M. A. B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: Τ365/2025, 23/6/2026
print
Τίτλος:
M. A. B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: Τ365/2025, 23/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υποθ. Αρ.: Τ365/2025

23 Ιουνίου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

M. A. B., (ARCXXXX) εκ Γουινέας

Αιτητή

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η Αίτηση

Ζ. Ποντίκη (κα) για Αλ Ταχέρ, Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή

Στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019)

Ο Αιτητής είναι παρών.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 22/07/2025 κοινοποιηθείσα προς τον Αιτητή στις 23/07/2025, σύμφωνα με την οποία η μεταγενέστερη αίτησή του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις (2) (δ) και 16Δ(4)(β) του περί Προσφύγων Νόμου και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Με δεύτερη αιτούμενη θεραπεία αιτείται απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να τροποποιεί την απόφαση της μεταγενέστερης αίτησης και/ή να ζητείται η επανεξέταση της αίτησης του Αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου μέχρι το σημείο κρίσης επί του παραδεκτού βάση της σημερινής κατάστασης της χώρας του Αιτητή, τις σημερινές πραγματικές καταστάσεις του Αιτητή και τον κίνδυνο που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επαναπροώθησής του στη χώρα του.  

 

Η υπό εξέταση προσφυγή ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), αφού εν τω μεταξύ υποβλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, Υπόμνημα συνοδευόμενο από το σχετικό διοικητικό φάκελο. Μελετώντας αυτόν, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στην παρουσία του Αιτητή ο οποίος εκπροσωπείται από δικηγόρο.  

 

Όπως προκύπτει από τον ενώπιον μου διοικητικό φάκελο πρόκειται για υπήκοο Γουινέας, ο οποίος, στις 06/06/2019 σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και μέσω Τουρκίας αφίχθηκε στα κατεχόμενα εδάφη της Δημοκρατίας, από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 11/06/2019 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Πραγματοποιήθηκε αρχικά στις 26/07/2019, συνέντευξη του Αιτητή στο πλαίσιο διαδικασίας προσδιορισμού της ηλικίας του όπου κρίθηκε στις 09/058/2019 ότι ο Αιτητής αποτελεί ενήλικο πρόσωπο. Ακολούθως, στις 15/10/2021 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή αναφορικά με την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στις 29.12.2021, ο Προϊστάμενος ενέκρινε εισήγηση για απόρριψη της αίτησής διεθνούς προστασίας του Αιτητή και παράλληλα εκδόθηκε και απόφαση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Στις 18.1.2022, ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή υπ' αριθμό 374/22 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία μετά από εξέταση της, στις 30/08/2023 απορρίφθηκε επικυρώνοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Στις 28.11.2024, ο Αιτητής καταχώρισε μεταγενέστερη αίτηση, η οποία με απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Ο Αιτητής προσέβαλε ενώπιον Δικαστηρίου την απορριπτική απόφαση επί της μεταγενέστερης του αίτησης υποβάλλοντας την υπ’ αριθμό Τ1186/24 προσφυγή. Εξετάζοντας την εν λόγω προσφυγή, το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση με απόφασή του ημερομηνίας 21/03/2025, διαπίστωσε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αρνήθηκαν να παραλάβουν τα έγγραφα που επιθυμούσε να προσκομίσει ο Αιτητής στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του, καθότι εντός της έκθεσης εισήγησης γίνεται ρητή αναφορά περί της μη αποδοχής των εγγράφων ένεκα του ότι δεν ακολουθήθηκε από τον Αιτητή η «ενδεδειγμένη διαδικασία». Ως εκ τούτου διαπιστώθηκε ότι η αξιολογική κρίση των Καθ’ ων η αίτηση περί του παραδεκτού δεν περιέλαβε οποιαδήποτε κρίση επί των εγγράφων που παρέλειψαν να παραλάβουν και η επίδικη απόφαση ακυρώθηκε.

 

Κατόπιν της ανωτέρω δικαστικής απόφασης, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε επανεξέταση της μεταγενέστερης αίτησης που υπέβαλε ο Αιτητής, λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα που είχε προσκομίσει. Κατά την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησής του σε προκαταρκτικό στάδιο, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στις 26/06/2025, συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, εισηγούμενος όπως η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κριθεί εκ νέου απαράδεκτη. Λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, αποφάσισε στις 30/06/2025 την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 22/07/2025 κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 23/07/2025.

 

Εμπρόθεσμα, ο Αιτητής καταχώρισε μέσω των συνηγόρων του την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Με τη γραπτή του αγόρευση μέσω των συνηγόρων του ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτησή του χωρίς ουσιαστική εξέταση των εγγράφων και χωρίς διερεύνηση των πολιτικών συνθηκών στη Γουινέα. Ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα που προσκόμισε ενισχύουν τον φόβο δίωξης του λόγω της σχέσης του Αιτητή με το πολιτικό κόμμα UFDG και ότι η απόρριψή τους έγινε αυθαίρετα.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την ακροαματική διαδικασία, η συνήγορος του Αιτητή, επανέλαβε ότι εντοπίζονται πλημμέλειες κατά την εξέταση των εγγράφων από τους Καθ’ ων η αίτηση που προσκόμισε ο Αιτητής και καλεί το Δικαστήριο όπως ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Έχοντας αναφερθεί στα πιο πάνω γεγονότα, προχωρώ αρχικά σε ανάλυση του νομικού πλαισίου εξέτασης μεταγενέστερων αιτήσεων.

 

Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει υποβληθείσες μεταγενέστερες αιτήσεις αποτελούν τα άρθρα 12Βτετρακις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και προνοούν τα ακόλουθα (ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

 (i)  Μεταγενέστερη αίτηση, ή

 (ii)  νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

 

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

 

(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

 

(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

 

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτησή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

         

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον-

 

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίαςκαι

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»

 

Το δε άρθρο 12Βτετράκις(2) προνοεί ότι: (οι υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου)

         

«Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνο εάν-

[..]

 

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή [.]».

 

Με βάση τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής του/της αίτησης. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς επί της ουσίας εξέταση. Αντίθετα εάν διαπιστωθεί από τον Προϊστάμενο ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον/την αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο/η αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Είναι απολύτως αντιληπτό ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως ένα μεταγενέστερο διάβημα, στα πλαίσια της αρχικής αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος, εν πρώτοις, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μια συγκριτική εξέταση της αρχικής αίτησης του/της αιτητή/τριας με την μεταγενέστερη του/της αίτηση ώστε να διαφανεί εάν με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης ο/η αιτητής/τρια για πρώτη φορά προβάλλει τέτοια στοιχεία ή ισχυρισμούς τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

 

Θεωρώ χρήσιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.  

 

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη Γουινέα λόγω σοβαρού τραυματισμού που υπέστη στο πόδι στις 13/04/2015, όταν χτυπήθηκε από όχημα των δυνάμεων ασφαλείας κοντά σε πολιτική διαδήλωση, καθώς και λόγω φόβου δίωξης εξαιτίας της εθνοτικής του καταγωγής ως μέλος της φυλής Peulh/Fulani. Ανέφερε ότι η θεραπεία του διακόπηκε λόγω οικονομικών δυσκολιών και ότι ακολούθως έλαβε παραδοσιακή θεραπεία στην περιοχή Boffa, όπου παρέμεινε για αρκετά χρόνια.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) τη χώρα καταγωγής και τον τόπο διαμονής του, (β) τον τραυματισμό του κατά τη διάρκεια διαδήλωσης και (γ) τον φόβο δίωξης λόγω της εθνοτικής του καταγωγής. Οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί ως αξιόπιστοι, ενώ έγινε επίσης δεκτό ότι ο Αιτητής ανήκει στη φυλή Peulh. Ωστόσο, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός ότι αντιμετωπίζει κίνδυνο δίωξης λόγω της εθνοτικής του ταυτότητας.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου κρίθηκε ότι ο τραυματισμός του δεν συνδέεται με λόγο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, αφού δεν συμμετείχε ενεργά στη διαδήλωση αλλά βρέθηκε τυχαία στον χώρο του περιστατικού. Επιπλέον, δεν διαπιστώθηκε ότι η ιδιότητά του ως μέλος της φυλής Peulh τον εξέθεσε σε κίνδυνο δίωξης ή παραβίασης των δικαιωμάτων του. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη Γουινέα.

 

Στη βάση των ανωτέρω και μετά από νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν το αίτημα του Αιτητή, εφόσον κρίθηκε πως δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας ή για να του χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Υπενθυμίζω ότι ο Αιτητής προσέβαλε την απορριπτική απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση με την υπ’ αριθμό προσφυγή του 374/22 η οποία απορρίφθηκε επιβεβαιώνοντας την νομιμότητα και την ορθότητα της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Με τη μεταγενέστερη αίτησή του, ο Αιτητής αιτήθηκε το επανάνοιγμα του φακέλου του. Συγκεκριμένα, κατέγραψε ότι μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον πατέρα του σχετικά με την απορριπτική δικαστική απόφαση, ο τελευταίος του ανέφερε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει πίσω στη χώρα καθώς η ζωή του κινδυνεύει. Ο λόγος είναι, ως κατέγραψε, ότι οι στρατιωτικοί με τους οποίους είχε το ατύχημα εξακολουθούν να τον αναζητούν και ότι τα άτομα αυτά κατέχουν την εξουσία στη χώρα.

 

Κατά την επανεξέταση της μεταγενέστερης αίτησης μετά την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου όπως αναφέρεται πιο πάνω[1], οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλαβαν τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής και επανεξέτασαν την ενώπιον του μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή.

 

Τα υποβληθέντα από τον Αιτητή έγγραφα συνίστανται στα ακόλουθα:

 

(1)    Έγγραφο - αντίγραφο κάρτα μέλους (UNION DES FORCES DEMORATIQUES DE GUINEA (UFDG) (ερυθρά 239-238/229 και μετάφραση ερυθρό 228 του διοικητικού φακέλου)

(2)    Έγγραφο με τίτλο “ATTESTATIOΝ” (ερυθρά 237/227 και μετάφραση ερυθρό 226 του διοικητικού φακέλου)

(3)    Έγγραφο με τίτλο “ACTE DE TEMOIGNAGE” (ερυθρά 236/225 και μετάφραση ερυθρά 224-223 του διοικητικού φακέλου)

 

Αναφορικά με τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής προς υποστήριξη των ισχυρισμών του οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν τα ακόλουθα. Το πρώτο ως σημείωσαν, αποτελεί αντίγραφο κάρτας μέλους του κόμματος UFDG, στην οποία εμφανίζεται φωτογραφία άνδρα, το όνομα του Αιτητή, αναγραφόμενη χρονολογία 2017-2018, το όνομα Maladha Diallo και η ιστοσελίδα www.ufdgonline.org. Το δεύτερο έγγραφο με τίτλο “ATTESTATION” (βεβαίωση), ημερομηνίας 11/01/2019, αναφέρει ότι ο Mamadou Alpha Barry είναι ακτιβιστής του κόμματος UFDG από το 2018. Το έγγραφο φέρεται να υπογράφεται από τον Mamadou Bano Sow, αντιπρόεδρο, αρμόδιο για τις πολιτικές υποθέσεις και φέρει δυσδιάκριτη σφραγίδα, ενώ στο κάτω μέρος του αναγράφονται στοιχεία έδρας και ιστοσελίδας του κόμματος. Το τρίτο έγγραφο με τίτλο “ACTE DE TEMOIGNAGE” (κατάθεση μαρτυρίας), ημερομηνίας 21/02/2019, συντάχθηκε στο Conakry και φέρει σφραγίδα του UFDG. Το εν λόγω έγγραφο ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση φέρεται να αποτελεί μαρτυρία της Wanna Mariama Cire Barry, η οποία παρουσιάζεται ως μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου και ομοσπονδιακή γραμματέας του κόμματος. Σε αυτό το έγγραφο, ως σημείωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, αναφέρεται ότι ο Αιτητής υπήρξε θύμα διώξεων και βίας λόγω των πολιτικών του δεσμεύσεων και της εθνικότητάς του, ότι στις 13/04/2015 χτυπήθηκε από ημιφορτηγό της εθνικής χωροφυλακής κατά τη διάρκεια διαδήλωσης της αντιπολίτευσης, ότι η αστυνομία τον αναζήτησε στο νοσοκομείο, ότι κατέφυγε στη Boffa όπου παρέμεινε για τέσσερα έτη, και ότι ο πατέρας του αναγκάστηκε να μετακινηθεί λόγω απειλών, καθώς και ότι ο Αιτητής καταζητείται και η οικογένειά του διώκεται.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των εγγράφων, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι αυτά δεν συνιστούν νέα στοιχεία. Ως προς την κάρτα μέλους, επεσήμαναν ότι η αναγραφόμενη ιστοσελίδα δεν είναι ενεργή, ότι διαθέσιμες εξωτερικές πληροφορίες παρουσιάζουν διαφορετική μορφή της κάρτας μέλους του UFDG και ότι, συνεπώς, εγείρονται σοβαρές υποψίες ως προς την αυθεντικότητά της. Ως προς το έγγραφο με τίτλο “ATTESTATION”, επεσήμαναν ότι παρόλο που επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη του Mamadou Bano Sow ως στελέχους του UFDG, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι έγγραφα του κόμματος από εξωτερικές πηγές, μολονότι έχουν παρόμοια μορφή, δεν περιλαμβάνουν προσωπικές αναφορές σε μέλη, με αποτέλεσμα να εγείρονται ερωτηματικά ως προς την αυθεντικότητα του εγγράφου. Αναφορικά με το έγγραφο με τίτλο “ACTE DE TEMOIGNAGE”, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι η ιδιότητα της Wanna Mariama Cire Barry δεν επιβεβαιώθηκε από εξωτερικές πηγές, ότι το έγγραφο επαναλαμβάνει ουσιαστικά το ήδη προβληθέν αφήγημα του Αιτητή και ότι δεν προσθέτει κάτι ουσιώδες πέραν των ισχυρισμών που είχαν ήδη εξεταστεί.

 

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα φέρουν ημερομηνίες προγενέστερες της αρχικής διαδικασίας, πλην όμως δεν είχαν παρουσιαστεί ούτε με την αρχική αίτηση ούτε κατά τη συνέντευξη, γεγονός που αποδόθηκε σε υπαιτιότητα του Αιτητή. Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι τα έγγραφα έχουν απλώς υποστηρικτικό χαρακτήρα, δεν αποδεικνύουν φόβο δίωξης ή σύνδεση του τραυματισμού του Αιτητή με πολιτική ή εθνοτική δίωξη, και δεν δύνανται να ανατρέψουν την προηγούμενη κρίση περί μη στοιχειοθέτησης ανάγκης διεθνούς προστασίας.

 

Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη.

 

Κατά την ακροαματική ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η κ. Ποντίκη υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της αγόρευσης και υποστήριξε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν πλημμελώς τα τρία έγγραφα που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή, παρά το γεγονός ότι, κατόπιν προηγούμενης δικαστικής απόφασης, όφειλαν να τα εξετάσουν εκ νέου. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ένα εκ των εγγράφων φέρεται να προέρχεται από στέλεχος του πολιτικού κόμματος στο οποίο ανήκει ο Αιτητής και βεβαιώνει ότι ο τελευταίος υπήρξε θύμα δίωξης και βασανιστηρίων λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Περαιτέρω, ζήτησε να προσκομίσει πρόσθετη επικοινωνία με το κόμμα του Αιτητή, προς υποστήριξη της θέσης ότι ο διαδικτυακός σύνδεσμος που αναγραφόταν στην κάρτα μέλους δεν ήταν ενεργός κατά τον κρίσιμο χρόνο της εξέτασης. Η συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε, επίσης, ότι η Υπηρεσία όφειλε να λάβει υπόψη και την αλλαγή των συνθηκών στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.

 

Επαναλαμβάνεται ότι με την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από αιτητή/τρια ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση αυτού και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον τα υποβληθέντα από τον αιτητή/τρια νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εφόσον ο Προϊστάμενος ικανοποιείται ότι ο αιτητής/τρια αδυνατούσε να υποβάλει τα συγκεκριμένα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Δικαστήριο.

 

Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, ως εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι πράγματι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο Αιτητής συνιστούν επανάληψη των αρχικών του ισχυρισμών, οι οποίοι έχουν εξεταστεί, έχουν απορριφθεί τόσο από τους Καθ' ων η αίτηση, όσο και από το Δικαστήριο το οποίο προέβη σε εξ υπαρχής εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή. Επομένως, ορθά οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν στο μη παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησης, καθότι τα στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν ικανοποιούσαν σωρευτικά τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου: αφενός να αποτελούν νέα στοιχεία ή πορίσματα που δεν είχαν ληφθεί υπόψη προηγουμένως, αφετέρου να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας και να μην μπορούσαν, χωρίς υπαιτιότητα του Αιτητή, να προσκομισθούν στην προηγούμενη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο βασικός πυρήνας του μεταγενέστερου αιτήματος —ήτοι ότι ο Αιτητής κινδυνεύει λόγω του τραυματισμού του από όχημα στρατιωτικών κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, είχε ήδη τεθεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την αρχική διαδικασία, αξιολογήθηκε και δεν κρίθηκε ότι στοιχειοθετεί φόβο δίωξης ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Περαιτέρω, ουσιώδες είναι και το γεγονός ότι ο Αιτητής σε κανένα προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας δεν είχε αναφέρει ότι υπήρξε μέλος του πολιτικού κόμματος UFDG. Κατά την αρχική αίτηση και τη συνέντευξή του, οι ισχυρισμοί του επικεντρώθηκαν στον τραυματισμό του κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, στην εθνοτική του καταγωγή ως μέλους της ομάδας Peulh και στη γενικότερη ανασφάλεια που, κατά τον ίδιο, αντιμετώπιζε η κοινότητά του, χωρίς να προβληθεί συγκεκριμένη προσωπική πολιτική δράση ή σύνδεση με το κόμμα UFDG. Σημειώνεται ότι σε σχετικές ερωτήσεις που του τέθηκαν στη συνέντευξή του δήλωσε ότι δεν συμμετείχε σε διαδηλώσεις και ο τραυματισμός του συνέβη λόγω κακής χρονικής συγκυρίας. Η εκ των υστέρων επίκληση και προσκόμιση εγγράφων που τον παρουσιάζουν ως μέλος του εν λόγω κόμματος, χωρίς η ιδιότητα αυτή να είχε τεθεί εγκαίρως και συνεκτικά ενώπιον των αρμοδίων αρχών, ευλόγως αποδυναμώνει την αποδεικτική τους αξία και ενισχύει την κρίση ότι τα έγγραφα αυτά δεν εισάγουν νέο ουσιώδες στοιχείο ικανό να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, εφόσον τα έγγραφα ήταν προγενέστερα της πρώτης διαδικασίας και δεν δόθηκε επαρκής εξήγηση γιατί δεν προσκομίστηκαν εγκαίρως, οι Καθ’ ων η αίτηση ευλόγως έκριναν ότι δεν πληρείται ούτε η προϋπόθεση της μη υπαιτιότητας του Αιτητή.

 

Κατά συνέπεια, η κρίση της Υπηρεσίας Ασύλου ότι η μεταγενέστερη αίτηση ήταν απαράδεκτη κρίνεται ορθή, καθότι προηγήθηκε συγκριτική εξέταση του αρχικού και του μεταγενέστερου αιτήματος, λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που ο Αιτητής προσκόμισε μετά την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου, και δόθηκε αιτιολογία ως προς το γιατί αυτά δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία που να μεταβάλλουν ουσιωδώς την προηγούμενη κρίση.

 

Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, διαπιστώνω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε κανένα στοιχείο που να αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ώστε να κριθεί απαραίτητο από τους Καθ' ων η αίτηση να προβούν σε περαιτέρω εξέταση του αιτήματός του. Συνεπώς, δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή είναι απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν6(Ι)/2000 ως έχει τροποποιηθεί.

 

Ο ισχυρισμός της συνηγόρου του περί παράλειψης διεξαγωγής δέουσας έρευνας δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται, εφόσον ως διαφαίνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα, ορθά οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη. Κρίνω με το ενώπιον μου υλικό ότι οι Καθ' ων η αίτηση αξιολόγησαν δεόντως όλους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, κατά συνέπεια ορθά απέρριψαν την αίτηση ως απαράδεκτη.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα αλλά και η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση. Δεν προβλήθηκαν και δεν αποδείχθηκαν ισχυρισμοί, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπαγωγή του Αιτητή στις διατάξεις των άρθρων 3 ή 19 του περί Προσφύγων Νόμου και τα όσα προσκόμισε με τη μεταγενέστερη αίτησή του δεν πληρούν τα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε η μεταγενέστερη αίτηση να κριθεί παραδεκτή και η διοίκηση να προβεί σε ουσιαστική εξέτασή της. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Με βάση τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

                                                                             Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 



[1] Προσφυγή υπ’ αριθμό Τ1186/24 ημερομηνίας 21/03/2025


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο