ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 1258/2025
23 Ιουλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
G.M.K.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Ο αιτητής παρουσιάστηκε προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου
Ειρήνη Χρίστου για Ραφαέλλα Μαλεκκίδου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Χαράλαμπος Καστάνας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
[Παρούσα η μεταφράστρια κυρία Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε γαλλικά και αντίστροφα].
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 15/4/2025, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 29/6/2022 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection) από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα.
Στις 15/02/2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου και στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με την συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, στις 15/04/2025 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του αιτητή και απέρριψε το αίτημα του. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή. Ακολούθως, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατά τη δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως διατηρεί και προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για να προστατευθεί λόγω του ότι απειλήθηκε στη χώρα του μετά την εμπλοκή του σε τροχαίο ατύχημα. Όπως δήλωσε το γεγονός αυτό και ο θάνατος της γυναίκας του τον βασανίζει σε όλη του τη ζωή (ερυθρό 1 και μετάφραση στο ερυθρό 22 του διοικητικού φακέλου).
Στις 30/6/2022, διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας του αιτητή από αρμόδια λειτουργό, μέσα από σχετική συνέντευξη. Η λειτουργός σημείωσε επί του σχετικού εντύπου ως «Χαμηλό» το επίπεδο πιθανολόγησης σοβαρού κινδύνου για την προσωπική ασφάλεια του αιτητή (ερ. 19 του δ.φ.) και δεν εισηγήθηκε οποιοδήποτε παραπομπή του.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ο αιτητής ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείς στην Kinshasa. Ο αιτητής διέμενε για όλη του τη ζωή μέχρι και την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής του στην πρωτεύουσα Kinshasa. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε ότι είναι άγαμος και πως οι γονείς του με τα πέντε του αδέλφια διαμένουν στην πρωτεύουσα Kinshasa και διατηρεί επικοινωνία μαζί τους. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι μιλά Γαλλικά και Lingala, ότι είναι Χριστιανός στο θρήσκευμα και σε σχέση με την εργασιακή του εμπειρία ανέφερε ότι εργαζόταν ως μάγειρας σε εστιατόριο στην Kinshasa από το 2012 μέχρι το 2022. Σε σχέση με το μορφωτικό του επίπεδο ανέφερε πως είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου το έτος 2017. Ως προς το ταξίδι του, ο αιτητής δήλωσε πως αναχώρησε από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, και πως αφίχθη στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές όπου διέμεινε ως φοιτητής για δύο μήνες (ερυθρό 22 3χ, 7χ-11χ του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για λόγους ασφαλείας ισχυριζόμενος φόβο δίωξης του από την οικογένεια μίας κοπέλας την οποία σκότωσε μετά από δυστύχημα. Ο αιτητής εξέφρασε ο φόβο ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του θα τον σκοτώσουν αφού έχουν ήδη απειλήσει τον ίδιο και την οικογένεια του. Τέθηκαν αρκετά ερωτήματα στον αιτητή προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να αναπτύξει τον πυρήνα του αιτήματός του, αλλά ο αιτητής δεν ήταν ούτε ακριβής στις δηλώσεις του, ούτε λεπτομερής στο αφήγημά του. Ο αιτητής αρκέστηκε στο να αναφέρει πως μετά το δυστύχημα, όπου ο ίδιος σκότωσε μία γυναίκα και η οικογένειά της, επιθυμούσε να τον σκοτώσουν. Πρόσθετα, ανέφερε πως η αστυνομία σκότωσε και τη γυναίκα του. Στη συνέχεια, δήλωσε πως η οικογένεια της γυναίκας αυτής μέσω της αστυνομίας επιθυμούσαν να τον σκοτώσουν. Τοποθέτησε χρονικά το ατύχημα στις 25/12/2021 και δήλωσε πως των απειλούσαν και κρυβόταν στην επαρχία Bas Congo μέχρι την αναχώρησή του, για δύο βδομάδες η οποία είναι μακριά δύο ώρες από την Κινσάσα.
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή, ως κατωτέρω: (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή και (2) Ισχυριζόμενος φόβος δίωξης από την οικογένεια μίας κοπέλας την οποία σκότωσε μετά από ατύχημα.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός από τον λειτουργό και συγκεκριμένα ως προς τον τόπο καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του, για τους οποίους κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή ήταν ακριβείς και συνάδουν με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, αυτός δεν έγινε δεκτός, καθώς κρίθηκε πως ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες που σχετίζονται με τον πυρήνα του αιτήματός του. Ο αιτητής ισχυρίστηκε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του, ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για λόγους ασφαλείας ισχυριζόμενος φόβο δίωξης από την οικογένεια μίας κοπέλας την οποία σκότωσε μετά από δυστύχημα. Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως ο αιτητής αδυνατούσε να παρέχει μία συνεκτική και προσωπική αφήγηση και να υποστηρίξει με πλήρη σαφήνεια το λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Οι ισχυρισμοί του δεν είχαν την απαιτούμενη ακρίβεια, επάρκεια λεπτομερειών και απαιτούμενη λογική συνοχή μεταξύ τους, ενώ εντοπίστηκαν αντιφάσεις τις οποίες δεν κατάφερε να εξηγήσει με ικανοποιητικό τρόπο.
Οι ισχυρισμοί του αιτητή κρίθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου αντιφατικοί και ότι στερούνται ευλογοφάνειας ως προς την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για λόγους ασφαλείας, επειδή κάποιοι επιδίωκαν να τον σκοτώσουν και είχαν ήδη δολοφονήσει τη σύζυγό του. Όταν ρωτήθηκε ποια ήταν τα πρόσωπα που επιδίωκαν τον θάνατό του, ανέφερε ότι επρόκειτο για την αστυνομία. Ωστόσο, σε μεταγενέστερο στάδιο της ίδιας συνέντευξης δήλωσε ότι, έπειτα από αυτοκινητιστικό δυστύχημα κατά το οποίο έχασε τη ζωή της μία κοπέλα, η οικογένειά της επιδίωκε να τον σκοτώσει. Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει ποιος τελικά επιδιώκει τον θάνατό του, ανέφερε ότι πρόκειται για την οικογένεια της αποθανούσας. Ακολούθως, όταν του επισημάνθηκε η αντίφαση, δεδομένου ότι αρχικά είχε αναφέρει ως διώκτη του την αστυνομία, ισχυρίστηκε ότι η οικογένεια της κοπέλας είχε αποταθεί μέσω της αστυνομίας. Από τον αρμόδιο λειτουργό κρίθηκε πως η εξήγηση αυτή δεν αίρει την αντίφαση, η οποία παραμένει ουσιώδης και κλονίζει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του.
Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του αιτητή παρουσιάζουν πρόσθετες αντιφάσεις και έλλειψη ευλογοφάνειας αναφορικά με τις συνθήκες θανάτου της συζύγου του. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ισχυρίστηκε ότι η σύζυγός του δολοφονήθηκε από την αστυνομία και από κακοποιά στοιχεία, μέλη της συμμορίας Kuluna. Αντιθέτως, κατά τη συνέντευξή του στο ΚΕΠΥ Πουρνάρα, αναφερόμενος στο ίδιο περιστατικό, δήλωσε ότι η σύζυγός του δολοφονήθηκε από μέλη της οικογένειας της κοπέλας που έχασε τη ζωή της στο προαναφερόμενο αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Όταν του επισημάνθηκε και η συγκεκριμένη αντίφαση, δεν παρείχε οποιαδήποτε επαρκή εξήγηση ή τεκμηρίωση προς άρση της. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως η αντίφαση παραμένει αναπάντητη και ενισχύει περαιτέρω την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του.
Οι ισχυρισμοί του αιτητή κρίθηκε ότι είναι αντιφατικοί και ότι υπάρχει έλλειψη ευλογοφάνειας όσον αφορά στην περιγραφή των γεγονότων, αφού όταν ρωτήθηκε για το πότε έλαβε χώρα το δυστύχημα ανάφερε στις 25/12/2021. Ερωτηθείς για το τι έπραξε ακολούθως ανάφερε, ότι κρυβόταν στην επαρχία Bas Congo για δύο εβδομάδες, η οποία είναι 2 ώρες μακριά από την πρωτεύουσα Κινσάσα. Σε προηγούμενο ωστόσο ισχυρισμό του ανάφερε ότι, πέραν από την πρωτεύουσα Κινσάσα, δεν έζησε πουθενά αλλού στη χώρα καταγωγής του. Όταν του επισημάνθηκε και αυτή η αντίφαση δεν έδωσε και πάλι καμία απάντηση για να τεκμηριώσει και αυτό του τον ισχυρισμό, με αποτέλεσμα να κριθεί από τον αρμόδιο λειτουργό πως αυτή η αντίφαση παραμένει και πλήττεται περαιτέρω η αξιοπιστία του.
Οι ισχυρισμοί του αιτητή είναι αντιφατικοί και υπάρχει έλλειψη ευλογοφάνειας όσον αφορά στην περιγραφή των γεγονότων, αφού ενώ τόσο στην αίτηση του, όσο και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του στο ΚΕΠΥ Πουρνάρα και επίσης κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του κατά την κατ’ ουσία εξέταση του αιτήματος του δήλωσε και στις 3 περιπτώσεις ότι ήταν άγαμος παρά το γεγονός ότι, υπήρχε και το πεδίο χήρος, το οποίο θα μπορούσε να συμπληρώσει, από τη στιγμή που ισχυρίστηκε ότι, η γυναίκα του είχε δολοφονηθεί. Όταν του επισημάνθηκε και αυτή η αντίφαση και ρωτήθηκε γιατί σε όλες τις περιπτώσεις δήλωνε άγαμος από τη στιγμή που ήταν παντρεμένος και η γυναίκα του είχε δολοφονηθεί, δεν έδωσε και πάλι καμία απολύτως απάντηση για να τεκμηριώσει και αυτό του τον ισχυρισμό. Ως εκ τούτου οι συνεχείς αντιφατικοί του ισχυρισμοί θέτουν το αφήγημά του υπό αμφισβήτηση σε σχέση με το ισχυριζόμενο πρόβλημα που αντιμετώπιζε και το φόβο δίωξης του, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Οι ισχυρισμοί του αιτητή κρίθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό ότι είναι αντιφατικοί, υπάρχει έλλειψη ευλογοφάνειας και δεν υπάρχει χρονική συνοχή και κατά συνέπεια η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι δεν τεκμηριώθηκε.
Κατά την εκτίμηση εξωτερικής αξιοπιστίας ο αρμόδιος λειτουργός σημειώνει ότι ο ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή είναι εντελώς προσωπικός και δεν μπορεί να επαληθευτεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Συμπερασματικά, ο λειτουργός καταγράφει ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής στη συνέντευξή του, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και πως δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης και ως εκ τούτου, δεν αποδέχεται τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό ως στερούμενο εσωτερικής αξιοπιστίας.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον αποδεκτό ισχυρισμό και συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, την δυνατότητα οικονομικής του επιβίωσης σε περίπτωση επιστροφής του και την γενικότερα επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. και συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή της Kinshasa, που συνιστά την περιοχή καταγωγής του αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή και συγκεκριμένα στην Kinshasa, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Διαπιστώνω ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, καθόσον έγινε αποδεκτός ο τόπος καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή, οι σχετικές δε δηλώσεις του κρίθηκαν ακριβείς και συμβατές με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα συμφωνήσω απόλυτα με τα όσα με λεπτομέρεια καταγράφει ο αρμόδιος λειτουργός στην εισήγησή του. Ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και πειστικές πληροφορίες ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του. Οι δηλώσεις του αιτητή χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας, ανεπαρκείς λεπτομέρειες και απουσία χρονικής και λογικής συνοχής, ενώ, όταν του επισημάνθηκαν οι αντιφάσεις, δεν παρείχε επαρκείς ή πειστικές εξηγήσεις ώστε να τις άρει.
Ως προς τα πρόσωπα που φέρονται να επιδιώκουν τον θάνατό του, αρχικά απέδωσε την απειλή στην αστυνομία, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για την οικογένεια της κοπέλας που απεβίωσε στο δυστύχημα. Η μεταγενέστερη εξήγησή του ότι η οικογένεια ενεργούσε μέσω της αστυνομίας δεν αίρει την αντίφαση. Ως προς τις συνθήκες θανάτου της συζύγου του, κατά τη συνέντευξη κατ' ουσίαν ανέφερε ότι αυτή δολοφονήθηκε από την αστυνομία και μέλη της συμμορίας Kuluna, ενώ κατά τη συνέντευξη στο ΚΕΠΥ Πουρνάρα δήλωσε ότι δολοφονήθηκε από μέλη της οικογένειας της κοπέλας που έχασε τη ζωή της στο δυστύχημα. Παρά την επισήμανση της αντίφασης, δεν παρείχε οποιαδήποτε εξήγηση.
Ως προς τη διαμονή του μετά το δυστύχημα, δήλωσε ότι κρυβόταν για δύο εβδομάδες στην επαρχία Bas Congo, ενώ προηγουμένως είχε αναφέρει ότι ουδέποτε διέμεινε εκτός της Κινσάσα. Και ως προς το σημείο αυτό δεν έδωσε οποιαδήποτε επαρκή διευκρίνιση. Επιπρόσθετα δεν αιτιολόγησε πως κατάφερε να διαμείνει στη χώρα του από 25/12/2021 ενώ αναχώρησε από τη χώρα του στις 22/3/2022, δηλαδή τρείς μήνες μετά το δυστύχημα χωρίς να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε κίνδυνο. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας δήλωνε ότι ήταν άγαμος, παρά τον ισχυρισμό του ότι η σύζυγός του είχε δολοφονηθεί. Παρότι του επισημάνθηκε η ανακολουθία και του ζητήθηκαν διευκρινίσεις, δεν έδωσε καμία πειστική εξήγηση. Τέλος, οι δηλώσεις του ως προς τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων που αφορούν την έναρξη και εξέλιξη του προβλήματός του παρουσιάζουν ασυνέπειες και δεν εμφανίζουν την απαιτούμενη χρονική συνοχή, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω την έλλειψη αξιοπιστίας του αφηγήματός του.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι οι ουσιώδεις αντιφάσεις, η έλλειψη ευλογοφάνειας, η απουσία χρονικής και λογικής συνοχής και η αδυναμία του αιτητή να παρέχει πειστικές εξηγήσεις επί ζητημάτων που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του, πλήττουν καθοριστικά την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Κατά συνέπεια η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, διαπιστώνεται ότι ο ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή αφορά περιστατικά αμιγώς προσωπικής φύσεως, τα οποία, εκ της φύσεως τους, δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν ή να διασταυρωθούν μέσω αντικειμενικών και ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, οι δηλώσεις του αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς θεμελίωση του αιτήματός του. Περαιτέρω, δεν προέκυψαν στοιχεία ή ενδείξεις που να καθιστούν αναγκαία ή πρόσφορη την αναζήτηση και αξιολόγηση πληροφοριών από εξωτερικές πηγές, καθόσον αυτές δεν θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τα επικαλούμενα προσωπικά περιστατικά. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και λαμβανομένου υπόψη ότι ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός κρίθηκε ως μη αξιόπιστος κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός του, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα του αιτητή δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ο κατ' ουσίαν έλεγχος που διενεργεί το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν συνεπάγεται υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβεί σε αυτεπάγγελτη αναζήτηση στοιχείων. Στα πλαίσια του κατ' ουσίαν ελέγχου εξετάζω όλα τα ζητήματα με τον τρόπο που αυτά τίθενται από το συνήγορο του αιτητή χωρίς να υπερβαίνω βεβαίως τα όρια της διοικητικής διαδικασίας.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και προηγούμενης διαμονής του Αιτητή, και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σποραδικά περιστατικά ασφαλείας αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe.[1]
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για την πληρότητα της έρευνας, στην διοικητική περιφέρεια της Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, περιοχή συνήθους διαμονής του αιτητή πριν αναχωρήσει από την χώρα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 26/06/2026), καταγράφηκαν 167 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων τα 60 αφορούσαν περιστατικά πολιτικής βίας (Ο όρος «Political violence» περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες). Από τα συνολικά περιστατικά ασφαλείας προκλήθηκαν 51 ανθρώπινες απώλειες, εκ των οποίων οι 48 είναι καταγεγραμμένες ως συνδεόμενες με τα περιστατικά πολιτικής βίας.[2] Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της διοικητικής επαρχίας της Kinshasa για το έτος 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[3]
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa από τον Ιούλιο του 2025,[4] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση”. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το έτος 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[5]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία και με προηγούμενη πολυετή εργασιακή εμπειρία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτονται στο σύνολό τους.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ. 2, διαθέσιμο σε: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of the Congo, Events / Fatalities, All Events/Political Violence, Past Year, KInshasa, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
[3] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa
[4] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4
[5] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο