ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή αρ. 9/2026
15 Ιουνίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002,
Ν. 168(Ι)/2002 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΑΡ.1) ΤΟΥ 2003
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
B.S.
από Ινδία
Αιτητής
Ο Αιτητής εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως
Για τους Καθ' ων η αίτηση: Μ. Βασιλείου (κα) για Α. Παπαδοπούλου (κα) Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
[Ε. Θεοδοσίου- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα ]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
E. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την καταχωρισθείσα αίτησή του, επιζητά την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής δυνάμει του άρθρου 6Β του περί Προσφύγων Νόμου, με σκοπό τον διορισμό δικηγόρου για την προώθηση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρίσει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 06.11.2025, με την οποία απορρίφθηκε η δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή του για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ως προκύπτει από το γραπτό σημείωμα που κατατέθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα, καθώς και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτό, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση σκιαγραφούνται ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Ινδίας και εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, εισερχόμενος νόμιμα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές. Στις 10.7.2017 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς και ακολούθως προσήλθε στις 12.06.2019 σε συνέντευξη ενώπιον λειτουργού της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA). Ακολούθως και κατόπιν εξέτασης της ουσίας της αίτησής του, αυτή απορρίφθηκε με απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου στις 23.1.2020. Προσφυγή (υπ’ αρ. 416/2020) εναντίον της απόφασης αυτής την οποία καταχώρισε ο Αιτητής στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ) απορρίφθηκε στις 29.04.2021.
Μετέπειτα, στις 19.4.2022, ο Αιτητής καταχώρισε πρώτη μεταγενέστερη αίτησή η οποία κατόπιν εξέτασής της, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη στις 07.04.2023. Κατά της απόφασης αυτής, ο Αιτητής καταχώρισε στις 8.8.2023 την υπ’ αριθμόν Τ2323/23 προσφυγή ενώπιον του ΔΔΔΠ.
Ακολούθως, στις 4.11.2025, ο Αιτητής υπέβαλε την υπό εξέταση, δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας η οποία εξετάστηκε αυθημερόν και με σχετική Έκθεση/Εισήγηση ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγήθηκε προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου όπως αυτή απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η εν λόγω εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με αποτέλεσμα την απόρριψη της υπό εξέταση αίτησής του στις 06.11.2025.
Εναντίον της απόφασης αυτής, ο Αιτητής καταχώρισε την υπ' αρ. Τ543/2025 προσφυγή για την προώθηση της οποίας, επιθυμεί να λάβει δωρεάν νομική αρωγή, μέσω της υπό εξέταση αίτησης.
Στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής, ο Αιτητής κατέγραψε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του επειδή ο γάμος του με γυναίκα άλλης θρησκείας τον έκανε «απόβλητο» όπως καταγράφει. Προσθέτει πως η σύζυγός του έχει άδεια εργασίας και έχουν μία θυγατέρα εδώ, οπότε δεν μπορεί να τις αφήσει πίσω.
Η θέση των Καθ’ ων η αίτηση και η αξιολόγηση του Δικαστηρίου
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, δια του σημειώματός της, επισήμανε ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθώς ο Αιτητής δεν έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Παρά το γεγονός ότι η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση δεν θέτει ζήτημα ότι ο Αιτητής δεν είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και ότι ως εκ τούτου δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, ωστόσο το ζήτημα αυτό εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Επί του ζητήματος αυτού, είχα την ευκαιρία να επιληφθώ προσφάτως παρεμφερούς νομικού ζητήματος στο πλαίσιο της Ν.Α. 181/2025, με την απόφασή μου ημερομηνίας 03.06.2026, T.L.. Δεν θεωρώ αναγκαίο να επαναλάβω εκτενώς το σκεπτικό που ανέπτυξα στην εν λόγω απόφαση. Αρκεί να σημειώσω ότι, για τους λόγους που εκεί εκτίθενται, καταλήγω και εδώ στο συμπέρασμα ότι πρόσωπο το οποίο προσβάλλει απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου δύναται να αιτηθεί νομική αρωγή δυνάμει του άρθρου 6Β(2) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, υπό την επιφύλαξη πάντοτε της πλήρωσης των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων.
Η κατάληξη αυτή εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη σαφή διατύπωση του άρθρου 6Β(2)(α), το οποίο παραπέμπει ρητώς σε αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις, καθώς και στην ανάγκη να αποδοθεί ουσιαστικό κανονιστικό περιεχόμενο στη σχετική νομοθετική πρόβλεψη. Περαιτέρω, αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα να περιορίζεται αδικαιολόγητα η πρόσβαση σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο ακριβώς των αποφάσεων που ο νομοθέτης επέλεξε να υπαγάγει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης.
Κατά συνέπεια, ως ήταν και η κατάληξή μου στην T.L. πρόσωπο το οποίο ασκεί προσφυγή κατά απόφασης του Προϊσταμένου εκδοθείσας δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου εμπίπτει, για τους σκοπούς του άρθρου 6Β(2) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου, στην έννοια του αιτητή διεθνούς προστασίας και δύναται να υποβάλει αίτηση νομικής αρωγής. Το κατά πόσον τελικώς δικαιούται τη χορήγηση της αρωγής εξαρτάται από τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, και ιδίως από την ύπαρξη πραγματικών πιθανοτήτων επιτυχίας της προσφυγής του.
Η προϋπόθεση της πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της προσφυγής
Έχοντας λοιπόν αποφανθεί τα ανωτέρω, επισημαίνω ότι ο Αιτητής έχει καταχωρίσει
προσφυγή κατά της δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 και συνεπώς η εξεταζόμενη περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 6Β(2)(α) του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά στην πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής και ότι συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση παραχώρησης δωρεάν νομικής αρωγής ως αυτή θεσπίζεται με το εδάφιο (αα) του άρθρου 6Β(2) (ανωτέρω), κρίσιμη καθίσταται η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, θεσπιζόμενης διά του εδαφίου (ββ) της ίδιας διάταξης, την ύπαρξη δηλαδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πραγματικής πιθανότητας επιτυχίας της σκοπούμενης προσφυγής.
Σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας[1].
Οι πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας θα πρέπει να εξετάζονται και υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου χωρίς να περιορίζεται αυθαίρετα η παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας[2].
Σημειώνεται δε, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει ήδη καταχωριστεί από τον Αιτητή, εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής[3].
Σημειώνεται εξάλλου ότι, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση της βασιμότητας της αίτησης παροχής νομικής αρωγής, στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του[4].
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Έχω μελετήσει προσεκτικά το Γραπτό Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα και τα επισυνημμένα σε αυτό έγγραφα, τη συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, την εισηγητική έκθεση και την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τους ισχυρισμούς του Αιτητή ενώπιόν του Δικαστηρίου και γενικά το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου.
Από το ενώπιόν μου υλικό προκύπτει ότι ο Αιτητής κατά την αρχική του αίτηση διεθνούς προστασίας ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω προβλημάτων που σχετίζονταν με τη συμμετοχή του στη θρησκευτική οργάνωση Dera Sacha Sauda (DSS), τις συγκρούσεις μεταξύ υποστηρικτών της οργάνωσης αυτής και πιστών της θρησκείας Sikh, καθώς και λόγω της μεταστροφής του στον Χριστιανισμό. Υποστήριξε επίσης ότι η οικογένειά του και η κοινωνία στην περιοχή καταγωγής του δεν αποδέχονταν τη νέα του θρησκεία και ότι φοβόταν να επιστρέψει στην Ινδία.
Κατά την αξιολόγηση της αίτησής του, οι Καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν την ταυτότητα, την ιθαγένεια και τα βασικά προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Ωστόσο, απέρριψαν ως μη αξιόπιστο τον ισχυρισμό του περί ενεργού εμπλοκής του στη θρησκευτική οργάνωση DSS, κρίνοντας ότι οι σχετικές αναφορές του ήταν ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκώς τεκμηριωμένες. Ομοίως, δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός περί πραγματικής μεταστροφής του στον Χριστιανισμό, καθώς κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του ήταν επιφανειακές και δεν καταδείκνυαν επαρκή γνώση ή ουσιαστική σύνδεση με τη νέα θρησκεία. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δεν τεκμηριωνόταν βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην Ινδία και απορρίφθηκε τόσο η αίτησή του για αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος όσο και για χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Στην πρώτη μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής επανέλαβε κατ’ ουσίαν τους ίδιους ισχυρισμούς, αναφέροντας ότι εξακολουθεί να φοβάται για τη ζωή και την ελευθερία του λόγω της θρησκευτικής του μεταστροφής, της συμμετοχής του σε θρησκευτικές και κοινωνικές οργανώσεις και της γενικότερης κοινωνικής κατάστασης στην Ινδία. Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είχαν ήδη εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία ασύλου και ότι δεν προσκομίστηκαν νέα στοιχεία ή δεδομένα ικανά να μεταβάλουν την προηγούμενη κρίση. Ως εκ τούτου, η πρώτη μεταγενέστερη αίτηση απορρίφθηκε.
Στην υπό κρίση δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής προέβαλε για πρώτη φορά ότι έχει πλέον σύζυγο και τέκνο, ότι η σύζυγός του είναι χριστιανή και ότι η μεταξύ τους σχέση αφορά πρόσωπα διαφορετικής κάστας και διαφορετικής θρησκείας. Υποστήριξε ότι λόγω των κοινωνικών αντιλήψεων που επικρατούν στην Ινδία αναφορικά με τις κάστες και τις διαθρησκευτικές σχέσεις, η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα έθετε σε κίνδυνο τον ίδιο και την οικογένειά του.
Παρατηρώ ότι οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν πράγματι νέα πραγματικά δεδομένα υπό την έννοια ότι δεν είχαν προβληθεί κατά την αρχική διαδικασία ασύλου. Εντούτοις, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε αξιολόγηση των νέων αυτών ισχυρισμών και κατέληξαν ότι, ακόμη και αν γίνουν δεκτοί ως αληθείς, δεν είναι ικανοί να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.
Ειδικότερα, οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν υπόψη διαθέσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες χώρας καταγωγής, σύμφωνα με τις οποίες η ινδική νομοθεσία παρέχει προστασία στους διακαστικούς γάμους και προβλέπει ειδικά μέτρα ενθάρρυνσης και στήριξης τέτοιων ενώσεων. Επιπλέον, διαπίστωσαν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν συνοδεύονταν από οποιαδήποτε συγκεκριμένα περιστατικά δίωξης, απειλών ή βλάβης που να έχουν ήδη εκδηλωθεί εις βάρος του ή των μελών της οικογένειάς του, ούτε από οποιαδήποτε αντικειμενικά στοιχεία που να καταδεικνύουν εξατομικευμένο κίνδυνο.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει από το ενώπιόν μου υλικό ότι ο Αιτητής προσκόμισε οποιαδήποτε πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό του περί κινδύνου λόγω του γάμου του ή της θρησκείας της συζύγου του. Οι σχετικοί ισχυρισμοί παραμένουν γενικοί και αόριστοι και δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι ο ίδιος αποτελεί πρόσωπο το οποίο στοχοποιείται προσωπικά ή ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής αδυνατούν ή αρνούνται να του παράσχουν προστασία.
Παρατηρώ επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκή αιτιολογία αναφορικά με το γιατί τα προβαλλόμενα νέα στοιχεία δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(4) του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ δεν προκύπτει οποιαδήποτε παράλειψη διερεύνησης ουσιώδους πραγματικού ζητήματος ή οποιαδήποτε πρόδηλη πλημμέλεια της διοικητικής έρευνας.
Παρατηρώ πρόσθετα πως στο πλαίσιο της εισηγητικής έκθεσης, έγινε εισήγηση για ακύρωση της προηγούμενης απόφασης επιστροφής του Αιτητή στην Ινδία, ημερ. 07.04.2023, λόγω του ότι αυτός είναι πατέρας παιδιού με μητέρα η οποία κατέχει εργασιακή βίζα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παρατηρώ περαιτέρω ότι και στο έγγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης του λειτουργού που υπογράφει για τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου γίνεται αναφορά στην ακύρωση της εν λόγω απόφασης επιστροφής, έστω και υπό τη μορφή εισήγησης.
Ωστόσο, από το ενώπιόν μου υλικό δεν προκύπτει με σαφήνεια εάν εκδόθηκε ξεχωριστή διοικητική πράξη με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση επιστροφής, ούτε εάν μετά την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης εκδόθηκε νέα απόφαση επιστροφής ή αποφασίστηκε ρητώς η αναβίωση της προηγούμενης απόφασης. Αντιθέτως, οι σχετικές αναφορές φαίνεται να έχουν τον χαρακτήρα υπηρεσιακής εισήγησης και όχι δεσμευτικής διοικητικής κρίσης.
Υπό τις περιστάσεις, δεν δύναμαι στο παρόν στάδιο να καταλήξω ότι η απόφαση επιστροφής έχει πράγματι ακυρωθεί. Εξάλλου, το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας ούτε επηρεάζει καθοριστικά την κρίση αναφορικά με το κατά πόσον η προσφυγή κατά της απόρριψης της μεταγενέστερης αίτησης παρουσιάζει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Συνεπώς, το πιο πάνω στοιχείο δεν είναι, εκ πρώτης όψεως, ικανό να ανατρέψει τα συμπεράσματα των Καθ' ων η αίτηση ή να θεμελιώσει αυτοτελώς λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του ενώπιόν μου υλικού, δεν διαπιστώνω εκ πρώτης όψεως πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής που προτίθεται να καταχωρίσει ο Αιτητής κατά της απορριπτικής απόφασης επί της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησής του. Οι λόγοι που προβάλλονται στην εν λόγω αίτηση είτε έχουν ήδη εξεταστεί κατά τις προηγούμενες διαδικασίες είτε δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να επηρεάζουν ουσιωδώς την αξιολόγηση της ανάγκης διεθνούς προστασίας του Αιτητή.
Καταλήγω, συνεπώς, ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση των πραγματικών πιθανοτήτων επιτυχίας της προσφυγής, όπως απαιτείται από το άρθρο 6Β του περί Νομικής Αρωγής Νόμου.
Με δεδομένη τη μη ικανοποίηση της πιο πάνω αναγκαίας εκ του Νόμου προϋπόθεσης, η παρούσα αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται.
Ο Αιτητής έχει βεβαίως κάθε δικαίωμα εάν επιθυμεί να προωθήσει την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρίσει στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, με δικά του έξοδα, παρά την απόρριψη της αίτησής του για παραχώρηση σε αυτόν δωρεάν νομικής αρωγής.
Με δεδομένη τη μη ικανοποίηση της απαραίτητης εκ του Νόμου προϋπόθεσης, η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται χωρίς έξοδα.
Τα έξοδα του Διερμηνέα καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Ενόψει του γεγονότος ότι ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά δεν εκδίδεται καμία άλλη διαταγή για έξοδα.
Ε. Ρήγα Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1]Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερ. 14.10.2010
[2]ποφάσειςστηνΑίτησηΝομικήςΑρωγής αρ. 10/2010, Αlali Abdulhamid, ημερ. 06.05.2010 και στηνΑίτησηΝομικήςΑρωγής αρ. 25/2010, Antonia Adahor, ημερ. 13.12.2010
[3]Αποφάσεις στις Yπoθ. αρ. 278/09, Durgo Man v. Δημοκρατίας, ημερ. 15.07.2009, και Yπoθ. αρ. 7/11 και 8/11, NaciraBaghour και Roud Gad, ημερ. 28.03.2011
[4]Απόφαση στην Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 31/2013, Singh Khushwant, ημερ. 23.12.2013
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο