ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 1118/23
1 Ιουλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ν.Β.K.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Υπουργού Εσωτερικών,
Υπηρεσία Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
..................................................
Η αιτήτρια παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Γεωργία Καρατσιόλη για Νίκος Α. Λοίζου & Χρίστος Γ. Χριστούδιας, Δικηγόρος για την αιτήτρια
Αντιγόνη Παπαδοπούλου, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 22/03/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 03/12/2020 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 11/01/2021 παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 17/02/2023 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 22/03/2023 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας. Στις 22/03/2023, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Στις 30/03/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα της αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε από την ίδια αυθημερόν. Στις 13/04/2023, η αιτήτρια καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και της παρουσίας φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου η συνήγορος της αιτήτριας απέσυρε όλους τους ισχυρισμούς, που περιλαμβάνονται στην Γραπτή της Αγόρευση και δήλωσε πως προωθεί μόνο το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ορθά και νόμιμα από αρμόδιο όργανο, κατόπιν τήρησης των προβλεπόμενων διαδικασιών και υποστήριξε ότι είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη. Περαιτέρω, επισημαίνει ότι, παρόλο που δεν προβάλλεται συγκεκριμένος ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν πλήρους και δέουσας έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας ελήφθησαν υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, εισηγείται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Η αιτήτρια, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω απειλών κατά της ζωής της ίδιας και της οικογένειας της. Ανέφερε ότι κατάγεται από το Καμερούν, όπου τα τελευταία χρόνια μαίνεται σύγκρουση μεταξύ γαλλόφωνων και αγγλόφωνων πληθυσμών, με τους τελευταίους να εντοπίζονται κυρίως στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας. Δήλωσε ότι η ίδια και η οικογένεια της διαμένουν στο αγγλόφωνο νοτιοδυτικό τμήμα, και συγκεκριμένα στην πόλη Buea. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η μητέρα της είναι αστυνομικός, γεγονός που δεν γίνεται αποδεκτό από μέλη της αγγλόφωνης κοινότητας, ιδίως λόγω της συμμετοχής της σε δημόσιες αντιπαραθέσεις. Πρόσθεσε ότι αρκετοί από τους συμφοιτητές της μητέρας της έχουν σκοτωθεί ή απαχθεί, ενώ και εκείνη υπήρξε θύμα απαγωγής, και για την απελευθέρωση της έπρεπε να καταβάλει χρήματα. Ανέφερε επίσης ότι, οι απειλές επεκτάθηκαν και προς τα παιδιά της, γεγονός που την οδήγησε να αναζητήσει άμεση διέξοδο από τη χώρα. Τέλος, δήλωσε ότι ήρθε στην Κύπρο για προστασία, καθώς η ζωή της βρίσκεται σε κίνδυνο και δεν μπορεί να επιστρέψει, καθώς φοβάται ότι θα τη σκοτώσουν. Επιπρόσθετα, ανέφερε πως η μητέρα της δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στα χρήματα που ζητά το SCNC, το οποίο απειλεί τη ζωή της στο Καμερούν και δεν επιθυμεί να πεθάνει όπως πολλοί άλλοι.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια δήλωσε ότι, μετά τη γέννηση της, μετέβη στη Yaoundé και, σε ηλικία έξι ετών, επέστρεψε στη Buea της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν, όπου και μεγάλωσε. Ανέφερε επίσης ότι κατά την περίοδο 2018-2020 μετέβη εκ νέου στη Yaoundé για σκοπούς σπουδών και ακολούθως επέστρεψε στη Buea, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρηση της από τη χώρα (ερυθρό 30 7x 28 3x 4x 5x του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι είναι Χριστιανή ως προς το θρήσκευμα της και Bamileke ως προς την εθνοτική της καταγωγή (ερυθρό 32 5x του διοικητικού φακέλου). Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι δεν γνώρισε τον πατέρα της, ότι η μητέρα της διαμένει στη Buea και ότι έχει δύο ετεροθαλή αδέλφια στην πόλη Foumban, ενώ ανέφερε ότι με τη μητέρα της διατηρεί καθημερινή επικοινωνία (ερυθρό 29 1x 2x 4x του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την εργασία της μητέρας της, δήλωσε ότι εργάζεται ως αστυνομικός στο γραφείο μετανάστευσης της Buea, όπου ασχολείται με την έκδοση διαβατηρίων και αδειών παραμονής, ενώ ορισμένες φορές μεταβαίνει και σε άλλες πόλεις στο πλαίσιο των καθηκόντων της, για παράδειγμα σε περιπτώσεις διαδηλώσεων (ερυθρό 29 5x 6x 8x του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με το μορφωτικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ξεκίνησε πανεπιστημιακές σπουδές, τις οποίες διέκοψε λόγω των απειλών που δεχόταν η μητέρα της (ερυθρό 29 12x 28 3x 4x 5x του διοικητικού φακέλου). Ως προς την εργασιακή της εμπειρία, ανέφερε ότι δεν έχει εργαστεί και ότι υποστηριζόταν οικονομικά από τη μητέρα της (ερυθρό 28 7x του διοικητικού φακέλου). Όσον αφορά το ταξίδι της προς τη Δημοκρατία, αξίζει να σημειωθεί ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της μέσω του αεροδρομίου της Douala χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, ενώ δήλωσε ότι η μητέρα της είχε αναλάβει την προετοιμασία του ταξιδιού (ερυθρό 28 8x του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια δήλωσε κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησης της, ότι τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2017, επισημαίνοντας ότι δεν θυμάται τις ακριβείς ημερομηνίες των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε. Όπως δήλωσε η μητέρα της είναι γαλλόφωνη αστυνομικός και είχε στοχοποιηθεί, καθώς διέμεναν σε αγγλόφωνες περιοχές, με αποτέλεσμα να διατρέχει καθημερινά κίνδυνο. Ανέφερε ότι, από την έναρξη της σύγκρουσης, η μητέρα της είχε μεταφερθεί στις εν λόγω περιοχές με σκοπό την αποκατάσταση της τάξης. Διευκρίνισε πως παρόλο που συνήθως οι γυναίκες δεν αποστέλλονται σε επικίνδυνες συγκρούσεις, η μητέρα της βρισκόταν εκεί με ρόλο ενημέρωσης του διοικητή σε σχέση με την κατάσταση. Ακολούθως, δήλωσε ότι οι Ambazonia είχαν αναγγείλει ότι θα βλάψουν όσους συμμετέχουν στις εν λόγω επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της μητέρας της, καθώς γνώριζαν από άλλους αστυνομικούς ότι είναι γαλλόφωνη. Ανέφερε ότι λάμβανε απειλές σε καθημερινή βάση από το 2017 μέχρι και πρόσφατα, μεταξύ των οποίων και απειλές απαγωγής.
Επιπρόσθετα, ανέφερε πως οι Ambazonia σκότωσαν μία γαλλόφωνη φίλη της μητέρας της, ενώ η ίδια η μητέρα της συνεχίζει να μεταβαίνει στην εργασία της καθημερινά, παρά τον κίνδυνο, χωρίς να της έχει συμβεί οτιδήποτε. Επιπλέον, ανέφερε ότι, όταν μετέβη στη Yaoundé για σπουδές, αστυνομικός φίλος της μητέρας της γνώριζε την παρουσία της εκεί, παρά το γεγονός ότι η μητέρα της επιθυμούσε να το κρατήσει κρυφό, γεγονός που την έκανε να συνειδητοποιήσει πόσο εύκολα διαδίδονται οι πληροφορίες και ότι οι Ambazonia θα μπορούσαν εύκολα να την εντοπίσουν. Ανέφερε ότι, λόγω του φόβου της μητέρας της για απαγωγές από τους Ambazonia και δεδομένου ότι τα ετεροθαλή αδέλφια της διέμεναν σε ασφαλέστερη περιοχή, η μητέρα της προετοίμασε τα πάντα προκειμένου να εγκαταλείψει τη χώρα και να είναι ασφαλής. Εν κατακλείδι, ανέφερε ότι δεν της έχει συμβεί κάτι προσωπικά, αλλά όλα αυτά τα γεγονότα την έχουν επηρεάσει και τραυματίσει (ερυθρό 27 1x του διοικητικού φακέλου).
Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων, δόθηκε στην αιτήτρια η ευκαιρία, μέσω πρόσθετων ερωτήσεων, να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της, ενώ της τέθηκαν ερωτήσεις και ως προς τις διαπιστωθείσες διαφοροποιήσεις στα λεγόμενα της σε σχέση με τα αναφερθέντα στην αίτηση καταγραφής. Ερωτηθείσα ως προς τη διαφοροποίηση ότι στην αίτηση καταγραφής ανέφερε απαγωγή της μητέρας της, ενώ κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης αναφέρθηκε μόνο σε απειλές, απάντησε ότι η μητέρα της δεν απήχθη και ότι η ίδια κατέγραψε το εν λόγω περιστατικό, θεωρώντας ότι θα τη βοηθούσε να λάβει προστασία στην Κύπρο, καθώς δεν επιθυμεί να επιστρέψει στο Καμερούν (ερυθρό 26 1x του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, όταν ρωτήθηκε σχετικά με τις απειλές από το SCNC που ανέφερε στην αίτηση καταγραφής ότι έλαβε η ίδια, χωρίς να κάνει σχετική αναφορά κατά την προσωπική συνέντευξη, απάντησε ότι απειλές δεχόταν μόνο η μητέρα της, οι οποίες, ωστόσο, αφορούσαν και την ίδια, χωρίς η ίδια να έχει απειληθεί ευθέως (ερυθρό 26 2x του διοικητικού φακέλου). Σχετικά με τη δυνατότητα εγκατάστασης της σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της, ανέφερε ότι το επιχείρησε, μεταβαίνοντας στη Yaoundé, πλην όμως οι πληροφορίες σχετικά με την παρουσία της εκεί διαδόθηκαν, γεγονός που της προκάλεσε φόβο και την οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα (ερυθρό 26 4x του διοικητικού φακέλου).
Μετά το πέρας της συνέντευξης, η αιτήτρια προσκόμισε τα κάτωθι έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών της: α) βεβαίωση του Υπουργείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στην οποία αναφέρεται ότι η αιτήτρια επέτυχε στις εξετάσεις του Beau Moliko Lycée Bilingue, συνοδευόμενη από δελτίο αποτελεσμάτων και απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ερυθρά 44-42 του διοικητικού φακέλου), β) πιστοποιητικό υπηρεσιακής κατάστασης ημερομηνίας 17/02/2023, στο οποίο αναφέρεται ότι η Tchameni Angeline τοποθετήθηκε στο τμήμα μετανάστευσης της Buea, στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια (ερυθρά 48-47 του διοικητικού φακέλου), γ) έγγραφο ημερομηνίας 23/03/2022 σχετικά με αποδοχές και κρατήσεις της Tchameni Angeline ως αστυνομικού (ερυθρά 46-45 του διοικητικού φακέλου), και δ) δύο φωτογραφίες που απεικονίζουν, αφενός, μία γυναίκα με στολή και, αφετέρου, ομάδα ατόμων με στολή (ερυθρό 50-49 του διοικητικού φακέλου).
Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της αιτήτριας κατά τη συνέντευξή της, διέκρινε στην έκθεση-εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς που αφορούν 1) τα προσωπικά της στοιχεία και 2) τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής της, λόγω του ότι η μητέρα της είναι γαλλόφωνη αστυνομικός και φέρεται να δέχεται απειλές από τους Ambazonia.
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ της, καθότι έκρινε ότι οι απαντήσεις της ήταν ικανοποιητικές και επιβεβαιώνονται τόσο από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όσο και από τα σχετικά έγγραφα που προσκόμισε.
Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, τον φόβο δίωξης σε σχέση με τις απειλές που φέρεται να δέχεται η μητέρα της από τους Ambazonia λόγω της ιδιότητας της ως γαλλόφωνης αστυνομικού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας ήταν αντιφατικές και δεν περιείχαν επαρκείς και λεπτομερείς πληροφορίες. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έκρινε ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει προσωπική δίωξη, καθότι δεν της είχε συμβεί οποιοδήποτε περιστατικό σε προσωπικό επίπεδο. Επιπλέον, επισημάνθηκε ότι η μητέρα της εξακολουθεί να διαμένει και να εργάζεται στη Buea, στοιχείο που κρίθηκε ασυνεπές και μη ευλογοφανές, δεδομένου ότι θα αναμενόταν να έχει εγκαταλείψει τη χώρα προς διασφάλιση της προσωπικής της ασφάλειας. Ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας παρουσίαζαν αντιφάσεις σε σύγκριση με την αίτηση καταγραφής, ιδίως ως προς τον ισχυρισμό περί απαγωγής της μητέρας της, ενώ η εξήγηση που παρείχε δεν κρίθηκε ικανοποιητική, με την εν λόγω αντίφαση να θεωρείται κομβική ως προς τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης. Παρομοίως, αντιφατικές κρίθηκαν και οι δηλώσεις της αναφορικά με απειλές που φέρεται να δέχθηκε σε προσωπικό επίπεδο, όπως αυτές αναφέρθηκαν στην αίτηση καταγραφής, αντίφαση η οποία κρίθηκε ότι πλήττει την αξιοπιστία των δηλώσεων της. Καταληκτικά, ο λειτουργός έκρινε ότι από τις δηλώσεις της αιτήτριας απουσιάζει το προσωπικό στοιχείο που να δικαιολογεί την απόφαση της να εγκαταλείψει τη χώρα.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος της, ενώ τυχόν έγγραφα αναφορικά με την ιδιότητα της μητέρας της ως αστυνομικού έχουν επικουρικό χαρακτήρα και δεν δύνανται να τεκμηριώσουν τη σύνδεση της αιτήτριας με το εν λόγω αναφερόμενο και απεικονιζόμενο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της αιτήτριας. Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ως τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας την πόλη Buea της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν. Ακολούθως, ο λειτουργός έλαβε υπόψη την κατάσταση ασφάλειας στην εν λόγω περιοχή, στη βάση διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, ενδέχεται να υποστεί σοβαρή βλάβη λόγω της κατάστασης ασφάλειας στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν.
Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο λειτουργός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τους ισχυρισμούς της αιτήτριας δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, όπως προνοείται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000. Περαιτέρω, εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ο λειτουργός κατέληξε ότι στις αγγλόφωνες περιοχές στις οποίες διέμενε η αιτήτρια παρατηρείται κατάσταση ανασφάλειας, χωρίς ωστόσο, η απλή παρουσία στην περιοχή να δημιουργεί κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής. Στη συνέχεια, εφαρμόζοντας την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji, ο λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της αιτήτριας ως άμαχης, ενήλικης, μορφωμένης γυναίκας, χωρίς προβλήματα υγείας και ενόψει της ύπαρξης συγγενικών προσώπων στη χώρα καταγωγής της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετούνται εύλογοι λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι θα υποστεί οποιαδήποτε μορφή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι η αιτήτρια δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς, το αίτημα της δεν έγινε αποδεκτό στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργό, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό της, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ. Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημα της αιτήτριας, πως δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό της με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός της.
Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου διαφαίνεται πως όταν η αιτήτρια κλήθηκε να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε προσωπική απειλή αλλά και με το γεγονός ότι η μητέρα της διαμένει ακόμα στη χώρα καταγωγής της, η ίδια αρκέστηκε σε γενικόλογες αναφορές, οι οποίες δεν είναι ικανές να τεκμηριώσουν τον ουσιώδη ισχυρισμό της. Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, έδωσε τη δυνατότητα στην αιτήτρια να περιγράψει τον κίνδυνο στον οποίο θα τεθεί η ίδια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, αλλά η αιτήτρια προβαίνοντας σε γενικές και αόριστες αναφορές δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει κάτι τέτοιο.
Στο αφήγημα της αιτήτριας παρουσιάζονται ελλείψεις όσον αφορά την συνοχή των γεγονότων καθώς επίσης και ελλείψεις πληροφοριών που στοιχειοθετούν και τεκμηριώνουν τα λεγόμενα και τους ισχυρισμούς της και δεν κατάφερε να τεκμηριώσει φόβο δίωξης, ούτε κατάφερε να τεκμηριώσει την ιδιότητα τη μητέρας της εξαιτίας της οποίας ισχυρίζεται ότι απειλείται. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της δεν τεκμηριώθηκε.
Σε σχέση με τα έγγραφα που προσκομίστηκαν θα πρέπει να αναφερθεί πως η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει την αξιοπιστία τους. Θα πρέπει να αναφερθεί πως ακόμα και να αποδεχόμουν τα έγγραφα αυτά ως έγκυρα θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι η αιτήτρια κινδυνεύει λόγω της ιδιότητας της ως θυγατέρας αστυνομικού, κίνδυνος ο οποίος ούτως ή άλλως δεν τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Να προστεθεί στα στοιχεία αυτά ότι η μητέρα της αιτήτριας ζει στο Καμερούν χωρίς να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα. Επομένως, δεν έχει υποδειχθεί με πιο τρόπο θα κινδύνευε η αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια κρίνω πως τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και αξιολογήθηκαν από το αρμόδιο όργανο δεν θα μπορούσαν να αλλάξουν την εικόνα που δημιουργήθηκε αλλά και το αποτέλεσμα του αφηγήματός της.
Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού της, διεξήγαγα έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της αιτήτρια περί στοχοποίησης της μητέρας της από τους Ambazonian ως γαλλόφωνης αστυνομικού, Σύμφωνα με ερώτημα COI που ετοίμασε η EUAA και δημοσιεύτηκε στις 9 Ιανουαρίου 2024, δεν βρέθηκαν πληροφορίες σχετικά με τη μεταχείριση πρώην μελών των ενόπλων δυνάμεων του Καμερούν και των συγγενών τους από αυτονομιστές στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές (αγγλόφωνες) περιοχές μεταξύ των πηγών που συμβουλεύτηκε η EUAA. Ωστόσο, η ως άνω έκθεση συνέλεξε τις πιο κάτω σχετικές πληροφορίες[1]: μια έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην αγγλόφωνη βορειοδυτική περιοχή του Καμερούν που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2023 ανέφερε ότι ένοπλοι αυτονομιστές «ήταν υπεύθυνοι για πολλά εγκλήματα κατά του πληθυσμού στην αγγλόφωνη περιοχή, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, απαγωγών, βασανιστηρίων και καταστροφής σπιτιών. Στοχοποιούν άτομα που θεωρούνται ύποπτα για συνεργασία με τις δυνάμεις άμυνας και ασφάλειας […]».[2]
Στην ίδια έκθεση προστίθεται ότι στη βορειοδυτική περιοχή, αυτονομιστές σκότωσαν, απήγαγαν και έκαψαν σπίτια ανθρώπων που θεωρούνταν ότι συνεργάζονταν με τις αρχές και τις στρατιωτικές δυνάμεις.[3] Ομοίως, η εφημερίδα African Observer ανέφερε τον Μάιο του 2023 ότι «ένοπλες ομάδες κατηγορούνται συχνά για απαγωγή, δολοφονία ή τραυματισμό αμάχων τους οποίους κατηγορούν ότι συνεργάζονται με τις αρχές του Καμερούν».[4] Από τις πηγές πληροφόρησης διαφαίνεται πως στοχοποιούνται άτομα που διαφαίνεται ότι συνεργάζονται με τις αρχές αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός της αιτήτριας και να οδηγήσει στην παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ούτως ή άλλως η αιτήτρια δεν απέδειξε ότι έχει η ίδια προσωπικά στοχοποιηθεί λόγω της ιδιότητας της μητέρας της. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει ότι η αιτήτρια είχε στοχοποιηθεί προσωπικά είτε για λόγο που αφορά την ίδια είτε για λόγο που αφορά τη μητέρα της ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς της. Επομένως, ενόψει του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε ούτε η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδης ισχυρισμού, αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός στο σύνολό του.
Θα πρέπει να επισημανθεί πως η αιτήτρια στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός της, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός της, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που η ίδια ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά η αιτήτρια σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα της αιτήτριας δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε η αιτήτρια δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης της αιτήτριας να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι η αιτήτρια έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή συνήθους διαμονής της αιτήτριας στη Buea, της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, εξωτερική πηγή πληροφόρησης αναφέρει ότι, στις περιοχές Northwest και Southwest, ευρέως γνωστές ως οι Αγγλόφωνες περιοχές, οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών μαχητών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αυτονομιστές επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος.[5] Άλλη πηγή αναφέρει ότι η κατάσταση στις περιοχές North-West και South-West (NWSW) παραμένει δραματική, με πολλαπλά περιστατικά βίας που στοχεύουν άμεσα αμάχους και οδηγούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε εκτοπισμούς. Στις 11 Μαρτίου, περισσότεροι από 710 άνθρωποι εγκατέλειψαν προσωρινά τα σπίτια τους στο χωριό Owe στη SW, αναζητώντας καταφύγιο σε κοντινούς θάμνους και χωριά, έπειτα από συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAGs) και κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSFs).
Σύμφωνα με επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης, η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε ευμετάβλητη, ασταθής και εχθρική ως προς την άσκηση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, λόγω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης που επηρεάζει πληθυσμούς στις περιοχές Far North, Northwest και Southwest του Καμερούν. Ο αντίκτυπος της σύγκρουσης και των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου παρέμεινε αμετάβλητος κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών, χωρίς ουσιαστικές βελτιώσεις όσον αφορά την προστασία των αμάχων, την ασφάλεια ή την πρόσβαση σε υπηρεσίες. Κατά την πιο πρόσφατη περίοδο, οι συνθήκες επιδεινώθηκαν. […] Οι άνδρες και τα αγόρια, από την άλλη πλευρά, υφίστανται παραβιάσεις της σωματικής τους ακεραιότητας, συμπεριλαμβανομένων παράνομων συλλήψεων και αυθαίρετων κρατήσεων, ιδίως στις περιοχές Northwest και Southwest.[6]
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED για την πληρότητα της έρευνας κατά το προηγούμενο έτος (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/06/2026) σημειώθηκαν 1,354 περιστατικά στην Νοτιοδυτική περιφέρεια, οδηγώντας σε 681 ανθρώπινες απώλειες.[7] Να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας το 2025 ανερχόταν σε 2,098,500 κατοίκους.[8]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, λαμβάνω υπόψη μου ότι η κατάσταση στο Καμερούν είναι ιδιαίτερα δυσχερής, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της, όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, παρατηρώ ότι αυτή είναι ενήλικας, υγιής, πλήρως ικανή προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Η αιτητρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων της αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας των στοιχείων που σχετίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση και έλλειψης αιτιολογίας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Cameroon; Treatment of former members of Cameroon’s armed forces, including of the Gendarmerie Nationale, and of their relatives by separatists in Northwest and Southwest (Anglophone) regions [Q75-2023], Ιανουάριος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.google.com/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=&ved=2ahUKEwis3JXl7d2TAxVIV0EAHfbPH78QFnoECBYQAQ&url=https%3A%2F%2Flifos.migrationsverket.se%2Fdokument%3FdocumentAttachmentId%3D50137&usg=AOvVaw3aDF5rpSNk5fJsKEcE5uS6&opi=89978449
[2] Amnesty International, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, Ιούλιος 2023, σελ. 24, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/6838/2023/en/
[3] Amnesty International, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, Ιούλιος 2023, σελ. 56, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/documents/afr17/6838/2023/en/
[4] African Observer (The), 30 women freed after abduction by separatists in Cameroon’s Anglophone Region, Μάιος 2023, διαθέσιμο σε: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_01_EUAA_COI_Query_Response_Q75_Cameroon_Treatment_of_former_members_of_armed_forces.pdf
[5] GCR2P, Cameroon – Population at risk, Νοέμβριος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/; ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, Σεπτέμβριος 2024, σελ. 10, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf
[6] GPC – Global Protection Cluster, Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος, σελ. 2, 9, 10, διαθέσιμο σε: https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-04/pau25_protection_analysis_update_cameroon_march2025_final.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 06/04/2026)
[7] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 06/04/2026)
[8] City Population, Cameroon, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 06/04/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο