ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: T439/25
19 Ιουνίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J.M.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Γ. Ουστάς (κ.). Δικηγόρος για Αιτητή
Ν. Κουρσάρης (κ) για Ει. Παραδεισιώτη (κα), Δικηγόρος για Καθ’ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 16/09/25, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του για διεθνή προστασία, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 12Βτετράκις, 16Δ(3) (δ), 16Δ(4) (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ο Διοικητικός Φάκελος έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο μαζί με υπόμνημα της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο συνήγορος του Αιτητή προσήλθε στο Δικαστήριο για την ακρόαση της υπόθεσης εγείροντας νομικά ζητήματα για την αρμοδιότητα του λειτουργού που εξέδωσε την επίδικη απόφαση, καθώς και για ελλιπή στοιχεία στον διοικητικό φάκελο. Το Δικαστήριο διέταξε την παρουσία των Καθ’ων η Αίτηση με βάση τον Κανονισμό 3(ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 ως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα ώστε να τοποθετηθούν επί των νομικών ζητημάτων που ήγειρε ο συνήγορος του Αιτητή.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση προσήλθε στο Δικαστήριο προσκομίζοντας στοιχεία σε σχέση με την αρμοδιότητα του λειτουργού που ετοίμασε την εισηγητική έκθεση και το καθεστώς εργοδότησής του, με αποτέλεσμα ο συνήγορος του Αιτητή να αποσύρει τον ισχυρισμό του περί αναρμοδιότητας. Στη συνέχεια, παραπέμποντας σε στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ισχυρίστηκε ότι στην επίδικη απόφαση αναφέρονται στοιχεία άλλου αιτητή που δεν αφορούν τον Αιτητή στην παρούσα προσφυγή και υποστήριξε ότι ενδεχομένως εμφιλοχώρησε πλάνη στην σκέψη των Καθ’ων η Αίτηση. Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι οι Καθ’ων η Αίτηση τελούσαν υπό καθεστώς πλάνης αφού δεν έλαβαν ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης που αφορούσαν την μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή, και συγκεκριμένα την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 2035/23, η οποία αφορούσε την αρχική αίτηση του Αιτητή.
Ο συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση υποστήριξε πως η απόφαση λήφθηκε από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και ότι τα λανθασμένα στοιχεία που αφορούσαν άλλον αιτητή δεν ήταν ουσιώδη για την επίδικη απόφαση και υποστήριξε ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθώς αιτιολογημένη. Όσον δε αφορά την προηγούμενη απόφαση του δικαστηρίου, παραδέχθηκε ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στον διοικητικό φάκελο αλλά εν πάση περιπτώσει η διοίκηση έχει μελετήσει τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή και επί αυτής έχει καταλήξει στην απόφαση που έχει εκδώσει.
Εξετάζοντας τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι κατά την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και όπως καταγράφεται στην έκθεση-εισήγηση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε τα βασικά στοιχεία της διαδικασίας, αναφέροντας και την προσφυγή που υπέβαλε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αίτησης του Αιτητή με αρ. 2035/23. Όσον αφορά την έκβαση της προσφυγής καταγράφεται μόνο ότι η προσφυγή απορρίφθηκε και ως εκ τούτου η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 28/02/23 κατέστη τελική. Καταγράφηκαν επίσης οι ισχυρισμοί του Αιττηή ο οποίος επανέλαβε ότι η μητέρα του δολοφονήθηκε και ότι δεν μπορεί να παραμείνει στην χώρα του, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό («ΛΔΚ») γιατί τον θεωρούν Banyamulenge ενώ ανέφερε ότι λαμβάνουν χώρα πολλά εγκλήματα ακόμα και στη γειτονιά του και ότι ο ίδιος κινδυνεύει γιατί θεωρείται ότι προέρχεται από τη φυλή Banyamulenge.
Ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι τα εν λόγω στοιχεία είχαν προταθεί και κατά την αρχική του αίτηση, εξετάστηκαν κατ’ουσίαν και απορρίφθηκαν. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία που υπέβαλε δεν αποτελούν νέους ισχυρισμούς και στοιχεία. Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του για τα εγκλήματα που λαμβάνουν χώρα στη ΛΔΚ κρίθηκαν γενικόλογοι και επομένως δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Στη βάση των ανωτέρω, εισηγήθηκε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης στη βάση των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου.
Σημειώνεται ότι η εξέταση μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια: το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.[1]
Ως προβλέπεται στο άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ), η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
Το στάδιο του παραδεκτού, ορίζεται περαιτέρω, από τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στα εδάφια (3) (α) και (β) του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου:
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον: -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Εξετάζοντας λοιπόν τα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης σύμφωνα με το Νόμο, διαπιστώνω ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός του συνηγόρου του Αιτητή περί ενδεχόμενης πλάνης των Καθ’ων η Αίτηση, οι οποίοι δεν προέβηκαν σε δέουσα εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή, με αποτέλεσμα η αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης να είναι πλημμελής και πεπλανημένη. Αρχικά, αναφέρω ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης η προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου επί της αρχικής αίτησης του Αιτητή, η οποία ενδεχομένως να τροποποίησε ή διαφοροποίησε τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου στην προηγούμενη απόφαση, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανότητας να ανέτρεψε το εύρημα αναξιοπιστίας του Αιτητή ότι ανήκει στην φυλή Banyamulenge. Προς τούτο λαμβάνω υπόψιν την ευρεία δικαιοδοσία που έχει το Δικαστήριο δυνάμει του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, ως ερμηνεύθηκε και σε σχετική νομολογία του ΔΕΕ και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά απόφαση ΔΕΕ C-585/16, Alheto, ημερομηνίας 25 Ιουλίου 2018 και απόφαση Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην έφεση με αρ. 26/20, Κυπριακή Δημοκρατία (Υπηρεσία Ασύλου) v. Gurdhian Singh, ημερ.10 Σεπτεμβρίου 2024). Ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι τα στοιχεία που παρέθεσε ο Αιτητής δεν ήταν νέα ή ότι δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας. Η έκδοση απόφασης Δικαστηρίου αφορά ουσιώδες στοιχείο του φακέλου το οποίο η διοίκηση όφειλε να συνεκτιμήσει και προς τούτο υιοθετώ το σκεπτικό των αποφάσεων στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος του Αιτητή Skapoullis a.a. v. The Republic (1984) 3 CLR 554 και Iordanou v. The Republic (1967) 3 CLR 245.
Κατά προέκταση, οι πιο πάνω επισημάνσεις θέτουν, εκ των πραγμάτων, εν αμφιβόλω και κατά πόσο η επίδικη απόφαση λήφθηκε υπό δέουσα έρευνα και, εν πάση περιπτώσει, δημιουργούν εύλογη πιθανότητα πλάνης και επομένως ευσταθεί ο ισχυρισμός του συνηγόρου του Αιτητή.
Όσον αφορά την έκταση ελέγχου επί προσφυγών κατά απορριπτικής απόφασης μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτης, παραπέμπω σε σχετικές αποφάσεις του Εφετείου και συγκεκριμένα στην απόφαση ημερομηνίας 30 Οκτωβρίου 2024, αρ. 66/22 Deepak Kumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου και απόφαση ημερομηνίας 18 Μαρτίου 2025,αρ. 149/23 Mamta Rani v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, στις οποίες κρίθηκε ότι το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν έχει δικαιοδοσία για εξέταση ουσίας σε προσφυγή κατά απόφασης με την οποία κρίνεται μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.
Στη βάση των όσων ανέλυσα ανωτέρω, κρίνω πως η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση κηρύσσεται άκυρη και στερημένη οιουδήποτε αποτελέσματος δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18). Επιδικάζονται €700 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62019CJ0921&from=NL
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο