G.K.K ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.:1020/25, 29/7/2026
print
Τίτλος:
G.K.K ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.:1020/25, 29/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                 Υποθ. Αρ.:1020/25

29 IΟΥΛΙΟΥ 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τάρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

G.K.K

Αιτητής

και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

 

Α. Ιωάννου (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Λ. Βελίκοβα (κα), Δικηγόροι για τους Καθ' ων η αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών. 

Παρούσα και η Ζ. Αγαπίου (κα) για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 25/02/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 28/03/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ)  και στις 29/06/2021 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Την 17/04/2024 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από  αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 09/01/2025 ημερομηνία υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Στις 25/02/2025 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας  την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Στις 28/03/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή  επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί.

Στη συνέχεια, στις 25/04/2025 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού δικογράφου της αίτησης,  προβάλλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα. Κατά τη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας. Ως προς αυτόν το ισχυρισμό, προβάλλει περαιτέρω, ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε σοβαρή παραβίαση ουσιώδους τύπου, λόγω της ατεκμηρίωτης αξιολόγησης του μελλοντοστραφούς κινδύνου, χωρίς οι καθ’ ων να διεξάγουν τεκμηριωμένη έρευνα, ούτε παρέπεμψαν σε αξιόπιστες πηγές. Περαιτέρω, προβάλλει πως η αιτιολογία της διοικητικής πράξης πάσχει από ουσιώδη πλημμέλειες καθώς ο λειτουργός τελεί υπό πλάνη περί τα πράγματα και/ή τα γεγονότα της υπόθεσης. Υποστηρίζει πως η απορριπτική επιστολή ημερομηνίας 28/03/2025 δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι λόγοι απόρριψης, οι οποίοι να απορρέουν ως αποτέλεσμα αξιολόγησης των προσωπικών δεδομένων και ειδικών περιστάσεων του Αιτητή. Ακολούθως, παραθέτει το νομικό πλαίσιο του προσφυγικού καθεστώτος και της συμπληρωματικής προστασίας, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ως προς τη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη ΛΔΚ.

Η συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, με τη Γραπτή της Αγόρευση, αντιτείνει ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση. Προωθεί επιπλέον, ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει ο Αιτητής κατά τη Γραπτή του Αγόρευση δεν εγείρονται σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962.

Προωθεί επιπλέον ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή εξετάστηκαν και αξιολογήθηκαν επισταμένως και ευλόγως ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός και ότι ορθά ο λειτουργός έκρινε πως η περίπτωση του Αιτητή δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις του περί Προσφυγών Νόμου καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να αποδείξει βάσιμους λόγους δίωξης όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 (1) του Περί Προσφύγων Νόμου, ή ότι μπορεί να τύχει του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας όπως προβλέπεται στο άρθρο 19 (2) του ίδιου Νόμου.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως. 

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ.  Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltdv. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

Ο συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του  περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου  χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά  επίσης  ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:

«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.

«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρό­τητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κά­ποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγό­μενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».

Ωστόσο ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Αναφορικά με το ισχυρισμό του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας  έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.

Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το  κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).  

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Εξετάζοντας λοιπόν, την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την αίτησή του για διεθνή προστασία όσο και κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή, επισημαίνω τα κατωτέρω. 

Κατά την υποβολή της αίτησής του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι είναι ενεργός υποστηρικτής της δημοκρατίας, η δέσμευσή του αυτή είχε ορισμένες επιπτώσεις στην προώθηση της δημοκρατίας, γεγονός που έθεσε σε κίνδυνο τόσο τη δική του ασφάλεια όσο και της συζύγου του, ειδικά τώρα που η σύζυγός του είναι έγκυος (ερ. 1 και μετάφραση 21 του Δ.Φ.).

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του δήλωσε ότι τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του είναι η πόλη Kinshasa (ερ. 72-2χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής ομιλεί Kikongo, Lingala και γαλλικά, είναι χριστιανός προτεστάντης, και ανήκει στη φυλή Yaka (ερ. 77-2χ,76-1χ του Δ.Φ.). Όσον αφορά στο εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ως προς το εργασιακό του υπόβαθρο δήλωσε πως από τα έτη 2010-2012 εργαζόταν στη εμπορική εταιρεία JPL και από το έτος 2014 έως το 2021 στη ΜΚΟ, με επωνυμία EIPJ-RDC(Es Pace Inter plate Forme Des Jeunes) (ερ. 76-1χ, 73-2χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής είναι παντρεμένος και πατέρας 2 τέκνων, εκ των οποίων το ένα διαβιεί στη Kinshasa με τους γονείς του και το άλλο στη Δημοκρατία μαζί με τον Αιτητή και τη μητέρα του – σύζυγο του Αιτητή. Η σύζυγος του Αιτητή είναι Αιτήτρια ασύλου. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι γονείς του διαμένουν στη Kinshasa και έχει 8 αδέλφια (ερ. 75,74 του Δ.Φ.).

Κατά την ελεύθερη αφήγηση του, ο Αιτητής, προέβαλε πως ο λόγο που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ήταν μια διαδήλωση εναντίον του Vital Kamerhe, η οποία διεξήχθη μπροστά στον Billy Kambale, τον επικεφαλής του Υπουργείου Νεολαίας στη ΛΔΚ και άμεσο συνεργάτη του Vital Kamerhe. Ο Αιτητής ως ακτιβιστής υπέρ της δημοκρατίας, δεν μπορούσα να δεχθεί πως Vital Kamerhe «έκλεψε τη χώρα» (“stole the country”). O Billy Kambale λόγω της επιρροής του ξεσήκωσε τη νεολαία ενάντια στις διαδηλώσεις τους και έλεγχε κάθε ένωση νέων του Κονγκό. Ο Αιτητής ανέφερε πως διαμαρτύρονταν διότι ήθελαν ο Vital Kamerhe να έρθει αντιμέτωπος με τον νόμο για όσα έπραξε, οπότε ο Billy Kambale χρησιμοποιούσε την εθνική συμβουλευτική νεολαίας για να υποστηρίξει τον Kamerhe στις εκλογές του 2023, ο οποίος ήθελε να γίνει πρόεδρος της χώρας και ο Kambale προσέγγιζε νέους για να τον υποστηρίξουν, δεν ήθελε να θίξουν τη φήμη του, οπότε ξεσήκωσε νέους ενάντια στη διαδήλωσή τους. Προχώρησαν σε μια καθιστική διαδήλωση και σε κάποιες δραστηριότητες και αρχίσαν να αντιμετωπίζουν απειλές. Στις 7 Ιανουαρίου μετέβησαν στην οικία του Αιτητή, ο ίδιος απουσίαζε, συνάντησαν τη σύζυγο του, την χτύπησαν και της έσπασαν ένα δόντι. Λόγω της συγκεκριμένης δράσης εγκατέλειψε τη χώρα διότι η ζωή του κινδύνευε. Πρόσθεσε πως πριν από τους Vital Kamerhe και Billy Kambale, φοβόταν το καθεστώς Kabila, ωστόσο τώρα φοβάται τους Vital Kamerhe και Billy Kambale. Δήλωσε ότι δέχονταν τηλεφωνικές απειλές, στις οποίες του έλεγαν πως εάν συνέχιζε εναντίον του Vital Kamerhe, θα το πλήρωνε με τη ζωή του και πως έχασε φίλους εξαιτίας αυτού του γεγονότος (ερ. 69 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, ο λειτουργός προχώρησε σε ερωτήσεις αναφορικά με τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής. Ως προς το έγγραφο με τίτλο “Societe Civile”(ερ. 48 του Δ.Φ.), ανέφερε πως επρόκειτο να αποφασιστεί ένα άτομο το οποίο θα εκπροσωπούσε τους νέους στο διάλογο που έγινε το έτος 2017 στη CENCO, εκλεχθείς ήταν ο καθηγητής Botula wa Bonsomi. Ως προς το έγγραφο με τίτλο “Status Et Reglement Dorore Interieur”, ανέφερε πως πρόκειται για το καταστατικό του οργανισμού και το όνομα του αναγράφεται στη σελίδα 19 (ερ. 50-49 του Δ.Φ.). Ως προς το έγγραφο με τίτλο “Rapport Financier” (ερ. 52-51 του Δ.Φ.), δήλωσε πως ήταν το πρώτο έργο που έκαναν μέσω της ίδρυσης NED και το όνομα του αναγράφεται στη σελίδα 2. Ο Αιτητής προσκόμισε και δέσμη αντιγράφων φωτογραφιών (ερ. 47-43 του Δ.Φ.). Η φωτογραφία αρ. 1 (η αρίθμηση έγινε από τον αρμόδιο λειτουργό), αφορά την ημέρα που διαδήλωσαν στο Υπουργείο Νεολαίας εναντίον του  Billy Kambale, η φωτογραφία αρ. 2 λήφθηκε στις 19/09/2017, σε διαδήλωση για να υποστηρίξουν τη δημοκρατία, ως ακτιβιστές υπέρ της δημοκρατίας , στο Palais du Peuple. Οι φωτογραφίες αρ. 3, απεικονίζουν τη συνάντηση μεταξύ των διοργανωτών της νεολαίας, με τον Αιτητή να υποδεικνύει το πρόσωπο του, προσθέτοντας πως η συνάντηση εγινε για την ενοποίηση των δυνάμεων τους για να πολεμήσουν τους αντιδημοκράτες και πως απέκτησε τις φωτογραφίες μέσω φίλων. Η φωτογραφία αρ. 4 απεικονίζει τη σύζυγο του, την ημέρα που δέχθηκε επίθεση στην οικία τους, η φωτογραφία αρ. 5 απεικονίζει τον ίδιο, κατά τη διάρκεια συνέντευξης στο radio 50, για να καταγγείλει τις απειλές που δεχόταν, τον Φεβρουάριο του 2021.  Η φωτογραφία 6 απεικονίζει συνάντηση στο Εθνικό Συμβούλιο Νεολαίας, αμέσως μετά τη συνάντηση στο Υπουργείο Νεολαίας και ο στόχος ήταν να διακόψουν την άφιξη του Billy Kambale στη συνάντηση του Εθνικού Συμβουλίου Νεολαίας.

Ακολούθως, υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις για τον πυρήνα του αιτήματος του. Ο Αιτητής ανέφερε πως η ΜΚΟ EIPJ-RDC, όπου εργαζόταν, αποτελεί μια πλατφόρμα οργάνωσης και κινήματος των νέων, ιδρύθηκε στη Κινσάσα, όπου βρίσκεται το κεντρικό γραφείο και επισημοποιήθηκε το 2017, αναφέροντας περαιτέρω πως είναι συνιδρυτής της ΜΚΟ. Στόχος της ΜΚΟ ήταν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, ώστε οι νέοι να έχουν θέση και λόγο στη χώρα, για να υπερασπιστούν τη νεολαία (ερ. 66-1χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς πως συνάντησε τα άτομα αυτά, ανέφερε μέσω του οργανισμού AEAD (Association des etudian amis d' eveloplement), κατά το τελευταίο έτος των σπουδών του, ο καθένας ανήκε σε ένα οργανισμό και ο οργανισμός AEAD ένωσε τους φοιτητές. Ως προς τη θέση του στον οργανισμό EIPJ-RDC, δήλωσε πως ήταν ο γενικός γραμματέας, αναπληρωτής εκπρόσωπος έργων και προγραμμάτων, με καθήκοντα να γράφει το έργο και να οργανώνει δραστηριότητες (ερ. 65-2χ του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τη διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Υπουργείο Νεολαίας, ο Αιτητής δήλωσε πως συνέβη στις 07/01/2021, την ίδια ημέρα που η σύζυγος του δέχθηκε επίθεση στην οικία τους. Ο Αιτητής ανέφερε πως ο ίδιος οργάνωσε τη διαδήλωση και ήταν υπεύθυνος αυτής,  ακολούθως εξέδωσε δελτίο τύπου στο Τύπο και στόχος της διαδήλωσης ήταν να καταπολεμήσουν το «κατεστημένο» (“anti value”), o Billy Kambale προσπαθούσε να χειραγωγήσει τη νεολαία και στράφηκαν εναντίον του για να δείξουν την αντίθεση τους στις πράξεις του Vital Kamerhe (ερ. 65-1χ, 64-1χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής ανέφερε πως συμμετείχε σε διαμαρτυρίες από το 2015(ερ. 65-1χ του Δ.Φ.).

Ερωτηθείς τι συνέβη πριν από τη διαδήλωση και στράφηκαν εναντίον του Billy Kambale, αποκρίθηκε πως πρώτον ήταν η καταδίκη του Vital Kamerhe και δεύτερον ο εκπρόσωπος του ηγέτη της συμβουλευτικής νεολαίας απομακρύνθηκε από την εξουσία μέσω των εκλογών που διοργάνωσαν(ερ. 64-1χ του Δ.Φ.). Ως προς την διοργάνωση της διαδήλωσης, ο Αιτητής δήλωσε πως κινητοποίησαν αρχικά τους νέους να αντιταχθούν στις πράξεις του  Billy Kambale, πήγαιναν σε κάθε οργάνωση για να εκφράσουν τις ιδέες, το όρμα τους, μιλούσαν με τους εκπροσώπους τους και ζητούσαν πέντε άτομα ως εκπροσώπους της κάθε ΜΚΟ, ώστε να είναι ενωμένοι για τη διαδήλωση. Στη διαδήλωση, ο Αιτητής ανέφερε πως παρευρέθηκαν περίπου 100 άτομα, νέοι από πολλές οργανώσεις (ερ. 64 του Δ.Φ.) και πως η ενημέρωση των λεπτομερειών της διαδήλωσης έγινε με την άμεση ενημέρωση των εκπροσώπων των ΜΚΟ (ερ. 64-2χ, 63-1χ του Δ.Φ.).

Ο Αιτητής δήλωσε πως η διαδήλωση ήταν καθιστική, τα αιτήματα ήταν να σταματήσει ο Billy Kambale να χειραγωγεί τους ανθρώπους. Κληθείς να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τη διαδήλωση, ανέφερε πως παρουσιάστηκε η αστυνομία και πως ο νομικός σύμβουλος του Billy Kambale πήγε να τους μιλήσει αλλά αρνήθηκαν. Ο Αιτητής ανέφερε στην αστυνομία, ότι ενημέρωσαν με επιστολή το Υπουργείο και τον Billy Kambale ότι θα προέβαιναν στη διαδήλωση, ο αξιωματικός άφησε μερικούς αστυνομικούς στο σημείο και ακολούθως πήγε ο νομικός σύμβουλος του Kambale, αλλά αρνήθηκαν να του μιλήσουν διότι ήθελαν να μιλήσουν με τον Υπουργό. Η διαδήλωση θα γινόταν από τις 9 έως τις 12 και στο τέλος αυτής συνέταξαν τελικό υπόμνημα και αποχώρησαν (ερ. 63 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με την επίθεση που δέχθηκε η σύζυγος του, ως του ανέφερε η τελευταία, συνέβη γύρω στις 6 το απόγευμα, τέσσερις άνδρες μετέβησαν στην οικία τους αναζητούσαν τον Αιτητή, άρχισαν να τον ψάχνουν στην οικία και όταν δεν τον βρήκαν, άρχισαν να την χτυπούν (ερ. 63-2χ του Δ.Φ.). Ο ίδιος ενημερώθηκε τηλεφωνικώς για το περιστατικό από ένα γείτονα, ο οποίος του δήλωσε πως θα πήγαιναν τη σύζυγο του στο νοσοκομείο. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως η επίθεση έγινε λόγω των δραστηριοτήτων του (ερ. 62-2χ του Δ.Φ.). Κληθείς να διευκρινίσει τον λόγο που έγινε στόχος στη διαδήλωση της 7ης/01/2021, εφόσον ως ισχυρίστηκε συμμετείχε σε διαδηλώσεις από το 2015,  ανέφερε πως συμμετείχε από το 2015 σε δραστηριότητες, παρέχοντας παραδείγματα από συμμετοχή του σε διαδηλώσεις, καθώς και ότι σε μια διαδήλωση κατά του καθεστώτος Kabila, συνελήφθη και φυλακίστηκε, προσθέτοντας πως στη διαδήλωση της 7ης Ιανουαρίου, ο θάνατος ήταν κοντά και πως σε κάθε δραστηριότητα υποστήριζε τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ΜΚΟ της κοινωνίας των πολιτών (ερ. 62 του Δ.Φ.).

Ως προς τις απειλές που ελάμβανε, ισχυρίστηκε πως ήταν ανώνυμες τηλεφωνικές κλήσεις και τον απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν διότι καταστρέφει τη φήμη του Vital Kamerhe, άρχισαν από τις 07/01/2021, δεν μπορεί να μετρήσει πόσες φορές δέχθηκε κλήσεις και συνέχισαν μέχρι τον Μάιο που έφυγε από τη Κινσάσα. Ο Αιτητής δήλωσε πως κατάγγειλε τις απειλητικές κλήσεις σε ορισμένες ΜΚΟ και συγκεκριμένα στην Εθνική Υπηρεσία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ερ. 61-60 του Δ.Φ.).

Ο Αιτητής ανέφερε πως μετά το περιστατικό κρυβόταν, επειδή βρισκόταν σε ανασφάλεια και δεν επέστρεψε στην οικία του. Ερωτηθείς εάν αντιμετώπισε οιονδήποτε θέμα με τις αρχές της χώρας καταγωγής του μετά τη διαδήλωση της 7ης Ιανουαρίου, απάντησε πως όταν ένας υπουργός σου επιτίθεται, σημαίνει πως η κυβέρνηση σου επιτίθεται (ερ. 60-59 του Δ.Φ.).  Ισχυρίστηκε πως και η σύζυγος του, μετά το νοσοκομείο, κρυβόταν στην οικία της μητέρας της και πως φιλικό πρόσωπο της αδελφής της βοήθησε για την οργάνωση του ταξιδιού αναχώρησης τους από τη χώρα (ερ. 59 του Δ.Φ.). Κληθείς να σχολιάσει εάν συνέβη οτιδήποτε σε άλλους κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης, ανέφερε πως τρεις φίλοι του σκοτώθηκαν, ο ένας σε αυτοκινητιστικό, ο άλλος δηλητηριάστηκε. Ερωτηθείς πως γνωρίζει ότι οι θάνατοι τους συνδέονται με τα όσα συνέβησαν στη διαδήλωση, ισχυρίστηκε πως όταν τον απειλούσαν του είπαν θα πεθάνεις όπως οι φίλοι σου (ερ. 58 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, ο λειτουργός προχώρησε σε υποβολή ερωτήσεων αναφορικά με τη σύλληψη του Αιτητή, η οποία συνέβη στις 19/09/2017, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης για τη Παγκόσμια Ημέρα Δημοκρατίας, τους συνέβαλαν και μεταφέρθηκαν στο κέντρο κράτησης της ANR, όπου παρέμειναν για 39 ημέρες, χωρίς δικαστική απόφαση. Πρόσθεσε πως αφέθηκε ελεύθερος στις 27/10/2017, μετά από πίεση που άσκησαν ΜΚΟ (ερ. 58-1χ του Δ.Φ.).

Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, απάντησε ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο, και πως ο Vital Kamerhe απέκτησε εξουσία, μέσω του προέδρου Tshisekedi. Ερωτηθείς για ποιο λόγο μετά από 6 έτη κινδυνεύει από τον Kamerhe, ανέφερε πως ο φίλος του σκοτώθηκε το 2023 και αυτό σημαίνει πως ο κίνδυνος εξακολουθεί να υπάρχει. Ανέφερε πως ο φίλος του δολοφονήθηκε από τους Kuluna  (ερ. 57 του Δ.Φ.).

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως συνέχιζαν να τον αναζητούν στη χώρα του, μέχρι που κατάλαβαν ότι εγκατέλειψε τη χώρα και φίλοι του, με τους οποίους επικοινωνεί, του ανέφεραν ότι εξακολουθούν να τον αναζητούν (ερ. 57 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς πως κατάφερε να αναχωρήσει από τη χώρα με τη χρήση του διαβατηρίου του, εφόσον αναζητείται από τη κυβέρνηση, ισχυρίστηκε πως φορούσε μάσκα και καπέλο στο αεροδρόμιο και πως ένας φίλος - υπάλληλος τον βοήθησε (ερ. 56-55 του Δ.Φ.).

Ο Αιτητής δήλωσε πως η ΜΚΟ EIPJ-RDC, εξακολουθεί να λειτουργεί και πως ο Πρόεδρος Tshisekedi προσπάθησε να διακόψει τη χρηματοδότηση (ερ. 55 του Δ.Φ.). Τέλος, ερωτηθείς εάν μπορεί να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή, αποκρίθηκε πως αυτοί οι άνθρωποι έχουν επιρροή παντού στη χώρα (ερ. 54 του Δ.Φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τη ταυτότητα, χώρα καταγωγής και τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή, ο δεύτερος αφορούσε ότι ο Αιτητής ήταν ακτιβιστής και συνιδρυτής της ΜΚΟ EIPJ-RDC και ο τρίτος αφορούσε τις απειλές που δέχθηκε ο ίδιος και της επίθεσης κατά της συζύγου του λόγω της διαδήλωσης που οργάνωσε εναντίον του πολιτικού Vital Kamerhe.

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ και τα προσωπικά του στοιχεία και εκτίμησε ότι ο Αιτητής απάντησε σε όλα τα σχετικά ερωτήματα με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παρέχει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με αυτό το μέρος του αιτήματός του. Περαιτέρω, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη των όσων ανέφερε ο Αιτητής σχετικά με την περιοχή καταγωγής και διαμονής του. Κατέληξε ότι η εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή συνάδει με την εξωτερική αξιοπιστία και έκανε αποδεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό.

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή και την ιδιότητα του ως ακτιβιστή και συνιδρυτή της ΜΚΟ, ο λειτουργός έκρινε ως συγκεκριμένες, συνεκτικές και επαρκώς λεπτομερείς τις πληροφορίες που παρείχε ο Αιτητής. Περαιτέρω, ο λειτουργός παρέθεσε εξωτερικές πηγές αναφορικά με τον οργανισμό, τη δράση του και κατόπιν αξιολόγησης των εγγράφων και των φωτογραφιών που προσκόμισε ο αιτητής, επισήμανε τη σχετικότητα τους με τον ισχυρισμό και κατέληξε πως εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία πληρούνται, αποδεχόμενος τον ισχυρισμό.

Ως προς το τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τις απειλές που δέχθηκε και την επίθεση εναντίον της συζύγου του λόγω της διοργάνωσης διαδήλωση κατά του πολιτικού Vital Kamerhe, ο λειτουργός έκρινε πως ο Αιτητής δεν παρέθεσε συγκεκριμένες και επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες.

Συγκεκριμένα, ο λειτουργός έκρινε πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να παράσχει επαρκείς πληροφορίες όσον αφορά την περιγραφή της διαδήλωσης της 7ης Ιανουαρίου, την οποία, όπως δήλωσε, οργάνωσε. Οι αναφορές του, ως προς την οργάνωση της διαδήλωσης, κρίθηκαν αόριστες και γενικές, δηλώνοντας ότι κινητοποίησαν νέους για να αντιταχθούν σε ενέργειες του Billy Kambale. Δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τις συγκεκριμένες ενέργειες που έλαβε, δηλώνοντας ότι ζήτησαν από κάθε οργάνωση με την οποία μίλησαν να τους δώσει πέντε εκπροσώπους για τη διαδήλωση. Κληθείς να περιγράψει τι συνέβη στη διαδήλωση ισχυρίστηκε ότι μετέβηκαν στο Υπουργείο Νεολαίας, ήταν καθιστική διαδήλωση, κατά τη διάρκεια εμφανίστηκε η αστυνομία και αφού συνέταξαν τελικό υπόμνημα μέσω του Τύπου, έφυγαν και πως στη συνέχεια η σύζυγός του δέχτηκε επίθεση στην οικία τους, χωρίς να περιγράψει τι ακριβώς έλαβε χώρα στη διαδήλωση.

Ως προς τους συμμετέχοντες αρχικά η απάντηση του δεν ανταποκρίνονταν στο ερώτημα και στη συνέχεια απάντησε γενικά πως ήταν αυτός και νέοι που προέρχονταν από τις οργανώσεις, χωρίς να αναφέρεται σε προφίλ, υπόβαθρο ή σύνδεση των ατόμων που συμμετείχαν στη διαδήλωση με αυτό που αντιπροσώπευε. Επιπλέον, ο λειτουργός επεσήμανε πως οι αναφορές του ως προς τον λόγο της διαδήλωσης ήταν ανεπαρκείς και γενικές, δηλώνοντας την αντίθεση τους προς τον Vital Kamerhe, χωρίς ωστόσο να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τις ενέργειες των συγκεκριμένων πολιτικών. Μη συγκεκριμένες κρίθηκαν οι αναφορές του ως προς τον τρόπο με τον οποίο η EIPJ-RDC δημοσίευσε τη διαδήλωση σχετικά με την κινητοποίηση των νέων, ισχυριζόμενος πως ενημέρωσε απευθείας τους εκπροσώπους των ΜΚΟ για την ημερομηνία, τον τόπο και την ώρα της διαδήλωσης, ενώ κληθείς να εξηγήσει τι έπραξαν ώστε να ενημερωθούν άτομα που δεν ανήκαν σε ΜΚΟ αλλά ενδιαφέρονταν για τη διαδήλωση, έδωσε μια ασυνάρτητη απάντηση ως προς το τι έπραξαν προκειμένου να αποδείξουν ότι η διαδήλωση ήταν νόμιμη.

Ως προς την επίθεση στη σύζυγο του, επισημάνθηκε από τον λειτουργό πως παρόλο που ο Αιτητής δεν αναφέρθηκε σε βίαια περιστατικά κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης, μετά το τέλος αυτής έλαβε ένα τηλεφώνημα με το οποίο ενημερώθηκε ότι η σύζυγός του δέχθηκε επίθεση στην οικία τους. Ο αιτητής θεωρεί πως η επίθεση στη σύζυγο του συνδέεται με τη διαδήλωση, ωστόσο ο λειτουργός καταγράφει πως υπάρχει έλλειψη συνοχής ως προς αυτή την πεποίθηση, καθότι δεν υπήρξε βίαιο περιστατικό κατά τη διαδήλωση, το όνομα του δεν δημοσιεύτηκε προς το Υπουργείο και η αστυνομία ήταν ήδη παρούσα στη διαδήλωση χωρίς να ληφθεί οιονδήποτε μέτρο.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, ο λειτουργός σχετικά με τον πολιτικό Vital Kamerhe, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές, σημείωσε πως συνελήφθη για υπεξαίρεση δημοσίων κεφαλαίων το έτος 2020 και αφέθηκε ελεύθερος τον Δεκέμβριο του 2021.  Περαιτέρω, κατόπιν έρευνας σχετικά με τη διεξαγωγή διαμαρτυριών στη χώρα, ο λειτουργός επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του σχετικά με την παρενόχληση και την παράνομη συμπεριφορά της κυβέρνησης Tshisekedi προς ακτιβιστές κατά την περίοδο που αναφέρει ο Αιτητής, Ιανουάριος 2021. Ως προς τη φωτογραφία αρ. 1, για την οποία δήλωσε πως λήφθηκε την ημέρα της διαδήλωσης, ο λειτουργός, κατόπιν αξιολόγησης, κατέγραψε πως τα στοιχεία που εμφανίζονται στη φωτογραφία δεν μπορούν να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό του,  δεν μπορεί να αποδείξει τον λόγο, τον τόπο ή τον ρόλο του Αιτητή, παρόλο που η φωτογραφία μπορεί να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του, δεν μπορεί να εκληφθεί ως απόδειξη. Λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο τις αόριστες και ασυνάρτητες δηλώσεις, ο λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, στη βάση του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του.

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια των ισχυρισμών που έγιναν δεκτοί, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του και της ιδιότητας του ως ακτιβιστή κα και συνιδρυτή της ΜΚΟ EIPJ-RDC. Παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη κατάσταση που επικρατεί στη ΛΔΚ και συγκεκριμένα στη Kinshasa, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για υγιή ενήλικα άνδρα, με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, χωρίς κάποια ευαλωτότητα, ικανός για εργασία, καταλήγοντας ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι, σε περίπτωση που ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως προς τον δεύτερο αποδεκτό ισχυρισμό, ο λειτουργός επεσήμανε πως λόγω της απόρριψης του τρίτου ισχυρισμού, περί απειλών, δεν μπορεί να υπάρχει σύνδεση μεταξύ της διαπίστωσης κινδύνου του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής στη ΛΔΚ, αποκλειστικά και μόνο με το γεγονός ότι στο παρελθόν εργαζόταν για την εν λόγω ΜΚΟ, τονίζοντας περαιτέρω, ότι εργαζόταν από το 2014 χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε εμπόδιο από τις αρχές καθώς και το γεγονός ότι εγκατέλειψε νόμιμα τη χώρα του, χρησιμοποιώντας το διαβατήριο του, κατέληξε στο ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι, σε περίπτωση που ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον διαπιστώθηκε πως δεν πληρούνται τα αναγκαία υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του φόβου δίωξης, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, κρίθηκε πως δεν συντρέχει κανένας λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, αυτός  κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β). Αναφορικά δε με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στο Άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε έρευνα κατά το στάδιο αξιολόγησης κινδύνου και με βάση την οποία διαπιστώθηκε ότι στη πόλη Κinshasa δεν παρατηρούνται συνθήκες ενόπλων συγκρούσεων. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν  μπόρεσε να θεμελιώσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια του Άρθρου 19 (2) (γ) και συνεπώς το αίτημά του απορρίφθηκε και ως προς την πιθανότητα υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα παρακάτω:

Αρχικά, συντάσσομαι με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση,  περί αξιοπιστίας του Αιτητή  αναφορικά με τον πρώτο και τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του, για τους λόγους που καταγράφονται στην εισηγητική έκθεση, η οποία αποτελεί και την αιτιολογική βάση της επίδικης απόφασης.

Αξιολογώντας τον τρίτο ισχυρισμό του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του παρατηρείται αρχικά ότι οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται ικανοποιητικές. Αφενός, κομβικά σημεία της αφήγησης του διέπονται από ελλείψεις, αφετέρου οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται επαρκείς προς στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών του και αυτές καταγράφονται με σαφήνεια στην έκθεση /εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού. Παρατηρώ πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει τον λόγο που η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο από τους συγκεκριμένους πολιτικούς, το είδος και την προέλευση των κατ' ισχυρισμών απειλών που δέχθηκε.  Το συγκεκριμένο έλλειμα πληροφοριών δε θεωρήθηκε εύλογο, καθώς οι εν λόγω απειλές ήταν η αιτία αποχώρησης του από τη χώρα καταγωγής του και κατά συνέπεια θα ήταν αναμενόμενο να παρείχε περισσότερες πληροφορίες. Επιπλέον, ο Αιτητής αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα καταγωγής του με τη χρήση πρωτότυπο διαβατηρίου. Οι ισχυρισμοί περί χρήσης μάσκας, καπέλο και βοήθειας από υπάλληλο του αεροδρομίου να εξέλθει, πλήττουν περαιτέρω την αξιοπιστία του.

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία, μετά από έρευνα του αρμόδιου λειτουργού, διαπιστώθηκε ότι στη ΛΔΚ, χώρα καταγωγής του Αιτητή, η παρενόχληση και η παράνομη συμπεριφορά της κυβέρνησης προς ακτιβιστές επιβεβαιώνεται, ωστόσο ο ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός λόγω της απουσίας εσωτερικής αξιοπιστίας στα λεγόμενα του Αιτητή.

Έτσι, με βάση την παραπάνω έρευνα διαπιστώνεται από τον λειτουργό ότι η συνέντευξη του Αιτητή χαρακτηρίζεται από ατεκμηρίωτες δηλώσεις του και γενικόλογες απαντήσεις με αποτέλεσμα να μην γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του αυτός. Tα παραπάνω στοιχεία επιβεβαιώθηκαν από πρόσφατη έρευνα του Δικαστηρίου.

Με βάση την τελευταία εμπεριστατωμένη αναφορά του Freedom House, που αφορά το 2023, αν και η ανοιχτή πολιτική διαφωνία συνήθως καταστέλλεται, οι πολίτες της ΛΔΚ εκφράζουν δημόσια τις απόψεις τους για ορισμένα θέματα, συζητούν  ανοιχτά τη συστημική διαφθορά και την ανασφάλεια στις πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωση, με τις αρχές στις περιοχές που βρίσκονται υπό κατάσταση πολιορκίας να καταστέλλουν τη διαφωνία. Επί της ίδιας πηγής, καταγράφεται πως το Σύνταγμα εγγυάται την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, εντούτοις όσοι συμμετέχουν διατρέχουν τον κίνδυνο να συλληφθούν, να υποστούν ξυλοδαρμούς και να πέσουν θύματα θανατηφόρας βίας. Για παράδειγμα, στην Κινσάσα, η αστυνομία συνέλαβε δεκάδες άτομα και τραυμάτισε σοβαρά τουλάχιστον 30 κατά τη διάλυση μιας διαμαρτυρίας της αντιπολίτευσης.[1]

Περαιτέρω πηγή, για το έτος 2025, αναφέρει πως υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων εγκαταλείπουν Βόρειο και Νότιο Kivu  λόγω της δράσης του Μ23 στις συγκεκριμένες περιοχές, ενώ παρατηρήθηκαν από το Μ23 συλλήψεις, ανακρίσεις, εκφοβισμοί, κακομεταχειρίσεις  και σε ορισμένες περιπτώσεις βασανισμοί μελών της κοινωνίας των πολιτών, των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοσιογράφων.[2] Σύμφωνα με πρόσφατη Έκθεση του Human Right Watch, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές αποτέλεσαν στόχο τόσο των αρχών του Κονγκό όσο και του M23 και της Alliance Fleuve Congo (AFC), με τις προαναφερόμενες οργανώσεις να έχουν προβεί σε απειλές, αυθαίρετες κρατήσεις και επιθέσεις σε δημοσιογράφους, επικριτές και ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών στο Βόρειο και Νότιο Kivu.[3]

Συνεπώς, παρά τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που επιβεβαιώνουν τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης και της στοχοποίησης ατόμων που ασκούν έντονη κριτική στην Κυβέρνηση της χώρας, συνάγεται ότι τα άτομα που στοχοποιούνται δραστηριοποιούνται κυρίως στις περιοχές Βόρειου και Νότιου Kivu.  Με βάση τα όσα δηλώθηκαν από τον Αιτητή κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, δεν κατάφερε να θεμελιώσει προσωπική στοχοποίηση, και σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, στη Κινσάσα παρατηρούνται μεμονωμένα περιστατικά και δεν περιλαμβάνεται στις περιοχές, όπου υπάρχει έντονη παρουσία των εν λόγω ομάδων.

Αναφορικά με τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, το Δικαστήριο υιοθετεί τον συλλογισμό και τα ευρήματα της έρευνας τα οποία παρέθεσε ο αρμόδιος λειτουργός. Ορθώς αποδέχθηκε ως σχετικά τα έγγραφα (ερ. 85,84,52,51,47,44 του Δ.Φ.) κατά την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ωστόσο κατά την αξιολόγηση του τρίτου ισχυρισμού, απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης αποδεικτικής αξίας σε συνάρτηση με τις δηλώσεις του (ερ. 121, 120,116 του Δ.Φ.) Περαιτέρω τα οποιαδήποτε έγγραφα απλά ενισχύουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Καθοριστικό της αξιοπιστίας είναι το αφήγημα του Αιτητή κατά την διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και στην παρούσα ορθά κρίθηκε αναξιόπιστος ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό  και μη ικανός να οδηγήσει στην απόδοση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στον Αιτητή.

Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τον λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v.Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλK.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Αναφορικά δε με τη γενική κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm, μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, η ΛΔΚ πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων. Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας.[4]

Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, οι απώλειες αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[5]

Στην ίδια πηγή αναγράφεται πως «Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από δεκατρία εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.».[6]

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Kinshasa, πρωτεύουσα της Λ.Δ.Κ το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της ΛΔΚ, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 03/07/2026), όπου καταγράφηκαν 59 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 48 ανθρώπινες απώλειες.[7]

Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το 2025 εκτιμάται στους 17,778,000 κατοίκους.[8]

Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε η EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, η οποία καλύπτει την χρονική περίοδο Μάρτιος 2024 έως 30 Ιουνίου του 2025,[9] στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Joint Human Rights Office): η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση” και ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[10]

Δεδομένων  των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην Kinshasa  δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο καταγωγής και  συνήθους διαμονής του.

Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Από τα πιο πάνω, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί τέτοιες προϋποθέσεις ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή  στην περιοχή προηγούμενης συνήθους διαμονής του, να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, αφού πρόκειται για άμαχο πολίτη, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στη χώρα καταγωγής της.

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή,  παρατηρώ ότι αυτός είναι υγιής, νεαρός άνδρας, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ικανός προς εργασία, με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Στη βάση των παραπάνω δεν προκύπτει ότι με την επιστροφή του στην Kinshasa, ο Αιτητής θα έλθει αντιμέτωπη με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19 (2) (γ).

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα  δέουσας έρευνας  και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

                                   

                                  

                                        Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1]Freedom House, Freedom in the World 2024: Democratic Republic of the Congo, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024

[Ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026]

[2]Amnesty International, Democratic Republic Of The Congo 2025,  https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026]

[3]Human Rights Watch, World Report 2026, Democratic Republic of Congo, Events of 2025, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/democratic-republic-of-congo [Ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026]

[4] War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/  [Ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026]

[5]War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/  [Ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026]

[6]War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm),  Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period from 1 July 2023 (ongoing) (last updated on 28 January 2026), The Humanitarian Situation, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians [Ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026]

[7]Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 03.07.2026), Explorer | ACLED  [Ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026]

[8]Macrotrends.net, Kinshasa population,2025, https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population [Ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026]

[9] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4 [Ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026]

[10] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2 [Ημερομηνία πρόσβασης 10/07/2026]

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο