ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: Τ105/2026
30 Ιουνίου 2026
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
C.R.O.
Αιτητή
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά
Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει του Κανονισμού 3, εδάφιο (ε), των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί.
[Παρούσα: Μυροφόρα Σταυρινίδου (κα) για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Αγγλικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 11/02/2026, σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή του για διεθνή προστασία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις(2)(δ) και 16Δ(3)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Η υπό εξέταση προσφυγή, ορίστηκε απευθείας για ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου σχετικό Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το παρόν Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ’ ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία μόνο του Αιτητή.
Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου Διοικητικό Φάκελο, πρόκειται για ενήλικο άνδρα υπήκοο της Νιγηρίας, ο οποίος, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 09/10/2021, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 29/04/2022, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 17/07/2023 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης και το κλείσιμο του φακέλου, καθώς ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε σε επιστολή για να παραστεί σε συνέντευξη, ούτε σε προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας για διεξαγωγή της συνέντευξης. Αυθημερόν ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση του λειτουργού για διακοπή της διαδικασίας και κλείσιμο του φακέλου σύμφωνα με το άρθρο 16Β (1)(ί) και 16Β (2) (α) του περί Προσφύγων Νόμου κοινοποιώντας την απόφαση στον Αιτητή μέσω ταχυδρομείου.
Ο Αιτητής αντέδρασε υποβάλλοντας στις 13/11/2023 μεταγενέστερη αίτηση / αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του η οποία με βάση το άρθρο 16Ε του περί Προσφύγων Νόμου εγκρίθηκε, με σκοπό να συνεχιστεί η διαδικασία εξέτασης της αίτησης του Αιτητή.
Κατά συνέπεια στις 11/04/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 23/06/2025 συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή, κρίνοντας ότι αυτός δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Στις 25/06/2025, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή εκδίδοντας παράλληλα απόφαση επιστροφής του Αιτητή στην Νιγηρία.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου παραλήφθηκε από τον Αιτητή δια χειρός στις 07/07/2025 και εναντίον αυτής, ο Αιτητής καταχώρισε την υπ' αριθμό 1810/25 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του Αιτητή στις 11/12/2025 καθιστώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου τελεσίδικη.
Ακολούθως, και συγκεκριμένα στις 11/02/2026, ο Αιτητής συμπλήρωσε μεταγενέστερη αίτηση. Κατά την εξέταση της αίτησής του σε προκαταρκτικό στάδιο, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, συνέταξε στις 11/02/2026 εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κριθεί απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Δεόντως εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης, στις 11/02/2026, αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης, τερματίζοντας παράλληλα το δικαίωμα παραμονής του.
Ο Αιτητής, στις 24/02/2026 παρέλαβε δια χειρός την πιο πάνω απορριπτική απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση μέσω επιστολής ημερομηνίας 11/02/2026, θέτοντας την υπογραφή του, μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από τον ίδιο.
Εμπρόθεσμα, ο Αιτητής αυτοπροσώπως, καταχώρισε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, προβάλλοντας πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι νομικούς ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, και δη ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στο χωριό του διότι κινδυνεύει η ζωή του λόγω άρνησής του να αναλάβει την αρχηγία της κοινότητας μετά τον θάνατο του πατέρα του. Πρόσθεσε ότι στη Δημοκρατία διαβιούν η πρώην σύζυγός του και τα τρία παιδιά του.
Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.
Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο
(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».
Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)
«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-
[..]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».
Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που προέκυψαν ή υποβλήθηκαν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.
Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης για την οποία λήφθηκε ήδη απόφαση από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτοις, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του Αιτητή με τη μεταγενέστερή του αίτηση, ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, ο Αιτητής για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.
Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του ενώπιον μου διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής στην αρχική του αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας, ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι έλαβε απειλές κατά της ζωής του από συγγενείς του και μέλη της κοινότητάς του, λόγω της απόφασής του να ακολουθήσει τη χριστιανική πίστη αντί των παραδοσιακών πρακτικών της κοινότητας. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι είναι Χριστιανός και υπηρετεί στην εκκλησία του ως χορωδός. Όταν αρνήθηκε να συμμετάσχει, ισχυρίστηκε ότι οι συγγενείς και η κοινότητα εξοργίστηκαν και τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν υπό το όνομα της θεότητας του χωριού.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του το Lagos. Δήλωσε ότι στη Δημοκρατία έχει συνάψει παραδοσιακό γάμο με Νιγηριανή υπήκοο, με την οποία απέκτησαν έναν υιό. Ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω προβλημάτων που προέκυψαν μετά τον θάνατο του πατέρα του τον Απρίλιο του 2021, ο οποίος ήταν αρχηγός στο χωριό Emekuku, στην πολιτεία Imo. Ανέφερε ότι οι πρεσβύτεροι του χωριού απαίτησαν από τον ίδιο να αναλάβει τη θέση του πατέρα του και να συμμετάσχει σε παραδοσιακές τελετουργίες, μεταξύ των οποίων και η παραμονή του με τη σορό του πατέρα του για 21 ημέρες πριν από την ταφή. Ισχυρίστηκε ότι παρέμεινε κλειδωμένος για μία νύχτα, αλλά διέφυγε με τη βοήθεια της μητέρας του και επέστρεψε στο Lagos. Στη συνέχεια ανέφερε ότι άρχισε να βιώνει «πνευματικές επιθέσεις», όπως εφιάλτες και ψευδαισθήσεις, και ότι η πατρική του οικογένεια ασκούσε πιέσεις για να επιστρέψει στο χωριό και να εκτελέσει τελετουργίες. Λόγω της πίεσης αυτής, δήλωσε ότι παρέμεινε για κάποιο διάστημα στην εκκλησία και στη συνέχεια εγκατέλειψε τη Νιγηρία με τη βοήθεια της εκκλησίας του, αναζητώντας ασφάλεια στη χώρα μας. Ερωτηθείς για τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι πλέον έχει την οικογένειά του τη Κύπρο.
Στη βάση των πιο πάνω και μετά οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν το αίτημά του για παροχή σε αυτόν διεθνούς προστασίας εφόσον ο ισχυρισμός του περί απειλών λόγω άρνησής του να αναλάβει τη θέση του πατέρα του ως αρχηγός του χωριού κρίθηκε μη αξιόπιστος. Αξιολογώντας επιπλέον τον ενδεχόμενο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του έκριναν στηριζόμενοι στις δηλώσεις του Αιτητή, πως δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται πως σε περίπτωση επιστροφής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας στον Αιτητή, διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια πάντα της αρχικής του αίτησης, πως δεν προκύπτουν ενδείξεις που θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ο Αιτητής, όπως αναφέρθηκε και στα γεγονότα πιο πάνω, ασκώντας το δικαίωμά του σε πραγματική προσφυγή, αμφισβήτησε την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση, υποβάλλοντας προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Στο εισαγωγικό δικόγραφο επανέλαβε ότι εάν επιστρέψει στη χώρα του, ο ίδιος και η οικογένειά του θα δεχθούν σωματική και πνευματική επίθεση από τους ηγέτες της φυλής του, επειδή αρνήθηκε να διαδεχθεί τον πατέρα του στην αρχηγία. Επισημαίνεται ότι με την απόρριψη της προσφυγής, η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση κατέστη τελεσίδικη.
Στην μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι επιθυμεί όπως ο φάκελός του συνδεθεί με τον φάκελο της συζύγου και των παιδιών του, του οποίου η εξέταση εκκρεμεί, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία χωρίς την οικογένειά του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σκοπός της μεταγενέστερης αίτησής του είναι να του δοθεί περισσότερος χρόνος, μέχρι να ολοκληρωθεί η εξέταση των αιτήσεων της οικογένειάς του, ώστε να αποφασίσουν πώς θα προχωρήσουν για να μην τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της οικογένειάς του με την επιστροφή τους (ερυθρό 126 του διοικητικού φακέλου).
Στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων του Αιτητή και κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης της μεταγενέστερης του αίτησης, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγήθηκε όπως αυτή απορριφθεί ως απαράδεκτη εφόσον κατά την κρίση του οι λόγοι που επικαλείται με τη μεταγενέστερη αίτησή του ο Αιτητής δεν συνδέονται με τις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου, δεν στοιχειοθετούν βάσιμο φόβο δίωξης και δεν υποστηρίζονται από συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία ή έγγραφα που να αποδεικνύουν πραγματικό και άμεσο κίνδυνο.
Καταληκτικά, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Νιγηρία θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια, ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά παράβαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή/και της αρχής τη μη επαναπροώθησης.
Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, σε ερωτήματα που τέθηκαν στον Αιτητή, επιβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει επί της ουσίας νέο στοιχείο προς εξέταση και εξέφρασε την επιθυμία να παραταθεί ο χρόνος παραμονής του στη Δημοκρατία μέχρι την έκδοση απόφασης για το αίτημα της πρώην συντρόφου του με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, διευκρινίζοντας ότι πλέον δεν διαβιούν μαζί.
Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.
Από τα ενώπιον μου δεδομένα καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ως εκτέθηκε ανωτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό που προέβαλε στο εισαγωγικό δικόγραφο, ήτοι ότι απειλείται η ζωή του επειδή αρνήθηκε την αρχηγία μετά τον θάνατο του πατέρα του, δεν συνιστά νέο ισχυρισμό στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης, αλλά επανάληψη του πυρήνα του αρχικού αιτήματος διεθνούς προστασίας. Ο εν λόγω ισχυρισμός είχε εξεταστεί κατ’ ουσίαν και απορριφθεί λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Προκύπτει ότι πράγματι, με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησής του, ο Αιτητής δεν ανέφερε νέα στοιχεία ώστε να δύναται να κριθεί παραδεκτή η μεταγενέστερη αίτησή του. Ως προς το αίτημά του όπως παραταθεί ο χρόνος παραμονής του στη Δημοκρατία έως ότου εξεταστεί το αίτημα της πρώην συντρόφου του με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να το εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, όπου περιορίζεται στην εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή. Πέραν τούτου διαφαίνεται ότι ο Αιτητής είχε υποβάλει το στοιχείο αυτό, ήτοι την απόκτηση οικογένειας στην Κύπρο σε προηγούμενο στάδιο και ήταν υπόψη της Υπηρεσίας Ασύλου πριν την έκδοση της αρχικής απορριπτικής απόφασης. Συνεπώς ούτε αυτό το στοιχείο αποτελεί νέο ισχυρισμό ο οποίον δεν εξετάστηκε σε προηγούμενο στάδιο.
Συνεπώς, ως προκύπτει ορθά οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη, στη βάση του ότι οι ισχυρισμοί του, δεν αποτελούν νέα στοιχεία και επιπλέον, τα όσα επιπρόσθετα επικαλείται, δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης του με διεθνή προστασία. Ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιαδήποτε νέα ή τέτοια στοιχεία ώστε να κριθεί απαραίτητο από τους Καθ’ ων η αίτηση να προβούν σε περαιτέρω εξέταση του αιτήματός του. Δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσαν οι Καθ’ ων η αίτηση να αποφασίσουν διαφορετικά, παρά μόνο ότι η μεταγενέστερη αίτησή του είναι απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα αλλά και η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση. Η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή εξετάστηκε πλήρως και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι απόρριψης του μεταγενέστερου αιτήματός του ως απαράδεκτου, αποκαλύπτει ότι η εν λόγω απόφαση ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η αίτηση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
Ως εκ τούτου η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο