ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 1280/25
22 Ιουλίου 2026
[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
H.O.M.M. από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητής
και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Άγγελος Ιωάννου, Δικηγόρος για τον Αιτητή
Μελίνα Βασιλείου, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών. Παρούσα και η Mairy Louise για πιστή μετάφραση από Λινγκάλα σε Αγγλικά και αντιστρόφως και η Ζ. Αγαπίου (κα) για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 31/03/2025 και η απόφαση επιστροφής που εκδόθηκε εναντίον του, η οποία του επιδόθηκε την 25/04/2025, και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη, και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ο Αιτητής ως πρόσφυγας ή ως δικαιούχος καθεστώτος διεθνούς προστασίας και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής ΛΔΚ) και στις 31/10/2024 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ερ. 3-1 του Δ.Φ.).
Την 20/03/2025 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (ερ. 39-24 του Δ.Φ.), ο οποίος στις 31/03/2025 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή (ερ. 94-82 του Δ.Φ.). Στις 31/03/2025 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του (ερ. 95 του Δ.Φ.). Την 25/04/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ. 97 του Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, στις 23/05/25 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος του Αιτητή, δια του εισαγωγικού του δικογράφου, προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Κατά την γραπτή του αγόρευση, προώθησε ειδικώς ότι οι Καθ’ων η αίτηση προχώρησαν στην προσβαλλόμενη πράξη χωρίς να προβούν στη δέουσα έρευνα και υπό πλάνη περί τα πράγματα, προβάλλοντας ότι οι Καθ’ ων δεν διεξήγαν την απαραίτητη έρευνα σχετικά με την πιθανή δίωξη του Αιτητή και δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, σημειώνοντας ότι οι σχετικές πηγές θα μπορούσαν να καταδείξουν το διαδεδομένο φαινόμενο της αυτοδικίας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή. Κατά τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, δεν αναπτύσσονται άλλοι από τους λόγους ακύρωσης που προωθεί στην αίτηση του.
Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένσταση και τη Γραπτή τους Αγόρευση τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, τις Διεθνείς Συμβάσεις και τη σχετική νομοθεσία, μετά από δέουσα και ενδελεχή έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση, κατ’ εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή επί των νομικών σημείων που εγείρει στην προσφυγή του είναι γενικοί και αόριστοι και ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να αποδείξει βάσιμο λόγο δίωξης πληρώντας τις προϋποθέσεις του νόμου για την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Προς υποστήριξη της θέσης τους οι Καθ' ων η Αίτηση παραθέτουν επιχειρηματολογία που άπτεται της νομιμότητας και της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, απαντώντας και στους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται από την πλευρά του Αιτητή. Όσον αφορά το επίδικο πλαίσιο γεγονότων, ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση παραπέμπει στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και τα επισυνημμένα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς επίσης και στα όσα περιέχονται στο σχετικό διοικητικό φάκελο.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημεχίων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Η συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται.
Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς χαρακτηρίζονται οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Όσο αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα αυτή είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης του, ο Αιτητής, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά του επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση του είναι αληθή.
Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος του Αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με τον Αιτητή όλες τις πτυχές των ισχυρισμών του και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 31/10/2024, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι είχε δεχθεί απειλές κατά της ζωής του μετά από ένα τροχαίο δυστύχημα στις 04/01/2024 στην Κινσάσα, κατά την επιστροφή του από ένα νυχτερινό κέντρο με άλλα άτομα, κατά το οποίο ήταν οδηγός, ισχυριζόμενος ότι, ενώ είχε προτεραιότητα στο δρόμο, ένα άλλο αυτοκίνητο τους κτύπησε. Δήλωσε ότι στο αυτοκίνητο βρισκόταν με τον μεγαλύτερο αδελφό του και ένα κορίτσι, η οποία ήταν φίλη του, ότι μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο και ότι αυτή η φίλη του απεβίωσε. Ισχυρίστηκε ότι, ακολούθως, ο πατέρας της αποβιώσασας άρχισε να ψάχνει τον Αιτητή και τον αδελφό του, κατηγορώντας τους για την απώλεια της κόρης του. Ο Αιτητής σημείωσε ότι αυτός ο άνδρας ήταν φίλος με έναν πολιτικό και ότι δε γνωρίζει το επάγγελμά του, ότι ο αδελφός του έφυγε από τη χώρα και ότι ο ίδιος, εφόσον ήταν ο οδηγός, φυλακίστηκε για επτά μήνες χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως κάποια καταδίκη. Σημείωσε στην αίτησή του ότι πιστεύει ότι ο αδελφός του επικοινώνησε με ένα δικηγόρο για να τον βγάλει από τη φυλακή και ότι όταν βγήκε από την φυλακή ο πατέρας αυτής της φίλης του συνέχισε να τον ψάχνει και απείλησε τον αδελφό του. Επιπλέον, δήλωσε ότι η μητέρα του ζει ακόμα στην Κινσάσα, αλλά δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα με τον πατέρα αυτής της αποβιώσασας (ερ. 1 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, κατά τη καταγραφή, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και γεννήθηκε στην πόλη Κινσάσα στις 02/11/1996 και ότι ομιλεί λινγκάλα και γαλλικά. Ως προς το θρήσκευμα δήλωσε πως είναι χριστιανός καθολικός. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε ότι είναι άγαμος. Έφυγε από τη χώρα του στις 19/10/2024 νόμιμα με το διαβατήριό του, ταξίδεψε μέσω Τουρκίας, και εισήλθε παράτυπα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 23/10/2024 μέσω των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών (ερ. 3-1 του Δ.Φ.).
Κατά την συνέντευξη που διεξήχθη την 20/03/2025 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι το περιεχόμενο της αίτησής του για διεθνή προστασία είναι αληθές (ερ. 38-37 2χ του Δ.Φ.) και επιβεβαίωσε τον τόπο συνήθους διαμονής του, την κοινότητα Bandalungwa, στην Κινσάσα (ερ. 34 1χ, 2χ του Δ.Φ.). Όσον αφορά στο εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2015 στο ίδρυμα Ecole de Recuperation De La Gombe στην Κινσάσα και ότι ομιλεί, λινγκάλα και γαλλικά (ερ. 36 1χ, 3χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με το επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι δούλεψε στην Κινσάσα ως κτηματομεσίτης για ενοικιάσεις ακινήτων και ότι μπορούσε να στηρίζει τον εαυτό του οικονομικά μαζί με τη βοήθεια της γιαγιάς του (ερ. 34 9χ, 10χ του Δ.Φ.).
Ως προς το οικογενειακό του περιβάλλον δήλωσε ότι η μητέρα του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν ακόμη παιδί 6 -7 ετών και ότι οι γονείς του είχαν ήδη χωρίσει από πριν και ο πατέρας του δεν ζούσε μαζί τους, αλλά τον συνάντησε μόνο δύο φορές. Δήλωσε ότι έχει ακόμη ένα αδελφό με τους ίδιους γονείς και μία μεγαλύτερη ετεροθαλή αδελφή από τη μητέρα του και έναν προηγούμενο σύζυγό της, η οποία ζει στην Ολλανδία. Αναφορικά με τον αδελφό του δήλωσε ότι αγνοείτο και ότι δεν έχουν πλέον επαφή, ωστόσο η μεγαλύτερή του αδελφή τον εντόπισε και βρίσκεται στην Κινσάσα (ερ. 36 2χ, 35 του Δ.Φ.). Επιπλέον, δήλωσε ότι από το θάνατο της μητέρας του έμενε με την γιαγιά του, η οποία τον φρόντιζε (ερ. 35 1χ του Δ.Φ.) και ότι έχει επίσης θείους και θείες από την πλευρά της μητέρας του στην Κινσάσα (ερ. 34 του Δ.Φ.).
Ως προς το ταξίδι του δήλωσε πως ταξίδεψε μέσω Τουρκίας προς τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές της Κύπρου, κάνοντας χρήση άδειας εισόδου για εκπαιδευτικούς σκοπούς, αφού προηγουμένως οργάνωσε το ταξίδι του με τη βοήθεια ενός ταξιδιωτικού πρακτορείου (ερ. 33 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, και δη κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησης, προέβαλε ότι εγκατέλειψε την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό λόγω του ότι λάμβανε απειλές από τον πατέρα μίας φίλης του, μετά από την εμπλοκή τους σε τροχαίο δυστύχημα, κατά το οποίο αυτή η φίλη του τραυματίστηκε σοβαρά και αργότερα απεβίωσε λόγω των τραυμάτων της (ερ. 32 του Δ.Φ.). Αναφορικά με το δυστύχημα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι έλαβε χώρα στις 04/01/2024 το βράδυ, καθώς έφευγαν από ένα νυχτερινό κέντρο, ότι οδηγούσε ο ίδιος και ότι βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ και ότι συγκρούστηκε με άλλο προπορευόμενο αυτοκίνητο. Δήλωσε ότι το επόμενο πρωί, στις 05/01/2024, ξύπνησε στο νοσοκομείο και έμαθε ότι η φίλη του είχε τραυματιστεί σοβαρά και είχε μεταφερθεί σε άλλο νοσοκομείο. Την ίδια μέρα, ο πατέρας της μαζί με τη συνοδεία αστυνομικών πήγαν στο νοσοκομείο και τον ανέκριναν σχετικά και τον συνέλαβαν επί τόπου, ενόσω βρισκόταν ακόμα στο νοσοκομείο, και αργότερα τον μετέφεραν στον αστυνομικό σταθμό της Gombe. Στις 08/01/2024, τον μετέφεραν στην κεντρική φυλακή της Makala, κοινότητα Selembao, Κινσάσα και τον φυλάκισαν για επτά μήνες. Δήλωσε ότι η σύλληψή του ήταν παράνομη, ότι ο πατέρας αυτής της φίλης του ήταν ένας ισχυρός άντρας και ότι ο τελευταίος του είπε ότι θα παραμείνει στη φυλακή για πάντα. Ενόσω βρισκόταν στη φυλακή, έμαθε ότι η φίλη του είχε αποβιώσει. Καθώς βρισκόταν στη φυλακή, ο αδελφός του άρχισε να τον επισκέπτεται και να συζητά με έναν αστυνομικό, ο οποίος τους είπε ότι έναντι αμοιβής θα μπορούσε να τον βοηθήσει να δραπετεύσει. Στις 17/08/2024, αυτός ο αστυνομικός του έδωσε να φορέσει μία αστυνομική στολή και του είπε να ξεφύγει φορώντας την και του υπέδειξε να πάει σε ένα σπίτι που βρισκόταν στην ίδια περιοχή για να αλλάξει τα ρούχα του. Ακολούθως, αφού δραπέτευσε, κρύφτηκε για δύο μήνες στο σπίτι κάποιου στην περιοχή Nsele. Καθώς βρισκόταν εκεί, ο αδελφός του τον επισκέφτηκε και του είπε ότι ο πατέρας αυτής της φίλης του έμαθε για τη απόδραση του από την φυλακή και τον έψαχνε, ενώ καλούσε τον αδελφό του και απειλούσε ότι θα σκότωνε τον Αιτητή, προκαλώντας τον αδελφό του να νιώσει και αυτός απειλή κατά της ζωής του (ερ. 32 1χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του η ζωή του θα είναι σε κίνδυνο και θα συλληφθεί επειδή δραπέτευσε από τη φυλακή (ερ. 32 του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς πώς μπόρεσε να ταξιδέψει με νόμιμο τρόπο χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του, δήλωσε ότι έδωσαν χρήματα σε έναν κύριο Τζον, ο οποίος δούλευε στο ταξιδιωτικό πρακτορείο που οργάνωσε το ταξίδι του, για να δωροδοκήσει τις αρχές (ερ. 31 του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού αναφορικά με τα άτομα που βρίσκονταν στο αυτοκίνητο κατά το δυστύχημα, ο Αιτητής απάντησε ότι η φίλη του, η οποία δεν ήταν σύντροφός του, αλλά μία απλή φίλη, καθόταν στο μπροστινό κάθισμα και ένας άλλος φίλος του καθόταν στο πίσω κάθισμα, ότι αυτός ο άλλος φίλος τραυματίστηκε, και ότι μετά το δυστύχημα δεν είχαν πλέον καμία επαφή, λόγω του ότι φοβόταν να επικοινωνήσει μαζί του για να μην τον εντοπίσουν (ερ. 31 του Δ.Φ.). Σε περαιτέρω ερωτήσεις αναφορικά με το δυστύχημα καθαυτό, ο Αιτητής δήλωσε ότι οδηγούσε πολύ γρήγορα σε κεντρικό δρόμο και ότι βρέθηκε μπροστά του ένα άλλο αυτοκίνητο, του οποίου ο Αιτητής κτύπησε το πίσω μέρος (ερ. 30 του Δ.Φ.). Σε ερωτήσεις του λειτουργού αναφορικά με τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, δήλωσε ότι δεν διαθέτει αποδεικτικά έγγραφα που να επιβεβαιώνουν το δυστύχημα ή τον θάνατο της φίλης του (ερ. 30 1χ – 7χ του Δ.Φ.). Περαιτέρω, ερωτηθείς για το ποια ήταν ακριβώς τα αίτια θανάτου της φίλης του, δήλωσε ότι αιμορραγούσε από τη μύτη και ότι ίσως αίτιο αποτελούσε και το σοκ που υπέστη, ενώ σε διευκρινιστική ερώτηση του λειτουργού για το ποιο από τα δύο ισχύει, δήλωσε ότι είχε βαριά αιμορραγία (ερ. 27 1χ-4χ του Δ.Φ.).
Ακολούθως, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τον πατέρα αυτής της φίλης του και σχετικά με το προφίλ του, ο Αιτητής απάντησε ότι είναι πλούσιος και έχει διασυνδέσεις με πολιτικούς και άτομα στην αστυνομία, ότι δεν γνωρίζει τι δουλειά κάνει, ότι ήταν φίλος με αυτό το κορίτσι από το σχολείο και ότι είχε επισκεφτεί το σπίτι της σε οικογενειακές γιορτές (ερ. 30 του Δ.Φ.). Ο Αιτητής ισχυρίστηκε επιπλέον ότι αυτός ο άντρας έμαθε ότι ο αδελφός του τον βοήθησε να δραπετεύσει και άρχισε να του τηλεφωνεί, μέσω αγνώστων ατόμων και ιδιωτικών αριθμών και για αυτό το λόγο ο αδελφός του φοβόταν (ερ. 26 του Δ.Φ).
Κληθείς να παραθέσει πληροφορίες σχετικά με τη σύλληψή του, δήλωσε ότι τον συνέλαβαν χωρίς ένταλμα σύλληψης στο νοσοκομείο και ότι, όταν ο πατέρας της φίλης του έφτασε εκεί, ήθελε να τον κτυπήσει, αλλά οι γιατροί τον σταμάτησαν, και ότι τον απείλησε, ενώ δήλωσε ότι αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδε (ερ. 30-29 του Δ.Φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με την απόδρασή του, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πώς ακριβώς ο αδελφός του κατάφερε να πλησιάσει τον αστυνομικό που τον βοήθησε να δραπετεύσει (ερ. 28 1χ του Δ.Φ.). Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι ο αστυνομικός του έδωσε τη στολή στις 16/08/2024 το βράδυ και του εξήγησε ότι πρέπει να πάει να σταθεί δίπλα στους άλλους αστυνομικούς, οι οποίοι γνώριζαν αυτά που συνέβαιναν (ερ. 28 1χ-7χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, σχετικά με το σπίτι στο οποίο κρυβόταν για δύο μήνες, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού, απάντησε ότι δεν ξέρει σε ποιον άνηκε αυτό το σπίτι (ερ. 26 3χ-5χ του Δ.Φ.).
Ερωτηθείς, ακολούθως, για το αν κάποιος έβλαψε τη γιαγιά του ή τον έψαξε στο σπίτι της, απάντησε αρνητικά (ερ. 28 8χ-10χ του Δ.Φ.) και ερωτηθείς πώς εξηγεί το ότι κανένας δεν τον έψαξε ενώ, κατά τις δηλώσεις του, αυτός που τον ψάχνει είναι ένας άντρας πολύ ισχυρός, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν είχε τη διεύθυνσή του και δεν γνωρίζει γιατί δεν την εντόπισε (ερ. 27 6χ, 7χ).
Τέλος, ο λειτουργός ζήτησε από τον Αιτητή να ξεκαθαρίσει τις πληροφορίες κατά τη συνέντευξη οι οποίες βρίσκονταν σε ασυμφωνία με τα όσα δηλώθηκαν κατά την καταγραφή του αιτήματός του και ο Αιτητής απάντησε ότι οι δηλώσεις του κατά τη συνέντευξη είναι σωστές και ότι τα όσα σημειώθηκαν κατά την καταγραφή δεν είναι σωστά και δεν γνωρίζει για ποιο λόγο δεν είναι με (ερ. 26 1χ, 2χ, 6χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής είχε δηλώσει στην αρχή της συνέντευξης ότι συμπλήρωσε την αίτηση με την βοήθεια κάποιου άλλου ατόμου και ότι τα όσα καταγράφονταν επί αυτής ήταν αλήθεια (ερ. 37 2χ του Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, και την χώρα καταγωγής του, ενώ ο δεύτερος αφορούσε ισχυριζόμενες απειλές κατά του Αιτητή από τον πατέρα φίλης του, εξαιτίας του θανάτου της μετά από τροχαίο δυστύχημα, ως συνοδηγός στο αυτοκίνητό του (ερ. 92 του Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις του Αιτητή ως προς την χώρα και περιοχή καταγωγής του, το προφίλ και τα προσωπικά του στοιχεία, τις οποίες έκρινε ως αξιόπιστες. Περαιτέρω, ο λειτουργός παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές από την χώρα καταγωγής του Αιτητή εντός του διοικητικού φακέλου για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη του αναφερόμενου τόπου καταγωγής του και διαμονής του και έλαβε υπόψη το πρωτότυπο διαβατήριο που αυτός κατέθεσε, το οποίο έκρινε ότι επαλήθευσε τον ισχυρισμό του περί της χώρας καταγωγής του. Κατέληξε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή χαρακτηρίζονται από αξιοπιστία και έκανε αποδεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό (ερ. 91 του Δ.Φ.).
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ότι δέχθηκε απειλές κατά του Αιτητή από τον πατέρα φίλης του, εξαιτίας του θανάτου της μετά από τροχαίο δυστύχημα, ως συνοδηγός στο αυτοκίνητό του, ο λειτουργός κατέγραψε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός του και, κληθείς να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τα γεγονότα της υπόθεσής του, υπέπεσε σε έλλειψη επαρκών πληροφοριών, έλλειψη συνοχής, αντιφάσεις και μη ευλογοφάνεια (ερ. 90 του Δ.Φ.).
Συγκεκριμένα, αξιολογήθηκε πως εντοπίστηκε σοβαρή αντίφαση στα λεγόμενα του Αιτητή λόγω του ότι κατά τη συνέντευξή του ανέφερε και επιβεβαίωσε ότι κτύπησε ο ίδιος το προπορευόμενο όχημα, ενώ στην αίτησή του καταγράφηκε ότι ένα άλλο όχημα τους κτύπησε και ότι κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι στο αυτοκίνητο βρισκόταν ένα άλλο φιλικό του πρόσωπο, ενώ κατά την αίτηση σημειώθηκε ότι βρισκόταν ο αδελφός του, κρίνοντας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να δώσει σαφείς πληροφορίες για αυτές τις διαφορές (ερ. 90 του Δ.Φ.). Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες αναφορικά με τον πατέρα της φίλης του, ότι δεν είχε να προσκομίσει σχετικά αποδεικτικά έγγραφα για τις δηλώσεις του, και ότι εντοπίστηκε έλλειψη συνοχής και ασυνέπεια στα λεγόμενά του αναφορικά με τα αίτια θανάτου της φίλης του (ερ. 89 του Δ.Φ.).
Περαιτέρω, ο λειτουργός αξιολόγησε ότι ο Αιτητής δεν έδωσε σαφείς και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με το πώς ο αδελφός του μίλησε στον αστυνομικό που τον βοήθησε να δραπετεύσει, ότι δεν απάντησε σε συγκεκριμένα ερωτήματα και ότι εντοπίστηκε αντίφαση και έλλειψη συνοχής και ευλογοφάνειας στα λεγόμενά του αναφορικά με στοιχεία της απόδρασής του σχετικά με τη στολή που του δόθηκε από τον αστυνομικό και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες του την έδωσε και κάτω από τις οποίες δραπέτευσε (ερ. 89 του Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με το σπίτι στο οποίο κρυβόταν, ενώ σημείωσε ότι υπήρχε έλλειψη λογικής συνοχής στα λεγόμενά του σε σχέση με το αν τον έψαξε κάποιος στο σπίτι της οικογένειάς του, εφόσον προηγουμένως είχε αναφέρει ότι ο άντρας ο οποίος τον έψαχνε ήταν πολύ ισχυρός (ερ. 88 του Δ.Φ.). Εντόπισε επιπλέον αντίφαση μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή κατά τη συνέντευξη ότι η μητέρα του απεβίωσε όσο αυτός ήταν ακόμα παιδί και των δηλώσεών του κατά την καταγραφή ότι η μητέρα του βρισκόταν εν ζωή και ότι δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα με τον κύριο που τον απειλούσε, και κατέγραψε ότι ο Αιτητής, όταν κλήθηκε να την αποσαφηνίσει, δήλωσε ότι δεν ανέφερε κάτι τέτοιο (ερ. 88 του Δ.Φ.). Καταληκτικά, ο λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής δεν αποσαφήνισε τους λόγους που εν τέλει τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, εφόσον οι περιγραφές του δεν ήταν ικανοποιητικές, ήταν ελλιπείς, και δεν διαφάνηκε αλληλουχία στις περιγραφές και τους ισχυρισμούς του, αξιολογώντας όταν δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού (ερ. 88 του Δ.Φ.).
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Συμπερασματικά, ο λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, στη βάση του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του (ερ. 87 του Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων και του προφίλ του. Ο λειτουργός, συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για νεαρό ενήλικα άνδρα χωρίς προβλήματα υγείας, άμαχο πολίτη, χωρίς θέματα ευαλωτότητας, μορφωμένο, ο οποίος εργαζόταν στη χώρα καταγωγής του και στηριζόταν οικονομικά μόνος του, με υποστηρικτικό δίκτυο, όπως και την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ και στην Kinshasa συγκεκριμένα παραθέτοντας σχετικές πηγές, κατέληξε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην πόλη Κινσάσα θα αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, (ερ. 87-84 του Δ.Φ.).
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, και στο άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου (ερ. 84-83 του Δ.Φ.).
Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν δικαιολογείται αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Κινσάσα, ΛΔΚ θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή/και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή/και τιμωρίας ή σοβαρή και προσωπική απειλή ως άμαχος πολίτης, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (ερ. 83 του Δ.Φ.). Τέλος, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ΛΔΚ, και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Κινσάσα, κινδυνεύει να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης (ερ. 82 του Δ.Φ.).
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συγκεκριμένα, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό αναφορικά με τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή αφού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο περί του αντιθέτου.
Σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή ,ορθά και πάλι οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν τον Αιτητή εσωτερικά αναξιόπιστο και απέρριψαν τον ισχυρισμό του, καθώς οι πλειονότητα των απαντήσεων του είναι διατυπωμένες με γενικότητα, χωρίς συνέπεια και συνοχή ενώ παράλληλα ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με τις αντιφάσεις που εντοπίστηκαν κατά την εξέταση του αιτήματος του. Περαιτέρω οι απαντήσεις του σε ουσιώδη ερωτήματα ορθά δεν έγιναν αποδεκτοί ως ευλογοφανείς από του Καθ΄ων η αίτηση.( ερ. 91-88 του Δ.Φ.)
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία του το μορφωτικό του επίπεδο και γενικότερα το προφίλ του δεν τον εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιον μου διαδικασία.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή συντάσσομαι με τη Υπηρεσία Ασύλου καθότι το Αφήγημα του Αιτητή δεν μπορεί να τεκμηριωθεί δια των επίσημων πηγών πληροφόρησης εφόσον η εσωτερική του αξιοπιστία δεν έγινε αποδεκτή ως πιο πάνω αναλύθηκε και επίσης οι ισχυρισμοί τους δεν παρουσιάζουν ευλογοφάνεια και αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του . Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του εγχειριδίου της EUAA που αφορούν την εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας της νομολογία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασία του Διοικητικού Εφετείου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου η διοίκηση δεν υποχρεούται να προβεί σε εξέταση εξωτερικών πηγών πληροφόρησης όταν ο εξεταζόμενος ισχυρισμός δεν πληροί το κατώφλι της εσωτερικής αξιοπιστίας(FE RDINAND EBELLE EWELUKWA V KΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ έφεση κατά απόφασης ΔΔΔΠ Αρ. 18/2023 ημερ. 31/10/2024).
Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v.Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία,Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Kinshasa, πρωτεύουσα της Λ.Δ. του Κονγκό το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01/05/2026), καταγράφηκαν 158 περιστατικά ασφαλείας συνολικά, από τα οποία προκλήθηκαν 51 ανθρώπινες απώλειες.[1]
Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa για το έτος 2020 εκτιμήθηκε στους 14,565,700 κατοίκους[2] και για το 2026 εκτιμάται στους 18,552,800 κατοίκους.[3]
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται και στην απάντηση που ετοίμασε ο EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa από τον Ιούλιο του 2025,[4] παραπέμποντας στην έκθεση του Κέντρου Καταγραφής και Έρευνας (Centre for Documentation and Research -CEDOCA) για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Joint Human Rights Office): η επαρχία της Kinshasa είναι “μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση” και ότι “από την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στα ανατολικά το 2025, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σημαντικά περιστατικά ασφάλειας στην Kinshasa.[5]
Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία προσωπικών υποκειμενικών εξατομικευμένων στοιχείων στο προφίλ του Αιτητή, ο οποίος είναι υγιής, ικανός προς εργασία, η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη Kinshasa, συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ του Αιτητή δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχος πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή του, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Kinshasa, ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 01/05/2026, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/country/democratic-republic-congo (ημερομηνία πρόσβασης 08/05/2026)
[2] City Population, Congo (Democratic Republic), Provinces, Kinshasa: διαθέσιμος σε: https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία πρόσβασης 08/05/2026)
[3] Ιστότοπος World Population Review/ DR Congo/ Kinshasa, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026)
[4] EUAA, Country of Origin Information Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, 1 July 2025, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf σελ. 4, (ημερομηνία πρόσβασης 08/05/2026)
[5] Belgium, CEDOCA, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 08/05/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο