ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 1190/2025
27 Ιουλίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.E.C.Z. (ARC XXXXXXXXXX), (FXX-XXXXXXR) από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και τώρα στην Αγία Νάπα
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Μ. Σπαστρής (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Έλενα Ιωάννου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 17/03/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε την 24/04/2025 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας (προσφυγικό καθεστώς και καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας), ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης περί των πραγματικών γεγονότων και κακής εφαρμογής του νόμου και/ή ερμηνείας του νόμου και/ή η απόφαση είναι πλήρως αναιτιολόγητη.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ) και στις 16/05/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ερ. 4 – 1 και η μετάφραση 12 – 13 του Δ.Φ.). Στις 02/01/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία (ερ. 41 – 57 Δ.Φ.). Στη συνέχεια και δη στις 01/03/2025, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή (ερ. 103 – 115 του Δ.Φ.). Στις 17/03/2025 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή (ερ. 116 του Δ.Φ.). Ακολούθως, στις 24/04/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε αυθημερόν και ιδιοχείρως από τον ίδιο, ενώ το περιεχόμενο της απόφασης και της αιτιολόγησης τής επεξηγήθηκε σε γλώσσα που κατανοεί. (ερ. 118 του Δ.Φ.). Στη συνέχεια, στις 14/05/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.) μέσω του συνηγόρου του, προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, προβάλλει πλείονες λόγους ακύρωσης (27 λόγοι ακύρωσης) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται δια της Γραπτής Αγόρευσης.
Ειδικότερα, δια της γραπτής αγόρευσης, η συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη ελήφθη με ανεπαρκή αιτιολογία, χωρίς να έχει προηγηθεί δέουσα έρευνα και χωρίς να ληφθούν υπόψιν όλα τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Αποτελεί επιπλέον θέση του Αιτητή πως η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας, καθώς αντίκειται στις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου παραθέτοντας τα άρθρα 48 και 17 του περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999 και καταλήγοντας πως συνίσταται αναρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση.
Εν συνεχεία, κατά τη δικάσιμο ημερ. το Δικαστήριο έδωσε άδεια να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η γραπτή αγόρευση του Αιτητή παρά το γεγονός ότι δεν ακολουθήθηκαν οι ρητές οδηγίες το Δικαστηρίου περί τούτου και ακόλουθα ο συνήγορος του Αιτητή απέσυρε τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του προσώπου που εξέδωσε την επίδικη απόφαση και υιοθέτησε τους λοιπούς. Μετέπειτα, κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων στις 04/02/2026, ο συνήγορος του Αιτητή ισχυρίστηκε πως η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση έχει αποκρύψει το έντυπο εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών ημερ. 07/03/2023 επιχειρώντας έτι να επαναφέρει το ζήτημα της αναρμοδιότητας, ωστόσο το Δικαστήριο, αφού άκουσε τις θέσεις και των δύο διαδίκων και λαμβάνοντας υπ’ όψιν του τα στοιχεία που έχει ενώπιον του, αλλά και το γεγονός ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είχε αποσυρθεί σε προηγούμενη δικάσιμο, έκρινε πως όσα έχει ενώπιον του είναι ικανοποιητικά για να προχωρήσει στην έκδοση της τελικής απόφασης.
Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων, των Κανονισμών και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, μετά από επαρκή και/ή δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη.
Ακολούθως, στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ' ων η αίτηση επαναλαμβάνουν την θέση που ανέφεραν κατά την Ένστασή τους περί ορθότητας και νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης και αντικρούουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του Αιτητή. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι οι λόγοι ακυρώσεως δεν εγείρονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 και πως η ανάπτυξη των νομικών ισχυρισμών δεν ακολουθεί τον Κανονισμό 6 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, καθώς δεν εξειδικεύονται ρητώς, εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα δια της αγορεύσεως. Περαιτέρω, προβάλλουν πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να τεκμηριώσει βάσιμο λόγο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό το άρθρο 19 του Νόμου. Ως προς τον νομικό ισχυρισμό περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας, αποτελεί θέση των Καθ'ων η αίτηση ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί και δέον όπως απορριφθεί, ενώ παραθέτουν περαιτέρω πρόσφατη νομολογία που σχετίζεται με το λόγο ακύρωσης. Αναφορικά με τον περί αναρμοδιότητας ισχυρισμό οι Καθ’ ων η αίτηση δεν τον αντέκρουσαν αφού είχε αποσυρθεί και θεωρούν πως ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί άνευ ετέρου. Ομοίως, εισηγούνται την απόρριψη του ισχυρισμού περί ύπαρξης πλάνης περί τα πράγματα ως απαράδεκτου, όπως και τον ισχυρισμό περί ελλιπούς/μη δέουσας αιτιολογίας, ως ανυπόστατου, διατυπώνοντας πως όλες οι ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες με τρόπο που καθίσταται εφικτός και ευχερής ο δικαστικός έλεγχος. Συμπερασματικά, εισηγούνται την απόρριψη της υπό εξέταση προσφυγής ως νόμω και ουσία αβάσιμης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636. Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Ο συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή του και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου, ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται.
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα κρίνω ότι είναι γενικός και αόριστος και δεν γίνεται οποιοδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τον Αιτητή.
Όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Καταρχάς το παρόν Δικαστήριο και σε σχέση με τα πιο πάνω θα εξετάσει την παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τα δεδομένα που έχει ενώπιον του κατά το κρίσιμο χρόνο που θα εκδώσει την απόφαση του.
Όσον αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα αυτή είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).
Περαιτέρω, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γιαλλουρίδη κ.α., Αναθεωρητικές Εφέσεις 868 και 869, ημερομηνίας 13.12.90).».
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης της, η Αιτήτρια, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά της επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση της είναι αληθή.
Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με τον Αιτητή όλες τις πτυχές των ισχυρισμών της και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αλλά και περαιτέρω διερεύνηση του ζητήματος/ισχυρισμού.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.
Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εκεί ήταν ποδοσφαιριστής και μετά από μία επίσκεψη του μάνατζερ του όπου τον προσέγγισε ερωτικά ο ίδιος σοκαρίστηκε, έφυγε και μίλησε με τον θείο του (ερυθρά 1 και η μετάφραση 12 του Δ.Φ.).
Κατά την συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στην Κινσάσα και από το 2011 έως την αναχώρησή της από την ΛΔΚ διέμενε στην κοινότητα Matete της Κινσάσα (ερ. 55 – 3Χ και 57 του Δ.Φ.). Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής απάντησε πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί Lingala και Γαλλικά (ερ. 55 – 1Χ-2Χ του Δ.Φ.). Ως προς την εργασιακή του πείρα ο Αιτητής ανέφερε πως ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής (ερ. 52 – 2Χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση ο Αιτητής ανέφερε πως είναι άγαμος. Σχετικά με την οικογένειά του ο Αιτητής ανέφερε πως ο πατέρας του έχει αποβιώσει από τον Φεβρουάριο του 2011, του οποίου η σορός ωστόσο δεν βρέθηκε ποτέ καθώς εξαφανίστηκε ενώ ήταν στην εργασία του (ερ. 54 – 1Χ του Δ.Φ.). Η μητέρα του απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2017 μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο και μετά από μία ημέρα νοσηλείας στο νοσοκομείο (ερ. 54 – 2Χ και 53 – 1Χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δεν έχει αδέλφια (ερ. 53 – 2Χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής συνέχισε να διαμένει στην περιοχή Matete της Κινσάσα με τον θείο του και τη σύζυγό του, καθώς δεν είχαν τέκνα (ερ. 53 – 3Χ-4Χ του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, ο Αιτητής, κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, προέβαλε ότι εγκατέλειψε την ΛΔΚ εξαιτίας της επιθυμίας του «προέδρου» του να συνάψουν σχέση, κάτι που δεν ήταν εφικτό καθώς, ως ανέφερε ο Αιτητής, ήταν Χριστιανοί. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής ανέφερε πως στις 02/02/2022 όταν επισκέφθηκε την οικία του προαναφερθέντα ατόμου, ο τελευταίος τον άγγιζε ερωτικά, ωστόσο λόγω της θρησκείας του ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε και τον απώθησε σπρώχνοντάς τον προκαλώντας του τραυματισμό καταφέρνοντας έτσι να διαφύγει. Επίσης, πρόσθεσε πως έκτοτε τον κυνηγούσε, καθώς ως δικηγόρος εργαζόταν με τον πρόεδρο Felix, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να αποφασίσει μαζί με τους συγγενείς του να διαφύγει για να προστατευθεί. Έως την αναχώρησή του κρυβόταν καθώς γνώριζε την οικία του, ενώ ο θείος του δεχόταν επιθετικές συμπεριφορές και «άσχημα μηνύματα» έως το 2024 οπότε και απεβίωσε λόγω αυτής της πίεσης που δεχόταν. (ερ. 49 – 1Χ και 48 – 1Χ του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστική ερώτηση του λειτουργού σχετικά με τον λόγο που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο ίδιος ανέφερε ότι ο πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομάδας είναι επικίνδυνος και θα τον σκοτώσει εάν τον εντοπίσει (ερ. 48 – 2Χ του Δ.Φ.).
Ακολούθως, αναφορικά με το συγκεκριμένο προαναφερθέν άτομο ο Αιτητής ανέφερε το όνομά του, προσδιόρισε την ηλικία του περί τα 50 έτη και περιέγραψε τον ρόλο του στην ομάδα ως το πρόσωπο που παρείχε χρήματα για τις ανάγκες της ομάδας (ερ. 48 – 3Χ-4Χ του Δ.Φ.). Στη συνέχεια επιβεβαίωσε ότι αυτός ο άνδρας ήταν ο ιδιοκτήτης της ομάδας (ερ. 48 – 4Χ του Δ.Φ.). Επίσης, ανέφερε πως είναι παντρεμένος, έχει τέκνα αλλά ο Αιτητής δεν γνώριζε πόσα, ενώ η οικία στην οποία προαναφέρθηκε για το ανωτέρω περιστατικό δήλωσε πως ευρισκόταν στην κοινότητα Lemete (ερ. 48 – 4Χ και 47 – 1Χ του Δ.Φ.). Αργότερα, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα ανέφερε πως εργαζόταν ως δικηγόρος για τον πρόεδρο Felix και δεν είχε δικό του δικηγορικό γραφείο (ερ. 43 του Δ.Φ.).
Σχετικά με την επίσκεψη του Αιτητή εκεί ο τελευταίος δήλωσε πως πραγματοποιήθηκε κατά τις 15:00 ή 16:00 και έφυγε από εκεί περί τις 19:00 ή 20:00 (ερ. 47 – 2Χ του Δ.Φ.). Δήλωσε πως εκείνη τη ημέρα που συνέβη το περιστατικό ήταν μόνοι στην οικία του εν λόγω άνδρα, συνομιλούσαν για το ποδόσφαιρο καθώς τον θαύμαζε ως παίκτη και έπειτα ξεκίνησε να τον αγγίζει και του ζήτησε να βγουν μαζί, αλλά ο Αιτητής τον απώθησε σπρώχνοντας τον (ερ. 47 – 3Χ-4Χ του Δ.Φ.). Ο ίδιος ο Αιτητής ήταν ντυμένος παρά το ότι τον πίεζε να αφαιρέσει τα ρούχα του σκίζοντάς τα, ενώ ο άνδρας είχε αφαιρέσει την μπλούζα του (ερ. 46 – 1Χ-2Χ του Δ.Φ.). Κατά τη διάρκεια του περιστατικού ο Αιτητής κάθονταν, ωστόσο μετέπειτα φέρνοντας αντίσταση στην προσέγγιση του άνδρα και σηκώθηκαν και ξεκίνησαν να καβγαδίζουν (ερ. 46 – 2Χ-3Χ του Δ.Φ.).
Μετά την αναχώρησή του από την οικία του άνδρα, ο Αιτητής δήλωσε πως πήγε στην οικία του πεζός μετά από λίγη περισσότερη από μία ώρα περπάτημα και ακολούθως κρυβόταν στην κοινότητα Ngamba από την ίδια κιόλας ημέρα (ερ. 46 – 4Χ-5Χ του Δ.Φ.). Περί της 23:00 τη ίδια μέρα, ο Αιτητής δέχθηκε τηλεφώνημα από τον άνδρα από άγνωστο αριθμό μέσω του οποίου τον απείλησε με τη ζωή του κι έκτοτε δεχόταν καθημερινά τηλεφωνήματα έως ότου κατέστρεψε την κάρτα κινητής τηλεφωνίας του, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε πως προέβη στην καταστροφή της κάρτας περί τις 7 ή 8 Φεβρουαρίου (ερ. 45 – 2Χ-3Χ και 43 – 4Χ-5Χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς σχετικά με το πόσες κλήσεις δέχθηκε απάντησε ότι αυτές ήταν πολλές φορές, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι δέχθηκε τουλάχιστον 10 φορές απειλές όσο διέμενε στην Ngamba στο φίλο του θείου του (ερ. 45 – 3Χ-4Χ και 43 – 1Χ του Δ.Φ.). Αφότου ο Αιτητής κατέστρεψε την κάρτα κινητής τηλεφωνίας ο προαναφερθείς άνδρας δεν κατόρθωσε να επικοινωνήσει ξανά μαζί του (Ερ. 43 – 5Χ του Δ.Φ.). Ως λόγο για τον οποίο ο άνδρας τον απειλούσε, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως ήθελε να αποτρέψει το να μαθευτεί ο σεξουαλικός προσανατολισμός του καθώς ήταν δικηγόρος (ερ. 45 – 5Χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δεν απαντούσε στις απειλές, αλλά αισθανόταν φόβο όταν τις δεχόταν (ερ. 44 – 1Χ-2Χ του Δ.Φ.). Επίσης, ο Αιτητής δήλωσε πως είχε σκοπό να αποκαλύψει το συμβάν, ωστόσο οι απειλές τον απέτρεψαν (ερ. 44 – 3Χ-4X του Δ.Φ.). Ο Αιτητής πιστεύει πως εάν επιστρέψει στην ΛΔΚ δε θα επιβιώσει δηλώνοντας παράλληλα πως ο άνδρας δεν το είχε εντοπίσει ποτέ μετά το συμβάν (ερ. 44 – 5Χ-6Χ του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τις επισκέψεις στην οικία του ανέφερε πως ήταν πολλές αλλά δεν γνώριζε ακριβώς πόσες και περιείχαν απειλές προς τον θείο του για τη ζωή του Αιτητή, ενώ το Δεκέμβριο του 2023 άσκησαν και βία εναντίον του θείου του (ερ. 44 – 7Χ κ.ε. του Δ.Φ.).
Στην ερώτηση αναφορικά με τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του ο Αιτητής επανέλαβε πως θα χάσει τη ζωή του επειδή θα τον δυσφημίσει αποκαλύπτοντας το συμβάν (ερ. 43 – 2Χ-3Χ του Δ.Φ.). Στη χώρα καταγωγής του δεν έχει κανέναν και θεωρεί πως δε θα είναι σε θέση να επιβιώσει οικονομικά όπως το καταφέρνει στην Κύπρο (ερ. 42 – 43 του Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του Αιτητή. Ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, την χώρα καταγωγής και την ταυτότητά του και ο δεύτερος αναφορικά με το ότι τον αναζητούσε ο πρόεδρος της ομάδας του να τον σκοτώσει επειδή αρνήθηκε να συνάψουν δεσμό (ερ. 113 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις του ως προς την χώρα καταγωγής του και τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι την συνοικία Matete της Κινσάσα, όπως και τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ της, το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο και την εργασία του και έκρινε πως οι απαντήσεις του Αιτητή επαληθεύονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και το προσκομισθέν από την ίδια διαβατήριο της ΛΔΚ, και ως εκ τούτου έκανε τον εν λόγω ισχυρισμό αποδεκτό (ερ. 112 του Δ.Φ.).
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του εξαιτίας του ότι τον αναζητούσε ο πρόεδρος της ομάδας του επειδή αρνήθηκε να συνάψει δεσμό μαζί του, ο λειτουργός έκρινε πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες σε θέματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του και υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασυνέπειες, έλλειψη ευλογοφάνειας και έλλειψη επαρκών πληροφοριών (ερ. 110 – 111 του Δ.Φ.). Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για τις τηλεφωνικές απειλές που δεχόταν καθώς ανέφερε μόνο πως απειλούσε τη ζωή του, ενώ δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με πόσα απειλητικά τηλεφωνήματα δέχθηκε (ερ. 46 – 1Χ-5Χ του Δ.Φ.). Ο λειτουργός διέκρινε, επίσης, ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή πως φοβόταν μήπως τον σκοτώσει ο πρόεδρος της ομάδας του και ταυτόχρονα δεν προέβη σε καμία καταγγελία δεν είναι εύλογος (ερ. 45 – 5Χ και 44 – 2Χ-4Χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, ο λειτουργός έκρινε πως από τα λεγόμενα του Αιτητή δεν προκύπτει οποιαδήποτε μορφή δίωξης που να δικαιολογεί την απόφαση του Αιτητή να εγκαταλείψει την ΛΔΚ, καθώς ο ίδιος δήλωσε ρητά πως ο πρόεδρος της ομάδας του δεν τον εντόπισε ουδέποτε μετά το περιστατικό στην οικία του από τον Φεβρουάριο του 2022 έως την αναχώρησή του στις 15/03/2022 (ερ. 44 – 6Χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, ο λειτουργός διέκρινε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δηλώσει τι περιλάμβαναν οι απειλές που λάμβανε από τηλεφώνου από τον προαναφερθέντα άνδρα, καθώς οι απαντήσεις του ήταν καθ’ όλα ασύνετες με τις ερωτήσεις (“he is a lawyer if I denounce that he is going out with men he will create problem to him to his work to his department.” – ερ. 45 – 5Χ του Δ.Φ.). Επίσης, αναφορικά με το χρονικό διάστημα που λάμβανε αυτές τις απειλές ο Αιτητής απάντησε «κάθε μέρα» χωρίς να μπορέσει να προσδιορίσει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτές λάμβαναν χώρα (ερ. 45 – 2Χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς ο Αιτητής, σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν λάμβανε καθημερινά τηλεφωνήματα από τον πρόεδρο της ομάδας του εκείνος απάντησε μη ικανοποιητικά ότι «he was calling me a lot and I broke my sim” (ερ. 45 – 2 του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δεν έδωσε ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τα άτομα που επισκέφθηκαν την οικία του θείου και τον αναζητούσαν, καθώς ανέφερε πως δεν μπορεί να τοποθετηθεί ως προς τις φορές των επισκέψεων προσθέτοντας μόνο ότι απειλούσαν την ζωή του Αιτητή (ερ. 44 – 7Χ του Δ.Φ.). Επίσης, ο λειτουργός εντοπίζει αντίφαση στις δηλώσεις του όπου από τη μία ανέφερε πως δε μπορεί να επιστρέψει στην ΛΔΚ επειδή θα καταγγείλει τον πρόεδρο, αλλά από την άλλη δήλωσε πως δεν έχει προβεί σε οιανδήποτε καταγγελία (ερ. 43 – 3Χ του Δ.Φ.).
Ακολούθως, στο πλαίσιο της εκτίμησης της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός σημειώνει πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο των ισχυρισμών του και ως εκ τούτο εν χρήζουν περαιτέρω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (ερ. 110 του Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι ο πρώτος ισχυρισμός αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία προφίλ του Αιτητή. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή όπως αναλύθηκαν προηγουμένως μαζί με τις διαθέσιμες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, διαπιστώνει πως σε περίπτωση επιστροφής του θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης και οικονομικής επιβίωσης. Περαιτέρω, επισκοπώντας την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, παρέθεσε εξωτερικές πηγές και διαπίστωσε ότι οι ένοπλες δραστηριότητες περιορίζονται στις κεντρικές και ανατολικές επαρχίες της χώρας και δεν επικεντρώνονται στην επαρχία της Κινσάσα όπου αναμένεται να εγκατασταθεί ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην ΛΔΚ (ερ. 105 – 109 του Δ.Φ.).
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 (ερ. 105 του Δ.Φ.).
Περαιτέρω, ως προς την αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο ότι:
Α) Σε περίπτωση επιστροφής στην ΛΔΚ, ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), (ερ. 104 του Δ.Φ.).
Β) Σε περίπτωση επιστροφής στην ΛΔΚ, ο Αιτητής, επίσης, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (β), (ερ. 104 του Δ.Φ.).
Γ) Σε περίπτωση επιστροφής στην ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως το άρθρο 19 (2) (γ) προνοεί, αφού η χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα η περιοχή της πρότερης συνήθους διαμονής της, κοινότητα Matete στην Κινσάσα, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. (ερ. 104 του Δ.Φ.).
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή.
Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία του, το μορφωτικό του επίπεδο και γενικότερα το προφίλ του δεν την εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.
Περαιτέρω, συντάσσομαι με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος, καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, αυτή κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C- 285/12, A. Diakité v. Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides,30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v.Staatssecretarisvan Justitie παρ 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15 (γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Αναφορικά δε με τη γενική κατάσταση στη ΛΔΚ, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες συνθήκες στην εκεί περιοχή. Σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτυπώνονται τα ακόλουθα αναφορικά με μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό για την περίοδο Ιουλίου 2024- Ιουνίου 2025 τελευταία επικαιροποιημένη πηγή :
Η ΛΔΚ πλήττεται από πολλαπλές, αλληλεπικαλυπτόμενες ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς και μη διεθνούς χαρακτήρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ένοπλες συγκρούσεις διεθνούς χαρακτήρα με τη Ρουάντα, οι οποίες λαμβάνουν και την μορφή συγκρούσεων με την ένοπλη οργάνωση «Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23)», που δρα εξ ονόματος της Ρουάντα και έχει προβεί σε στρατιωτική κατάληψη περιοχών της ΛΔΚ. Παράλληλα, εξακολουθούν να σημειώνονται συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα μεταξύ της ΛΔΚ και ποικίλων οργανωμένων ένοπλων ομάδων, ιδίως των Allied Democratic Forces (ADF) και της Cooperative for the Development of the Congo (CODECO), καθώς και μεταξύ μη κρατικών ένοπλων δρώντων. Η εμπλοκή πολλαπλών μερών, η ξένη παρέμβαση, η επιβολή κατάστασης πολιορκίας στις επαρχίες Ituri και Βόρειο Kivu, οι αμφισβητούμενες εκλογές και η δημιουργία της Συμμαχίας Fleuve Congo (AFC) με τη συμμετοχή του M23, σε συνδυασμό με κατακερματισμένες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, την επέκταση περιφερειακών στρατιωτικών επιχειρήσεων και την αναζωπύρωση διεθνών προσπαθειών λογοδοσίας, συνέβαλαν περαιτέρω στην πόλωση και την αστάθεια της κατάστασης ασφαλείας.
Ως προς τον άμαχο πληθυσμό, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι απώλειες αμάχων αυξήθηκαν σημαντικά. Ένοπλες ομάδες και κρατικές δυνάμεις προέβησαν σε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, επιδρομές και επιθέσεις κατά χωριών, χώρων φιλοξενίας εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων, αγορών, κατοικιών και χώρων υγειονομικών και ανθρωπιστικών υπηρεσιών, κατά παράβαση των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Τεκμηριώθηκαν μαζικές ανθρωποκτονίες, εθνοτικά στοχευμένες σφαγές, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, λεηλασίες και καταναγκαστική εργασία, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Σημειώνεται επίσης σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια και εκτεταμένος αναγκαστικός εκτοπισμός, όπως και συστηματική παρεμπόδιση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Παράλληλα, η σχετιζόμενη με τις ένοπλες συγκρούσεις σεξουαλική βία έλαβε ευρείας κλίμακας διαστάσεις, η στρατολόγηση παιδιών χαρακτηρίστηκε ως άνευ προηγουμένου, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν διάχυτη βία, λογοκρισία, απειλές ή/και θανατική ποινή σε περιπτώσεις δημοσιογραφικής κάλυψης των συγκρούσεων.[1]
Οι συνέπειες της εκτεταμένης βίας στη ΛΔΚ αποτυπώνονται επίσης στον εκτοπισμό του άμαχου πληθυσμού, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τον μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων παγκοσμίως. Πάνω από 13.000.000 άνθρωποι αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια, ενώ περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η κατάσταση στην ΛΔΚ εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον σοβαρών ανθρωπιστικών κρίσεων διεθνώς.[2]
Για την πληρότητα της έρευνας θα παρατεθούν τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα για την ένταση της ένοπλης σύρραξης. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο ένα έτος περίπου (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 25/06/2026), καταγράφηκαν 60 περιστατικά πολιτικής βίας ("political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 48 θάνατοι.[3]
Σημειώνεται, ότι βάσει εκτίμησης του 2026, ο πληθυσμός στην πόλη Κινσάσα της ΛΔΚ ανέρχεται στα 21.852.144 κατοίκους[4].
Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του Αιτητή, ο οποίος είναι νέος, υγιής, ικανός προς εργασία, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του (τους συγγενείς του, τη γιαγιά του και τη θεία του, με τις οποίες συγκατοικούσε) η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη τελευταίας συνήθους διαμονής συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ του Αιτητή δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή του, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του συνηγόρου του Αιτητή περί της αρμοδιότητας τον οποίο είχε αποσύρει, κατά τις διευκρινίσεις προέβαλε πως οι καθ΄ων η αίτηση αποκρύπτουν τη εξουσιοδότηση ημερ. 7/3/2023 εσκεμμένα καθότι δεν εμφαίνεται αν η εξουσιοδότηση που αφορά στον αποφασίζοντα την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταργηθεί με την από 7/3/2023 εξουσιοδότηση. Συγκεκριμένα η εν λόγω εξουσιόδότηση δεν ενδιαφέρει το Δικαστήριο και αυτό γιατί δεν αφορά στην εξουσιοδότηση ημερ. 9/6/2022 ερ. 39 του Δ.Φ. με την οποία ορίζεται και ο κ. Π. Κ. ως εξουσιοδοτούμενο πρόσωπο να αποφασίζει. Δεν έχω εντοπίσει στο Δ.Φ. οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η εν λόγω, ήτοι ημερ. 9/6/2022 εξουσιοδότηση έχει καταργηθεί. Συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται.
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: At a Glance/ The Armed Conflicts/ Civilian Harm, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία πρόσβασης 30/05/2026).
[2] Ιστότοπος War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm -πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period July 2024-June 2025: The Humanitarian Situation, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/violations/#attacks-on-civilians (ημερομηνία πρόσβασης 30/05/2026).
[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 30/06/2026)
[4] World Population Review, Democratic Republic of Congo: Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (assessed on 30/06/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο