A.K.D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 1000/2025, 21/7/2026
print
Τίτλος:
A.K.D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 1000/2025, 21/7/2026


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                 Υποθ. Αρ.: 1000/2025

21 Ιουλίου  2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

A.K.D. από Σομαλία

Αιτητής

και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Τζόναθαν Μπετίτο (κος),για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Πηνελόπη Βρυωνίδου (κα), για  Μαρίνα Φιλίππου(κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών.  Παρούσα  και  η Ζ. Αγαπίου  (κα) για πιστή μετάφραση από αγγλικά σε ελληνικά και αντιστρόφως.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 20/03/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 26/03/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του νόμου. Περαιτέρω αιτείται νέας εκτελεστής απόφασης του Δικαστηρίου επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Σομαλίας και στις 20/02/2025 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ερ. 3-1 Δ.Φ.).

Την 12/03/2025 πραγματοποιήθηκε η πρωτοβάθμια συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία (ερ. 39-28 του Δ.Φ.).

Την ίδια ημέρα, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή (ερ. 180-160 του Δ.Φ.).

Εν συνεχεία, στις 20/03/2025, ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και την έκδοση απόφασης επιστροφής του Αιτητή στην χώρα καταγωγής του. (ερ. 181 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, στις 26/03/2025,  η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ. 182 Δ.Φ.).

Στη συνέχεια, στις 24/04/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. 

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

O συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού του δικογράφου, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Διά της αγόρευσής του, προώθησε ειδικότερα ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση λήφθηκε  κατά κατάχρηση και/ή καθ’ υπέρβαση εξουσίας και είναι αποτέλεσμα πραγματικής πλάνης και/ή νομικής πλάνης και είναι αντίθετη προς το Νόμο και το Σύνταγμα και ειδικότερα με τους Περί Προσφύγων Νόμους και τις Διεθνείς Συμβάσεις για τους πρόσφυγες που υπόγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία, ότι η απόφαση των Καθ’ ων είναι αντίθετη προς τις παραδεδεγμένες αρχές του Διοικητικού και Δημοσίου Δικαίου και/ή της Νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή τις αρχές του Φυσικού Δικαίου, ότι η απόφαση είναι αναιτιολόγητη και λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα ακρόασης του Αιτητή και ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή/νόμιμη διαδικασία κατά τη διεκπεραίωση της συνέντευξης, την ετοιμασία της έκθεσης/εισήγησης και τη λήψη της απόφασης. Οι ισχυρισμοί που αναφέρθηκαν κατά την αίτηση και γραπτή αγόρευση του Αιτητή αναφορικά με την αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την απόφαση αποσύρθηκαν κατά το στάδιο των διευκρινίσεων. Όσον αφορά τη μη δέουσα έρευνα, ο συνήγορος του Αιτητή σημειώνει ότι ο λειτουργός παραγνώρισε και/ή παρερμήνευσε τις θέσεις και τα όσα ανέφερε ο Αιτητής και δεν έδωσε σημασία στις δηλώσεις του σχετικά με τις διάφορες μορφές βίας στον τόπο διαμονής του Αιτητή, τις διακρίσεις λόγω της φυλής του, και τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει λόγω των εχθροπραξιών που λαμβάνουν χώρα εκεί. Σε απαντητική του αγόρευση, ο Αιτητής προωθεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αυθαίρετα και εσφαλμένα κατέληξαν στο εύρημα περί αναξιοπιστίας/μη συνάφειας στις δηλώσεις του Αιτητή και ότι ο λειτουργός ήταν υποχρεωμένος να κατευθύνει ορθά τον Αιτητή ώστε να αντλήσει από αυτόν όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται για την εξέταση της αίτησής του.

Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή και Γραπτή Αγόρευσή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και ειδικότερα του Περί Προσφύγων Νόμου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι οι λόγοι ακυρώσεως δεν εγείρονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 και πως οι ισχυρισμοί του Αιτητή που προωθούνται στη γραπτή του αγόρευση είναι εσφαλμένοι, ανεδαφικοί και ανυπόστατοι. Περαιτέρω, προβάλλουν πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να τεκμηριώσει βάσιμο λόγο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό το άρθρο 19 του Νόμου. Προς υποστήριξη της θέσης τους οι Καθ' ων η Αίτηση παραθέτουν επιχειρηματολογία που άπτεται της νομιμότητας και της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, απαντώντας και στους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται από την πλευρά του Αιτητή. Όσον αφορά το επίδικο πλαίσιο γεγονότων, η συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση παραπέμπει στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και τα επισυνημμένα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς επίσης και στα όσα περιέχονται στο σχετικό διοικητικό φάκελο. 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση.  Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.  

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημεχίων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η  απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4

Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Η συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του  περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ωστόσο η συνήγορος απέσυρε όλους του νομικούς ισχυρισμού πλην τον ισχυρισμό περί ελλιπούς δέουσας έρευνας.

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και  αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα  όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί  η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. 

Όσο αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα  αυτή είναι  επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).

Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης του, ο Αιτητής, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά του επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση του είναι αληθή.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με τον Αιτητή όλες τις πτυχές των ισχυρισμών του και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω  έρευνας  σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο  Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 20/02/2025, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι στην περιοχή από όπου προέρχεται υπάρχουν θέματα ασφαλείας, ότι αντιμετώπισε διακρίσεις λόγω του ότι προέρχεται από μειονοτική φυλή στη Σομαλία και ήταν δύσκολο για αυτόν να έχει μία ελεύθερη ζωή (ερ. 1 του Δ.Φ.).   

Αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς στη Hargeisa την 21/02/1998, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, άγαμος και ομιλών την γλώσσα σομαλικά, αγγλικά και αραβικά. Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του την 09/02/2025 και έφτασε παράνομα στη Κυπριακή Δημοκρατία την ίδια μέρα, ταξιδεύοντας μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών (ερ. 3-1 του Δ.Φ.).

Κατά την συνέντευξη που διεξήχθη την 12/03/2025 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής επιβεβαίωσε τα στοιχεία του ως δηλώθηκαν κατά την καταγραφή και δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας (ερ. 39-37 του Δ.Φ.). Όσον αφορά στον τόπο συνήθους διαμονής του, δήλωσε ότι γεννήθηκε στην Hargeisa, Wogoyi Galbeed Region, Somaliland και έμεινε εκεί σε διαφορετικές γειτονιές, με εξαίρεση την περίοδο 2018-2020 όταν έμεινε στην Galkayo, Puntland λόγω εργασίας (ερ. 36 του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε ότι ανήκει στη φυλή Gaboye, και σε γενική ερώτηση του λειτουργού για περισσότερες πληροφορίες δήλωσε ότι κάποιες από τις υποφυλές της είναι η Musa Dhariyo και η Dalalawe Caole και ότι όταν ήταν σε νεαρή ηλικία δεν αντιμετώπισε δυσκολίες μεγαλώνοντας, αλλά άρχισε να υφίσταται διακρίσεις όταν άρχισε να εργάζεται (ερ. 36-35 του Δ.Φ.). Αναφορικά με την οικογένειά του, δήλωσε ότι έχει μία μικρότερη αδελφή, η οποία ζει με τη μητέρα του στην ύπαιθρο της Puntland, στο χωριό Ari Cade, ενώ ο πατέρας του, ο οποίος εργαζόταν ως κατασκευαστής παπουτσιών, απεβίωσε το 2016 από φυσικά αίτια, ενώ ανέφερε ότι έχει θείους από την πλευρά του πατέρα του, οι οποίοι στο παρελθόν τον υποστήριξαν οικονομικά (ερ. 34 του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι επί του παρόντος δεν διατηρεί επικοινωνία με τα μέλη της οικογένειάς του (ερ. 34 του Δ.Φ.).  Όσον αφορά το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δημοτικού και ότι ακολούθησε το κορανικό σχολείο (ερ. 33 του Δ.Φ.). Αναφορικά με το επαγγελματικό του υπόβαθρο στη Σομαλία, δήλωσε ότι δούλεψε σε μέσα μαζικής ενημέρωσης για την εταιρεία «Radio Codka Dabada» στην περιοχή Galmudug, Puntland μεταξύ του 2019 και του 2021, και ότι δούλεψε σε εκπομπές σχετικές με δελτία ειδήσεων  (ερ. 33 του Δ.Φ.). Σε σχέση με το ταξίδι του προς τη Δημοκρατία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 08/02/2025 και ταξίδεψε μέσω Αιθιοπίας και Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών, με τη συνδρομή ενός διακινητή, ενώ ένας από τους θείους του τον στήριξε οικονομικά (ερ. 32 του Δ.Φ.).   

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, προέβαλε ότι ο λόγος που έφυγε από τη χώρα του ήταν οι διακρίσεις που υπέστη ως Gaboοye και λόγω της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας (ερ. 32 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τις διακρίσεις που ανέφερε ο Αιτητής, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού, απάντησε ότι υφίστατο εργασιακές διακρίσεις, ότι δεν επιτρεπόταν στη φυλή του να εξασκήσει συγκεκριμένα επαγγέλματα, για παράδειγμα το επάγγελμα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και ότι όταν δούλευε σε αυτό λάμβανε λεκτικές διακρίσεις και ότι δεν του συμπεριφέρονταν σαν ένα κανονικό ανθρώπινο ον (ερ. 31 του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε ότι λόγω των διακρίσεων έπρεπε να διακόψει την εκπαίδευση του και ότι στη Somaliland δεν μπορεί να μείνει παντού, αλλά πρέπει να είναι σε συγκεκριμένες περιοχές (ερ. 30 του Δ.Φ.).  Ερωτηθείς πώς μπόρεσε να εκδώσει διαβατήριο, να λάβει εκπαίδευση και να βρει δουλειά εφόσον άνηκε σε αυτή τη φυλή, η οποία σύμφωνα με πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής αντιμετωπίζει εμπόδια στα πιο πάνω, ο Αιτητής απάντησε ότι έλαβε εκπαίδευση μόνο μέχρι το δημοτικό και ότι η δουλειά που βρήκε ήταν με τη βοήθεια ενός άντρα που γνώρισε στο κουρείο του θείου του (ερ. 30 του Δ.Φ.). Επιπρόσθετα, ο Αιτητής δήλωσε ότι λόγω του ότι αντιμετωπίζει διακρίσεις στην Hargeisa δεν μπορεί να επιστρέψει εκεί, ενώ δεν μπορεί ούτε να πάει σε κάποια άλλη περιοχή, όπως την Puntland, λόγω του πολέμου (ερ. 30 του Δ.Φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ο δεύτερος ότι ο Αιτητής αντιμετώπισε διακρίσεις λόγω της φυλής του, Gaboye, και ο τρίτος αναφορικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας (ερ. 178 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, όσον αφορά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ, τα προσωπικά του στοιχεία, την οικογένεια, εργασία και εκπαίδευσή του και το ταξίδι του και αξιολόγησε ότι ο Αιτητής παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του ετέθησαν αναφορικά με τη Σομαλία ως χώρα καταγωγής του και τις περιοχές διαμονής του σε αυτή, ότι αναφέρθηκε με συνεκτικότητα στη σύσταση της οικογένειάς του και την τρέχουσα της κατάσταση, ότι ανταποκρίθηκε με επάρκεια πληροφοριών σε ερωτήσεις σχετικά με την εκπαίδευσή του και ότι παρέθεσε συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τη φύση της δουλειάς του και των καθηκόντων του (ερ. 176 του Δ.Φ.). Ακολούθως, στην εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, σημείωσε ότι ο Αιτητής είναι κάτοχος πρωτότυπου διαβατηρίου το οποίο επιβεβαιώνει το ονοματεπώνυμό του, την ημερομηνία και την περιοχή γέννησής του και ότι πηγές πληροφόρησης επικυρώνουν τις ονομασίες και την ύπαρξη των όσων ανέφερε ο Αιτητής σχετικά με την περιοχή καταγωγής και διαμονής του (ερ. 176 του Δ.Φ.). Συμπερασματικά, ο λειτουργός έκανε δεχτό τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό αναφορικά με τον τόπο καταγωγής και περιοχή διαμονής του Αιτητή, το οικογενειακό του δίκτυο στη χώρα καταγωγής του και το εκπαιδευτικό και εργασιακό του προφίλ (ερ. 175 του Δ.Φ.).  

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ότι αντιμετώπισε διακρίσεις λόγω του ότι ανήκει στη φυλή Gaboοye, αυτός δεν έγινε αποδεκτός από το λειτουργό, ο οποίος έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του και ότι στις πληροφορίες που έδωσε υπέπεσε σε αντίφαση και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν γνώριζε βασικές πληροφορίες για την εν λόγω φυλή και ότι ο λόγος του ήταν ελλιπής, εφόσον στις ερωτήσεις του λειτουργού στις οποίες ζητήθηκε να αναφέρει περισσότερες πληροφορίες απάντησε ρωτώντας τι είδους πληροφορίες ζητά ο λειτουργός και τι είδους πληροφορίες χρειάζεται να αναφέρει (ερ. 175 του Δ.Φ.). Κρίθηκε ότι η απάντηση του Αιτητή στην κλήση του λειτουργού να αναφέρει οποιαδήποτε πληροφορία γνωρίζει για τη φυλή του, στην οποία ο Αιτητής απάντησε αναφέροντας δύο υποφυλές της φυλής του, δεν ήταν ικανοποιητική και ότι η απάντησή του στην κλήση του λειτουργού να περιγράψει τη ζωή του ως Gaboοye, στην οποία ο Αιτητής ρώτησε το λειτουργό τι εννοούσε, δεν πρόσθετε πληροφορίες. Έκρινε ότι έδωσε την ευκαιρία στον Αιτητή να απαντήσει στην ίδια ερώτηση και αυτός απάντησε χωρίς συνεκτικότητα ότι δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα λόγω της φυλής του μεγαλώνοντας παρά μόνο όταν ξεκίνησε να εργάζεται, όταν αντιμετώπισε διακρίσεις. Στο σημείο αυτό, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής σημειώνοντας ότι η σομαλική κοινωνία είναι οργανωμένη και λειτουργεί βάσει ενός συστήματος με κάστες/φυλές και ότι εύλογα θα αναμένετο από τον Αιτητή να αναφέρει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τη φυλή του και την εμπειρία του (ερ. 175-174 του Δ.Φ.). σ.σ. οι πηγές από τη χώρα καταγωγής που αναφέρονται σε αυτό το σημείο είναι εντός του τμήματος της εκτίμησης της εσωτερικής αξιοπιστίας. Ακολούθως, ο λειτουργός αξιολόγησε ότι παρουσιάστηκε αδυναμία στο λόγο του Αιτητή διότι δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες προκειμένου να τεκμηριώσει τον σχετικό ισχυρισμό του όσον αφορά στις διακρίσεις που υπέστη και ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να ανταποκριθεί με σαφήνεια στις ερωτήσεις του λειτουργός αναφορικά με το λόγο για τον οποίο δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες (ερ. 174 του Δ.Φ.). Σε αυτό το σημείο ο λειτουργός σημειώνει ότι οι πληροφορίες οι οποίες δόθηκαν από τον Αιτητή σε ορισμένα ερωτήματα αντικρούονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και δε συνάδουν, εφόσον ο Αιτητής είχε πρόσβαση στην έκδοση διαβατηρίου χωρίς πρόβλημα ή περιορισμό, ότι είχε πρόσβαση στην εκπαίδευση εφόσον ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς διακρίσεις και εφόσον δεν είχε περιορισμούς στη μετακίνηση (ερ. 173 του Δ.Φ.). Όσον αφορά την εξωτερική του αξιοπιστία, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής σχετικά με τη φυλή Gaboοye στη Σομαλία, σχολιάζοντας ότι οι αναφορές του Αιτητή όσον αφορά την εν λόγω φυλή στερούνται του πλήθους πληροφοριών που σημειώνονται σε εξωτερικές πηγές ενημέρωσης. Επιπρόσθετα, ο λειτουργός επανέλαβε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δε συνάδουν με τις πληροφορίες που προκύπτουν από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, εφόσον αυτός είχε πρόσβαση σε υπηρεσίες για έκδοση διαβατηρίου, δεν αντιμετώπισε περιορισμούς ή προβλήματα στις μετακινήσεις του και αποκαταστάθηκε επαγγελματικά χωρίς να αναφέρει ότι αντιμετώπισε οποιαδήποτε συγκεκριμένη δυσκολία και ότι η ένταση και ο βαθμός διακρίσεων που δέχτηκε δε συνάδει με τα όσα αναφέρουν οι εξωτερικές πηγές ενημέρωσης (ερ. 173-171 του Δ.Φ.). Καταληκτικά, ο λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αντίφαση και έλλειψη επαρκών πληροφοριών και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός (ερ. 171 του Δ.Φ.). Το Δικαστήριο εν προκειμένω παρατηρεί ότι ο Αιτητής ανέφερε ότι αντιμετώπιζε διάκριση στο χώρο εργασίας του καθότι τον θεωρούσαν κατώτερο (ερ. 31-30 του Δ.Φ.), ωστόσο ο ισχυρισμός του  πέραν του ότι ήταν γενικόλογος  ενώ του ζητήθηκε να εξηγήσει περαιτέρω και δεν το έπραξε δεν είναι ικανός να στοιχειοθετήσει δίωξη στη βάση του περί προσφύγων Νόμου . 

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ο οποίος διατυπώθηκε ως «Γενική Κατάσταση ασφαλείας», ο λειτουργός αξιολόγησε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του και ότι όταν κλήθηκε να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τα πιο πάνω γεγονότα υπέπεσε σε αντίφαση και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Συγκεκριμένα, ο λειτουργός σημείωσε ότι παρουσιάστηκε αδυναμία στο αφήγημα του Αιτητή όταν κλήθηκε να επεξηγήσει την κατάσταση ασφαλείας ως λόγο που τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα του, σημειώνοντας ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι αντιμετώπισε διάκριση στην Hargeisa και δεν διευκρίνισε σε ποιο πόλεμο αναφέρεται. Επιπλέον, σημείωσε ότι, κληθείς να εξηγήσει με ποιο τρόπο η γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα του τον επηρέασε, ο Αιτητής παρέμεινε γενικόλογος, δηλώνοντας ότι επικρατεί πόλεμος και κόσμος σκοτώνεται, χωρίς να γίνεται συγκεκριμένος. Επιπρόσθετα, σημείωσε ότι, όταν επισημάνθηκε στον Αιτητή ότι σύμφωνα με πηγές εξωτερικής πληροφόρησης κατά την περίοδο 09/03/2024 και 04/03/2025 στην περιοχή που διέμενε στην Wogoyi Galbeed region, Somaliland, σημειώθηκαν πέντε περιστατικά ασφαλείας τα οποία οδήγησαν σε τρεις θανάτους, αυτός απάντησε χωρίς συνεκτικότητα ότι αναφερόταν στο Puntland (ερ. 171 του Δ.Φ.). Ωστόσο το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στο ερ. 37 του Δ.Φ. της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι υπάρχει πόλεμος μεταξύ της Σομαλίας και της Σομαλιλάνδης. Στο ερ. 34 και ερ. 30 Δ.Φ., ο Αιτητής δήλωσε ότι στην περιοχή Puntland έχει θείους, ο ένας εκ των οποίων διατηρεί κουρείο, ο οποίος τον στήριξε οικονομικά και μέσα του οποίου εξηύρε εργασία. Ο Αιτητής δήλωσε επίσης ότι η μητέρα του και η αδελφή του κατοικούν στην Puntland. Ο Αιτητής δήλωσε στο ερ. 30 Δ.Φ. ότι επειδή αντιμετωπίζει διακρίσεις στην Hargeisa, δεν μπορεί να επιστρέψει εκεί και αν θέλει να επιστρέψει στην περιοχή Puntland στους δικούς του δεν θα μπορεί λόγω του πολέμου.  Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του Αιτητή σε σχέση με την περιοχή Puntland, οι οποίες αναφέρονται στην παρουσία της Al-Shabaab στην περιοχή και την επίδρασή της στην κατάσταση ασφαλείας στις διαφορετικές περιοχές εντός της ζώνης,  και, ακολούθως, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή στη Somaliland, καταλήγωντας στο ότι η περιοχή Hargeisa city, Wogoyi Galbeed region, Somaliland, απολαμβάνει ειρήνη και σταθερότητα και η περιοχή δεν ελέγχεται από την Al-Shabaab, αλλά υπό τον έλεγχο της διοίκησης και των δυνάμεων ασφαλείας της Somaliland (ερ. 169-168 του Δ.Φ.). Καταληκτικά, ο λειτουργός σημείωσε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί πολέμου και γενικότερης κατάστασης ασφαλείας στο Puntland και τη Hargeisa δεν επιβεβαιώνονται από τα όσα προκύπτουν στις εξωτερικές πηγές ενημέρωσης και δεδομένων των ζητημάτων εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας, ο παρών ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός (ερ. 167 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, o αρμόδιoς λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί του τόπου καταγωγής του, των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του. Επί τούτου, παρέθεσε πληροφορίες για τη γενική επικρατούσα κατάσταση στη Σομαλία και για την κατάσταση ασφαλείας στη Hargeisa, Woqooyi Galbeed, Somaliland  region, καταλήγοντας στο ότι δεν υπάρχει στην εν λόγω περιοχή εσωτερική ένοπλη σύρραξη ή αδιάκριτη άσκηση βίας και ότι δεν θεωρείται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα υπάρχει κίνδυνος για τη σωματική του ακεραιότητα λόγω άσκησης αδιάκριτης βίας. Επιπρόσθετα, ο λειτουργός σημείωσε ότι,  αναφορικά με το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για άμαχο πολίτη, ενήλικα άντρα νεαρής ηλικίας, ο οποίος διέμενε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Hargeisa, Woqooyi Galbeed, Somaliland  region και, επομένως, συνάγεται ότι είναι σε θέση να αναγνωρίσει και να αποφύγει τυχόν κινδύνους στην περιοχή. Ο λειτουργός σημείωσε επιπλέον ότι ο Αιτητής είναι άτομο αυτόνομο, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, χωρίς θέματα υγείας ικανά να επηρεάσουν την αποκατάσταση και διαβίωσή του σε περίπτωση επιστροφής του στην περιοχή και ότι δεν προκύπτει κάποιο χαρακτηριστικό από το προφίλ του το οποίο να επηρεάζει τη δυνατότητα και ικανότητά του να εργαστεί, ενώ διαθέτει οικογενειακό δίκτυο στην περιοχή Puntland και φιλικό υποστηρικτικό δίκτυο στην περιοχή της Hargeisa.

Ακολούθως, ο λειτουργός προχώρησε στη νομική ανάλυση, σημειώνοντας ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στη Σομαλία για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 και στο άρθρο 1Α2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α), (β) και (γ), του περί Προσφύγων Νόμου), καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Hargeisa, Woqooyi Galbeed, Somaliland  region θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας, ούτε κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της Hargeisa, Woqooyi Galbeed, Somaliland  region.  

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης. Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη Σομαλία, ο Αιτητής κινδυνεύει να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης (ερ. 161 του Δ.Φ.).

Ως προς την ουσία του αιτήματος για διεθνή προστασία του Αιτητή, κατά τη απαντητική γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορός του παραθέτει πηγές πληροφόρησης από τη χώρα καταγωγής του και προβάλλει ότι στη διοικητική περιφέρεια του Αιτητή εκτυλίσσεται ένοπλη σύρραξη στα πλαίσια της οποίας παρατηρούνται συνθήκες αδιάκριτης βίας και ότι συνεπώς ο Αιτητής δικαιούται καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.

Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που ο Αιτητής έδωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ενώ ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.

Συγκεκριμένα, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή αφού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου.

Σε σχέση με τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ,ορθά και πάλι οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τον  Αιτητή εσωτερικά  αναξιόπιστο και απέρριψαν τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του, καθώς οι πλειονότητα των απαντήσεων του είναι διατυπωμένες με γενικότητα, χωρίς συνέπεια και συνοχή ενώ παράλληλα ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Περαιτέρω οι απαντήσεις του σε ουσιώδη ερωτήματα ορθά δεν έγιναν αποδεκτοί ως ευλογοφανείς γενικοί και αόριστοι, από του Καθ΄ων η αίτηση. Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του  Αιτητή για ύπαρξη διακρίσεων αναφορικά με την  φυλή Gaboοye συντάσσομαι με την ανάλυση του αρμόδιου λειτουργού όπως αυτή καταγράφεται στην έκθεση/εισήγηση ερ.171 - 173 του Δ.Φ. 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ισχυρισμού του Αιτητή ήτοι την γενική κατάσταση ασφαλείας το Δικαστήριο κρίνει ορθή και εμπεριστατωμένη την καταγραφή στην έκθεση εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού στα ερ. 167-170 του Δ.Φ.  Ωστόσο το Δικαστήριο στο πλαίσιο των εξουσιών του  να προβαίνει σε αξιολόγηση, παραπέρα και ex nunc τα ζητήματα που προβάλλονται θα προβεί σε εξέταση των πιο πρόσφατων δεδομένων όσο αφορά την κατάσταση ασφάλειας  στο πλαίσιο του αρ.  19(γ) του περί Προσφύγων Νόμου .   

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία του το μορφωτικό του επίπεδο και γενικότερα το προφίλ του δεν τον εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά  ούτε  κατά την ενώπιον μου διαδικασία. 

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI  ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).

Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v.Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενό/ς αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, αναφέρονται τα ακόλουθα, ως προκύπτουν από έγκυρες πηγές πληροφόρησης: Σύμφωνα με το WARWATCH η κυβέρνηση της Σομαλίας συμμετέχει σε μια μη διεθνή ένοπλη σύγκρουση (Νon-international Armed Conflict - NIAC) στην επικράτειά της εναντίον της Al Shabaab, η οποία έχει υποσχεθεί πίστη στην Al-Qaeda. Η Αφρικανική Μεταβατική Αποστολή στη Σομαλία (The African Transition Mission in Somalia - ATMIS), πρώην Αποστολή της Αφρικανικής Ένωσης στη Σομαλία (African Union Mission in Somalia - ΑMISOM), καθώς και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η Κένυα και η Αιθιοπία, παρέχουν υποστήριξη στη σομαλική κυβέρνηση και, ως εκ τούτου, είναι μέρος της σύγκρουσης κατά της Al Shabaab.[1] Σε έκθεση για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σομαλία κατά το έτος 2023 από την πηγή Amnesty International επιβεβαιώνεται ότι η σύγκρουση μεταξύ της κυβέρνησης και της Al Shabaab συνεχίστηκε και όλα τα μέρη διέπραξαν σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένοντας ατιμώρητα. [2]  Σύμφωνα με έκθεση των Ηνωμένων Εθνών αναφορικά με τη κατάσταση προστασίας στη Σομαλία κατά την περίοδο 15.8.24 έως 15.9.24 οι συγκρούσεις με την Al Shabaab έχουν οδηγήσει σε εκτοπισμό χιλιάδων ανθρώπων, αναφερόμενοι στην σύγκρουση με την Jubaland (με την υποστήριξη της κυβέρνησης) εκτοπίστηκαν εσωτερικά 4.968 άνθρωποι και σε αυτή με τη σομαλική κυβέρνηση 22.187 άτομα.[3]

Αναφορικά με τη φύση, τον σκοπό και τις δραστηριότητες της οργάνωσης Al Shabaab, η έκθεση της «Danish Immigration Service» αναφέρει ότι η οργάνωση στοχεύει στην ανατροπή της υποστηριζόμενης από τη Δύση κυβέρνησης της Σομαλίας και την ίδρυση ενός ισλαμικού κράτους στη Σομαλί, ενώ διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις και ασκεί προπαγανδιστική δραστηριότητα σε ολόκληρη τη Σομαλία και, σε κάποιο βαθμό, στην Κένυα και σε άλλα μέρη της Ανατολικής Αφρικής. Η οργάνωση εκτελεί διάφορους ρόλους και καθήκοντα, όπως λειτουργία δικαστηρίων της Σαρία, συναντήσεις με ηγέτες φυλών και διαχείριση ενός εκτεταμένου φορολογικού συστήματος (zakat) τόσο εντός των ελεγχόμενων από αυτή περιοχών όσο και εντός των ελεγχόμενων από την κυβέρνηση περιοχών.[4] Τα έσοδα που προέρχονται από το σύστημα εισφορών, τους εκβιασμούς, τα σημεία ελέγχου και τη φορολογία επί της ακίνητης περιουσίας διοχετεύονται στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της οργάνωσης. [5] Παρά την απώλεια εδαφών από το 2011 και εξής, η Al Shabaab συνεχίζει να ελέγχει σημαντικά τμήματα της νότιας και κεντρικής Σομαλίας, πραγματοποιεί επιθέσεις σε βάρος αμάχων και στρατιωτικών στόχων, διαθέτει εγκαταστάσεις εκπαίδευσης, διατηρεί εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριοδοτών, ενώ επίσης έχει εισχωρήσει σε αρκετούς κυβερνητικούς θεσμούς και τομείς, όπως η αστυνομία, ο εθνικός στρατός και τα ομοσπονδιακά Υπουργεία.[6]

Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή διαμονής του Αιτητή, τη πόλη Hargeisa, η οποία ανήκει στην επαρχία Wogoyi Galbeed, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι από την 1η Απριλίου 2023, η Αλ-Σαμπάμπ δεν ήλεγχε κανένα έδαφος στην περιοχή Wogoyi Galbeed. Ολόκληρη η περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Χαργκέισα (Hargeysa) και Μπερμπέρα (Berbera), αναφερόταν ότι βρισκόταν υπό τον έλεγχο της «διοίκησης της Σομαλιλάνδης (αποσχιστικής)».[7] Τον Αύγουστο του 2023 αναφέρθηκαν συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων της Σομαλιλάνδης και της πολιτοφυλακής Gacaan Libaah.[8] Τον Αύγουστο του 2024, ένα άτομο φέρεται να σκοτώθηκε σε συγκρούσεις που σχετίζονταν με τις εκλογές μεταξύ μιας φυλετικής πολιτοφυλακής, η οποία «φέρεται να ήταν δυσαρεστημένη με τις εκλογικές διαδικασίες», και των δυνάμεων ασφαλείας στην πόλη Baligubadle.[9]

Μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 21ης Μαρτίου 2025, η ACLED κατέγραψε 14 περιστατικά ασφάλειας στην περιοχή Wogoyi Galbeed, συμπεριλαμβανομένων μαχών, εκρήξεων ή άλλων μορφών εξ αποστάσεως βίας και βίας κατά αμάχων, με συνολικά 22 θανάτους. Σε επίπεδο περιφέρειας (district), η Χαργκέισα κατέγραψε τα περισσότερα περιστατικά ασφάλειας (12 περιστατικά), ακολουθούμενη από τις περιφέρειες Gebiley και Berbera (από 1 περιστατικό η καθεμία).[10]

Μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 16ης Μαρτίου 2025, επτά άτομα εκτοπίστηκαν εκ νέου από την περιοχή Wogoyi Galbeed λόγω σύγκρουσης ή ανασφάλειας, σύμφωνα με το UNHCR PRMN. Όλοι εκτοπίστηκαν εντός της περιφέρειας Χαργκέισα τον Σεπτέμβριο του 2023. Την ίδια περίοδο, 507 άτομα έφτασαν από άλλες περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών Sanaag, Sool και Togdheer. Και τα 507 άτομα εγκαταστάθηκαν στην περιφέρεια Χαργκέισα (μεταξύ αυτών, 210 από το Laas Caanood και 158 από το Burco).[11] Η UNOCHA κατέγραψε 12 περιστατικά παρεμπόδισης ανθρωπιστικής πρόσβασης στην περιοχή Wogoyi Galbeed την περίοδο από τον Απρίλιο έως τον Δεκέμβριο του 2023 και άλλα 19 το 2024.[12]

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 08/05/2026) σημειώθηκαν 22 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) στην επαρχία Woqooyi Galbeed, οδηγώντας σε 21 ανθρώπινες απώλειες.[13] Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι o πληθυσμός της επαρχίας Woqooyi Galbeed σύμφωνα με εκτίμηση του 2019 ανέρχεται σε 1,744,367.[14]

Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του  Αιτητή, ο οποίος είναι υγιής, ικανός προς εργασία, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας,   συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ του Αιτητή δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή του, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα  δέουσας έρευνας  και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

                                   

                                   

                                       Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[2] Αmnesty Ιnternational, "The State of the World's Human Rights; Somalia 2023", 24.4.2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/somalia/report-somalia/, (τελευταία πρόσβαση 22/05/2026).

[3] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees (publishing platform), Global Protection Cluster (author), Somalia, 17.9.2024, https://data.unhcr.org/en/documents/download/111216 , (τελευταία πρόσβαση 22/05/2026).

[4] Denmark, DIS, South and Central Somalia: Security situation, forced recruitment, and conditions for returnees, July 2020, https://www.ecoi.net/en/file/local/2035712/South+and+Central+Somalia++Security+Situation+Forced+Recruitment+and+Conditions+for+Returnees.pdf , σελ. 7, (τελευταία πρόσβαση 22/05/2026).

[5] Germany, BAMF, Country report 71 - Somalia: Fact Finding Mission, July 2024, https://www.bamf.de/SharedDocs/Anlagen/EN/Behoerde/Informationszentrum/Laenderreporte/2024/laenderreport-71-Somalia.pdf?__blob=publicationFile&v=3 , p. 12, (τελευταία πρόσβαση 22/05/2026).

 

[6] Denmark, DIS, South and Central Somalia: Security situation, forced recruitment, and conditions for returnees, July 2020, https://www.ecoi.net/en/file/local/2035712/South+and+Central+Somalia++Security+Situation+Forced+Recruitment+and+Conditions+for+Returnees.pdf , σελ. 7, (τελευταία πρόσβαση 22/05/2026).

[7] EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 139, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (τελευταία πρόσβαση 22/05/2026).

[8] Somali Digest (The), 9 Somaliland soldiers killed in clashes with Garhajis militia, Αύγουστος 2023, διαθέσιμο σε: https://thesomalidigest.com/9-somaliland-soldiers-killed-in-clashes-with-garhajis-militia/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/05/2026)

[9] International Crisis Group, CrisisWatch – Somaliland: April 2023 – March 2025, διαθέσιμο σε: https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location%5B%5D=117&crisis_state=&created=&from_month=1&from_year=2025&to_month=1&to_year=2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/02/2026(τελευταία πρόσβαση 22/05/2026).

 

 

[10] EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 139, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (τελευταία πρόσβαση 22/05/2026).

[11] UNHCR, PRMN Datafile – Somalia, Μάρτιος 2025, διαθέσιμο σε: https://view.officeapps.live.com/op/view.aspx?src=https%3A%2F%2Funhcr.github.io%2Fdataviz-somalia-prmn%2Fdata%2FUNHCR-PRMN-Displacement-Dataset.xlsx&wdOrigin=BROWSELINK (τελευταία πρόσβαση 22/05/2026).

[12]  EUAA, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 141, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (τελευταία πρόσβαση 22/05/2026).

[13] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (τελευταία πρόσβαση 22/05/2026).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο