A.H. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 804/2025, 17/6/2026
print
Τίτλος:
A.H. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 804/2025, 17/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 804/2025

17 Ιουνίου, 2026

           [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

A.H. από Σομαλία

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Χ. Παφίτη (κα) για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή.

Ε. Ιωάννου (κα), Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής Παρών.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου που περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 10/03/25, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου και/ή ζητείται η παραχώρηση στον Αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή ακύρωση της απόφασης επιστροφής και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Με βάση τα γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Σομαλίας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 23/03/22. Ακολούθως, στις 26/08/24 συντάχθηκε Έκθεση/Εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του λόγω μη παρουσίας του σε προγραμματισμένη προσωπική συνέντευξη και στις 29/08/24 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση. Στη συνέχεια, στις 02/10/24 εκδόθηκε σχετική απορριπτική επιστολή. Στις 28/11/24 ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του, ακολούθησε συνέντευξη του στις 24/02/25, έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 25/02/25 και στις 27/02/25 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και έκδοση απόφασης επιστροφής στη Σομαλία, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η δικηγόρος για τον Αιτητή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία περιόρισε τους νομικούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης στην ουσία της αίτησης διεθνούς προστασίας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ισχυρισμούς δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνα, αιτιολογία και πλάνη της αρμόδιας αρχής και την εξέταση του αιτήματος του Αιτητή. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής Αγόρευσης υποστηρίζοντας ότι δεν αξιολογήθηκε επαρκώς ο βάσιμος φόβος δίωξης του Αιτητή, ότι δεν εξετάστηκαν εξατομικευμένα όλες οι δηλώσεις και/ή τα στοιχεία που συνδέονται με το αίτημα του και/ή παραθέτοντας/επισυνάπτοντας ταυτόχρονα παραπομπές σε διαδικτυακούς συνδέσμους - πηγές που όπως αναφέρει ενισχύουν τις δηλώσεις του τελευταίου σε σχέση με την Al Shabbab[1], το πεδίο δράσης της και την δυσχερή κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή που αναμένεται να επιστρέψει και/ή λόγω του υψηλού επιπέδου περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή διαμονής του.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση τους και τη Γραπτή τους Αγόρευση, υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του δικηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Πρόσθετα, οι ηλεκτρονικοί σύνδεσμοί και/ή οι παραπομπές στις ιστοσελίδες μέσω Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή είναι άμεσα συνυφασμένες με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής, με τις συγκρούσεις που παρατηρούνται από παραστρατιωτικές ένοπλες ομάδες (ειδικά Al-Shabaab) στοιχεία που αποτελούν ζητήματα πυρήνα του αιτήματος ασύλου του Αιτητή όπως θα αναλυθεί κατωτέρω στην έκταση που ενδιαφέρει επί της αξιολόγησης ουσίας του αιτήματος του. Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί. Εξάλλου, η συνήγορος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο όπως επικεντρωθεί στην ουσία της υπόθεσης και/ή ειδικά στην μη παραχώρηση σε αυτόν τουλάχιστον του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Κατά την υποβολή της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του, ο οποίος εργαζόταν ως αστυνομικός, απήχθη για περίοδο ενός μηνός και, όταν επέστρεψε, έφερε τραύματα από πυροβόλο όπλο. Ανέφερε ότι, λόγω των περιστάσεων αυτών και για λόγους ασφαλείας, η γιαγιά του τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Ως προς την κατάσταση της υγείας του, δήλωσε ότι δεν πάσχει από σοβαρή ασθένεια ούτε αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας (ερ.1 του διοικητικού φακέλου στο εξής «Δ.Φ.»). Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Σομαλίας, γεννηθείς και μεγαλωμένος στην περιοχή Bulobarde της επαρχίας Hiraan, όπου διέμενε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ενώ για σύντομο χρονικό διάστημα πριν την αναχώρησή του από τη χώρα διέμεινε στην πόλη Mogadishu. Ανέφερε ότι είναι άγαμος, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα και ανήκει στη φυλή Garjante. Δήλωσε ότι ομιλεί τη σομαλική γλώσσα ως μητρική και διαθέτει βασικές γνώσεις αγγλικών, τις οποίες απέκτησε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι δεν φοίτησε σε σχολείο λόγω οικονομικών δυσχερειών της οικογένειάς του, αλλά έλαβε διετή εκπαίδευση στο Κοράνι. Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι γονείς του βρίσκονται εν ζωή, ότι έχει εννέα αδέλφια και ότι η μητέρα του δραστηριοποιείται επαγγελματικά μέσω καταστήματος πώλησης κρεάτων, ενώ ο πατέρας του εργαζόταν στο παρελθόν ως αστυνομικός. Ανέφερε επίσης ότι διαθέτει ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο στη Σομαλία και στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένης της γιαγιάς του, η οποία συνέβαλε οικονομικά στην αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Τέλος, δήλωσε ότι δεν εργάστηκε ποτέ στη Σομαλία, καθώς η οικονομική συντήρηση της οικογένειας εξασφαλιζόταν από τη μητέρα του (ερ. 90-96 Δ.Φ.). Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν αισθανόταν ασφαλής και ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Ειδικότερα, ανέφερε ότι μέλη της οργάνωσης Al-Shabaab απήγαγαν τον πατέρα του, ο οποίος υπήρξε αστυνομικός, τον κράτησαν όμηρο και του προκάλεσαν σοβαρούς τραυματισμούς, με αποτέλεσμα να χάσει το ένα του πόδι. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ο ίδιος δεν υπέστη προσωπικά οποιαδήποτε βλάβη στη Σομαλία, ωστόσο ανέφερε ότι η μητέρα του δεχόταν απειλές και ότι η γιαγιά του, φοβούμενη για την ασφάλειά του, τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα. Υποστήριξε περαιτέρω ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία, φοβάται ότι ενδέχεται να αντιμετωπίσει τα ίδια προβλήματα με εκείνα που αντιμετώπισε ο πατέρας του (ερ. 87-90 Δ.Φ.).

 

Από τις απαντήσεις του Αιτητή ο λειτουργός αποδέχθηκε τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τον τόπο συνήθους διαμονής του (ερ. 192-195 Δ.Φ.), ωστόσο απέρριψε τον ισχυρισμό περί εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του λόγω της γενικότερης ανασφάλειας (δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός) (ερ. 191-192 Δ.Φ.). Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την ισχυριζόμενη ανασφάλεια που τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Ειδικότερα, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο, περιορίστηκε να αναφέρει ότι η γιαγιά του ανησυχούσε για την ασφάλειά του και τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη Σομαλία, χωρίς να εξηγήσει επαρκώς τους λόγους της εν λόγω ανησυχίας. Παράλληλα, επιβεβαίωσε ότι ουδέποτε του συνέβη οτιδήποτε προσωπικά κατά τη διαμονή του στη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, όταν κλήθηκε να αιτιολογήσει το αίτημά του για διεθνή προστασία, παρά το γεγονός ότι δεν είχε υποστεί προσωπική βλάβη, αναφέρθηκε σε περιστατικό απαγωγής του πατέρα του από την Al-Shabaab. Ωστόσο, κρίθηκε ότι δυσκολεύτηκε να προσδιορίσει με σαφήνεια τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το εν λόγω περιστατικό. Επιπλέον, όταν του επισημάνθηκε ότι το συμβάν αφορούσε τον πατέρα του και όχι τον ίδιο, και ζητήθηκε να εξηγήσει εκ νέου γιατί εγκατέλειψε τη Σομαλία, περιορίστηκε να αναφέρει γενικά ότι η μητέρα του δεχόταν απειλές, χωρίς να παραθέσει περαιτέρω λεπτομέρειες ή στοιχεία προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι ισχυρισμοί του αφορούσαν κυρίως περιστατικά που σχετίζονταν με τους γονείς του και όχι με προσωπική δίωξη εις βάρος του ιδίου, ενώ παράλληλα στερούνταν του αναμενόμενου βαθμού λεπτομέρειας και τεκμηρίωσης. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, κρίθηκε ότι, λόγω της ιδιωτικής φύσης των προβαλλόμενων περιστατικών, δεν κατέστη δυνατή η επιβεβαίωσή τους μέσω ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης, με αποτέλεσμα οι δηλώσεις του Αιτητή να αποτελούν το μοναδικό διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού (ερ. 191-192 Δ.Φ.).

 

Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς του συνηγόρου του, και επίσης, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος του Αιτητή σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, όπου αυτό κρίθηκε αναγκαίο και ήταν εφικτό. Από συνολική δε, αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του και των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων και αποδεικτικών στοιχείων, διαπιστώνω ότι η συνολική αξιοπιστία του Αιτητή επί των εν λόγω σημείων του αιτήματός του (ήτοι δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός), δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Πράγματι διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία δίωξης ή σοβαρής βλάβης ή ότι προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης. Το αφήγημα του Αιτητή σε σχέση με τα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα εμπεριέχει δηλώσεις που στερούνται ιδιαίτερων βιωματικών στοιχείων καθώς και ευλογοφάνειας, ώστε να τεκμηριώνεται (ενδεχομένη) προσωπική εμπλοκή του ιδίου στα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα και δίωξή του στη χώρα καταγωγής. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της EASO: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112 και 120-131, βλέπε επίσης §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Ούτε δε, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις και λεπτομερείς εξηγήσεις[3], αλλά ούτε και θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Θα αναμενόταν δε, από τον Αιτητή, για τέτοια ουσιώδη ζητήματα που αφορούν σημαντικά γεγονότα και περιστατικά, στα οποία και στηρίζεται ο πυρήνας του αιτήματος του, να είναι σταθερός στις απαντήσεις του, να είναι σε θέση να παρουσιάσει το αίτημά του με συνέπεια, συνάφεια και επαρκή περιγραφή του αφηγήματος του, καθώς και να είναι σε θέση να δώσει ευλογοφανείς εξηγήσεις στις περιπτώσεις όπου τα λεγόμενά του παρουσιάζουν ασυνέπεια και αντιφάσεις. Ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και/ή μέσω της Γραπτής Αγόρευσης υποδείχθηκαν σημεία επί της συνέντευξης ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής ή που να ανατρέπουν το τεκμήριο εσωτερικής αναξιοπιστίας του Αιτητή κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του. Ούτε πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις για παραχώρηση σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα καθότι δεν πληρούνται τα κριτήρια μορφής δίωξης, του φορέα δίωξης αλλά ούτε τεκμηρίωσε ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής του που να αντιμετωπίζει δίωξη (Βλέπε Άρθρα 3, 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή σε συνάρτηση με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης ανασφάλειας στην περιοχή του, εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 95/11/ΕΕ δηλαδή λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, (όπως στην προκειμένη περίπτωση) αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Είναι βασική θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι εφόσον τα περιστατικά ασφαλείας /συγκρούσεων είναι υψηλά στην περιοχή του, θα έπρεπε να του αναγνωριστεί τουλάχιστον το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί ότι ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση όπου εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή και των προσωπικών του συνθηκών, κατ’  εφαρμογή της έννοιας της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας,  έκρινε ότι ο Αιτητής δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την επιστροφή του (ερυθρό 177 ΔΦ). Στα πλαίσια των εξουσιών του, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας. Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου (στο εξής «ΕΥΥΑ») σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία, η οποία δημοσιεύτηκε το 5ο/2025, αρχικά επικαλείται την πύλη ACLED, επί της οποίας,  την περίοδο 4ος/2023 – 3ος/2025, καταγράφηκαν στη Σομαλία σχεδόν 6.000 περιστατικά ασφαλείας, με αποτέλεσμα σχεδόν 15.000 εκτιμώμενους θανάτους. Τονίστηκε, επίσης, ότι τα δύο προηγούμενα έτη - με 5.724 περιστατικά ασφαλείας και 11.450 εκτιμώμενες απώλειες – τα στατιστικά περιστατικών ασφαλείας και εκτιμώμενων θανάτων ήταν χαμηλότερα. Περισσότερο από το ένα τρίτο όλων των εκτιμώμενων θανάτων που καταγράφηκαν μεταξύ 4ου/2023 και 3ου/2025 - περίπου 5.800 από 15.000 - συνέπεσαν με τις ακόλουθες μεγάλες στρατιωτικές και αστυνομικές επιχειρήσεις[4]. Αρχικά η επιχείρηση Μαύρο Λιοντάρι, μια ανανεωμένη κοινή επίθεση κατά της Al-Shabaab, εξαπολύθηκε την περίοδο 8ος-9ος/2023, κυρίως στις περιοχές Galgaduud, Middle  Shabelle, Hiraan και Mudug[5]. Ταυτόχρονα με αυτό, άλλες έντονες ένοπλες συγκρούσεις έλαβαν χώρα στις περιοχές Lower Shabelle, Lower Juba και Bakool από 7ο-9ο/2023. Αυτά τα δύο γεγονότα μόνο είχαν ως αποτέλεσμα περισσότερους από 2.800 θανάτους[6]. Δεύτερον, μια ανανεωμένη επίθεση της Al-Shabaab εναντίον των κυβερνητικών και συμμάχων δυνάμεων, που ξεκίνησε τον 2ο/2025 και ήταν ακόμα σε εξέλιξη στο τέλος 3ου/2025, η οποία πραγματοποιήθηκε κυρίως στις περιοχές Hiran, Middle Shabelle, Lower Shabelle[7], ενώ παράλληλα με αυτή την επιχείριση, στο Puntland η επιχείρηση Hilaac κατά του ISIS αναπτύχθηκε στα βουνά Al-Miskaad στην περιοχή Bari κατά τη διάρκεια 1ου-2ου / 2025[8]. Σχεδόν άλλοι 2.000 θάνατοι εκτιμάται ότι προκλήθηκαν από την απελευθέρωση αυτών των άλλων δύο συνόλων επιχειρήσεων στην περίοδο 1ος- 21/03/25[9]. Επιπλέον, σύμφωνα με την EYYA, άλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις και αντιπαραθέσεις κατά της Al-Shabaab, αδιάκριτες και εκτεταμένες μορφές στοχοποίησης σε όλη τη χώρα, αυξανόμενη ένταση των συγκρούσεων μεταξύ φυλών[10] και άλλων επιπέδων σύγκρουσης, έχουν συμβάλει σε συνεχιζόμενες πηγές ανασφάλειας στη χώρα. Περαιτέρω, η ανθρωπιστική πρόσβαση σε σημαντικό μέρος της χώρας παρέμενε ιδιαίτερα περιορισμένη κατά το 2025, ενώ καταγράφηκαν επανειλημμένα περιστατικά παρεμπόδισης ανθρωπιστικών αποστολών. Ως προς τις συνθήκες διαβίωσης, περισσότερο από το ήμισυ του πληθυσμού της περιφέρειας Hiraan βρισκόταν στις αρχές του 2026 σε κατάσταση επισιτιστικής ανασφάλειας, από επίπεδο πίεσης έως επίπεδο κρίσης ή έκτακτης ανάγκης. Επιπλέον, τμήματα της περιφέρειας επηρεάζονταν από επιδείνωση των συνθηκών ξηρασίας. Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 29/05/26) στην περιοχή Hiraan της Σομαλίας, (τόπος επιστροφής του Αιτητή), σημειώθηκαν συνολικά 364 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατ' αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 834 ανθρώπινες απώλειες.[11] Σημειώνεται ακόμη σύμφωνα με διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης, ο πληθυσμός της περιφέρειας Hiraan εκτιμήθηκε το 2024 μεταξύ 504.816 και 597.823 κατοίκων[12].

 

Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο προχωρά σε επαναξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως ο Αιτητής να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του, σε συνάρτηση με τον αριθμό περιστατικών ασφαλείας και σε συσχέτιση και τον υψηλό αριθμό πληθυσμού της περιοχής - για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[13] (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[14] και στην υπόθεση Diakité C-285/12[15]).  Ως προς το στοιχείο της σοβαρής και προσωπικής απειλής, το ΔΕΕ στην απόφαση Elgafaji διευκρίνισε πως «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους. Θα πρέπει δε να εκτιμάται ότι ο άμαχος/αιτούντας άσυλο ο οποίος θα επιστρέψει στην χώρα του και ακολούθως περιοχή συνήθους διαμονής του ενδεχομένως, λόγω της παρουσίας του και μόνον εκεί θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή. Κατά το Δικαστήριο το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης, στην οποία ο βαθμός κινδύνου είναι τόσο υψηλός, αξιολογείται το κατά πόσο υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο διατρέχει ατομικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ακόμη και χωρίς να στοχοποιείται ειδικά. Ακολούθως, διατυπώνεται στην απόφαση ότι η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, όπου: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας». Η δε «εξατομίκευση» που απαιτείται για να θεωρηθεί η απειλή ως «προσωπική» μπορεί να προκύπτει είτε από παράγοντες ειδικού κινδύνου, οι οποίοι σχετίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή τις περιστάσεις ενός προσώπου, είτε από παράγοντες «γενικού κινδύνου», οι οποίοι προκύπτουν από εξαιρετική κατάσταση πολύ υψηλού βαθμού βίας.[16] Επομένως, η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, παρέχει ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για τη στάθμιση μεταξύ γενικού κινδύνου (όταν υπάρχει αδιακρίτως ασκούμενη βία σε τόσο υψηλό βαθμό ώστε και μόνο η ιδιότητα του αμάχου συνιστά κίνδυνο) και του ειδικού κινδύνου (όταν υπάρχει εξατομικευμένη απειλή). Ως προς την εκτίμηση του βαθμού/έντασης της αδιάκριτης βίας, το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji και Diakite δεν παρείχε συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς στα εθνικά δικαστήρια σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν για να αξιολογούν ήτοι (α) την ένταση της βίας που επικρατεί σε συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια μιας χώρας, και (β) το κατά πόσον η εν λόγω βία δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, είτε για τον άμαχο πληθυσμό συνολικά, είτε για άτομα με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, είτε βάσει συνδυασμού των δύο. Το ζήτημα της σοβαρής και προσωπικής απειλής τέθηκε εκ νέου ενώπιον του ΔΕΕ αρκετά χρόνια αργότερα, στην υπόθεση CF και DN[17]  όπου επικαλούμενο τη συλλογιστική στην υπόθεση Elgafagi, έκρινε ότι η ποσοτική αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου και τραυματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως ο λόγος του αριθμού των θυμάτων στην οικεία περιοχή προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής είναι κρίσιμη για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής, αλλά ότι η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό κριτήριο. Προσαρμόζοντας την ανωτέρω νομολογία και δη την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας στην περίπτωση του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πρόκειται για ενήλικο, νεαρό, υγιή, αρτιμελή, ικανό προς εργασία άνδρα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με μέλη της οικογενείας του στο τόπο συνήθους διαμονής του, δεν προκύπτει από τους ισχυρισμούς του προσωπική στοχοποίηση/ δίωξης/ σοβαρής βλάβης και/ή κρίθηκε αναξιόπιστος, δεν αποτελεί μέρος των ομάδων που συγκρούονται στην περιοχή και κατόπιν συναναξιολόγησης των προσωπικών του περιστάσεων, της κατάστασης ασφαλείας, τον συνολικό αριθμό θανάτων αμάχων και σε συνάρτηση με τον αριθμό πληθυσμού της γενικότερης περιοχής, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην περιοχή συνήθους διαμονής του o  Αιτητής θα αντιμετωπίσει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη – ευρήματα που είναι σε πλήρη σύμπνοια και με τα συμπεράσματα εξατομικευμένης αξιολόγησης των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή από την αρμόδια αρχή (ερυθρά 179-177 ΔΦ).

 

Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

                         

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] EUAA, Country Guidance Somalia (August 2023) p.71 - Al-Shabaab is an Islamist Sunni Salafi jihadist armed group based in Somalia. Formed in the early 2000s, the group seeks to establish an Islamic State in the country. Its main unifying idea is the ‘opposition to the Western-backed government’

[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/2009, σκέψη 11.

[3] Βλέπε EUAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System - Judicial Analysis, 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123.

[6] EUAA analysis based on ACLED data. Curated Data Files, Somalia, 21 March 2025, https://acleddata.com/data-export-tool/,

[7] Soufan Center (The), Between Islamic State and Al-Shabaab: An Embattled Mogadishu?, 2 April 2025, https://thesoufancenter.org/intelbrief-2025-april-2/,

[8] ADF, Puntland Forces Believe They Have ISSOM on the Run, 18 March 2025, https://adf-magazine.com/2025/03/puntland-forces-believe-they-have-issom-on-the-run/,

[9] EUAA analysis based on ACLED data. Curated Data Files, Somalia, 21 March 2025,

[11] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Region: Hiraan, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. πρόσβασης στις 07/06/2026).

[12] European Union Agency for Asylum (EUAA), Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2125805/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, τελευταία πρόσβαση 07.06.2026.

[13] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)

[14]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie

[15]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides

[16] European Asylum Support Office, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, Δεκέμβριος 2014, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf ,  σελ.36

[17]  ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 ,  σκέψεις 30, 31, 32


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο