B. M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ25/2026, 30/6/2026
print
Τίτλος:
B. M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: Τ25/2026, 30/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: Τ25/2026

30 Ιουνίου 2026 

[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

B. M.

Αιτήτριας

-και- 

 

Κυπριακή Δημοκρατία,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου 

 

  Καθ' ων η αίτηση 

Ι. Ιάσονος, Δικηγόρος για την Αιτήτρια

 

Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει του Κανονισμού 3, εδάφιο (ε), των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί.

 

Η Αιτήτρια είναι παρούσα

 

[Παρών ο Tshintu Tshiabo (κος) για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Lingala και αντίστροφα]

  

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 12/01/2026, σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή της για διεθνή προστασία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις(2)(δ) και 16Δ(3)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Η υπό εξέταση προσφυγή, ορίστηκε απευθείας για ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν τροποποιηθεί, αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου σχετικό Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το παρόν Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ’ ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία μόνο της Αιτήτριας και της συνηγόρου της.

 

Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου Διοικητικό Φάκελο, πρόκειται για ενήλικη γυναίκα υπήκοο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «ΛΔΚ»), η οποία, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 14/03/2019, μεταβαίνοντας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 03/04/2019, η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας.

 

Στις 14/04/2021 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας και ακολούθησε στις 09/07/2021 η σύνταξη εισηγητικής έκθεσης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία γίνεται εισήγηση για απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνοντας ότι αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή ούτε στο προσφυγικό καθεστώς κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Στις 22/07/2021, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας.  

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου παραλήφθηκε από την Αιτήτρια δια χειρός στις 11/08/2021 και εναντίον αυτής, η Αιτήτρια καταχώρισε την υπ' αριθμό 5621/21 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, υπό άλλη σύνθεση. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την προσφυγή της Αιτήτριας απέρριψε την προσφυγή στις 30/04/2024 καθιστώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου τελεσίδικη.

 

Ακολούθως, και συγκεκριμένα στις 15/05/2025, η Αιτήτρια συμπλήρωσε μεταγενέστερη αίτηση, επισυνάπτοντας επί της αίτησής της διάφορα έγγραφα. Κατά την εξέταση της αίτησής της σε προκαταρκτικό στάδιο, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στις 21/11/2025, συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας κριθεί απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Δεόντως εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης, στις 28/11/2025, αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας ως απαράδεκτης, τερματίζοντας παράλληλα το δικαίωμα παραμονής της Αιτήτριας.

 

Η Αιτήτρια, στις 12/01/2026 παρέλαβε δια χειρός την πιο πάνω απορριπτική απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, θέτοντας την υπογραφή της, μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από την ίδια.

 

Εμπρόθεσμα, η Αιτήτρια, καταχώρισε μέσω της συνηγόρου της, την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου, τέθηκαν διευκρινιστικά ερωτήματα τόσο στη συνήγορο της Αιτήτριας, όσο και στην ίδια σε σχέση με το περιεχόμενο, τη συνάφεια και την αποδεικτική αξία των εγγράφων που προσκόμισε. Η Αιτήτρια προέβαλε ότι αποδεικνύουν την καταγωγή της από τη Ρουάντα και τη συνακόλουθη στοχοποίησή της στη χώρα καταγωγής.

 

Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.

 

Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

(i)        Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii)      νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

 

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

 

(β)     Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

 

(2)     Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

         

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

 

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.».

 

Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)

         

«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-

[..]

 

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».

 

Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που προέκυψαν ή υποβλήθηκαν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης για την οποία λήφθηκε ήδη απόφαση από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτοις, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης της Αιτήτριας με τη μεταγενέστερή της αίτηση, ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, η Αιτήτρια για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

 

Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του ενώπιον μου διοικητικού φακέλου, διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια στην αρχική της αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας, ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, δήλωσε ότι την αναζητούν για να την σκοτώσουν λόγω της ιδιότητας του πατέρα της ως “tute” (με σημείωση ότι πρόκειται για δυσανάγνωστη λέξη). Πρόσθεσε ότι η ίδια κατέφυγε σε μία εκκλησία, ο ιερέας της οποίας ενημέρωσε μία Μη Κυβερνητική Οργάνωση (στο εξής: «ΜΚΟ») για το πρόβλημα της και με τη συνδρομή της εν λόγω ΜΚΟ εγκατέλειψε τη χώρα της.

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατάγεται από την Kinshasa, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή της, και ότι τα προβλήματα της οικογένειάς της συνδέονται με την καταγωγή του πατέρα της από τη Ρουάντα. Ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της εγκατέλειψε την Kinshasa το 2000, επειδή δέχθηκε απειλές και υπήρξε θύμα απόπειρας δολοφονίας, στο πλαίσιο εχθρότητας πολιτών προς άτομα από τη Ρουάντα λόγω της σύνδεσης που απέδιδαν στον πρώην πρόεδρο Joseph Kabila με τη Ρουάντα. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το 2003 η μητέρα της βιάστηκε μέσα στην οικία τους, μπροστά στην ίδια και στη γιαγιά της, από άτομα τα οποία, κατά την αφήγησή της, στοχοποιούσαν την οικογένεια λόγω της καταγωγής του πατέρα της. Προέβαλε επιπλέον ότι μετά την αλλαγή κυβέρνησης το 2018 άρχισε εκ νέου στοχοποίηση προσώπων με καταγωγή από τη Ρουάντα και ότι, από τον Δεκέμβριο του 2018 έως τον Φεβρουάριο του 2019, γείτονες και άτομα από γειτονική συνοικία την υπεδείκνυαν δημόσια, αναφέροντας την καταγωγή του πατέρα της, και την απείλησαν με θάνατο. Ισχυρίστηκε ότι απευθύνθηκε στην αστυνομία χωρίς αποτέλεσμα και, φοβούμενη ότι οι διώκτες της θα εισέρχονταν στην οικία της, κατέφυγε σε εκκλησία, από όπου με τη συνδρομή ιερέα και ΜΚΟ μεταφέρθηκε στη Δημοκρατία του Κονγκό, πριν ταξιδέψει στην Κύπρο. Σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα της, εξέφρασε φόβο για τη ζωή της από τους πολίτες λόγω της πατρικής της καταγωγής και λόγω έλλειψης υποστηρικτικού δικτύου.

 

Στη βάση των πιο πάνω και μετά από την εισηγητική έκθεση του λειτουργού, οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν το αίτημα της Αιτήτριας, εφόσον κρίθηκε πως δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί πρόσφυγας ή για να της χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Η Αιτήτρια, όπως αναφέρθηκε και στα γεγονότα ανωτέρω, ασκώντας το δικαίωμά της σε πραγματική προσφυγή, αμφισβήτησε την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση, υποβάλλοντας προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Στην απόφαση του Δικαστηρίου (υπόθεση υπ’ αριθμό 5621/21) καταγράφεται ότι η Αιτήτρια επανέλαβε πως φοβάται να επιστρέψει στη ΛΔΚ λόγω της καταγωγής του πατέρα της, υποστηρίζοντας ότι δεχόταν απειλές από τον κόσμο εξαιτίας της καταγωγής της. Προέβαλε για πρώτη φορά ότι δέχτηκε επιθέσεις λόγω σχέσης που διατηρούσε με ομόφυλο άτομο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρότι άτομα με καταγωγή από τη Ρουάντα ενδέχεται να αντιμετωπίζουν δυσμενείς κοινωνικές διακρίσεις στη ΛΔΚ, η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε με επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες ούτε την πατρική της καταγωγή ούτε την ισχυριζόμενη δίωξή της, με αποτέλεσμα να μη διαπιστώνεται εύλογη πιθανότητα να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa. Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι απειλήθηκε λόγω σχέσης με γυναίκα, ο οποίος προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία προς υποστήριξή του και δήλωσε ότι, παρόλο που η σχέση της ήταν γνωστή και δεν την έκρυβε, δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα ούτε απειλήθηκε η ζωή της εξαιτίας αυτής. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απέρριψε όλους τους προβληθέντες ισχυρισμούς της Αιτήτριας στο σύνολό τους. Επισημαίνεται ότι με την απόρριψη της προσφυγής, η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση κατέστη τελεσίδικη.

 

Στην μεταγενέστερη αίτησή της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η ζωή της βρίσκεται σε κίνδυνο λόγω πολιτικού και κοινωνικού προβλήματος στη χώρα της εξαιτίας της κατά το ήμισυ καταγωγής της από τη Ρουάντα. Πρόσθεσε ότι ούτε ο σεξουαλικός της προσανατολισμός δεν είναι αποδεκτός στη χώρα της και θεωρείται ποινικό αδίκημα (ερυθρά 133-132 και η μετάφραση αυτών τα ερυθρά 137-136 του διοικητικού φακέλου).

 

Επί της μεταγενέστερης αίτησής της, η Αιτήτρια επισύναψε τα ακόλουθα έγγραφα (ερυθρά 130-116 και μετάφραση αυτών ερυθρά 149-138 του διοικητικού φακέλου): 1. Πιστοποιητικό μη άσκησης έφεσης, ημερομηνίας 01/10/2024, εκδοθέν από δικαστική αρχή στην Kinshasa, σε σχέση με απόφαση που αφορά τη Mimi Zinga Nsokele (ερυθρό 126 και μετάφραση αυτού ερυθρό 146 του διοικητικού φακέλου).

2. Κοινοποίηση δικαστικής απόφασης, ημερομηνίας 25/07/2024, κατόπιν αιτήματος της Mimi Zinga Nsokele (ερυθρό 125 και μετάφραση αυτού ερυθρό 148 του διοικητικού φακέλου).

3. Δικαστική απόφαση κατόπιν δημόσιας ακρόασης για συμπληρωματική καταχώριση γέννησης, ημερομηνίας 15/08/2024, αναφορικά με αίτηση της Mimi Zinga Nsokele για καταχώριση της γέννησης της Bliss Masaka Luyaku (Αιτήτρια) (ερυθρά 124-121 και μετάφραση αυτών ερυθρό 147-141 του διοικητικού φακέλου).

4. Πιστοποιητικό γεννήσεως, το οποίο εκδόθηκε βάσει προηγούμενης δικαστικής απόφασης, αναφορικά με τη γέννηση της Bliss Masaka Luyaku (ερυθρό 120 και μετάφραση αυτού ερυθρά 140-139 του διοικητικού φακέλου).

5. Άρθρο ημερομηνίας 25/06/2024, με αναφορές σε εντολές σύλληψης μελών της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και σε κατάθεση νομοσχεδίου περί ποινικοποίησης σχετικών πράξεων (ερυθρά 119-116 του διοικητικού φακέλου).

 

Στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων της Αιτήτριας και κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης της μεταγενέστερης της αίτησης, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγήθηκε όπως αυτή απορριφθεί ως απαράδεκτη εφόσον κατά την κρίση του με τη μεταγενέστερη αίτησή της η Αιτήτρια επανέλαβε τους ισχυρισμούς που σχετίζονται με την εθνικότητά της ως κατά το ήμισυ από τη Ρουάντα, τους οποίους προέβαλε και στο αρχικό της αίτημα, καθώς και ότι λόγω δικής της υπαιτιότητας δεν προέβαλε στα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας τον ισχυρισμό της ότι διώκεται λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού.

 

Επιπλέον, σε σχέση με τα προσκομισθέντα έγγραφα, ο αρμόδιος λειτουργός καταλήγει ότι αυτά δεν δύνανται να υποστηρίξουν ουσιωδώς το αίτημα της Αιτήτριας ούτε να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες υπαγωγής της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα επεσήμανε ότι τα δύο πρώτα έγγραφα, αφορούν διαδικασίες ενώπιον δικαστικών αρχών της Kinshasa, πλην όμως δεν σχετίζονται άμεσα με την Αιτήτρια, αφού το όνομά της δεν αναγράφεται σε αυτά και το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εμφανίζεται ως Mimi Zinga Nsokele. Επιπλέον, ως επισημάνθηκε, πρόκειται για αντίγραφα, με σφραγίδες και υπογραφές που δεν κατέστη δυνατό να πιστοποιηθούν, ενώ δεν εντοπίστηκε εξωτερική πηγή ή πρότυπο που να επιβεβαιώνει τη μορφή και το περιεχόμενο τέτοιων εγγράφων. Ως προς τα έγγραφα που αφορούν την απόφαση κατόπιν δημόσιας ακρόασης της 15/08/2024 και το πιστοποιητικό γεννήσεως που εκδόθηκε στις 04/10/2024 κατόπιν δικαστικής απόφασης, αυτά φαίνεται να αποσκοπούν στην καταχώριση ή αναγνώριση της γέννησης της Bliss Masaka Luyaku (Αιτήτριας), με τη Mimi Zinga Nsokele να εμφανίζεται ως μητέρα της. Ωστόσο, η αξιοπιστία τους κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση προβληματική, αφενός επειδή προσκομίστηκαν ως αντίγραφα και δεν κατέστη δυνατή η πιστοποίηση της αυθεντικότητάς τους, αφετέρου επειδή το περιεχόμενό τους έρχεται σε αντίφαση με προηγούμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι η μητέρα της είχε εγκαταλείψει τη χώρα από το 2000 και ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν. Επομένως, κρίθηκε ότι ακόμη και αν από τα έγγραφα θα μπορούσε να συναχθεί κάποια σύνδεση της Mimi Zinga Nsokele με την Αιτήτρια, η εν λόγω σύνδεση δεν επαρκεί για να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς της. Αναφορικά με το άρθρο που προσκόμισε η Αιτήτρια, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι κατόπιν έρευνας δεν εντοπίστηκε το επίσημο διαδικτυακό αρχείο του, δεν αφορά προσωπικά την Αιτήτρια και δεν δύναται από μόνο του να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της περί μη αποδεκτού σεξουαλικού προσανατολισμού της. Με βάση τα ανωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν την μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας ως απαράδεκτη.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, σε ερωτήματα που τέθηκαν στην Αιτήτρια σχετικά με τα έγγραφα που προσκόμισε προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι απειλείται λόγω της κατά το ήμισυ καταγωγής της από τη Ρουάντα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια ούτε τη φύση ούτε το περιεχόμενό τους. Αρχικά ανέφερε ότι τα έγγραφα τα έλαβε το 2024, ακολούθως δήλωσε ότι βρίσκονται από παλιά στη χώρα της και ότι τηλεφώνησε για να της τα στείλουν, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι τα έγγραφα τα είχε αφήσει ο παππούς της στο δωμάτιό του μετά τον θάνατό του, ο οποίος, κατά την ίδια, επήλθε μετά την αναχώρησή της το 2019. Η δήλωση ωστόσο αυτή δεν συνάδει με το γεγονός ότι τα ίδια τα έγγραφα φέρουν ημερομηνίες του 2024 και φαίνεται να αφορούν διαδικασίες που έλαβαν χώρα τότε. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει συγκεκριμένα τι πιστοποιεί το έγγραφο στο ερυθρό 126 του διοικητικού φακέλου, η Αιτήτρια περιορίστηκε σε γενικές και μεταβαλλόμενες απαντήσεις, αρχικά αναφέροντας ότι πρόκειται για πιστοποιητικό για τη μητέρα της, ακολούθως ότι η μητέρα της πήγε να δηλώσει κάτι για την προστασία της ίδιας, ενώ στη συνέχεια ότι πρόκειται για καταγγελία της μητέρας της λόγω απειλών. Οι απαντήσεις αυτές δεν συνάδουν με το περιεχόμενο που μεταφράστηκε από τον ενώπιον του Δικαστηρίου διερμηνέα, το οποίο φαίνεται να αφορά πιστοποιητικό μη άσκησης έφεσης κατά δικαστικής απόφασης και όχι καταγγελία για απειλές ή προσωπική προστασία της Αιτήτριας. Περαιτέρω, η Αιτήτρια παρουσίασε αντιφατικές εκδοχές ως προς τη μητέρα της και την προέλευση των εγγράφων. Συγκεκριμένα ενώ αρχικά δήλωσε ότι είχε χάσει τα ίχνη της ήδη από το 2002 και δεν επικοινωνούσε ουσιαστικά μαζί της, τα έγγραφα τη συνδέουν με διαδικασίες στην Kinshasa το 2024. Οι μεταγενέστερες εξηγήσεις της δεν αποσαφήνισαν ποιος εξασφάλισε και απέστειλε τα έγγραφα, ούτε πού βρίσκεται σήμερα η μητέρα της.

 

Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Από τα ενώπιον μου δεδομένα καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ως εκτέθηκε ανωτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί κινδύνου λόγω της καταγωγής της διαπιστώνεται ότι αυτός δεν συνιστά νέο ισχυρισμό στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης, αλλά επανάληψη του πυρήνα του αρχικού αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο οποίος είχε ήδη προβληθεί τόσο κατά την αρχική αίτηση και συνέντευξη όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την προηγούμενη προσφυγή της. Ο εν λόγω ισχυρισμός είχε εξεταστεί κατ’ ουσίαν και απορριφθεί λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, αοριστίας και ανεπαρκούς εξατομίκευσης του επικαλούμενου κινδύνου, καθώς και λόγω μη επιβεβαίωσης από τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής ύπαρξης τέτοιου κινδύνου στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας. Τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση δεν διαφοροποιούν την πιο πάνω κρίση. Αφενός πρόκειται για αντίγραφα των οποίων η αυθεντικότητα δεν κατέστη δυνατόν να πιστοποιηθεί, αφετέρου ορισμένα εξ αυτών δεν αναγράφουν το όνομα της Αιτήτριας, αλλά τρίτου προσώπου, ενώ όσα ενδεχομένως συνδέονται με αυτήν αφορούν ληξιαρχικής φύσεως ζητήματα και όχι την ύπαρξη κινδύνου και απειλών προς το πρόσωπό της. Περαιτέρω, οι αναφορές στην κατ’ ισχυρισμό μητέρα της Αιτήτριας ως αιτούσας σε διαδικασίες στην Kinshasa το 2024 έρχεται σε αντίφαση με προηγούμενες δηλώσεις της Αιτήτριας ότι η μητέρα της είχε εγκαταλείψει τη χώρα από το 2000, ότι δεν διατηρούσε επαφή μαζί της και ότι αγνοούσε πού βρισκόταν. Συνεπώς, τα εν λόγω έγγραφα, ακόμη και αν θεωρηθούν νέα ως προς τον χρόνο υποβολής τους, δεν δύνανται να θεωρηθούν νέα ουσιώδη στοιχεία ικανά να αυξήσουν σημαντικά την πιθανότητα υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Με βάση και τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου, εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις και ασάφειες, οι οποίες ενισχύουν την ορθότητα της κρίσης της Υπηρεσίας Ασύλου περί μη παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης.

 

Ως προς τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί μη αποδοχής του σεξουαλικού της προσανατολισμού, παρατηρείται ότι, παρόλο που δεν είχε προβληθεί κατά την αρχική διοικητική διαδικασία, ο εν λόγω ισχυρισμός είχε εντούτοις προβληθεί και εξεταστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την προηγούμενη προσφυγή (5621/21), όπου η Αιτήτρια, παρά τη δυνατότητα που της δόθηκε να τον αναπτύξει, δεν κατόρθωσε να τον στοιχειοθετήσει. Στη μεταγενέστερη αίτηση η Αιτήτρια επανέφερε τον ισχυρισμό, προσθέτοντας ότι ο σεξουαλικός της προσανατολισμός δεν είναι αποδεκτός και ότι ποινικοποιείται στη χώρα καταγωγής της, πλην όμως προς υποστήριξη αυτού προσκόμισε μόνο ένα άρθρο άγνωστης πηγής. Το εν λόγω άρθρο, πέραν των ζητημάτων αξιοπιστίας του, δεν συνδέεται προσωπικά με την Αιτήτρια, δεν αποδεικνύει ότι η ίδια έχει στοχοποιηθεί ή κινδυνεύει και δεν ανατρέπει την προηγούμενη κρίση περί αοριστίας και έλλειψης αξιοπιστίας του σχετικού ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, ορθά δύναται να κριθεί ότι ούτε ο ισχυρισμός αυτός, ούτε το προσκομισθέν προς υποστήριξή του έγγραφο, συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα που αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα αναγνώρισης της Αιτήτριας ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

Υπό το φως του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων, κρίνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου ορθά απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί κινδύνου λόγω της ρουανδο-κονγκολέζικης καταγωγής της και λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού δεν συνιστούν νέους ισχυρισμούς, αλλά είχαν ήδη προβληθεί και εξεταστεί σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας. Τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση, μολονότι μεταγενέστερα ως προς τον χρόνο υποβολής ή έκδοσής τους, δεν αποτελούν νέα ουσιώδη στοιχεία ή πορίσματα ικανά να αυξήσουν σημαντικά την πιθανότητα υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Αντιθέτως, η Αιτήτρια, κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με συνέπεια το περιεχόμενο, την προέλευση, τον χρόνο απόκτησης και τη σύνδεση των εγγράφων με τον προβαλλόμενο κίνδυνο, ενώ οι απαντήσεις της ανέδειξαν περαιτέρω αντιφάσεις αναφορικά με τη μητέρα της, τον τόπο διαμονής της, την επαφή μαζί της και τον τρόπο εξασφάλισης των εγγράφων. Ενόψει τούτων, τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν επεξηγούν τα κενά αξιοπιστίας που είχαν ήδη διαπιστωθεί, ούτε στοιχειοθετούν εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.

 

Συνεπώς, ως προκύπτει, ορθά οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν τη μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας ως απαράδεκτη, στη βάση του ότι η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε οποιαδήποτε νέα ή τέτοια στοιχεία ώστε να κριθεί απαραίτητο από τους Καθ’ ων η αίτηση να προβούν σε περαιτέρω εξέταση του αιτήματός της. Δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσαν οι Καθ’ ων η αίτηση να αποφασίσουν διαφορετικά, παρά μόνο ότι η μεταγενέστερη αίτησή της είναι απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα αλλά και η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση. Η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας εξετάστηκε πλήρως και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι απόρριψης του μεταγενέστερου αιτήματός της ως απαράδεκτου, αποκαλύπτει ότι η εν λόγω απόφαση ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η αίτηση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Ως εκ τούτου η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο