράκ αλλά και την παρατεθείσα νομολογία, το Δικαστήριο κρίνει πως η δίωξη της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της συνδέεται με τη συμμετοχή της στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των μόνων γυναικών που στερούνται ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου, θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, οι οποίες σύμφωνα με τις επικρατούσες κοινωνικές και φυλετικές αντιλήψεις, θεωρούνται ότι έχουν επιφέρει «ντροπή» στην οικογένειά τους.
Συγκεκριμένα, τα εγγενή χαρακτηριστικά που φέρει η Αιτήτρια και χαρακτηρίζουν την ανωτέρω κοινωνική ομάδα είναι το γεγονός ότι είναι γυναίκα μόνη, το ότι έχει πέσει θύμα ενδοοικογενειακής βίας και το ότι δια των πράξεών της έχει επιφέρει, κατά τις επικρατούσες στο Ιράκ αντιλήψεις, ντροπή στην οικογένειά της.
Εκ παραλλήλου, με βάση τις ΠΧΚ που αντλήθηκαν από το παρόν Δικαστήριο συνάγεται με σαφήνεια ότι η υπό ανάλυση κοινωνική ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας καθώς γίνεται αντιληπτή ως ξεχωριστή, τόσο από τον κρατικό μηχανισμό όσο και από την ευρύτερη κοινωνία του Ιράκ. Η τελευταία κατάληξη συνοψίζεται κατά πρώτον στις δυσκολίες, τους περιορισμούς και τις διακρίσεις που υπόκεινται οι γυναίκες που στερούνται ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου στο Ιράκ, κατά δεύτερον στις ελλιπείς νομοθετικές πρόνοιες αναφορικά με τη πρόληψη της έμφυλης και ενδοοικογενειακή βία καθώς και την ατιμωρησία που απολαμβάνουν οι δράστες στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και κατά τρίτον στην ανοχή της Ιρακινής κοινωνίας και του κράτους στα «εγκλήματα τιμής» των γυναικών οι οποίες, δια της συμπεριφοράς και συγκεκριμένα δια της απροθυμίας τους να ακολουθήσουν τις επιταγές των ανδρών – μελών των οικογενειών τους, σύμφωνα με τις επικρατούσες στο Ιράκ αντιλήψεις, έχουν επιφέρει «ντροπή» στην οικογένειά τους.
Δεδομένων των πιο πάνω, φρονώ ότι η Αιτήτρια ανήκει στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των γυναικών που στερούνται ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου, θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, οι οποίες σύμφωνα με τις επικρατούσες κοινωνικές και φυλετικές αντιλήψεις, θεωρούνται ότι έχουν επιφέρει «ντροπή» στην οικογένειά τους, οι οποίες υφίστανται σωρεία παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων τόσο από το κράτος όσο και από το ευρύτερο σύνολο της κοινωνίας του Ιράκ.
Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ανωτέρω συνδυαζόμενα πληρούν τα χαρακτηριστικά της δίωξης λόγω συμμετοχής της Αιτήτριας σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ήτοι σε έναν από τους πέντε λόγους όπως αυτοί περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Υπάρχει υπεύθυνος φορέας δίωξης;
Ακολούθως, θα προχωρήσω να εξετάσω την ύπαρξη φορέα δίωξης. Επί του ορισμού αυτού εμπίπτουν σύμφωνα με το άρθρο 3Α του Περί Προσφύγων Νόμου:
(α) το κράτος,
(β) ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους,
(γ) μη κρατικοί φορείς, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι φορείς που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3Β.»
Εν προκειμένω, προκύπτει ότι οι φορείς δίωξης της Αιτήτριας είναι μη κρατικοί, ήτοι, αφενός μεν ο αδερφός της υπό την ανοχή του πατέρας της, αφετέρου δε, με βάση τις αντληθείσες πληροφορίες, φορέας δίωξης είναι και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο της πατριαρχικής κοινωνίας του Ιράκ, η οποία επιδεικνύει ανοχή και αποδοχή της κακομεταχείρισης των γυναικών από τους άνδρες συγγενείς τους σε σημείο αποδοχής των «δολοφονιών τιμής».
Δυνατότητα εγχώριας προστασίας - Υπάρχει αποτελεσματική και διαρκής προστασία κατά των πράξεων δίωξης στην χώρα καταγωγής της Αιτήτριας;
Αναφορικά δε με την ύπαρξη φορέα προστασίας, επισημαίνω ότι βάσει του άρθρου 3Β(1):
«Προστασία μπορεί να παρέχεται από:
(α) το κράτος, ή
(β) ομάδες ή οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων διεθνών οργανισμών, που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους, υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν να προσφέρουν προστασία σύμφωνα με το εδάφιο (2) και είναι σε θέση να το πράξουν.»
Επιπλέον, σύμφωνα με το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου: «η προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή. Προστασία παρέχεται κατά κανόνα όταν οι φορείς που αναφέρονται στο εδάφιο (1) λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τη δίωξη ή την πρόκληση σοβαρής βλάβης, μεταξύ άλλων, με τη λειτουργία αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό πράξεων που συνιστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη, και όταν ο αιτητής έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή.»
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική σκέψη 27 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ο αιτών θα πρέπει να έχει όντως πρόσβαση στην εγχώρια προστασία κατά δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε τμήμα της χώρας καταγωγής όπου μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει, να γίνει δεκτός και να μπορεί λογικά να αναμένεται να εγκατασταθεί. Στις περιπτώσεις που το κράτος ή τα όργανα του κράτους είναι οι υπεύθυνοι της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, θα πρέπει να τεκμαίρεται ότι δεν παρέχεται ουσιαστική προστασία στον αιτούντα.»
Ως προς τη δυνατότητα της παροχής προστασίας προς το πρόσωπο της Αιτήτριας από τις αρχές του Ιράκ, οι αντληθείσες πληροφορίες επιβεβαιώνουν με σαφήνεια ότι οι αρχές του Ιράν δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία προς τις γυναίκες, γεγονός που συνοψίζεται στην έλλειψης ενός ολοκληρωμένου νομοθετικού πλαισίου προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών στο Ιράκ[72], το οποίο άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την έκθεση του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ιράκ του 2025, σύμφωνα με την οποία οι βουλευτές που ασχολούνται με τον φάκελο των δικαιωμάτων των γυναικών και των παιδιών στο Ιράκ, αναγνώρισαν ότι οι πολιτικές διαμάχες έχουν εμποδίσει τη θέσπιση ενός συγκεκριμένου νόμου επαρκούς προστασίας για τις γυναίκες και την οικογένεια, παρά τις αυξανόμενες παραβιάσεις, υπό το πρόσχημα της «ιδιωτικότητας»[73].
Υπάρχει δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης;
Ακολούθως, θα προχωρήσω στην εξέταση της δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης της Αιτήτριας εντός της χώρας καταγωγής της καθώς δυνάμει του άρθρου 12Γ (1) του Περί Προσφύγων Νόμου:
«Κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι ο αιτητής δεν χρήζει διεθνούς προστασίας, εάν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του- (i) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή (ii) έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως η εν λόγω προστασία ορίζεται στο άρθρο 3Β, και ο αιτητής μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί.»
Ως λέχθηκε και από τον αδελφό μου Δικαστή Δ. Κατσαρίδη στην απόφαση του αρ. 5893/21, Α.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 14.07.2023[74], κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης σε περιπτώσεις δίωξης από μη κρατικό φορέα, πρέπει να εξετάζονται το κίνητρο και η ικανότητα του φορέα δίωξης να εντοπίσει ή να καταδιώξει τον αιτητή στη νέα περιοχή, καθώς και η αποτελεσματικότητα της κρατικής προστασίας. Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές αρ. 4 της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ και τον Πρακτικό Οδηγό της EASO, λαμβάνεται υπόψη η γεωγραφική εμβέλεια του κινδύνου και κατά πόσο αυτός περιορίζεται στην περιοχή καταγωγής ή εκτείνεται σε ολόκληρη τη χώρα, ιδίως σε περιπτώσεις έμφυλης δίωξης. Επιπλέον, η προτεινόμενη περιοχή μετεγκατάστασης πρέπει να προσδιορίζεται συγκεκριμένα και να παρέχεται στον αιτητή επαρκής ευκαιρία να τοποθετηθεί επ’ αυτής. Υπενθυμίζεται, τέλος, ότι το βάρος απόδειξης ως προς τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης φέρουν οι αρμόδιες αρχές.
Ειδικότερα, ως προς τον εύλογο χαρακτήρα της μετεγκατάστασης, βάσει των
Κατευθυντήριων Γραμμών αρ. 4 της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, κρίσιμη αξιολόγηση συνιστά η δυνατότητα του αιτητή να διεξαγάγει μία σχετικά φυσιολογική ζωή χωρίς να αντιμετωπίσει αδικαιολόγητες δυσκολίες[75]. Βάσει της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οφείλουν να αξιολογηθούν μεταξύ άλλων η ικανότητα του Αιτητή να εξασφαλίσει τις πλέον βασικές του ανάγκες, όπως φαγητό, υγιεινή και καταφύγιο, η ευαλωτότητά του στην κακομεταχείριση και η πιθανότητα η κατάστασή του να βελτιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος[76].
Στην απόφαση ΑΑΜ ν. Sweden το ΕΔΔΑ[77] έκρινε ότι «η εσωτερική μετεγκατάσταση αναπόφευκτα συμπεριλαμβάνει κάποια δυσχέρεια». Στην εκεί περίπτωση, οι ενδείξεις τις οποίες το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του υποδείκνυαν την ύπαρξη διαθέσιμων εργασιών και τη πρόσβαση των εποίκων στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καθώς και σε οικονομική βοήθεια και υποστήριξη από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τις τοπικές αρχές. Οι εκεί γενικές συνθήκες διαβίωσης δεν κρίθηκαν «μη εύλογες» ή ότι θα απέληγαν σε μεταχείριση απαγορευμένη από το άρθρο 3, ενώ δεν εντοπίστηκε κίνδυνος περί κατάληξης του Αιτητή σε άλλες περιοχές της χώρας καταγωγής.
Εν προκειμένω, η Αιτήτρια ερωτήθηκε από τον Λειτουργό κατά το στάδιο της προσωπικής της συνέντευξης εάν θα ήταν δυνατόν το να μετεγκατασταθεί σε κάποια άλλη περιοχή του Ιράκ με ασφάλεια και εκείνη απάντησε αποφατικά, προβάλλοντας ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό λόγω του του ότι ως γυναίκα μόνη δε θα μπορούσε να εγκατασταθεί και να επιβιώσει πουθενά εντός της επικράτειας της χώρας της.
Δεδομένου λοιπόν των ΠΧΚ που ανέκυψαν κατά την αξιολόγηση κινδύνου σχετικά με τη μεταχείριση που δέχονται οι γυναίκες που στερούνται ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου στο Ιράκ, οι οποίες βεβαιώνουν ότι η εν λόγω ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα αντιμετωπίζει πλήθος δυσχερειών, διακρίσεων και ενδεχομένως κακομεταχείρισης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την επιβίωση των μελών της, καθώς και ότι, ως εκ τούτου, εκ των φορέων δίωξής της αποτελεί η ευρύτερη κοινωνία του Ιράκ, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει αντίστοιχη μεταχείριση ως γυναίκα μόνη, σε ολόκληρη την επικράτεια του Ιράκ.
Καταληκτικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται το κριτήριο του εύλογου της μετεγκατάστασης της Αιτήτριας και επομένως δεν καθίσταται δυνατή η μετεγκατάστασή της σε άλλη περιοχή.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση, μολονότι προέβησαν σε ορθή αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας και αποδέχθηκαν το σύνολο των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, υπέπεσαν σε πλάνη κατά τη νομική αξιολόγηση των αποδεκτών αυτών περιστατικών. Ειδικότερα, η κατάληξή τους ότι η επαπειλούμενη δίωξη της Αιτήτριας δεν συνδέεται με κάποιον από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου δεν αιτιολογείται επαρκώς και δεν συνάδει με τα ευρήματα της ίδιας της διοικητικής διαδικασίας.
Ως εκ τούτου, οι σχετικοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί εσφαλμένης νομικής υπαγωγής των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών και περί πλημμελούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης ευσταθούν.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, τη σχετική νομολογία και τις ιδιαίτερες προσωπικές της περιστάσεις, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Αιτήτρια έχει τεκμηριώσει, στον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράκ.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι η δίωξη αυτή συνδέεται με την ιδιότητά της ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, αποτελούμενης από γυναίκες που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία, στερούνται αποτελεσματικού ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου και, σύμφωνα με τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, θεωρούνται ότι έχουν παραβεί τους κανόνες οικογενειακής τιμής.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει η ύπαρξη αποτελεσματικής κρατικής προστασίας ούτε ασφαλούς και εύλογης δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) για αναγνώριση της Αιτήτριας ως πρόσφυγα.
Ως εκ των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς την αιτούμενη υπό το στοιχείο (Α) του αιτητικού της προσφυγής θεραπεία, με έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18) και η Αιτήτρια αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] ΙΟΜ, Survivors, Saviors, Leaders – Not Victims: Tackling Gender-Based Violence in Iraq, November 2023, https://weblog.iom.int/survivors-saviors-leaders-not-victims-tackling-gender-based-violence-iraq#:~:text=In%20Iraq%2C%20nearly%201%20million,say%20many%20cases%20go%20unreported., (18/03/2026)
[2] GIZ, Driving change for women's rights and representation in Iraq, 2024, https://www.giz.de/en/projects/strengthening-participation-peaceful-coexistence-and-equality-iraq, (18/03/2026)
[3] UN Women, Iraq, Violence against Women in the Iraqi Society: A Legal, Judicial and Statistic Study, 2021, https://iraq.unwomen.org/en/digital-library/publications/2021/01/violence-against-women-in-the-iraqi-society#view, (18/03/2026)
[4] Όπ. π.
[5] Equality Now, Iraq’s family laws are being rewritten, women and girls are paying the price, n.d., https://equalitynow.org/news/news-and-insights/iraqs-family-laws-are-being-rewritten-women-and-girls-are-paying-the-price/, (19/03/2026)
[6] Όπ. π.
[7] Όπ. π.
[8] EUAA, COI, Iraq: April 2023 Arab tribes and customary law, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_04_EUAA_COI_Report_Iraq_Arab_tribes_and_customary_law.pdf, (18/03/2026)
[9] The Emirates Policy Center (EPC) estimated the number of tribes in Iraq at 200. EPC, ﺎﯾﺎﺿﻘﻟا : قارﻌﻟا ﻲﻓ ةرﺻﺑﻟا رﺋﺎﺷﻋ ﺔﯾﻧﻣﻷاو ﺔﯾﻋﺎﻣﺗﺟﻻاو ﺔﯾﺳﺎﯾﺳﻟا [Basrah tribes in Iraq: Political, social and security issues], 25 May 2022, https://epc.ae/ar/details/featured/ashayir-albasra-fi-al-iraq-alqadaya-alsiyasia-walaijtimaeia-wal-amnia, (13/10/2026)
[10] Hassan, H. D., Iraq: Tribal Structure, Social, and Political Activities, CRS, 7 April 2008, https://www.everycrsreport.com/files/20080407_RS22626_539eda4109834fe447db7031371a30a660ed22d6.pdf, (18/03/2026), σελ. 1
[11] Renad Mansour is a Senior Research Fellow and project director of the Iraq Initiative at Chatham House. He is also a senior research fellow at the American University of Iraq, Sulaimani, and a research fellow at the Cambridge Security Initiative based at Cambridge University. Chatham House, Renad Mansour, n. d., https://www.chathamhouse.org/about-us/our-people/renad-mansour, (18/03/2026)
[12] Mansour, R., Tribes and Religious Institutions in Iraq, Cordoba Foundation of Geneva, September 2017, http://www.cpi-geneva.org/images/pdf/Papers/CFG_Tribes-Religious-Institutions-in-Iraq.pdf, (18/03/2026), σελ. 5
[13] USIP, Customary Justice and the Rule of Law in War-Torn Societies, 1 July 2011, http://bit.ly/2sSXr9W, σελ. 253
[14] Al-Ibrahimi, H., video interview, 3 November 2022; HRW, Interview with EUAA, 13 March 2023; OWFI, Interview with EUAA, 13 March 2023, EUAA, COI, Iraq: April 2023 Arab tribes and customary law, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_04_EUAA_COI_Report_Iraq_Arab_tribes_and_customary_law.pdf, (18/03/2026), σελ. 19
[15] Norway, Landinfo, Temanotat: Irak - Ære og æresrelatert vold [Thematic Note: Iraq - Honour and Honour Related Violence in Iraq and Kurdistan], 10 March 2022, https://landinfo.no/wp-content/uploads/2022/03/Temanotat-Irak-AEre-og-aeresrelatert-vold-10032022-2.pdf, (18/03/2026), para. 2.2.1 ‘Honor as a mechanism’
[16] Badawi, T., The Growing Tribal Role in Iraq’s Post-election Shia Politics, Carnegie Endowment for International Peace, 17 May 2022, https://carnegieendowment.org/sada/87147, (18/03/2026)
[17] Gharizi, O., and Al-Ibrahimi, H., BAGHDAD MUST SEIZE THE CHANCE TO WORK WITH IRAQ’S TRIBES, War on the Rocks, 17 January 2018, https://warontherocks.com/2018/01/baghdad-must-seize-chance-work-iraqs-tribes/, (18/03/2026)
[18] Parry, J., et al, Managing Exits from Conflict in Iraq: A Case Study of Basra and Tal Afar, August 2022, https://iraq.un.org/sites/default/files/2022-08/MEAC_CaseStudyIraq_1.pdf, (18/03/2026), σελ. 4
[19] IOM, Migration into a fragile setting: Responding to climate-induced informal urbanization and inequality in Basra, Iraq, 2021, https://static1.squarespace.com/static/5bbb4e4c29f2cc31b47ff50f/t/61729a20553cc130243cde27/1634900538609/Migration+into+a+Fragile+Setting-Responding+to+Climate-Induced+Informalization+and+Inequality+in+Basra.pdf, (18/03/2026), σελ. 22
[20] CNA, “No Security Without Us”: Tribes and Tribalism in Al Anbar Province, Iraq, June 2014, https://www.cna.org/archive/CNA_Files/pdf/cop-2014-u-007918-final.pdf, σελ. 8-9 και EUAA, COI, Iraq: April 2023 Arab tribes and customary law, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_04_EUAA_COI_Report_Iraq_Arab_tribes_and_customary_law.pdf, (18/03/2026), σελ. 25
[21] Bobseine, H., Tribal Justice in a Fragile Iraq, The Century Foundation, 7 November 2019, https://tcf.org/content/report/tribal-justice-fragile-iraq/?agreed=1, σελ. 11 και CNA, “No Security Without Us”: Tribes and Tribalism in Al Anbar Province, Iraq, June 2014, www.cna.org/archive/CNA_Files/pdf/cop-2014-u-007918-final.pdf, p. 10, (18/03/2026)
[22] HRW, Interview with EUAA, 13 March 2023, EUAA, COI, Iraq: April 2023 Arab tribes and customary law, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_04_EUAA_COI_Report_Iraq_Arab_tribes_and_customary_law.pdf, (18/03/2026), (18/03/2026) σελ. 266
[23] Ceasefire for Civilian Rights, Correspondence with EUAA, 16 March 2023, EUAA, COI, Iraq: April 2023 Arab tribes and customary law, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_04_EUAA_COI_Report_Iraq_Arab_tribes_and_customary_law.pdf, (18/03/2026), (18/03/2026) σελ. 266
[23] Ceasefire for Civilian Rights, Correspondence with EUAA, 16 March 2023,
[24] Al-Obaidi, B. S. H., The impact of legislation on empowering women. A comparative study between the effective Iraqi Penal Code No. 111 of 1969 and the new draft Iraqi Penal Code, Journal of Positive School Psychology, Vol. 6 No. 2, 2022, https://journalppw.com/index.php/jpsp/article/view/4376, (18/03/2026), p. 6146
[25] Ceasefire Centre for Civilian Rights, Correspondence with EUAA, 16 March 2023; OWFI, Interview with EUAA, 16 March 2023, originally cited in EUAA, COI Report, Iraq: Arab tribes and customary law, April 2023, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_04_EUAA_COI_Report_Iraq_Arab_tribes_and_customary_law.pdf, Australia, DFAT, Country Information Report Iraq, 16 January 2023, σελ. 30, https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-iraq.pdf, (18/03/2026)
[26] UNHRC, Report of the Special Rapporteur on extrajudicial, summary or arbitrary executions on her mission to Iraq, 5 June 2018, https://www.refworld.org/docid/5b7ad39d4.html, παρ. 40, Rudaw, Trans Woman Killed by Brother, Perpetrator Flees Country, 2 February 2022, https://bit.ly/3hk2o2I, (18/03/2026)
[27] AI, Report 2022/23; The State of the World's Human Rights; Iraq 2022, 27 March 2023, https://www.amnesty.org/en/location/middle-east-and-north-africa/iraq/report-iraq/, Hamoudi, H. A et al., The Resolution of Disputes in State and Tribal Law in the South of Iraq, 2015, σελ. 240, https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=2587267, Australia, DFAT, Country Information Report Iraq, 16 January 2023, σελ. 30-31, https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-iraq.pdf, (18/03/2026)
[28] DW, Iraqi Kurdistan: 16 Arrested after Video of Girl's Assault, 31 December 2022, https://www.dw.com/en/iraqi-kurdistan-16-arrested-after-video-of-girls-assault/a-64254289, (18/03/2026)
[29] Alshamary, M., Interview with Al Jazeera, The Stream, Why hasn’t Iraq adopted any laws against domestic violence?, 15 February 2023, https://www.aljazeera.com/program/the-stream/2023/2/15/why-hasnt-iraq-adopted-any-laws-against-domestic-violence, minutes 1:19 - 1:37; 8:38 – 9:50, (18/03/2026)
[30] Article 41 (1) reads: ‘There is no crime if the act is committed while exercising a legal right. The following are considered to be in exercise of a legal right: (1) The punishment of a wife by her husband, the disciplining by parents and teachers of children under their authority within certain limits prescribed by law or by custom.’ Iraq, Penal Code, No. 111 of 1969, July 1969, https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/1969/en/103522, (18/03/2026), Article 409
[31] UNPD, Iraq - Gender Justice & The Law 2019, url, p. 2; Freedom House, Freedom in the World 2023 – Iraq (covering facts of 2022), 2023, https://freedomhouse.org/country/iraq/freedom-world/2023, (18/03/2026)
[32] UNAMI/OHCHR, Accountability for Domestic violence in Iraq: Promoting justice and non-discrimination, 7 March 2024, https://iraq.un.org/en/download/155418/262546, (18/03/2026), σελ. 6
[33] HRW, World Report 2024, Events of 2023, 11 January 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/iraq, (18/03/2026)
[34] Freedom House, Freedom in the world 2023 Iraq (covering facts of 2022), 2023, https://freedomhouse.org/country/iraq/freedom-world/2023, AI, Report 2022/23; The State of the World's Human Rights; Iraq 2022, 27 March 2023, https://www.amnesty.org/en/location/middle-east-and-north-africa/iraq/report-iraq/, (18/03/2026)
[35] HRW, World Report 2024, Events of 2023, 11 January 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/iraq, (18/03/2026)
[36] UNAMI/OHCHR, Accountability for Domestic violence in Iraq: Promoting justice and non-discrimination, 7 March 2024, https://iraq.un.org/en/download/155418/262546, (18/03/2026), σελ. 7
[37] Al Jazeera, As Iraq backslides on gender equality, where are its women MPs?, 9 September 2023, https://www.aljazeera.com/opinions/2023/9/9/as-iraq-backslides-on-gender-equality-where-are-its-women-mps, (18/03/2026)
[38] EUAA, Country Focus, Iraq, May 2024, chrome-www. coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_05_EUAA_COI_Report_Iraq_Country_Focus.pdf, (18/03/2026), σελ. 38
[39] EUAA, Country Focus, Iraq, May 2024, www.coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_05_EUAA_COI_Report_Iraq_Country_Focus.pdf, (18/03/2026), σελ. 38
[40] BTI, 2022 Country Report Iraq, 23 February 2023, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2022_IRQ.pdf, σελ. 14, (18/03/2026),
[41] Abdo G., Violence Against Women Permeates All Aspects of Life in Iraq, Wilson Center, 29 November 2022, url; USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Iraq, 20 March 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/02/415610_IRAQ-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 50, (18/03/2026)
[42] UN Iraq, Iraq Common Country Analysis 2022, 27 July 2022, σελ. 9, https://bit.ly/42zehY9, (18/03/2026),
[43] CFRI, Women’s Economic Empowerment in Iraq: A Double-Edged Sword?, 8 November 2023, https://bit.ly/496CRD6, (18/03/2026)
[44] Assafir Al-Arabi, In Iraq, Violence Against Women Comes in many Shapes and Forms, 4 August 2022, https://assafirarabi.com/en/46761/2022/08/04/in-iraq-violence-against-women-comes-in-many-shapes-and-forms/, LSE, Violence Against Women in Iraq: Between Practice and Legislation, 8 July 2020, https://bit.ly/3BYWmhn, (18/03/2026)
[45] Norway, Landinfo, Temanotat: Irak - Ære og æresrelatert vold [Thematic Note: Iraq - Honour and Honour Related Violence in Iraq and Kurdistan], 10 March 2022, https://landinfo.no/wp-content/uploads/2022/03/Temanotat-Irak-AEre-og-aeresrelatert-vold-10032022-2.pdf, pp. 19-20; 13-14, (18/03/2026)
[46] HRW, World Report 2024, Events of 2023, 11 January 2024, url; AI, Report 2022/23; The State of the World's Human Rights; Iraq 2022, 27 March 2023, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/iraq, UNAMI/OHCHR, Accountability for Domestic violence in Iraq: Promoting justice and non-discrimination, 7 March 2024, https://iraq.un.org/en/download/155418/262546, σελ. 13, (18/03/2026)
[47] UNAMI/OHCHR, Accountability for Domestic violence in Iraq: Promoting justice and non-discrimination, 7 March 2024, https://iraq.un.org/en/download/155418/262546, σελ. 2, (18/03/2026)
[48] AI, Report 2022/23; The State of the World's Human Rights; Iraq 2022, 27 March 2023, https://www.amnesty.org/en/location/middle-east-and-north-africa/iraq/report-iraq/, (18/03/2026)
[49] UNAMI/OHCHR, Accountability for Domestic violence in Iraq: Promoting justice and non-discrimination, 7 March 2024, https://iraq.un.org/en/download/155418/262546, σελ. 11-14, (18/03/2026)
[50] HRW, World Report 2024, Events of 2023, 11 January 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/iraq, (18/03/2026)
[51] HRW, Interview with EUAA, 16 March 2023, originally cited in EUAA, COI Report, Iraq: Arab tribes and customary law, April 2023, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_04_EUAA_COI_Report_Iraq_Arab_tribes_and_customary_law.pdf, (18/03/2026)
[52] MENA Rights Group, Iraqi Human Rights Lawyer Mohammed Jumaa Facing Disciplinary Proceedings, 20 October 2022, https://bit.ly/3TYiz7l, USDOS, 2022 Country Report on Human Rights Practices: Iraq, 20 March 2023, https://www.state.gov/reports/2022-country-reports-on-human-rights-practices/iraq/, (18/03/2026)
[53] OWFI, Sheltering, accessed 28 January 2024, url; GI-TOC, 2023 Global Organized Crime Index: Iraq, September 2023, https://bit.ly/42cXCL4, σελ. 6, (18/03/2026)
[54] HRW, World Report 2024, Events of 2023, 11 January 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/iraq, UNGA, Situation of Human Rights Defenders: Note by the Secretary-General, A/78/131, 7 July 2023, https://undocs.org/Home/Mobile?FinalSymbol=A%2F78%2F131&Language=E&DeviceType=Desktop&LangRequested=False, παρ. 82, (18/03/2026)
[55] 0 WAS Iraq, Women Working in Iraq: Shame, Control, as Part of a Working Woman’s Life, 17 August 2022, https://was-iraq.org/shame-control-as-part-of-a-working-womans-life/, France24, In Iraq, divorce rates soar even as stigma persists for women, 19 October 2022, https://www.france24.com/en/live-news/20221019-in-iraq-divorce-rates-soar-even-as-stigma-persists-for-women, Howe K. et al., Circumscribed Lives: Separated, Divorced, and Widowed Female Youth in South Sudan and the Kurdistan Region of Iraq, Tufts University, August 2022, σελ. 11-13, https://fic.tufts.edu/publication-item/circumscribed-lives-separated-divorced-and-widowed-female-youth-in-south-sudan-and-the-kurdistan-region-of-iraq/, (18/03/2026)
[56] Howe K. et al., Circumscribed Lives: Separated, Divorced, and Widowed Female Youth in South Sudan and the Kurdistan Region of Iraq, Tufts University, August 2022, σελ. 23, https://fic.tufts.edu/publication-item/circumscribed-lives-separated-divorced-and-widowed-female-youth-in-south-sudan-and-the-kurdistan-region-of-iraq/, CREID, Violence and Discrimination Against Women of Religious Minority Backgrounds in Iraq, 6 December 2022, σελ. 140, https://opendocs.ids.ac.uk/opendocs/bitstream/handle/20.500.12413/17780/CREID_Intersections_Iraq.pdf?sequence=37&isAllowed=y, (18/03/2026)
[57] CREID, Violence and Discrimination Against Women of Religious Minority Backgrounds in Iraq, 6 December 2022, σελ. 140, 303, https://opendocs.ids.ac.uk/opendocs/bitstream/handle/20.500.12413/17780/CREID_Intersections_Iraq.pdf?sequence=37&isAllowed=y, (18/03/2026)
[58] Kurdistan 24, Iraq records over 6,000 divorce cases in one month, 3 April 2023, https://www.kurdistan24.net/en/story/31089-Iraq-records-over-6,000-divorce-cases-in-one-month%C2%A0%C2%A0, (18/03/2026)
[59] WAS Iraq, Women Working in Iraq: Shame, Control, as Part of a Working Woman’s Life, 17 August 2022, https://was-iraq.org/shame-control-as-part-of-a-working-womans-life/, (18/03/2026)
[60] HRW, Trapped – Iraq, 18 July 2023, pp. 42-47, https://www.hrw.org/sites/default/files/media_2023/09/wrd_mena0723%20web.pdf, (18/03/2026)
[61] EUAA, Country Guidance Iraq, 2024, https://www.euaa.europa.eu/country-guidance-iraq-2024/3115-single-women-and-female-heads-households, (18/03/2026)
[62] Bundesamt fur Migration and fluchtlinge, Länderkurzinformation Irak, May 2025, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.ecoi.net/en/file/local/2125800/laenderkurzinfo-irak-05-25-geschlechtsspezifische-gewalt.pdf, σελ. 3-4, (19/03/2026)
[63] Landinfo, Irak, July 2024, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.ecoi.net/en/file/local/2113557/Irak-temanotat-Betydningen-av-nettverk-02072024.pdf, σελ. 8, (19/03/2026)
[64] ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ «Συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του Άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων Παρα. 3
[65] Οπ. Π. Παρα. 6
[66] Οπ. Π. παρα. 11
[67] Οπ. Π. παρα. 1
[68] Guidelines on International Protection No. 1: Gender-Related Persecution within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol relating to the Status of Refugees (HCR/GIP/02/01) παρα. 30
[69] EUAA, Πρακτικός οδηγός της EASO: Αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, 2018, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Practical-Guide-for-international-protection_EL.pdf, σελ. 23, (19/03/2026)
[70] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), Guidelines on International Protection No. 1: Gender-Related Persecution Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, 7 May 2002, HCR/GIP/02/01, διαθέσιμο σε: Guidelines on International Protection No. 1: Gender-Related Persecution Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or its 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees | Refworld (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/03/2026)
[71] https://www.asylumlawdatabase.eu/en/content/court-justice-european-union-delivers-judgment-joined-cases-c-19912-c-20012-and-c-20112-x-y#:~:text=Advocate%20General%20Sharpston%20delivered%20her%20Opinion%20on%2011%20July%202013.&text=Reversing%20the%20order%20in%20which,'%20%5B71%2C%2076%5D., (19/03/2026)
[72] Freedom House, Freedom in the world 2023 Iraq (covering facts of 2022), 2023, https://freedomhouse.org/country/iraq/freedom-world/2023, AI, Report 2022/23; The State of the World's Human Rights; Iraq 2022, 27 March 2023, https://www.amnesty.org/en/location/middle-east-and-north-africa/iraq/report-iraq/, (18/03/2026)
[73] ΙΟΗΜ, Iraq: Over 36.000 Domestic Violence Cases Recorded in 2025, 18th February 2026, https://iohriq.org/187-.html, (19/03/2026)
[74] https://www.cylaw.org/cgi-bin/open.pl?file=administrativeIP/2023/202307-5893-21.html&qstring=5893, (19/03/2026)
[75] UNHCR, 'Guidelines on International Protection No. 4: "Internal Flight or Relocation Alternative" within the context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or 1967 Protocol relating to the Status of Refugees (HCR/GIP/03/04)' (2003), 3 διαθέσιμο σε https://www.unhcr.org/media/guidelines-international-protection-no-4-internal-flight-or-relocation-alternative-within (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 19/03/2026)
[76] ΕΔΔΑ, SUFI AND ELMI v. THE UNITED KINGDOM, απόφαση επί των αιτήσεων 8319/07 and 11449/07, ημερ. 28.06.2011, 283
[77] ΕΔΔΑ, CASE OF A.A.M. v. SWEDEN, απόφαση επί της αίτησης 68519/10, ημερ. 03.04.2014, 73
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο