ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 1068/25
15 Ιουλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.M.N.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Υπηρεσία Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
..................................................
Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Ζωή Ποντίκη για Χρύσα Ματθαίου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Αντιγόνη Παπαδοπούλου, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 31/3/2025, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 29/6/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημέρα παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»). Διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας από αρμόδιο λειτουργό μετά από σχετική συνέντευξη από την οποία προέκυψε πως είναι «χαμηλό» το επίπεδο πιθανολόγησης κινδύνου για την προσωπική ασφάλεια του αιτητή.
Στις 12/3/2025 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (στο εξής «EUUA»). Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 31/3/2025 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή. Στις 23/4/2025, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο αυθημερόν. Ο αιτητής καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης προβάλλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς τους οποίους απέσυρε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και δήλωσε πως προωθεί την έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και εισηγείται πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί και η επίδικη απόφαση να επικυρωθεί από το Δικαστήριο.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό που προωθείται περί του ότι εσφαλμένα και λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας, ο αιτητής προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή στη χώρα του νιώθει ανασφάλεια. Όπως ισχυρίστηκε στη χώρα του αγαπούσε μία κοπέλα που ήταν πλούσια, ενώ ο ίδιος δεν ήταν πλούσιος και οι γονείς τους δεν επιθυμούσαν τη μεταξύ τους σχέση. Η κοπέλα κυοφορούσε το παιδί του και δεν την υποστήριξαν και έκανε έκτρωση. Παρόλα αυτά η κοπέλα εξακολουθούσε να τον συναντά και όταν το πληροφορήθηκαν οι γονείς της άρχισαν να τον καταδιώκουν για να εξαφανιστεί.
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής επιβεβαίωσε πως έχει καταγωγή από την Λ.Δ.Κ., γεννήθηκε στην κοινότητα Masima της πόλης Κινσάσα, και διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από την χώρα καταγωγής του στην κοινότητα Ngaliema της πόλης Κινσάσα, η οποία αποτελεί τον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του. Όπως ισχυρίστηκε ο αιτητής, αφού ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του, ξεκίνησε να φοιτά σε Πανεπιστήμιο αλλά λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε διέκοψε τις σπουδές του. Πρόσθετα, ανέφερε πως ο πατέρας του απεβίωσε το 2015 και ότι η μητέρα του ζει στην Κινσάσα. Ανέφερε πως έχει δύο αδελφούς και πέντε αδελφές, ότι η μία του αδελφή ζει στην Αγγλία και πως τα υπόλοιπα αδέλφια του ζουν στην Κινσάσα. Προτού αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής τους δήλωσε ότι διέμενε με τη μητέρα του και ανέφερε πως διατηρεί επικοινωνία μαζί της όπως και με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Επιπρόσθετα, δήλωσε πως έχει θείους και θείες στη χώρα του.
Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό επειδή διατηρούσε σχέση με νεαρή μουσουλμάνα, ενώ ο ίδιος ήταν μάρτυρας του Ιεχωβά. Υποστήριξε ότι οι οικογένειές τους δεν αποδέχονταν τη σχέση τους λόγω των διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων. Ανέφερε ότι η σύντροφός του έμεινε έγκυος και προχώρησε σε έκτρωση με τη βοήθεια της θείας της, χωρίς να ενημερωθεί η υπόλοιπη οικογένεια. Δήλωσε ακόμη ότι η οικογένειά του τον προέτρεψε να μην επιστρέψει στην οικία του, ότι ο θείος του τον φυγάδευσε στη Μουάντα και ενώ ετοιμαζόταν να διαφύγει στην Αγκόλα, μέλη της οικογένειας της συντρόφου του τον εντόπισαν, τον ξυλοκόπησαν και τον μαχαίρωσαν στην κοιλιακή χώρα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, διασώθηκε από παρευρισκόμενους πολίτες, μεταφέρθηκε στην κοινότητα Ngaliema, στη συνέχεια σε στρατιωτική βάση και τελικά εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δήλωσε πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του θα τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του ιδίου αλλά και της μητέρας του, η οποία μπαινοβγαίνει στο νοσοκομείο λόγω προβλημάτων που αντιμετωπίζει με την υγεία της. Τέλος, δήλωσε πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του ότι οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την επιστροφή του.
Στη βάση του πιο πάνω αφηγήματος, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε ο αιτητής, διέκρινε στην Έκθεση-Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως ακολούθως: (1) Ταυτότητα, προφίλ, και χώρα καταγωγής του αιτητή, και (2) Ισχυριζόμενος φόβος του αιτητή ότι θα του κάνει κακό η οικογένεια της συντρόφου του. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον πρώτο ισχυρισμό καθώς οι δηλώσεις του αιτητή κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός καθώς ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως οι δήλωσες του αιτητή στερούντο συνέπειας, επάρκειας πληροφοριών και περιγραφικότητας.
Κατά την αξιολόγηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς, σαφείς και πειστικές πληροφορίες σχετικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από αντιφάσεις, ασυνέχεια, αοριστία, έλλειψη ευλογοφάνειας και ανεπαρκή πληροφόρηση. Αναφορικά με τις αντιδράσεις των οικογενειών στη σχέση του, ο αιτητής περιορίστηκε να δηλώσει ότι οι οικογένειες δεν την αποδέχονταν, χωρίς να μπορεί να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά. Παρότι ανέφερε ότι γνώριζε τη σύντροφό του επειδή διέμενε κοντά στην οικία του, δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τη σχέση τους ούτε για το πώς πληροφορήθηκαν οι οικογένειες τη σχέση αυτή.
Ως προς την εγκυμοσύνη και την έκτρωση της συντρόφου του, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς η θεία της πληροφορήθηκε την εγκυμοσύνη, πότε το έμαθε, σε ποιο στάδιο βρισκόταν η κύηση ούτε πότε ενημερώθηκε ο ίδιος. Ανέφερε αόριστα ότι ενημερώθηκε περίπου έναν μήνα αργότερα από τη σύντροφό του. Επιπρόσθετα, ενώ ισχυρίστηκε ότι η έκτρωση πραγματοποιήθηκε κρυφά ώστε να μη λάβει γνώση η οικογένεια, δεν μπόρεσε να εξηγήσει με ποιον τρόπο αυτό κατέστη δυνατό ούτε να αναφέρει πότε και σε ποιο νοσοκομείο πραγματοποιήθηκε η επέμβαση. Επιπλέον, οι δηλώσεις του ήταν αντιφατικές, καθώς αφενός ανέφερε ότι η σύντροφός του τον ενημέρωσε για την εγκυμοσύνη και αφετέρου δήλωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε σχετικά με αυτήν. Σχετικά με τη φυγή του από την οικία του, ισχυρίστηκε ότι ο αδελφός του τον κάλεσε τηλεφωνικά και τον προειδοποίησε να μην επιστρέψει στο σπίτι, αλλά να μεταβεί στη θεία του. Εντούτοις, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβησαν τα γεγονότα, δεν παρείχε σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Δήλωσε επίσης ότι ο θείος του τον μετέφερε αρχικά στην περιοχή Mokali και αργότερα στη Μουάντα, χωρίς όμως να εξηγήσει γιατί η οικογένειά του θεωρούσε ότι κινδύνευε ή πώς γνώριζε τις κινήσεις της οικογένειας της συντρόφου του.
Αναφορικά με το περιστατικό της επίθεσης, ισχυρίστηκε ότι φίλος του τον ενημέρωσε για την έκτρωση και την κατάσταση της υγείας της συντρόφου του, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει πώς ο φίλος αυτός γνώριζε τις πληροφορίες αυτές, αφού η έκτρωση, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε παραμείνει μυστική. Περιγράφοντας την επίθεση, ανέφερε ότι ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για την Αγκόλα συνάντησε την οικογένεια της συντρόφου του, η οποία τον ξυλοκόπησε και τον μαχαίρωσε στη δεξιά πλευρά της κοιλιακής χώρας. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τις συνθήκες της επίθεσης. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί του παρουσίαζαν αντιφάσεις ως προς τον λόγο για τον οποίο οι παρευρισκόμενοι τον βοήθησαν, δεδομένου ότι προηγουμένως είχε αναφέρει πως στην περιοχή δρούσε η συμμορία Kuluna, ενώ αργότερα δήλωσε ότι μέλη της ίδιας συμμορίας τον βοήθησαν επειδή τους παρείχε χρήματα.
Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει γιατί οι δράστες δεν ολοκλήρωσαν την επίθεση, απάντησε ότι αυτό οφειλόταν στο ότι η αστυνομία δεν μπορούσε να προσεγγίσει την περιοχή, απάντηση η οποία δεν εξηγεί πειστικά τον ισχυρισμό του. Δήλωσε ακόμη ότι, παρά το τραύμα από μαχαίρι, ταξίδεψε περίπου δεκατρείς ώρες μέχρι την Κινσάσα, αναφέροντας ότι απλώς χρησιμοποίησε ένα ρούχο για να σταματήσει την αιμορραγία, γεγονός που κρίθηκε ότι στερείται ευλογοφάνειας. Επιπλέον, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις με προηγούμενες δηλώσεις του. Συγκεκριμένα, σε προγενέστερη αξιολόγηση ευαλωτότητας είχε αναφέρει ότι δεχόταν απειλές από τον πατέρα της συντρόφου του, ο οποίος επιθυμούσε να την παντρέψει με εύπορο μουσουλμάνο και είχε αποστείλει άτομα για να τον απειλήσουν. Αντίθετα, κατά τη συνέντευξη όταν του επισημάνθηκε η δήλωση του αυτή ανέφερε πως το συγκεκριμένο περιστατικό αποτέλεσε το πρώτο επεισόδιο απειλής από τον πατέρα της.
Αντίφαση διαπιστώθηκε και ως προς τον λόγο αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του. Στην αρχική αίτηση είχε αναφέρει ότι εγκατέλειψε τη χώρα επειδή η οικογένεια της συντρόφου του δεν αποδεχόταν τη σχέση τους λόγω της οικονομικής του κατάστασης. Κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι ουδέποτε είχε προβάλει τέτοιο ισχυρισμό. Τέλος, ανέφερε ότι πριν εγκαταλείψει τη χώρα διέμενε επί επτά μήνες σε στρατιωτική βάση, χωρίς να μπορεί να περιγράψει οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός ή περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος. Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού κρίθηκε πως δεν τεκμηριώθηκε.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός παραθέτει πληροφορίες για τη χώρας καταγωγής του αιτητή σε σχέση με τη συμμορία Kuluna και καταλήγει πως δεν τεκμηριώνεται η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του. Κρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό πως ο αιτητής δεν ήταν ικανός να παρέχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες, ώστε να τεκμηριώσει τον ισχυριζόμενο φόβο απειλής του από την οικογένεια της συντρόφου του. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή και κατόπιν αξιολόγησης πληροφοριών αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός και ούτως ή άλλως δεν αμφισβητείται.
Ακολούθως, συμφωνώ με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς την αναξιοπιστία του αιτητή αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του. Από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο αιτητής δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μία συνεκτική, επαρκώς συγκεκριμένη και εσωτερικά συνεπή αφήγηση ως προς τα γεγονότα που συνιστούν τον πυρήνα του αιτήματός του. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, του δόθηκαν επανειλημμένα ευκαιρίες να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του, να περιγράψει με περισσότερη λεπτομέρεια τα περιστατικά που επικαλείται και να αποσαφηνίσει ασάφειες ή αντιφάσεις που εντοπίστηκαν από τον λειτουργό. Παρά ταύτα, οι απαντήσεις του παρέμειναν γενικές, αόριστες και σε κρίσιμα σημεία, αντιφατικές.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από έλλειψη επαρκούς περιγραφικότητας και βιωματικών στοιχείων. Η αφήγησή του δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες λεπτομέρειες που ευλόγως θα αναμένονταν από πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι βίωσε προσωπικά τα περιγραφόμενα περιστατικά. Η αδυναμία του να παράσχει τέτοιες πληροφορίες, σε συνδυασμό με τις αντιφάσεις που εντοπίστηκαν, επηρεάζει δυσμενώς την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του, η οποία δεν τεκμηριώνεται.
Λαμβάνω υπόψη μου πως οι δηλώσεις του αιτητή αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού. Στις περιπτώσεις αυτές, η προσωπική αφήγηση του αιτητή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και ως εκ τούτου, απαιτείται να παρουσιάζει τον αναγκαίο βαθμό συνοχής, σαφήνειας και αξιοπιστίας. Στην παρούσα περίπτωση, οι ουσιώδεις αποκλίσεις και η έλλειψη συγκεκριμένων πληροφοριών δεν επιτρέπουν στο να αποδοθεί η απαιτούμενη βαρύτητα στους σχετικούς ισχυρισμούς. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έχει τεκμηριωθεί και ως εκ τούτου, ορθώς δεν έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου στο σύνολό του.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από το άρθρο 18 (5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000), ο αιτητής που επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών του, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αίτημα που υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές.
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με αξιοπιστία και αληθοφάνεια τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς που θα τον ενέτασσαν στον ορισμό του πρόσφυγα προκειμένου να επωφεληθεί των ευεργετημάτων τέτοιου καθεστώτος.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως ο αιτητής είχε αρκετές ευκαιρίες κατά το στάδιο της συνέντευξής του να αναπτύξει με κάθε λεπτομέρεια τον πυρήνα του αιτήματός του και να θεμελιώσει τον ισχυριζόμενο κίνδυνο που αντιμετωπίζει στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής ούτε στην ενώπιον μου διαδικασία που είχε τη δυνατότητα να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του, να διευκρινίσει τις ασυνέπειες και τις ανακρίβειες των δηλώσεών του με το ορθό δικονομικό διάβημα, έθεσε ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο. Κατά συνέπεια, ενόψει των προβαλλόμενων ισχυρισμών δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί στον αιτητή καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Πρόσθετα, από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, έχοντας αποδεχθεί ότι ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του είναι η πρωτεύουσα Kinshasa, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στην εν λόγω τοποθεσία, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στο τόπο διαμονής του αιτητή, όπου και αναμένεται να επιστρέψει, στην Κινσάσα, έκθεση της Cedoca εστιασμένη στην κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, καταγράφει πως κατά το έτος 2024 αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά ασφαλείας, όπως διαδηλώσεις, μια απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τις φυλακές Makala, καθώς και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku, εξαιτίας της σύγκρουσης που εκτυλίσσεται στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, εκτός από τις διαδηλώσεις προς τις δυτικές πρεσβείες, δεν έχουν αναφερθεί μεγάλα περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα[1]. Στις 29 Ιανουαρίου 2025, αγανακτισμένοι διαδηλωτές βανδάλισαν δυτικές πρεσβείες διαμαρτυρόμενοι για την αδράνεια της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην διαμάχη που μαίνεται στην Goma[2].
Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας αναφορικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη ΛΔΚ, η οποία καλύπτει το έτος 2024, αναφέρει ότι «η ένοπλη σύγκρουση στα ανατολικά συνεχίστηκε καθώς οι πολιτικές διαδικασίες είχαν σταματήσει. Σε εθνικό επίπεδο, πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις —μεταξύ άλλων και στην πρωτεύουσα Κινσάσα— σχετικά με τη σύγκρουση ανάμεσα στο Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23), ένοπλη οργάνωση που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Ρουάντα, και τις κυβερνητικές δυνάμεις της ΛΔΚ και τους συμμάχους τους. Οι διαδηλώσεις είχαν επίσης στόχο τη φερόμενη υποστήριξη από δυτικές χώρες, όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ. Η διακοινοτική βία επεκτάθηκε στις επαρχίες Κασάι, Κουάνγκο, Κουίλου, Μάι-Ντόμπε και Τσόπο, προκαλώντας περαιτέρω σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων».[3]
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 6/07/2026) στην Kinshasa, καταγράφηκαν 153 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 52 ανθρώπινες απώλειες.[4] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις [2026] ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 18,552,800 κατοίκους.[5].
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι είναι άνδρας, ενήλικας, υγιής, έχει λάβει στοιχειώδη μόρφωση, πλήρως ικανός προς εργασία και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με ευρύ υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή που περιλαμβάνονται στην Γραπτή του Αγόρευση και αφορούν τα πραγματικά περιστατικά του αιτήματός του δεν διακρίνω ότι παραθέτουν οτιδήποτε για τον πυρήνα του αιτήματος του αιτητή, ούτε διαφοροποιούν ή ενισχύουν τα όσα ήδη έχει αναφέρει ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, διεξήγαγαν τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με βάση λοιπόν, το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με δέουσα προσοχή και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος του αιτητή, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα, υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Republique Democratique du Congo; Situation sécuritaire, 25 February 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_0.pdf σελ.2
[2] Aljazeera, Tyres burned, embassies attacked in DR Congo’s Kinshasa protests, 29/01/2025, https://www.aljazeera.com/gallery/2025/1/29/tyres-burned-embassies-attacked-in-dr-congos-kinshasa-protests
[3] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Democratic Republic of the Congo 2024, 29 April 2025https://www.ecoi.net/en/document/2124713.html
[4] Πλατφόρμα ACLED explorer, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Democratic Republic of Congo, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[5] World Population Review, Kinshasa, DR Congo, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο