ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 1384/2025
23 Ιουλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
O.G.O. εκ Νιγηρίας
(M.P.NO: F22-XXXXX R)
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια.
Λ. Βελίκοβα (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Η Αιτήτρια Παρούσα.
M. Katchatrian (κα) για διερμηνεία από Αγγλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 23/05/25 η οποία της κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά την παραχώρηση σε αυτήν του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία του Δικαστηρίου κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 30/05/22, στις 05/04/24 διεξήχθη η συνέντευξη της και την 01/04/25 ετοιμάστηκε σχετική εισηγητική έκθεση. Στις 30/04/25, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια μέσω της συνηγόρου της υιοθετεί τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας αναφορικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και υποδεικνύει εκ νέου τα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα που την οδήγησαν να εγκαταλείψει την χώρα της. Περιορίστηκε δε στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς υπό τις περιστάσεις έρευνα λόγω του ότι η Αιτήτρια ήτο θύμα βιασμού, πραγματικής σωματικής βλάβης καθώς την παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης και/ή κοινωνικό αποκλεισμό που θα υποστεί με την επιστροφή της. Εστίασε δε τους ισχυρισμούς της επί της κατ΄ ισχυρισμού σχέσης της με την R.A.W. αναγνωρισμένη πρόσφυγα από την Λιβερία στοιχείο, που όπως τονίζει, δεν διερευνήθηκε επαρκώς από την αρμόδια αρχή ενώ είναι σημείο το οποίο σχετίζεται με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Προβάλλεται, επίσης, κατ’ ισχυρισμό παράβαση των διατάξεων των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) και/ή αξιολόγηση της ως ευάλωτο πρόσωπο. Είναι γενικά η θέση της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς υπό τις περιστάσεις έρευνα σε σχέση με τα γεγονότα/δεδομένα που παρουσίασε στην Υπηρεσία Ασύλου, πάσχει και σε σχέση με την διερεύνηση στο τί επικρατεί στη χώρα της αναφορικά με τα πρόσωπα που ανήκουν στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα (συντομογραφία για Λεσβίες, Ομοφυλόφιλους, Αμφιφυλόφιλους, Τρανς, Queer και Ίντερσεξ άτομα - LGBTQ = lesbian, gay, bisexual, transgender, queer/questioning) (παρόλο που γίνονται κάποιες εσφαλμένες αναφορές στο Καμερούν αντί της Νιγηρίας), ότι υπάρχει μελλοντοστραφής κίνδυνος επιστροφής, εφαρμογής της αρχής της μη επαναπροώθησης. Καταληγει ότι θα έπρεπε η Αιτήτρια να υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα λόγω του ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ως ομοφυλόφιλη ή τουλάχιστον να της δοθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Θεωρεί εσφαλμένο τον τρόπο, μεθοδολογία και/ή τα ευρήματα της αρμόδιας αρχής σε σχέση με την εσωτερική της αξιοπιστία σε συνάρτηση, ως ισχυρίζεται, με τις παραστάσεις της και/ή την πληρότητα των απαντήσεων κατά την συνέντευξη. Σημειώνεται ότι μετά από άδεια του Δικαστηρίου κατατέθηκε επιστολή ημερομηνίας 17/07/25 της ACCEPT-ΛΟΑΤΙ Κύπρου με την οποία αναφέρεται ότι η πρώτη αποτελεί μέλος αυτής ως επίσης αποτελεί μέλος της Αφρικανικής ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στην Κύπρο. Με την δε Απαντητική της αναφέρεται επί του σεξουαλικού προσανατολισμού της και/ή ως προς την μεθοδολογία εξέτασης SOGI claim (Sexual Orientation and Gender Identity claim – αιτήματα που αφορούν σεξουαλικό προσανατολισμό/ ταυτότητα φύλου).
Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, από την πλευρά τους, πρόβαλαν ότι ενήργησαν ορθά, νόμιμα και καλόπιστα υπό τις περιστάσεις, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας. Προσθέτουν, ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της κρίθηκαν αναξιόπιστοι στο σύνολο τους και ότι δεν κατάφερε η Αιτήτρια να τεκμηριώσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη και/ή ότι εμπίπτει στο καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας. Η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, στην Γραπτή Αγόρευση της καταγράφονται στοιχεία που δεν προκύπτουν από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης (έτυχε βιασμού, πάσχει από HIV κ.τ.λ.) και ως εκ τούτου, καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα προσφυγή ως αβάσιμη. Απορρίπτουν δε τους ισχυρισμούς περί παραβίασης των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) .
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αναφορικά με τον νομικό ισχυρισμό της Αιτήτριας περί παράλειψης αξιολόγησης ευαλωτότητας της και/ή παράβασης των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) και/ή ότι δεν ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις που αφορούν ευάλωτα πρόσωπα προκύπτει ότι στο έντυπο «Screening and Assessment Vulnerability Form» (ερυθρά 20 – 11 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ») καταγράφεται ως χαμηλού δείκτη ευαλωτότητας πρόσωπο. Γίνεται καταγραφή επί των γεγονότων, δεδομένων και του πυρήνα του αιτήματος της αλλά και ότι δεν ανέφερε οποιαδήποτε προβλήματα σωματικής ή ψυχικής υγείας ή αυτοκτονικές σκέψεις, ή αναπηρία/μειονεξία, καταληκτικά δεν καθορίζεται ειδικά οποιαδήποτε σύσταση για παραπομπή (ερυθρό 13-12 ΔΦ). Εξάλλου, κατά το στάδιο της συνέντευξής της, δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε ιατρικό πρόβλημα ή πρόβλημα με την υγεία της, ούτε ότι έχει οιεσδήποτε ειδικές ανάγκες (ερυθρό 36 ΔΦ). Σημειώνεται δε ότι ούτε η συνήγορος της Αιτήτριας υπέδειξε μέσω τεκμηριωμένων λόγων ακύρωσης κατά πόσο επηρεάστηκαν οι δηλώσεις της κατά την συνέντευξη λόγω δυσχερούς ψυχολογικής και/ή σωματικής κατάστασης και/ή ούτε υποδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και/ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Αιτήτρια χρήζει ψυχολογικής ή ψυχιατρικής παρακολούθησης ή νοσηλείας που τυχόν επηρέαζε την αξιολόγηση του αιτήματος της - oι δε αναφορές περί βιασμού, HIV ουδόλως προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου της Αιτήτριας (προφανώς πρόκειται για εκ παραδρομής τοποθετήσεις της συνηγόρου της). Συνεπώς, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν τεκμηριώνεται και απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή της θεραπείας που ζητείται από το Δικαστήριο για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Ως προκύπτει από τα περιστατικά της υπόθεσης η Αιτήτρια κατέγραψε στην αίτηση ασύλου της ότι εγκατέλειψε την χώρα της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Ως πρόβαλε, εργαζόταν ως σερβιτόρα στη Νιγηρία και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ερωτεύτηκε ένα άτομο του ίδιου φύλου με εκείνη, γεγονός που αποτελεί πολύ σοβαρό αδίκημα στη χώρα της. Όταν η σχέση της αποκαλύφθηκε και έγινε γνωστή στον κόσμο, άρχισαν να δέχονται απειλές για τη ζωή τους (η ίδια και η σύντροφός της). Καθώς η κατάσταση και οι πιέσεις κλιμακώνονταν επικίνδυνα, αναγκάστηκε να παρέμβει ο θείος της συντρόφου της, ο οποίος έστειλε αρχικά την σύντροφό της στην Κύπρο για να συνεχίσει τις σπουδές της, υποσχόμενος να στείλει στη συνέχεια και την ίδια. Η Αιτήτρια παρέμεινε κρυμμένη μέχρι να καταφέρει να συναντηθεί ξανά με την σύντροφό της στην Κύπρο με σκοπό να ζητήσουν διεθνή προστασία και οικονομική βοήθεια (ερυθρό 1 ΔΦ).
Κατά τη συνέντευξή της επιβεβαίωσε τα προσωπικά της στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά στο σύνολο τους (τόπο καταγωγής/τελευταίας συνήθους διαμονής την πόλη Onitsha, πολιτείας Anambra, γονείς και αδέλφια στην πολιτεία Anambra, ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη χώρα της, με επαρκή εργασιακή της πείρα, ομιλεί αγγλικά και igbo) (ερυθρά 35, 34 ΔΦ). Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα της, πρόβαλε ότι το έτος 2018, ενώ εργαζόταν και προσπαθούσε παράλληλα να ολοκληρώσει τις σπουδές της, γνώρισε μία κοπέλα, η οποία της πρότεινε να ξεκινήσουν κρυφά ερωτική σχέση. Η οικογένειά της δεν γνώριζε για τη σχέση τους, καθώς η ομοφυλοφιλία είναι παράνομη στη Νιγηρία και, εάν γίνονταν αντιληπτές, θα μπορούσαν να καταδικαστούν σε ποινή φυλάκισης δέκα ετών. Δήλωσε ότι διατηρούσαν σχέση για τρία χρόνια, μέχρι που την ανακάλυψε η οικογένειά της. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, τότε οι συγγενείς της την έδιωξαν από το σπίτι, την απείλησαν και την κατήγγειλαν στην αστυνομία. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι ενημέρωσε τη σύντροφό της για τα γεγονότα και εκείνη τη μετέφερε στην κατοικία του θείου της, γύρω στον Ιούλιο του 2021. Πρόσθεσε ότι ο θείος της συντρόφου της, ο οποίος είχε ζήσει στο εξωτερικό, αποδέχθηκε τη σχέση τους και τους επέτρεψε να διαμείνουν στο σπίτι του. Παράλληλα, υποσχέθηκε να τις βοηθήσει να εγκαταλείψουν τη χώρα, καθώς η κατάσταση για την ίδια γινόταν ολοένα και δυσκολότερη. Η σύντροφός της, ως ανέφερε, αναχώρησε τον 8ο/2021, ακολούθησε εκείνη τον 10ο/2021 όπου συναντήθηκαν στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στη συνέχεια, ένας φίλος τις ενημέρωσε για την Κυπριακή Δημοκρατία, την οποία, όπως ανέφερε, δεν γνώριζε προηγουμένως, και έτσι μετέβησαν σε καταυλισμό, όπου συνέχισαν να διαμένουν μαζί μέχρι τον 12ο προηγούμενου έτους, όταν η σύντροφός της αποχώρησε από την κοινή τους κατοικία. Πρόσθεσε ότι τον 1ο/2024 γνώρισε μία άλλη γυναίκα, με την οποία διατηρεί σοβαρή σχέση, ενώ ανέφερε ότι η οικογένειά της δεν επικοινωνεί πλέον μαζί της (ερυθρό 33-32 ΔΦ). Αναφορικά με την καταγγελία στην αστυνομία, δήλωσε ότι η οικογένειά της την κατήγγειλε, την ξυλοκόπησε και πέταξε τα προσωπικά της αντικείμενα έξω από το σπίτι (περί τον 12ο/2021) (ερυθρό 32 4Χ ΔΦ). Επιπλέον, δήλωσε ότι δέχθηκε τηλεφωνική κλήση από την αστυνομία, αλλά φοβήθηκε και δεν παρουσιάστηκε ποτέ (ερυθρό 32 5Χ ΔΦ), ενώ εξήγησε ότι η οικογένειά της είχε ενημερώσει την αστυνομία ότι ήταν λεσβία και ότι οι αστυνομικοί της ζήτησαν να μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό, όμως εκείνη πέταξε την κάρτα SIM του τηλεφώνου της και δεν παρουσιάστηκε (ερυθρό 32 6Χ ΔΦ). Διευκρίνισε ότι δεν είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, ούτε είχε κινηθεί ποινική υπόθεση εναντίον της, προσθέτοντας ότι πίστευε πως η αστυνομία ήθελε να τη συλλάβει λόγω της καταγγελίας της οικογένειάς της και ότι θα αντιμετώπιζε ποινή φυλάκισης δέκα ετών (ερυθρό 32 7Χ, 8Χ ΔΦ). Αναφερόμενη στον σεξουαλικό της προσανατολισμό, υποστήριξε ότι γνώρισε την πρώτη της σύντροφο κατά τη φοίτησή της στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όταν ήταν 18 ετών (ερυθρό 32 1Χ ΔΦ). Ανέφερε ότι ήδη πριν από τότε ένιωθε έλξη προς τις γυναίκες, χωρίς όμως να έχει προηγούμενη ερωτική σχέση, και ότι η συγκεκριμένη ήταν η πρώτη της σχέση, ενώ η οικογένειά της πληροφορήθηκε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό όταν κάλεσε τη σύντροφό της στο σπίτι της και οι γονείς της επέστρεψαν απρόσμενα, βρίσκοντάς τες μαζί σε προσωπική στιγμή, τον 2ο/2021 (ερυθρό 32 2Χ ΔΦ). Όταν τις εντόπισαν, οι γονείς της τη χτύπησαν, την εξύβρισαν, την απείλησαν, πέταξαν τα προσωπικά της αντικείμενα έξω από το σπίτι και της είπαν ότι δεν αποτελεί πλέον μέλος της οικογένειας, προσθέτοντας ότι, εφόσον επέλεγε αυτόν τον τρόπο ζωής, θα έπρεπε να συνεχίσει τη ζωή της μόνη της (ερυθρό 32 ΔΦ). Αισθάνεται, ως ανέφερε, περήφανη για την ταυτότητά της και ότι μπορεί να κάνει οτιδήποτε την κάνει ευτυχισμένη (ερυθρό 31 7Χ ΔΦ), αναφορικά δε με τη συνειδητοποίηση του σεξουαλικού της προσανατολισμού, δήλωσε ότι αντιλήφθηκε για πρώτη φορά πως είχε διαφορετικά συναισθήματα ως άτομο ΛΟΑΤΚΙ+ το 2018, όταν ήταν 18 ετών (ερυθρό 31 1Χ ΔΦ). Κληθείσα να περιγράψει τα συναισθήματα και τις σκέψεις της όταν συνειδητοποίησε ότι είναι ομοφυλόφιλη, ανέφερε ότι αρχικά της φάνηκε παράξενο, αλλά σταδιακά το συνήθισε, προσθέτοντας ότι αποτελεί μέρος του εαυτού της και δεν μπορεί να κάνει κάτι για να το αλλάξει (ερυθρό 31 6Χ ΔΦ). Αναφερόμενη στην προσωπική της ζωή, δήλωσε ότι τώρα βρίσκεται σε σχέση με γυναίκα, η οποία κατάγεται από τη Λιβερία και είναι συνομήλική της, ότι διατηρούν σχέση εδώ και τέσσερις μήνες και ότι τους τελευταίους τρεις μήνες συγκατοικούν. Πρόσθεσε δε, ότι αντιμετώπισε προβλήματα από την κοινωνία λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, αναφέροντας ότι οι συμμαθητές της στο σχολείο κρατούσαν αποστάσεις από εκείνη εξαιτίας της σεξουαλικότητάς της (ερυθρό 29 1Χ ΔΦ). Εξήγησε ότι η ίδια και η σύντροφός της βρίσκονταν συνεχώς μαζί στο σχολείο και ότι παρατήρησε πως οι συμμαθητές τους απομακρύνονταν, γεγονός που οφειλόταν στο ότι είχαν αντιληφθεί τον σεξουαλικό της προσανατολισμό (ερυθρό 29 2Χ ΔΦ). Ωστόσο, δεν της είπαν ποτέ κάτι ευθέως, αλλά η ίδια κατάλαβε ότι ορισμένοι γνώριζαν. Στη χώρα καταγωγής της, ως πρόσθεσε, δεν υπάρχουν οργανώσεις για άτομα όπως η ίδια και ότι δεν ανήκε σε κάποια οργάνωση. Ερωτηθείσα εάν συνέβη κάποιο περιστατικό κατά το διάστημα από τον 2ο-10ο του 2021 (όπου έλαβαν χώρα τα πιο πάνω περιστατικά), ανέφερε ότι δεν συνέβη τίποτε άλλο, πέραν της αναφοράς στην αστυνομία (ερυθρό 28 2Χ ΔΦ). Διευκρίνισε ότι η αστυνομία αρχικά την κάλεσε τηλεφωνικά και της ζήτησε να παρουσιαστεί, χωρίς η ίδια να ανταποκριθεί, ενώ στη συνέχεια έλαβε και γραπτό μήνυμα (SMS), στο οποίο αναφερόταν ότι προερχόταν από την αστυνομία και της ζητούσε να παρουσιαστεί, επειδή η οικογένειά της είχε αναφέρει ότι είναι ομοφυλόφιλη (ερυθρό 28 3Χ – 6Χ ΔΦ). Ερωτηθείσα πώς κατάφερε να αναχωρήσει από τη χώρα της νόμιμα, ενώ θεωρούσε ότι υπήρχε αναφορά σε βάρος της, απάντησε ότι υπέθεσε πως αυτό συνέβη επειδή η αναφορά προερχόταν από τους γονείς της και ότι στάθηκε τυχερή που δεν συνελήφθη στο αεροδρόμιο (ερυθρό 28 8Χ ΔΦ). Τέλος, ερωτηθείσα ως προς το ποιες θα είναι οι συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της στην Νιγηρία, δήλωσε ότι θα βρεθεί σε κίνδυνο (ερυθρό 27 ΔΦ).
Ως ανωτέρω, καταγράφεται, ο λειτουργός αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως προς τα προσωπικά στοιχεία και το εν γένει προφίλ της, απορρίφθηκαν, όμως, ως εσωτερικά αναξιόπιστοι, οι ισχυρισμοί 2 και 3 που αφορούν τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλο άτομο, και ότι η οικογένειά της την κατήγγειλε στην αστυνομία εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού (ερυθρά 70-64 ΔΦ). Ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού, κατά την εξέταση της υπόθεσης χρησιμοποιήθηκε το μοντέλο/εργαλείο DSSH (Difference, Stigma, Shame, Harm - Διαφορετικότητα, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη), στα πλαίσια του οποίου ο λειτουργός αξιολόγησε τις δηλώσεις και προσωπικές εμπειρίες της Αιτήτριας καθώς και άλλες σημαντικές πληροφορίες από τα όσα η ίδια ανέφερε. Υπεβλήθη σε σειρά ερωτήσεων (ανοικτού και κλειστού τύπου) προκειμένου να διαπιστωθεί η εσωτερική της αξιοπιστία. Κατέστη σαφές ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί της για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, το οποίο ποινικοποιείται στη χώρα της, να στερούνται επαρκούς τεκμηρίωσης. Κληθείσα να εξειδικεύσει τα ανωτέρω γεγονότα, υπέπεσε σε ασυνέπειες, ενώ οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονταν από έλλειψη ευλογοφάνειας και λεπτομερειών. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι αδυνατούσε να αποσαφηνίσει τον τρόπο με τον οποίο βίωνε τη διαφορετικότητά της σε σχέση με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό, παρότι από τις αναφορές της προέκυπτε ότι αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως άτομο με ιδιαίτερη προσέγγιση απέναντι στις καταστάσεις και την κοινωνική ζωή, δεν διαφάνηκε σύνδεση των στοιχείων αυτών με τη δηλωθείσα ταυτότητά της. Επισημάνθηκε, επίσης, ότι ενώ της δόθηκε επανειλημμένως η δυνατότητα να εκφράσει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τους προβληματισμούς της σχετικά με τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού, η ίδια δεν κατάφερε να περιγράψει τη συναισθηματική, ψυχολογική ή πνευματική της κατάσταση κατά την περίοδο εκείνη, ούτε να αναπτύξει προσωπικά βιώματα συνδεδεμένα με την εμπειρία αυτή· αντίθετα, περιοριζόταν στο να επαναλαμβάνει ότι αισθάνεται «υπέροχα» με τη νέα της ταυτότητα. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι από τις δηλώσεις της δεν προέκυπτε οποιαδήποτε περιγραφή φόβου ή ανησυχίας σχετιζόμενη με τον προσανατολισμό της. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στη Νιγηρία, θα αναμενόταν να παράσχει στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο προστάτευε τον εαυτό της από ενδεχόμενο κίνδυνο ή βλάβη, κάτι που δεν έπραξε. Συνολικά, αποφάνθηκε ότι η Αιτήτρια προσέγγισε επιφανειακά τον τρόπο βίωσης της διαφορετικότητάς της στη χώρα καταγωγής της, με τις δηλώσεις της να στερούνται επαρκών πληροφοριών επί ζητημάτων που αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός της. Ειδικότερα, ο λειτουργός ανέλυσε/αξιολόγησε τις σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας και στη βάση του μοντέλου DSSH, ως ακολούθως:
(α) Διαφορετικότητα: Αξιολογώντας τις απαντήσεις της Αιτήτριας στις ερωτήσεις που της τέθηκαν υπό το σκέλος της διαφορετικότητας (που αφορά στο ότι το άτομο αναγνωρίζει σε κάποια φάση ότι είναι διαφορετικό, ενδεχομένως μέσω μιας σειράς συνειδητοποιήσεων της διαφορετικότητας), ο λειτουργός κατέγραψε ότι, με βάση τις δηλώσεις της Αιτήτριας, δεν διαφαίνεται στο πρόσωπό της αίσθηση διαφορετικότητας, καθώς, παρότι ανέφερε ότι συνειδητοποίησε πως έλκεται από άτομα του ίδιου φύλου, δεν παρέθεσε προσωπικά βιώματα που να αποτυπώνουν τη διαδικασία αυτή. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει πώς η ίδια βιώνει και αντιλαμβάνεται την ταυτότητά της ως ομοφυλόφιλη γυναίκα, ενώ οι περιγραφές της χαρακτηρίστηκαν ως γενικές, επιφανειακές και ανεπαρκώς τεκμηριωμένες. Ο λειτουργός επισήμανε επίσης ελλείψεις και ασυνέπειες τόσο ως προς την περιγραφή της συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού όσο και ως προς τις αναφερόμενες ερωτικές εμπειρίες της με άτομα του ίδιου φύλου. Περαιτέρω, έκρινε ότι δεν περιέγραψε προσωπικές σκέψεις, συναισθήματα, προβληματισμούς ή φόβους που ενδεχομένως βίωνε ως ομοφυλόφιλο άτομο στη Νιγηρία, περιοριζόμενη στην αναφορά ότι τα ομοφυλόφιλα άτομα αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης δέκα ετών. Τέλος, εντόπισε αντίφαση στις δηλώσεις της, καθώς αφενός ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε τη σχέση της κρυφή και αφετέρου ανέφερε ότι είχε φέρει τη σύντροφό της στην οικογενειακή της κατοικία, όπου διέμεναν οι γονείς της και τα επτά αδέλφια της.
(β) Στίγμα/Ντροπή: Αξιολογώντας τις απαντήσεις της Αιτήτριας στις ερωτήσεις που της τέθηκαν υπό το σκέλος του στίγματος και της ντροπής (όπου το στίγμα αναφέρεται στην αναγνώριση και εμπειρία της κοινωνικής αποδοκιμασίας, λόγω της διαφορετικότητας του ατόμου από τους κοινωνικούς κανόνες, ενώ η ντροπή σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να θεωρηθεί ως η εσωτερίκευση του στίγματος ή του αποκλεισμού από την κοινωνία), καταγράφηκε από τον λειτουργό ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας παρουσιάζουν ελλιπείς πληροφορίες αναφορικά με την αντίδραση της οικογένειάς της όταν πληροφορήθηκε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει πώς η ίδια βίωνε συναισθηματικά την ταυτότητά της ως ομοφυλόφιλο άτομο. Συνολικά, ο λειτουργός έκρινε ότι από τις δηλώσεις της απουσιάζει η αναφορά σε προσωπικά βιώματα και εμπειρίες που να αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο βίωσε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό.
(γ) Βλάβη: Αξιολογώντας τις απαντήσεις της Αιτήτριας στις ερωτήσεις που της τέθηκαν υπό το σκέλος της βλάβης (η οποία συνδέεται άμεσα με το στίγμα και συνεπώς κάνει τα άτομα εξαιρετικά ευάλωτα και ‘ξεχωριστά’ από την κοινωνία), ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν επέδειξε πλήρη αντίληψη της επικρατούσας κατάστασης στη χώρα καταγωγής της όσον αφορά την αντιμετώπιση των ομοφυλόφιλων ατόμων από την κοινωνία, καθώς οι σχετικές δηλώσεις της κρίθηκαν ελλιπείς και ανεπαρκώς τεκμηριωμένες. Περαιτέρω, αξιολόγησε ότι, εάν είχε πλήρη επίγνωση των κοινωνικών συνθηκών και των ενδεχόμενων συνεπειών, δεν θα είχε επιλέξει να μεταβεί μαζί με τη σύντροφό της στην οικογενειακή της κατοικία, όπου διέμεναν οι γονείς της και τα επτά αδέλφια της, εκθέτοντας, τη σχέση τους σε κίνδυνο αποκάλυψης.
Κατά την εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας ο λειτουργός αναφέρθηκε στον ποινικό κώδικα της Νιγηρίας ο οποίος ποινικοποιεί τις ενώσεις και τις πράξεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στη κοινωνική διάσταση των πραγμάτων, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θέση των θρησκειών, και τη διάδοση μίσους και μισαλλοδοξίας έναντι των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χώρα περιστατικά ομοφοβικής βίας στη χώρα - απέρριψε, όμως, τον υπό εξέταση ισχυρισμό λόγω ελλιπούς εσωτερικής αξιοπιστίας (ερυθρό 64-63, 47-44 ΔΦ).
Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό (άμεσα συνυφασμένο με τον δεύτερο), ήτοι ότι η οικογένειά της την κατήγγειλε στην αστυνομία εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν ήταν αξιόπιστοι, καθώς παρουσίαζαν ουσιώδεις αντιφάσεις και ασυνέπειες ως προς τη χρονική ακολουθία των γεγονότων που ακολούθησαν την αποκάλυψη του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Συγκεκριμένα, εντόπισε αντιφάσεις σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο η οικογένειά της πληροφορήθηκε ότι ήταν ομοφυλόφιλη, την απομάκρυνσή της από την οικογενειακή εστία, τη μετάβασή της στην οικία του θείου της και την καταγγελία της στην αστυνομία. Η Αιτήτρια υπέπεσε σε χρονική αντίφαση, αρχικά ανάφερε ότι τον 7ο/2021 που έμαθε η οικογένεια της ότι είναι ομοφυλόφιλη και την πέταξαν έξω από το σπίτι, έφυγε και πήγε στο σπίτι του θείου της με την κοπέλα την οποία διατηρούσε δεσμό, μετά είπε ότι την κατείγγειλε η οικογένειά της στην αστυνομία τον 2ο/2021. Περαιτέρω, διαπιστώθηκαν ασυνέπειες στις δηλώσεις της αναφορικά με την επικοινωνία που ισχυρίστηκε ότι είχε με την αστυνομία, καθώς άλλοτε ανέφερε ότι δέχθηκε τηλεφώνημα και άλλοτε ότι έλαβε μήνυμα, ενώ οι ισχυρισμοί της κρίθηκαν αντιφατικοί σε σχέση με τη δήλωσή της ότι είχε ήδη απορρίψει την κάρτα SIM του κινητού της πριν από τη λήψη του μηνύματος. Επιπλέον, κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί της περί αστυνομικής δίωξης δεν υποστηρίζονταν από επαρκή στοιχεία, αφού η ίδια δήλωσε ότι δεν εκκρεμούσε εις βάρος της ποινική υπόθεση ούτε είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, ενώ δεν ανέφερε οποιοδήποτε περιστατικό δίωξης πέραν της φερόμενης επικοινωνίας από την αστυνομία. Τέλος, επισημάνθηκε ότι δεν παρείχε επαρκή και πειστική εξήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα καταγωγής της, παρά τον ισχυρισμό της ότι οι αρχές επιδίωκαν τη σύλληψή της, περιοριζόμενη να αποδώσει την αναχώρησή της στο γεγονός ότι ήταν «τυχερή» και δεν συνελήφθη κατά τον έλεγχο εξόδου από τη χώρα.
Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία της επί των ανωτέρων σημείων του αιτήματός της, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[1], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της σε σχέση με τον κατ’ ισχυρισμό σεξουαλικό της προσανατολισμό αλλά ούτε ότι υφίσταται δίωξη εναντίον της λόγω τούτου, ούτε παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, αλλά ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, βλέπε επίσης §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Από τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Η Αιτήτρια απέτυχε να εξηγήσει με λεπτομέρεια, σαφήνεια και επάρκεια τη διαφορετικότητα της όσον αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό της, αλλά ούτε και ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς οποιαδήποτε εμπειρία που παραπέμπει σε βιωματικό γεγονός κατά το οποίο η ίδια προσωπικά ένιωθε στιγματισμένη. Ούτε ήταν σε θέση να αναφερθεί εκτενέστερα στα βιώματα, τις σκέψεις και τις εμπειρίες της σχετικά με τη διαφορετικότητα της, αλλά ούτε και έδωσε σαφείς εξηγήσεις για τα κατ’ ισχυρισμό ομοφυλοφιλικά αισθήματα και εμπειρίες της. Οι απαντήσεις της αναφορικά με τις σκέψεις, τα συναισθήματά και εν γένει τον εσωτερικό της κόσμο σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ήταν γενικές και αόριστες. Το δε αφήγημα της αναφορικά με την αποκάλυψη της σχέσης της από την οικογένεια της και την επακόλουθη απόρριψη της, θεωρώ ότι στερείται αληθοφάνειας και λεπτομερειών, ενδεικτικών μιας αυθεντικής προσωπικής εμπειρίας. Ήτο θεωρώ, ελλιπής στις περιγραφές της και περιορισμένο σε έκταση κατ΄ ισχυρισμό βίωμα. Οι ισχυρισμοί της περί εμπλοκής των αστυνομικών αρχών και αναζήτησής της μέσω τηλεφώνου λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού παρουσιάζεται με επιπόλαιο και επιφανειακό τρόπο, με αόριστες και περιορισμένες δηλώσεις. Ούτε σαφώς η επιστολή που προσκομίστηκε από την ACCEPT-ΛΟΑΤΙ Κύπρου (ημερομηνίας 17/07/25) με την οποία αναφέρεται ότι η πρώτη αποτελεί μέλος αυτής ως επίσης αποτελεί μέλος της Αφρικανικής ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στην Κύπρο, αποτελεί απόδειξη ή τεκμηρίωση του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Τουναντίον, δεν προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης ότι είχε επαφή ή αποτελούσε μέλος σε κάποια οργάνωση είτε στην χώρα της είτε στην Κυπριακή Δημοκρατία που παρέχει στήριξη σε άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης της ανωτέρω επιστολής. Ούτε δε ανέφερε τον οργανισμό ACCEPT ΛΟΑΤΙ Κύπρου, του οποίου ισχυρίζεται ότι είναι μέλος, ενώ το χρονικό σημείο προσκόμισης της επιστολής ημερομηνίας 17/07/25, ήτοι 3 έτη μετά το αίτημα ασύλου της δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τους σκοπούς προσκόμισης της σε αυτό το στάδιο δικαστικής διαδικασίας και/ή μετά την καταχώρηση της προσφυγής της. Σημειώνεται δε ότι, όταν παρουσιάζονται πληροφορίες που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των ισχυρισμών ενός αιτούντος άσυλο, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση των προβαλλόμενων ανακριβειών των ισχυρισμών του.[2] Η αίτηση πρέπει να αξιολογείται συνολικά, με συνεκτίμηση όλων των παραγόντων που αφορούν τον αιτούντα, συμπεριλαμβανομένων της ηλικίας, του φύλου, του πολιτιστικού, εκπαιδευτικού και γλωσσικού υπόβαθρου, των αναπηριών, των προβλημάτων υγείας, των τραυματικών εμπειριών, του γενετήσιου προσανατολισμού, της ντροπής ή του στίγματος, καθώς και όλων των άλλων συναφών αποδεικτικών στοιχείων.[3] Επιπλέον, τούτου ούτε η υπόδειξη της συνηγόρου αυτής επί της κατ΄ ισχυρισμού σχέσης της με την R.A.W. αναγνωρισμένη πρόσφυγα από την Λιβερία αποτελεί στοιχείο που αυξάνει τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της ακρόασης και υποβολής προφορικού αιτήματος για προσκόμισης μαρτυρίας για «ενδεχόμενο» γάμο (προφανώς - συμφώνου συμβίωσης) με την R.A.W. (αίτημα που απορρίφθηκε) είχε την ευκαιρία να ακούσει την Αιτήτρια συμπληρωματικά σε σχέση με το μέρος που αφορά την κατ΄ ισχυρισμό σχέση της (ως αυτή αναφέρθηκε και στην συνέντευξη της). Με την εικόνα που παρουσίασε η Αιτήτρια, επί τούτου, δεν πείστηκε το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια και την αξιοπιστία των ισχυρισμών της, υπέπεσε δε, σε χρονολογικές και/ή άλλες αντιφάσεις, ως επίσης, σε ασυνέπειες και ασάφειες, ενώ οι πληροφορίες που έδωσε ήταν ελλιπείς και περιορισμένες - ούτε έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι πρόκειται για πρόσωπο που λόγω των περιστάσεων της χρήζει διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, προέκυψε μετά από απαντήσεις της Αιτήτριας αβεβαιότητα για τον χρόνο σύναψης της κατ΄ ισχυρισμό σχέσης της, μη ευλογοφανής ο τρόπος γνωριμίας της με την R.A.W. που οδήγησε σε σοβαρή σχέση, παρουσιάστηκε χρονική αντίφαση για το χρονικό πλαίσιο σχέσης, δεν γνώριζε το πότε έλαβε καθεστώς διεθνούς προστασίας η R.A.W. - ενώ όπως σημείωσε έχουν σοβαρή σχέση, ήταν αντιφατική στις απαντήσεις της για το πότε, πώς μετοίκησαν ή διέμεναν μαζί, δεν ήτο συνεπής στις δηλώσεις της αναφορικά με την σοβαρότητα της σχέσης της που θα οδηγούσε σε κατ΄ ισχυρισμό σύμφωνο συμβίωσης με την R.A.W. αλλά ούτε αληθοφανής ήτο στις απαντήσεις της επί αυτού του ζητήματος. Η Αιτήτρια με τις δηλώσεις της απέτυχε να δικαιολογήσει σωρεία χρονολογικών αντιφάσεων, ασαφειών και ανακριβειών στις απαντήσεις που έδωσε τόσο κατά την διαδικασία στην Υπηρεσία Ασύλου αλλά τόσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.
Τώρα, μέσα από έρευνα του Δικαστηρίου σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης, προκύπτει ότι: «Οι σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου απαγορεύονται στη Νιγηρία από νόμους σε ομοσπονδιακό και κρατικό επίπεδο. Η Νιγηρία είναι μια από τις χώρες όπου ποινικοποιείται ρητά η ερωτική επαφή μεταξύ γυναικών. Η νομοθεσία κατά των διακρίσεων δεν περιλαμβάνει τον σεξουαλικό προσανατολισμό ως ξεχωριστό λόγο προστασίας.» και ειδικότερα ότι: «Την περίοδο 2002-2023, το ILGA World κατέγραψε περισσότερες από 80 περιπτώσεις στις οποίες επιβλήθηκαν διάφοροι νόμοι κατά των ΛΟΑΤΚΙ και άτομα συνελήφθησαν με διάφορες κατηγορίες, όπως για ομοφυλοφιλικές σχέσεις […]» καθώς και «για το ότι ‘έδειχναν’ ως γκέι ή λεσβίες». [4] Στην ίδια πηγή καταγράφεται επίσης ότι: «Οι διακρίσεις κατά των σεξουαλικών μειονοτήτων στη Νιγηρία είναι ‘διάχυτες’, όπως αναφέρει το Freedom House. Η αυτολογοκρισία φέρεται να είναι κοινή μεταξύ των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων για λόγους ασφαλείας. Οι συντηρητικοί θρησκευτικοί κοινωνικοί κανόνες έχουν περιγραφεί ως ο κύριος λόγος πίσω από την ομοφοβία στη Νιγηρία, και θρησκευτικά ιδρύματα και πρόσωπα έχουν αναφερθεί ότι διαδίδουν ομοφοβικά μηνύματα.», ειδικότερα: «Σύμφωνα με το Equaldex, οι ομοφοβικές συμπεριφορές στη νιγηριανή κοινωνία είναι ‘βαθιά ριζωμένες’. Διάφορες έρευνες έχουν δείξει κυρίως αρνητικές στάσεις απέναντι σε ΛΟΑΤΚΙ» και επίσης, «πηγές ανέφεραν ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αντιμετωπίζουν βία από εγκληματικά άτομα και ομάδες.».[5] Συνακόλουθα, σε άλλη πηγή αναφορικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Νιγηρία κατά το έτος 2023, επιβεβαιώνεται ότι: «Ο νόμος ποινικοποιεί τους γάμους ομοφυλόφιλων, τις σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, την ένταξη σε ΛΟΑΤΚΙ+ ομάδες δικαιωμάτων και τη δημόσια εκδήλωση ‘ερωτικής στοργής’ των ομοφυλοφίλων.», ενώ καταγράφεται επίσης ότι: «Οι ουδέτεροι για το πρόσωπο νόμοι, όπως αυτοί κατά της ‘παράνομης συγκέντρωσης’ και της ‘δημόσιας όχλησης’, εφαρμόστηκαν δυσανάλογα εναντίον των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων ή εκείνων που θεωρούνταν ότι είναι ΛΟΑΤΚΙ+.», «Τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ ανέφεραν βία, απειλές (συμπεριλαμβανομένου του εκβιασμού) και παρενόχληση με βάση τον πραγματικό ή αντιληπτό σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα ή έκφραση του φύλου, μεταξύ άλλων από κρατικούς παράγοντες» και «Άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ στοχοποιήθηκαν μέσω εφαρμογών μέσων κοινωνικής δικτύωσης από εγκληματίες», ενώ (συνάμα): «Ο νόμος δεν απαγόρευσε τις διακρίσεις από κρατικούς ή μη φορείς με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα ή έκφραση του φύλου ή τα χαρακτηριστικά του φύλου. Τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ ανέφεραν διακρίσεις στην απασχόληση, τη στέγαση και την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη με βάση τον πραγματικό ή αντιληπτό σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα ή έκφραση του φύλου τους. Ο νόμος ποινικοποίησε τους ομοφυλοφιλικούς γάμους και τις πολιτικές συνενώσεις.».[6]
Παρόλο των πιο πάνω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης η εσωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας δεν τεκμηριώθηκε και/ή κρίθηκε αναξιόπιστη, συνεπώς, δεν θα μπορούσαν οι Καθ΄ ων η αίτηση, λόγω της επικρατούσας κατάστασης για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στη χώρα καταγωγής, να θεωρήσει εξ υπαρχής ότι έχει τον συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό. Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑148/13 έως C‑150/13 Α,Β,C v Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ημερ.02/12/2014, σκέψη 49[7] αναφέρθηκε ότι:
«Συναφώς, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες των κύριων δικών, κατά τους οποίους οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εξέταση αιτήσεως ασύλου στηριζόμενης σε φόβο διώξεως λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του αιτούντος άσυλο οφείλουν να θεωρήσουν τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό ως πραγματικό γεγονός που έχει αποδειχθεί αποκλειστικά και μόνον βάσει των δηλώσεων του ενδιαφερόμενου αιτούντος, οι οικείες δηλώσεις δεν μπορούν, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι αιτήσεις ασύλου, παρά να συνιστούν απλώς το σημείο αφετηρίας της διαδικασίας εξετάσεως των κρίσιμων γεγονότων και περιστάσεων την οποία προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/83.»
Πέραν των πιο πάνω, από τις σχετικές της δηλώσεις, διακρίνεται το γεγονός ότι η Αιτήτρια έφυγε από τη χώρα καταγωγής της νόμιμα μέσω του αεροδρομίου χρησιμοποιώντας το διαβατήριο της χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε ζητήματα κατά την έξοδο της από τη Νιγηρία, ούτε αντιμετώπισε οποιαδήποτε προβλήματα κατά το ταξίδι της, ενώ ουδέποτε είχε συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής της για οιονδήποτε λόγο και οι αρχές της χώρας της θα της επέτρεπαν να επιστρέψει εκεί. Κρίνεται, συνεπώς, ότι δεν τεκμηρίωσε η Αιτήτρια με τους ισχυρισμούς της ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνοτική, φυλετική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής της, ούτε ότι καταζητείται και σε περίπτωση επιστροφής της θα διωχθεί, συλληφθεί ή καταδικασθεί λόγω του ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000). Ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της και τα όσα παρουσίασε, ότι έχει συλληφθεί/καταδικασθεί, ή καταζητείται/διώκεται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρο 3Α του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν. 6(I)/2000).
Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο η Αιτήτρια θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε, ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (ερυθρά 60 ΔΦ) επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησης της δεν ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου[8] επιβεβαιώνεται ότι παρόλο που στην περιοχή επιστροφής της λαμβάνουν χώρα κάποια περιστατικά ασφαλείας, ο αριθμός των επεισοδίων αυτών είναι χαμηλός (σε συνάρτηση με τον πληθυσμό της εν λόγω περιοχής[9]) – επομένως η παρουσία της Αιτήτριας στο έδαφος της συγκεκριμένης περιοχής δεν την εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του Άρθρου 12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), με την Κ.Δ.Π. 145/2025 ημερ.30/05/25 ορίζει τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, η ίδια δεν έχει τεκμηριώσει ότι στη χώρα της δεν είναι ασφαλής λόγω των ειδικών της περιστάσεων.
Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε, βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλουν ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγονται δε, στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε.Aρ.3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 05/06/2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης περιέχει τους πραγματικούς λόγους και τη νομική βάση στην οποία υπήγαγε τα γεγονότα το αρμόδιο όργανο ώστε να καταλήξει στη συγκεκριμένη απόφαση. Οι δε λοιποί νομικοί ισχυρισμοί της συνηγόρου της Αιτήτριας περί του τρόπου αξιολόγησης και/ή μεθοδολογίας που ακολούθησε η αρμόδια αρχή δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και απορρίπτονται ως ατεκμηρίωτοι και μη αιτιολογημένοι (βλέπε Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο - Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Το Δικαστήριο, μετά από πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025).
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), απόφαση της 24/09/2009 IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, σκέψη 11.
[2] Απόφαση ΕΔΔΑ της 23ης Αυγούστου 2016, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 59166/12, σκέψη 93
[3] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System – Judicial analysis (Second edition), February 2023, ενότητα 4.3.2. Objective and impartial assessment – σελ. 95
[4] EUAA, Nigeria - Country Focus (Country of Origin Information Report), July 2024, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_07_EUAA_COI_Report_Nigeria_Country_Focus.pdf, σελ.65-66
[5] Ibid 4, σελ.67-68.
[6] U.S. Department of State, 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Nigeria, April 22, 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/nigeria/
[7] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, Feb.2023, σελ.116-117
[8] Βάσει στοιχείων Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην Πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, στην οποία υπάγεται o τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 15/07/2026), καταγράφηκαν 48 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 49 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.
[9] UNFPA and US Census Bureau, Nigeria – Subnational Population Statistics, 2022, modified 11 Σεπτεμβρίου 2024, https://data.humdata.org/dataset/a7c3de5e-ff27-4746-99cd-05f2ad9b1066/resource/d3a631f1-d9e1-430c-a10e-ff34be40410d/download/nga_admpop_2022.xlsx (ημερομηνία πρόσβασης 15/07/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο