B.B.B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1388/2023, 7/7/2026
print
Τίτλος:
B.B.B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1388/2023, 7/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ. 1388/2023

 

7 Ιουλίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

B.B.B.

 

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

....................

 

Ο αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Λουίζα Γιάγκου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

[Παρούσα η κα Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από γαλλικά σε ελληνικά και αντίστροφα.]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 21/02/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:  Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ») και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 11/01/2023, αφού εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 04/01/2023, αφού εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές στις 25/10/2022.

 

Στις 24/01/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία στις 27/01/2023 ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την εν λόγω συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση - Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, απέρριψε το αίτημα του αιτητή στις 21/02/2023. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε στις 19/04/2023 επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση (μαζί με την αιτιολόγηση αυτής, ως η σχετική Έκθεση - Εισήγηση), η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον αιτητή, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα. Ακολούθως, στις 09/05/2023, ο αιτητής καταχώρησε (αυτοπροσώπως) την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ο αιτητής, ο οποίος δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο κατά την καταχώρηση της προσφυγής του, προέβαλε δια του αιτητικού αυτής, ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του λόγω έλλειψης ασφάλειας.  Ακολούθως, στις 06/08/2023, ο αιτητής καταχώρησε γραπτή δήλωση του, δια της οποίας προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω δίωξης για το αδίκημα της άμβλωσης, αφού η πρώην σύντροφος του, που κυοφορούσε το παιδί του, αποφάσισε να προβεί σε έκτρωση χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, ενώ εκείνη απεβίωσε στις 30/06/2022, μετά την εν λόγω διαδικασία και ο πατέρας της, που είχε επιρροή στη ΛΔΚ, χρησιμοποίησε την πολιτική του ισχύ ώστε να διώξει τον ίδιο, κατηγορώντας τον πως ευθύνεται για την έκτρωση που οδήγησε στο θάνατο της θυγατέρας του. Επιπλέον, ο αιτητής επικαλέστηκε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής αφού έλαβε δύο κλήσεις από την αστυνομία στη χώρα του, καθώς επίσης, ότι αφού έφτασε στην Κύπρο, εκδόθηκε ειδοποίηση καταζητούμενου προσώπου εναντίον του από την αστυνομία στη χώρα του, για το έγκλημα της άμβλωσης.

 

Ο αιτητής παρέπεμψε στα άρθρα 165 και 166 του ποινικού κώδικα της ΛΔΚ, υποστηρίζοντας ότι η άμβλωση είναι παράνομη στη χώρα του και τιμωρείται, ενώ ανέφερε συνάμα πως υπάρχουν συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Maputo (που επικυρώθηκε από την ΛΔΚ το έτος 2008), η έκτρωση είναι γενικά αποδεκτή/επιτρεπτή στη χώρα του, όπως όταν κινδυνεύει η ζωή της μητέρας, ή σε περίπτωση αιμομιξίας ή βιασμού, ή εάν κινδυνεύει η ψυχική και σωματική υγεία της γυναίκας. Καταλήγοντας, ισχυρίστηκε πως διώκεται στη χώρα του για το αδίκημα της άμβλωσης και ότι η οποιαδήποτε επιστροφή του εκεί θα συνιστά σοβαρή απειλή για τη ζωή του. Τέλος, στα πλαίσια της εν λόγω γραπτής του δήλωσης (ημερ. 06/08/2023), ο αιτητής επισύναψε τρία έγγραφα (έγχρωμα φωτοαντίγραφα/εκτυπώσεις), που αφορούν σε δύο κλήσεις του ιδίου για εμφάνιση (ημερ. 02/11/2022 και 16/11/2022), από την αστυνομία της ΛΔΚ, καθώς και σε ειδοποίηση εναντίον του (ημερ. 20/12/2022), από την αστυνομία στη χώρα του, ως καταζητούμενο πρόσωπο για ‘έγκλημα εξαναγκασμού σε άμβλωση’.

 

Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση τοποθετήθηκαν επί των πιο πάνω με την γραπτή τους αγόρευση, αναφέρονται ότι τα εν λόγω έγγραφα που επιχειρεί ο αιτητής να προσκομίσει δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο καθότι είναι παγίως νομολογημένο ότι, προσκόμιση μαρτυρίας δια των γραπτών αγορεύσεων δεν είναι νομολογιακά επιτρεπτή. Επισήμαναν δε, ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν είναι μεταφρασμένα και ούτε είχαν υποβληθεί στην Υπηρεσία Ασύλου, πάρα το ότι είχε ενημερωθεί σχετικά ο αιτητής κατά τη συνέντευξή του (βλ. ερ. 32 του διοικητικού φακέλου – εφεξής «δ.φ.») και παρά το γεγονός ότι αυτά φέρουν ημερομηνία προγενέστερη, τόσο της συνέντευξης του αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου, όσο και της καταχώρησης της προσφυγής του. Υποστήριξαν επίσης, ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής στη γραπτή του δήλωση, περί του ότι εγκατέλειψε τη χώρα του μετά τις δύο κλήσεις που έλαβε από την αστυνομία και αφότου αφίχθηκε στην Κύπρο, εκδόθηκε ειδοποίηση καταζητούμενου προσώπου εναντίον του, έρχονται σε πλήρη αντίφαση με σχετική δήλωση του κατά τη συνέντευξη, ότι δεν υπήρχαν επίσημες κατηγορίες εναντίον του. Τέλος, οι καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν το γεγονός ότι το διαβατήριο του αιτητή εκδόθηκε μετά τον κατ’ ισχυρισμό θάνατο της συντρόφου του, ενώ ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα.

 

Κατόπιν σχετικής αίτησης τροποποίησης της προσφυγής (31/12/2024), μετά το διορισμό συνηγόρου από μέρους του αιτητή, εκδόθηκε σχετικό διάταγμα τροποποίησης ημερομηνίας 10/01/2025 και ακολούθως, στις 24/01/2025 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη κατά το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου προσφυγή. Στην εν λόγω (τροποποιημένη) προσφυγή, γίνεται και αναφορά στα τρία έγγραφα που επισύναψε ο αιτητής στην (αρχική) γραπτή του δήλωση, προβάλλοντας πως αυτά αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά το αίτημά του και ότι ο ίδιος τα απέκτησε μετά από την έκδοση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Στη συνέχεια, καταχωρήθηκε γραπτή αγόρευση για τον αιτητή, όπου γίνεται επίσης (μεταξύ άλλων) αναφορά στα τρία εν λόγω έγγραφα που επισύναψε ο αιτητής στην (αρχική) γραπτή του δήλωση, καθώς και επαναλαμβάνονται οι ίδιοι πιο πάνω ισχυρισμοί του όσον αφορά τα έγγραφα αυτά.  Επιπλέον, δια της εν λόγω γραπτής του αγόρευσης (μέσω της τότε συνηγόρου του) ο αιτητής προβάλλει τους εξής τρεις λόγους ακύρωσης: (1) μη δέουσα έρευνα και πλάνη περί τα πράγματα, (2) λανθασμένη αιτιολογία αφού δεν έγινε ορθή αξιολόγηση της αξιοπιστίας του, και (3) παράλειψη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.

 

Από πλευράς τους, οι καθ’ ων η αίτηση, δια της γραπτής τους αγόρευσης, διατείνονται ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εκ του Νόμου παρεχόμενων εξουσιών, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Επίσης, υποστηρίζουν πως το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, καθώς και ότι, είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, οι καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι δεν έχει ανατραπεί το τεκμήριο της κανονικότητας και εισηγούνται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί πως η συνήγορος του αιτητή, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε, αποσύρθηκε από τη νομική εκπροσώπηση του αιτητή και κατόπιν τούτου, ο αιτητής προώθησε αυτοπροσώπως την παρούσα προσφυγή του.

 

Κατά τις διευκρινίσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο Αιτητής εμφανίστηκε προσωπικά, δηλώνοντας ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του και ότι είχε προσκομίσει κάποια τεκμήρια με τη γραπτή του αγόρευση, τα οποία κατά τον ίδιο, αποδεικνύουν πως κινδυνεύει σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Τα τρία εν λόγω έγγραφα που είχε προσκομίσει ο αιτητής μεταφράστηκαν από τη διερμηνέα κατά την πιο πάνω διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και  ακολούθως τοποθετήθηκε η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής της αγόρευσης και υποβάλλοντας ότι αμφισβητείται η γνησιότητα των εν λόγω εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής ενώ δεν έχουν υποβληθεί τα πρωτότυπα, καθώς επίσης, παρατήρησε ότι αυτά φέρουν μεταγενέστερη ημερομηνία από τη συνέντευξή του (που έγινε στις 24/01/2023) και συνεπώς, ο αιτητής θα μπορούσε να τα προσκομίσει κατά την ημέρα αυτή.

 

Παρατήρησε επίσης, ότι τα δύο πρώτα από τα τρία εν λόγω έγγραφα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ένταλμα σύλληψης. Επιπλέον, υποστήριξε ότι εκ των πραγμάτων ο αιτητής κρίθηκε αναξιόπιστος ως προς τον ισχυρισμό του περί του ότι των καταζητούν/διώκουν οι κρατικές αρχές στη χώρα καταγωγής του για να τον συλλάβουν. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στη γραπτή αγόρευση του αιτητή, όπου γίνεται αναφορά στα άρθρα του ποινικού κώδικα της ΛΔΚ σχετικά με την άμβλωση, υποβάλλοντας της θέση πως δεν θωρείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή θα υποστεί βία, αφού οι ποινές με βάσει τα εν λόγω άρθρα του ποινικού κώδικα αφορούν σε φυλάκιση. Καταλήγοντας, υποστήριξε τη θέση ότι ο λόγος που επικαλείται ο αιτητής ότι κινδυνεύει αν επιστρέψει στη χώρα του, δεν εμπίπτει στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ακολούθως, αφού ρωτήθηκε ο αιτητής από το Δικαστήριο εάν ο ίδιος θεωρεί ότι ακόμη κινδυνεύει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του εξαιτίας του περιστατικού της άμβλωσης, ο αιτητής αποκρίθηκε καταφατικά, επικαλούμενος ότι είχαν πάει στο σπίτι αναζητώντας τον ίδιο και τότε συνέλαβαν τον αδελφό του, επειδή ο ίδιος (ως ισχυρίστηκε) δεν ήταν στο σπίτι, αλλά νοσηλευόταν στο νοσοκομείο. Τέλος, ερωτηθείς για το λόγο που δεν έγινε σύντομα οτιδήποτε από τις 30/06/2022 που απεβίωσε η (πρώην) κοπέλα του αλλά ξεκίνησαν διαδικασίες εναντίου του το Νοέμβριο του 2022, ο αιτητής ανέφερε πως μετά τον θάνατο της κοπέλας, ο πατέρας της άρχισε να διεξάγει έρευνες για τα αίτια και όταν ανακάλυψε πως ο θάνατος της ήταν συνέπεια της άμβλωσης που έκανε, τότε δεν γνώριζε ποιος την είχε αφήσει έγκυο, αλλά άρχισε να ψάχνει από φίλους της και ένας από αυτούς, του έδωσε όλες τις πληροφορίες.  Έκτοτε άρχισαν να τον αναζητούν και όταν πήγαν στο σπίτι του και δεν τον εντόπισαν, θεώρησαν ότι παρέμεινε στη χώρα.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Ο αιτητής στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή είχε κατηγορηθεί για τον θάνατο του πρώην αφεντικού του και τον αναζητούσαν για να τον σκοτώσουν, ενώ ο ίδιος παρέμεινε κρυμμένος σε διαφορετικά μέρη, μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα του κατόπιν παρότρυνσης από τη μητέρα του, αφού δεν είχε κάπου αλλού για να κρυφθεί (ως επίσης κατέγραψε). [βλ. ερ. 1 του δ.φ.]

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του στην Υπηρεσία Ασύλου, ο αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται από την ΛΔΚ (ερ. 42/2Χ του δ.φ.) και ανέφερε πως η περιοχή καταγωγής του είναι η Kinshasa (ερ. 40/3Χ του δ.φ.), όπου αρχικά και μέχρι το 2009 διέμενε στη συνοικία Limete και κατόπιν μετοίκησε στη συνοικία Barumbu (ερ. 39/1Χ του δ.φ.), όπου και παρέμεινε μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του (ερ. 40/3Χ του δ.φ.). Ανέφερε πρόσθετα πως είναι ελεύθερος και χωρίς τέκνα, ότι έχει 3 αδελφές και έναν μεγαλύτερο του αδελφό που ζουν στην Kinshasa, όπου ζει και η μητέρα του, ενώ ο πατέρας του που ήταν στρατιωτικός απεβίωσε το 2001 (ερ. 40/1Χ του δ.φ.). Όπως επίσης ανέφερε, ομιλεί τα γαλλικά και τα Lingala, και ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη χώρα του, καθώς και το πρώτο έτος στο Ανώτερο Παιδαγωγικό και Τεχνικό Ινστιτούτο στην Kinshasa, ωστόσο, σταμάτησε τις σπουδές του εκεί αφού δεν είχε τα χρήματα για να πληρώσει τα δίδακτρα (ερ. 41/2Χ του δ.φ.). Αναφορικά με το επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ήταν ιδιωτικός οδηγός για τα παιδιά ενός πρώην υπουργού του υπουργείου προγραμματισμού της ΛΔΚ (τον οποίο κατονόμασε) από τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι τον Ιούνιο του 2022 (ερ. 40/2Χ του δ.φ.). Ως προς το ταξίδι του, ο αιτητής δήλωσε ότι αναχώρησε αεροπορικώς από την ΛΔΚ, με το διαβατήριο του που εκδόθηκε από τις αρχές της χώρας του, ενώ δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδο του από τη χώρα καταγωγής του (ερ. 41/1Χ και 39/2Χ του δ.φ.).

 

Στη συνέχεια της συνέντευξής του, ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ανέφερε πως ήταν ιδιώτης οδηγός για τα παιδιά ενός πρώην υπουργού του υπουργείου προγραμματισμού (Ministry of Planning) της ΛΔΚ, ενώ ο ίδιος από τον Ιανουάριο του 2022 (ερ. 37/2Χ του δ.φ.) άρχισε να βγαίνει με μία από τις θυγατέρες του εν λόγω υπουργού, η οποία έμεινε έγκυος μαζί του περί τον Μάρτιο του 2022, γεγονός για το οποίο δεν γνώριζαν εξ αρχής αλλά το έμαθαν περί τα τέλη Μαΐου του 2022. Η εν λόγω κοπέλα, τότε μίλησε με μια φίλη της και κατόπιν υποβλήθηκε σε έκτρωση τον Ιούνιο του 2022, ωστόσο, εξαιτίας επιπλοκών που είχε κατά την εν λόγω άμβλωση που έκανε, της έδωσαν κάποια φάρμακα αλλά εκείνη εν τέλει απεβίωσε στις 30/06/2022. Ο πατέρας της ζήτησε όπως διενεργηθεί αυτοψία στην θυγατέρα του και έτσι ανακάλυψε περί τον Ιούλιο του 2022 πως εκείνη απεβίωσε εξαιτίας επιπλοκών λόγω κυοφορίας, ενώ κατόπιν ανακάλυψε πως ο αιτητής ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για την εγκυμοσύνη της κόρης του και έτσι άρχισε να τον αναζητά.

 

Τότε ο πατέρας της (πρώην) κοπέλας του επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του περί τα μέσα Ιουλίου του 2022, όπου του ανέφερε θυμωμένα ότι επιθυμεί να συναντηθούν.  Τότε, ο αιτητής εγκατέλειψε το μέρος όπου διέμενε με τη μητέρα του στο Ndolo της Kinshasa, επικαλούμενος ότι γνώριζε πως ο πατέρας της θα τον έψαχνε στην οικία του. Την επόμενη ημέρα, ως ισχυρίστηκε ο αιτητής, ο πατέρας της έστειλε κάποιους ‘σωματοφύλακες’ του στον καταυλισμό όπου ο ίδιος διέμενε προηγουμένως, ωστόσο δεν τον βρήκαν, αφού είχε ήδη φύγει, ενώ περί τούτου τον είχε ενημερώσει η μητέρα του που διέμενε ακόμα εκεί. Ως επίσης ανέφερε, τα εν λόγω άτομα διεμήνυσαν πως ο ίδιος είχε σκοτώσει την κόρη του πρώην υπουργού και όχι ότι εκείνη απεβίωσε εξαιτίας επιπλοκών λόγω κυοφορίας. Κατόπιν, ενώ αναζητούσαν τον ίδιο για τη δολοφονία της θυγατέρας του εν λόγω πρώην υπουργού (ως ισχυρίστηκε ο αιτητής), εντός του μηνός Ιουλίου του 2022, οι ‘σωματοφύλακες’ του πρώην υπουργού άρπαξαν τον αδελφό του και τον έδειραν, αλλά μετά από παρέμβαση κάποιου φίλου του πατέρα του, στον οποίο είχε πρώτα μιλήσει η μητέρα του, ο αδελφός του αφέθηκε ελεύθερος μετά από έναν μήνα περίπου.  Όπως ανέφερε, είχε διαφύγει και δεν έκανε οτιδήποτε, ούτε του συνέβη οτιδήποτε άλλο.  Ωστόσο, μαζί με τη μητέρα του αποφάσισαν ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα. [ερ. 38/1Χ του δ.φ.]

 

Ακολούθως, ο αιτητής δήλωσε συγκεκριμένα πως σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ότι φοβάται πως θα τον συλλάβουν οι κρατικές αρχές της χώρας για φόνο, επειδή πλέον ο εν λόγω πρώην υπουργός εργάζεται στην κεντρική τράπεζα της ΛΔΚ και διεμήνυσε πως ο ίδιος είχε σκοτώσει την κόρη του και όχι ότι εκείνη απεβίωσε εξαιτίας επιπλοκών λόγω κυοφορίας. Ερωτηθείς κατά πόσο συνέβη οτιδήποτε έκτοτε που έφυγε από τη χώρα καταγωγής του, ώστε να πιστεύει πως κινδυνεύει ακόμα, ο αιτητής αποκρίθηκε αρνητικά, ενώ επιβεβαίωσε πως δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα για τον ίδιο προσωπικά σε περίπτωση που επιστέψει στη χώρα καταγωγής του. [ερ. 38/2Χ του δ.φ.]

 

Κατά την υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο αιτητής δήλωσε ότι από το 2015 άρχισε να εργάζεται ως ιδιωτικός οδηγός, ενώ το 2017 εργαζόταν όπως είπε σε μια εταιρεία ως ιδιωτικός οδηγός μιας υπαλλήλου στην εν λόγω εταιρεία και κατόπιν, άρχισε να εργάζεται ως ιδιωτικός οδηγός για κάποιο μέλος του τοπικού συμβουλίου του Barumbu, ενώ στο παρελθόν εργάστηκε και ως ιδιωτικός οδηγός για τη σύζυγο ενός μέλος του κοινοβουλίου. Ανέφερε επίσης, ότι είχε προσληφθεί ως ιδιωτικός οδηγός για τα παιδιά του πρώην υπουργού περί το 2020, κατόπιν σύστασης από κάποιο φίλο του, που εργαζόταν στο σπίτι του εν λόγω προσώπου. Επιπλέον, ο αιτητής ανέφερε ότι ο εν λόγω πρώην υπουργός είχε 7 παιδιά και ο ίδιος ήταν οδηγός για δύο από τις κόρες του, ενώ πήγαινε τη μία στην εργασία της και την άλλη στο πανεπιστήμιο. Δήλωσε ότι η πρώην κοπέλα του ήταν θυγατέρα του εν λόγω πρώην υπουργού από άλλη μητέρα και δεν ζούσε μαζί με τον πατέρα της, αλλά έμενε με τη μητέρα της σε άλλη περιοχή.

 

Όπως είπε, μόνο μια φίλη της πρώην κοπέλας του γνώριζε για τη σχέση μεταξύ τους, η οποία ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2022. Ο ίδιος συναντούσε τον πατέρα της, όταν πήγαινε στο σπίτι του για να πάρει την άλλη του κόρη, που πήγαινε στην εργασία της, η οποία ήταν από την πρώτη του γυναίκα και έμεναν μαζί. Επιπρόσθετα, ο αιτητής ανέφερε πως η πρώην κοπέλα του είπε στον ίδιο ότι ήταν έγκυος, ωστόσο, δεν του είχε αναφέρει την πρόθεση της να προβεί σε έκτρωση, ενώ ο ίδιος πληροφορήθηκε για τον θάνατο της όταν τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς η φίλη της, όπου του ανεφερε ότι υπεβλήθηκε σε έκτρωση και είχε κάποιες επιπλοκές και έπειτα απεβίωσε. Η εν λόγω γυναίκα, είχε επίσης ενημερώσει τον αιτητή για την αυτοψία που έγινε στην πρώην κοπέλα και του είπε επίσης, προειδοποιώντας τον, ότι ο πατέρας της πρώην κοπέλας του έμαθε για τη σχέση που είχαν και πως ο ίδιος την άφησε έγκυο.

 

Αναφορικά με το περιστατικό με τους ‘σωματοφύλακες’, ο αιτητής ισχυρίστηκε πως κάποιοι από αυτούς φορούσαν στολή αστυνομικού και ότι αποτάθηκαν στη διοίκηση του καταυλισμού, όπου ανέφεραν ότι αναζητούσαν τον ίδιο και εν τέλει, αφού δεν τον βρήκαν, πήραν μαζί τους τον αδελφό του, ενώ για όλα τούτα τον είχε ενημερώσει η μητέρα του, αφού ο ίδιος δεν ήταν εκεί. Ανέφερε επίσης, ότι τα εν λόγω άτομα είπαν στη διοίκηση του καταυλισμού ότι είχαν σταλεί από τον πρώην υπουργό για την υπόθεση ενός φόνου, άρα ο ίδιος θεωρεί πως ήταν οι σωματοφύλακές του. Ισχυρίστηκε επίσης, ότι κατόπιν του εν λόγω περιστατικού, ο εν λόγω πρώην υπουργός είχε επικοινωνήσει ξανά για δεύτερη φορά μαζί του και ότι ήταν αρκετά θυμωμένος και του ανέφερε πως δεν θα αφήσουν τον αδελφό του μέχρι να βρουν τον ίδιο. Επιπλέον, ανέφερε ότι η μητέρα του δεν αποτάθηκε στην αστυνομία σχετικά με την ‘αρπαγή’ του αδελφού του, αλλά ειδοποίησε μια φίλη της που ήταν παντρεμένη με έναν υψηλόβαθμο αξιωματικό, ο οποίος μεσολάβησε ώστε να αφεθεί ο αδελφός του. Ούτε ο ίδιος αποτάθηκε στην αστυνομία για να υποβάλει παράπονο αφού σύμφωνα με την αυτοψία που έγινε δεν είχε κάποια εμπλοκή στο θάνατο της (πρώην) κοπέλας του, επειδή όπως είπε, ο εν λόγω πρώην υπουργός ήταν πολιτικό πρόσωπο και είχε αρκετή επιρροή [ερ. 37-34 του δ.φ.]

 

Καταληκτικά, ο αιτητής δήλωσε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο υπήρχαν επίσημες κατηγορίες εναντίον του ή επίσημο ένταλμα σύλληψής του, ούτε και κατείχε ο ίδιος κάποιο τεκμήριο περί τούτου, αλλά ως επικαλέστηκε, τον έψαχναν παντού επίσημα και με σκοπό να τον συλλάβουν, ενώ ούτε γνώριζε κατά πόσο εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατόπιν που έφυγε από τη χώρα του (ερ. 34/1Χ,2Χ του δ.φ.). Δήλωσε δε, ότι κατά την περίοδο μετά από τον θάνατο της πρώην κοπέλας του και μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα του, δεν συνέβη οτιδήποτε προσωπικά στον ίδιο, αλλά ως ισχυρίστηκε, αφότου έφυγε, ο πρώην υπουργός συνέχισε να στέλνει άτομα που απειλούσαν την οικογένεια του, ώστε να μάθουν που βρίσκεται ο ίδιος (ερ. 34/2Χ και 33/1Χ του δ.φ.). Αναφορικά με το πως κατάφερε να πάρει το διαβατήριο του μετά τον θάνατο της πρώην κοπέλας του, αλλά και κατόπιν, να φύγει από τη χώρα του χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα κατά την έξοδό του, ενώ επικαλείται συνάμα πως φοβάται ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα του θα τον κατηγορήσουν αδίκως για τον θάνατο της κόρης του πρώην αφεντικού του και πρώην υπουργού, ο αιτητής αποκρίθηκε λέγοντας πως τον είχε βοηθήσει ο ανιψιός του να πάρει το διαβατήριο, ο οποίος ήταν πάντα μαζί του κατά τις εν λόγω διαδικασίες έκδοσης του (ερ. 33/1Χ του δ.φ.). Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσο θα μπορούσε να επιστρέψει στην ΛΔΚ και να ζήσει σε κάποια άλλη πόλη, όπως το Lubumbashi, ο αιτητής αποκρίθηκε αρνητικά, επικαλούμενος πως θα τον αναζητούσαν και εκεί επίσης, ενώ δήλωσε επιπλέον, ότι ζητά προστασία από τις αρχές της Δημοκρατίας (ερ. 33/2Χ του δ.φ.).

 

Στη βάση των ανωτέρω προβαλλόμενων ισχυρισμών, η αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στην Έκθεση-Εισήγησή της σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τα προσωπικά στοιχεία και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, ενώ ο δεύτερος αφορά τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης του αιτητή εξαιτίας ότι αδίκως κατηγορήθηκε και τον αναζητούσαν για τον φόνο της πρώην κοπέλας του, θυγατέρας του πρώην υπουργού προγραμματισμού, η οποία απεβίωσε τον Ιούνιο του 2022, κατόπιν επιπλοκών μετά από άμβλωσης [ερ. 64 του δ.φ.]

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή έγινε αποδεκτός, καθότι η λειτουργός έκρινε ότι πληρείται τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των σχετικών του δηλώσεων (ερ. 64-63 του δ.φ.).

 

Ωστόσο, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του δεν έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, καθώς η αρμόδια λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς και να παραθέσει με λεπτομέρεια τα συμβάντα που επικαλέστηκε αναφορικά με το αίτημά του, ενώ υπέπεσε σε ασάφειες, ασυνέπεια και αοριστίες.  Συγκεκριμένα, η λειτουργός κατέγραψε ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τον κίνδυνο που κατ’ ισχυρισμό αντιμετώπιζε από τον πρώην υπουργό, τον πατέρα της πρώην κοπέλας του, που φέρεται να τον κατηγόρησε για τον θάνατό της, παρά μόνο με ασάφεια ανέφερε πως ο πατέρας της είχε επικοινωνήσει με τον ίδιο μετά τον θάνατο της και ζήτησε αρχικά να συναντηθούν, ενώ κατόπιν, επικοινώνησε και πάλι με τον ίδιο λέγοντας του ότι δεν θα αφήσει τον αδελφό του μέχρι να τον βρει. Ως επίσης σημείωσε η λειτουργός, ο αιτητής δήλωσε πως πέραν των δύο αυτών τηλεφωνημάτων που δέχθηκε από τον εν λόγω πρώην υπουργό περί τα μέσα Ιουλίου 2022, δεν συνέβη οτιδήποτε άλλο προσωπικά στον ίδιο μέχρι τη στιγμή που έφυγε από τη χώρα του κατά τον Οκτώβριο του 2022, και ενώ εύλογα αναμενόταν από τον αιτητή να καταδείξει επαρκώς ότι ο ίδιος κινδύνευε από το εν λόγω πρόσωπο, εντούτοις δεν παρέθεσε τέτοιες λεπτομέρειες, ούτε και επεξήγησε επαρκώς τον λόγο που διατήρησε τον τηλεφωνικό του αριθμό στον οποίο επικοινωνούσε μαζί του πρώην υπουργός, ενώ ισχυρίστηκε πως κινδύνευε από το εν λόγω πρόσωπο.

 

Περαιτέρω, η λειτουργός παρατήρησε ότι ο αιτητής δεν παρέθεσε επαρκείς και λεπτομερείς πληροφορίες για την ισχυριζόμενη ‘αρπαγή’ του αδελφού του από τους ‘σωματοφύλακες’ του εν λόγω πρώην υπουργού, ως εύλογα αναμενόταν από τον ίδιο να πράξει, ενώ αποκρίθηκε με ασάφειες και αοριστίες στα σχετικά διευκρινιστικά ερωτήματα που του έγιναν για το εν λόγω κατ’ ισχυρισμό περιστατικό. Ούτε έδωσε ο αιτητής επαρκή επεξήγηση για τον λόγο που δεν κατήγγειλαν, ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η μητέρα του, το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό της απαγωγής του αδελφού του στην αστυνομία, όπου, ερωτηθείς σχετικά, απάντησε με γενικότητα, ενώ εύλογα αναμενόταν από τον ίδιο και την οικογένεια του να αναζητούσαν προστασία από τις αρχές της χώρας του. Επιπλέον, η λειτουργός επεσήμανε ότι ο αιτητής, παρά τον ισχυρισμό του περί ότι αδίκως κατηγορήθηκε για τον θάνατο της κόρης του πρώην υπουργού και τον καταζητούσαν οι κρατικές αρχές, εντούτοις, ο ίδιος με ασυνέπεια και γενικότητα δήλωσε πως δεν γνώριζε κατά πόσο υπήρχαν οιεσδήποτε επίσημες κατηγορίες εναντίον του από τις αρχές της χώρας του, ούτε και γνώριζε κατά πόσο είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψής του στη χώρα του. Καταλήγοντας, η λειτουργός σημείωσε ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να επεξηγήσει επαρκώς την ασυνέπεια που εντοπίστηκε σχετικά με τα όσα ο ίδιος δήλωσε κατά την υποβολή της αίτησης του (περί ότι έφυγε από τη χώρα του επειδή είχε κατηγορηθεί για τον θάνατο του πρώην αφεντικού του) και τα όσα κατόπιν επικαλέστηκε στην συνέντευξή του (περί ότι έφυγε από τη χώρα του επειδή είχε αδίκως κατηγορηθεί για τον θάνατο της θυγατέρας του πρώην αφεντικού του και πρώην υπουργού) [ερ. 62-61 του δ.φ.].

 

Προχωρώντας στη διερεύνηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, η αρμόδια λειτουργός παρέπεμψε σε εξωτερική πηγή, αναφέροντας ότι το πολιτικό πρόσωπο που ο αιτητής κατονόμασε είναι υπαρκτό στη ΛΔΚ, ωστόσο, ως σημείωσε, δεν ανευρέθηκαν πληροφορίες που να αφορούν στο ότι ο αιτητής κατηγορείται ή καταζητείται για φόνο από τις αρχές της ΛΔΚ. Περαιτέρω, παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερική πηγή για την ΛΔΚ, σύμφωνα με τις οποίες η πρόσβαση στην ‘ασφαλή άμβλωση’ ήταν περιορισμένη, ενώ καταγράφηκαν υψηλά ποσοστά εκτρώσεων ανά τη χώρα, με τις πλείστες εκτρώσεις να είναι μη ασφαλής, με αποτέλεσμα τo πολύ υψηλό ποσοστό μητρικής θνησιμότητας, ωστόσο, μετά τη ψήφιση σε νόμο στη ΛΔΚ του Πρωτόκολλου του Maputo το 2018, επεκτάθηκαν αποτελεσματικά οι κατηγορίες υπό τις οποίες η έκτρωση είναι πλέον νόμιμη στη χώρα, αν και παρέμενε η πρόκληση της διάδοσης της εν λόγω αλλαγής στις νομικές και ιατρικές αρχές, καθώς και της ευαισθητοποίησης τους. Ως εκ τούτου, η λειτουργός κατέληξε πως η εξωτερική αξιοπιστία του αιτητή δεν εδραιώνεται, όπως ούτε και η εσωτερική του αξιοπιστία εξαιτίας της αοριστίας και έλλειψης λεπτομέρειας που εντοπίστηκαν στις σχετικές του δηλώσεις. Αφού δε, συνεκτιμήθηκαν όλα τα δεδομένα που πλαισίωναν τον εν λόγω ισχυρισμό και με βάση τα ευρήματα της αρμόδιας λειτουργού επί τούτου, ο ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής και απορρίφθηκε στο σύνολό του [ερ. 60 του δ.φ.].

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, η αρμόδια λειτουργός, με βάση τους αποδεκτούς ισχυρισμούς, δηλαδή το προσωπικό προφίλ του αιτητή και τη χώρα καταγωγής του, λαμβάνοντας υπόψη και την τότε γενική κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (από σχετικές πληροφορίες που επίσης παρέθεσε), έκρινε πως δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα σε περίπτωση που ο αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στην Kinshasa της ΛΔΚ να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης [ερ. 59 του δ.φ.].

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, η αρμόδια λειτουργός έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για κάποιον από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)/2000 και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, ώστε να του παραχωρηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα. Στη συνέχεια, διαπίστωσε πως δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 (2) (α) και (β) του προαναφερθέντος Νόμου, ούτε και πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(γ) του ιδίου Νόμου, αφού σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή και συγκεκριμένα στην Kinshasa της ΛΔΚ (σύμφωνα με πληροφορίες από εξωτερική πηγή, που παρέθεσε η λειτουργός) διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταντο συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, η λειτουργός κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας στον αιτητή, δυνάμει του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)/2000 [ερ. 59-57 του δ.φ.].  Ως εκ των ανωτέρω, το αίτημα του αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου καθώς και όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία.

 

Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ, εφόσον μάλιστα δεν αμφισβητείται. Επομένως, γίνεται αποδεκτό ότι ο αιτητής είναι υπήκοος της ΛΔΚ με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής την Kinshasa.

 

Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, συμφωνώ με την κατάληξη των καθ' ων η αίτηση ότι ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του αιτητή εξαιτίας του ότι κατηγορήθηκε για τον θάνατο της πρώην κοπέλας του και θυγατέρας ενός πρώην Υπουργού της ΛΔΚ, για τον οποίο δεν ευθυνόταν ο ίδιος, προβλήθηκε κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει πως ο αιτητής στο πλαίσιο της αφήγησης του, δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες, λεπτομέρειες και εξηγήσεις για τον κίνδυνο που επικαλέστηκε ότι διατρέχει, ενώ υπέπεσε σε ασάφειες, αντιφάσεις και ασυνέπειες.

 

Συγκεκριμένα, ο αιτητής μέσα από τις δηλώσεις του δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον φόβο δίωξης του. Καταρχάς, ως προς την εργασιακή του εμπειρία στη χώρα του, παρατηρείται ότι ο αιτητής αρχικά είχε δηλώσει μόνο ότι εργαζόταν ως ιδιωτικός οδηγός για τα παιδιά του πρώην υπουργού προγραμματισμού της ΛΔΚ, από το 2020 μέχρι το 2022 (ερ. 40/2Χ του δ.φ.), ενώ μετέπειτα, σε σχετική ερώτηση, ο ίδιος ανέφερε πως εργαζόταν από το 2015 ως ιδιωτικός οδηγός, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, πριν από την εν λόγω τελευταία του εργασία ως ιδιωτικός οδηγός για τον πρώην υπουργό (ερ. 37/1Χ του δ.φ.). Ενώ ανέφερε ότι ο πρώην υπουργός κατείχε το εν λόγω αξίωμα από τον Σεπτέμβριο του 2015 και κατά τη θητεία του προηγούμενου προέδρου της ΛΔΚ, καθώς και ότι πλέον εκείνος δεν ήταν υπουργός όταν ο ίδιος εργαζόταν για εκείνον, εντούτοις, ο αιτητής δεν γνώριζε χρονικά μέχρι πότε το εν λόγω άτομο κατείχε το εν λόγω αξίωμα του υπουργού (ερ. 37/2Χ του δ.φ.), αλλά ούτε και γνώριζε επακριβώς πότε και ποια θέση είχε εκείνος αναλάβει στην κεντρική τράπεζα της ΛΔΚ, όπου ως ο αιτητής ανέφερε, εκείνος εργαζόταν πλέον (ερ. 38/2Χ του δ.φ.).

 

Περαιτέρω, διαπιστώνονται κενά και ασάφεια στα λεγόμενα του αιτητή σχετικά με την περίοδο που ο ίδιος και η πρώην κοπέλα του έμαθαν περί τα τέλη Μαΐου του 2022 πως η τελευταία κυοφορούσε το παιδί τους και μέχρι τον θάνατό της στα τέλη Ιουνίου του 2022 (ερ. 38/1Χ του δ.φ.), όπου ο αιτητής ούτε γνώριζε, αλλά ούτε και ενδιαφέρθηκε ενδεχομένως για εκείνην, ενώ ως ο ίδιος δήλωσε, έμαθε μέσω μιας φίλης της πως η κοπέλα του απεβίωσε κατόπιν επιπλοκών από την έκτρωση που υποβλήθηκε επικαλούμενος ότι την έπαιρνε τηλέφωνο και δεν ανταποκρινόταν (ερ. 36/1Χ,2Χ του δ.φ.). Επίσης, με ασυνέπεια ο αιτητής δήλωσε ότι κατά την εν λόγω περίοδο, ο ίδιος είχε ασθενήσει και δεν πήγαινε στην εργασία του, ωστόσο, ως επίσης δήλωσε, ο ίδιος είχε τότε δείξει τη διάγνωση του γιατρού στην κοπέλα του (ερ. 36/2Χ του δ.φ.), την οποία δε, ο αιτητής συνήθιζε να πηγαίνει στο πανεπιστήμιο (ερ. 38/1Χ και 37/1Χ,2Χ του δ.φ.).

 

Επιπρόσθετα, ο αιτητής υπέπεσε σε σειρά αντιφάσεων, αφού ως παρατηρείται, κατά την ελεύθερη του αφήγηση ανέφερε συγκεκριμένα ότι ο πατέρας της κοπέλας του, είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον ίδιο μία φορά μετά τον θάνατό της και ότι εκείνος ακουγόταν πολύ θυμωμένος, κάτι που οδήγησε τον αιτητή να εγκαταλείψει τον καταυλισμό όπου διέμενε τότε (ερ. 38/1Χ του δ.φ.), ωστόσο, ο αιτητής, αναφερόμενος μετέπειτα στο εν λόγω τηλεφώνημα, δήλωσε πως ο πατέρας της πρώην κοπέλας του, του ανέφερε ότι επιθυμεί να συναντηθούν, χωρίς να του αναφέρει τον λόγο ή να αναφερθεί στο θάνατο της κόρης του (ερ. 36/2Χ του δ.φ.). Κληθείς δε, να αναφέρει τον λόγο που ο ίδιος είπε ότι εκείνος ήταν πολύ θυμωμένος αλλά δεν αναφέρθηκε στον θάνατο της κόρης του, ο αιτητής σε ασυνέπεια με την προηγούμενη δήλωσή του, επικαλέστηκε πως ο πατέρας της κοπέλας του επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς και δεύτερη φορά, αφού πήραν τον αδελφό του, εκβιάζοντας τον ίδιο (ερ. 36/2Χ του δ.φ.).

 

Επίσης, όσον αφορά το περιστατικό, όπου ‘άρπαξαν’ τον αδελφό του από τον καταυλισμό όπου διέμενε, πέραν του ότι διαπιστώνεται πως η σχετική περιγραφή και δηλώσεις του αιτητή στερούνταν επαρκούς και ολοκληρωμένης αφήγησης και ο ίδιος απαντούσε στα διευκρινιστικά ερωτήματα υπεκφεύγοντας να εξηγήσει τον τρόπο που έγινε η ‘αρπαγή’ του αδελφού του από τρίτους εντός του στρατιωτικού καταυλισμού όπου διέμενε (ερ. 35/1Χ,2Χ του δ.φ.), παρατηρούνται και αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του αιτητή, περί του ότι η μητέρα του αποτάθηκε έπειτα σε κάποιον υψηλόβαθμο αξιωματικό που ήταν σύζυγος μιας φίλης της, ώστε να δράσει γρήγορα για την απελευθέρωση του αδελφού του (ερ. 35/2Χ του δ.φ.), ενώ ο ίδιος είχε αρχικά αναφέρει, κατά την ελεύθερη του αφήγηση, ότι ο αδελφός του αφέθηκε ελεύθερος μετά από έναν περίπου μήνα και κατόπιν παρέμβασης κάποιου φίλου του πατέρα του, στον οποίο είχε προηγουμένως μιλήσει μητέρα του (ερ. 38/1Χ του δ.φ.). Με πλήρη ασάφεια δε, ενώ ο αιτητής είχε αρχικά επικαλεστεί πως κατά την ‘αρπαγή’ του αδελφού του από άτομα που έστειλε ο πατέρας της κοπέλας του, μετά που έψαχναν τον ίδιο και δεν τον βρήκαν, οι κρατικές αρχές ειδοποιήθηκαν σχετικά και τον αναζητούσαν για τον φόνο της κόρης του εν λόγω πρώην υπουργού (της κοπέλας του), ως ο ίδιος είχε ενημερωθεί από τη μητέρα του (ερ. 38/1Χ του δ.φ.).  Μετέπειτα, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε πληροφορηθεί για το γεγονός αυτό από το (δεύτερο) τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον εν λόγω πρώην υπουργό, όπου εκείνος του ανέφερε πως τον αναζητούν επίσημα για τον συλλάβουν (ερ. 34/1Χ του δ.φ.),  αφότου πέρασε περίπου μία εβδομάδα (ερ. 34/1Χ του δ.φ.) μετά και από την ισχυριζόμενη ‘αρπαγή’ του αδελφού του, που προηγήθηκε (ερ. 36/2Χ του δ.φ.).

 

Πέραν των πιο πάνω, γενικότερα διαπιστώνεται αοριστία στα λεγόμενα του αιτητή σε σχέση με τις ‘απειλές’ που δέχτηκε και τα περί καταδίωξης του στη χώρα καταγωγής του, αφού ως ο ίδιος δήλωσε, δεν συνέβη οτιδήποτε άλλοενόσω βρισκόταν στη χώρα του (ερ. 38/1Χ του δ.φ.), ούτε συνέβη οτιδήποτε που να καταδεικνύει πως κινδυνεύει εκεί, από τότε που έφυγε από τη χώρα καταγωγής του (ερ. 38/2Χ του δ.φ.), αλλά και ούτε, συγκεκριμένα κατά την περίοδο μετά από τον θάνατο της πρώην κοπέλας του.  Συνεπώς, από τότε που εγκατέλειψε τη χώρα του, δεν συνέβη οτιδήποτε προσωπικά στον ίδιο, ενώ με γενικότητα και αοριστία επικαλέστηκε πως αφού εγκατέλειψε τη χώρα, απειλούσαν την οικογένειά του, για να μάθουν που βρίσκεται ο ίδιος (ερ. 34/2Χ και 33/1Χ του δ.φ.). Επιπλέον, ο αιτητής δήλωσε πως δεν γνώριζε κατά πόσο υπήρχαν επίσημες κατηγορίες εναντίον του ή επίσημο ένταλμα σύλληψής του στη χώρα καταγωγής του (ερ. 34/2Χ του δ.φ.). Εξάλλου, ο ίδιος, ως δήλωσε, αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα καταγωγής του, χρησιμοποιώντας το διαβατήριο του (ερ. 39/2Χ του δ.φ.), που εκδόθηκε στην Kinshasa από τις αρχές της χώρας του στις 20/08/2022 (ερ. 7 του δ.φ.), μετά τα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα που επικαλέστηκε, χωρίς δε, να αντιμετωπίσει (ενδεχομένως) οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδο του από τη χώρα καταγωγής του (ερ. 41/1Χ του δ.φ.). Ούτε έδωσε επαρκή/εύλογη απάντηση όταν κλήθηκε να διευκρινίσει το γιατί ισχυρίζεται πως κινδυνεύει να κατηγορηθεί για τον θάνατο της κοπέλας του από τις κρατικές αρχές, δεδομένου ότι κατάφερε να πάρει το διαβατήριο του μετά τον θάνατο της (πρώην) κοπέλας του, αλλά και κατόπιν, να φύγει από τη χώρα του χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα κατά την έξοδό του (ερ. 33/1Χ του δ.φ.).

 

Ως εκ των ανωτέρω συμπεραίνεται, η έλλειψη σαφών και συνεκτικών απαντήσεων, οι αντιφάσεις του αφηγήματός του και η αδυναμία του αιτητή να αποδώσει επαρκώς τους βασικούς ισχυρισμούς του, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εσωτερική του αξιοπιστία δεν τεκμηριώνεται. Ούτε δε, από τα όσα προέβαλε ο αιτητής κατά τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει κάτι διαφορετικό που να ανατρέπει τα εν λόγω ευρήματα, αλλά ούτε και υποστήριξε οτιδήποτε που να ενισχύει τους ισχυρισμούς του.

 

Ειδικότερα, παρατηρείται καταρχάς ότι, ο αιτητής με γενικότητα και αοριστία προβάλλει τους ισχυρισμούς περί του ότι κινδυνεύει και καταδιώκεται στη χώρα του, ενώ με ασυνέπεια προβάλλει ότι κινδυνεύει στη χώρα του εξαιτίας του ότι διώκεται για το αδίκημα της άμβλωσης, αφού κατηγορήθηκε από τον πατέρα της (πρώην) κοπέλας του, που ήταν πολιτικό πρόσωπο, πως ευθύνεται ο ίδιος για την έκτρωση που οδήγησε στο θάνατό της. Εντούτοις, ο αιτητής κατά τη διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου (που προηγήθηκε) ισχυρίστηκε ότι κινδυνεύει και τον καταζητούν στη χώρα του για να τον συλλάβουν, επειδή είχε κατηγορηθεί (αδίκως) συγκεκριμένα για τη δολοφονία της εν λόγω κοπέλας (ερ. 38/2Χ του δ.φ.). Περαιτέρω, από τα όσα δήλωσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κληθείς να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα, ο αιτητής υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων.

 

Συγκεκριμένα, ο αιτητής ανέφερε πως όταν είχαν πάει στο σπίτι του και τον αναζητούσαν, ο ίδιος δεν ήταν εκεί, αλλά βρισκόταν στο νοσοκομείο για νοσηλεία, ενώ κατά τη συνέντευξή του, είχε αναφέρει πως ο ίδιος δεν βρισκόταν τότε στο σπίτι του, καθότι είχε ήδη φύγει από το μέρος αυτό την προηγούμενη ημέρα ώστε να μην τον βρουν εκεί (ερ. 38/1Χ του δ.φ.). Ούτε εξάλλου ο αιτητής αναφέρθηκε σε οιαδήποτε νοσηλεία του σε νοσοκομείο, παρά μόνο ότι δήλωσε στον πατέρα της (πρώην) κοπέλας του, όταν εκείνος επικοινώνησε μαζί του μετά τον θάνατο της (μια ημέρα πριν πάνε στο σπίτι του για να τον αναζητήσουν), πως ο ίδιος δεν ένιωθε καλά και ότι κατείχε ιατρική διάγνωση περί τούτου (ερ. 36/2Χ του δ.φ.). Δήλωσε δε, επανειλημμένα κατά τη συνέντευξή του, πως όταν πήγαν για να τον αναζητήσουν στο μέρος όπου διέμενε, δεν βρήκαν τον ίδιο εκεί και έτσι πήραν τον αδερφό του, χωρίς (ενδεχομένως) να αναφερθεί ότι νοσηλευόταν στο νοσοκομείο (ερ. 35 του δ.φ.), ενώ επιπλέον, δήλωσε ότι δεν πήγε στην αστυνομία για να αναφέρει το εν λόγω περιστατικό επειδή φοβόταν και κρυβόταν (ερ. 35/2Χ του δ.φ.).

 

Επίσης, αντιφατικά επικαλέστηκε κατά την παρούσα διαδικασία πως μετά τον θάνατο της πρώην κοπέλας του, ο πατέρας της άρχισε να διεξάγει έρευνες για τα αίτια (ενώ στη συνέντευξή του ανέφερε ότι ο πατέρας της ζήτησε όπως διενεργηθεί αυτοψία στη θυγατέρα του και έτσι έμαθε πως ο θάνατος της ήταν συνέπεια της άμβλωσης που υποβλήθηκε – ερ. 38/1Χ του δ.φ.) και ότι εκείνος τότε ρώτησε διάφορους φίλους της και εν τέλει έμαθε από έναν φίλο της κόρης του πως ο αιτητής ήταν που την άφησε έγκυο (ενώ στη συνέντευξή του ανέφερε πως μία συγκεκριμένη φίλη της κοπέλας του, που ήταν το μοναδικό άτομο το οποίο γνώριζε για τη μεταξύ τους σχέση, ήταν αυτή που το είπε στον πατέρα της – ερ. 37/2Χ και 36/1Χ του δ.φ.).  Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, από έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καταρχάς επιβεβαιώνεται ότι η έκτρωση ήταν γενικά ‘συνηθισμένη’ στη ΛΔΚ[1], περιλαμβανομένης και της Kinshasa ως ειδικότερα αναφέρεται για αυτήν[2], όπου συγκεκριμένα (βάσει μελέτης με δεδομένα του 2021) οι αμβλώσεις αφορούσαν περισσότερο τις γυναίκες μεταξύ 20-29 ετών, τις ανύπαντρες γυναίκες, τις γυναίκες χωρίς παιδιά, καθώς και τις γυναίκες με ανώτερη μόρφωση[3]. Επίσης, επιβεβαιώνεται το αυξημένο επίπεδο επισφαλών αμβλώσεων σε γυναίκες και σε κορίτσια στην εφηβεία που επικρατούσε στη ΛΔΚ (βάσει αναφορών του 2021) για διάφορους λόγους[4], κάτι που είχε ως αποτέλεσμα τους μητρικούς θανάτους[5]. Επιπλέον, επιβεβαιώνεται και το γεγονός ότι οι εκτρώσεις στη ΛΔΚ ήταν απαγορευμένες/ποινικοποιημένες δια νόμου, παρά και την επικύρωση του Πρωτόκολλου του Maputo από τη ΛΔΚ το 2008[6], ενώ με την υιοθέτηση του εν λόγω Πρωτοκόλλου το 2018 (δια νόμου στις 14/03/2018[7]) εισάχθηκαν ειδικές περιπτώσεις ως εξαιρέσεις για τη νομιμότητα και πρόσβαση στην έκτρωση ως προνοεί το Πρωτόκολλο του Maputo[8].

 

Έκτοτε, η έκτρωση στη ΛΔΚ ως αναφέρεται, ήταν «πλέον νόμιμη στις περιπτώσεις όπου η συνέχιση της εγκυμοσύνης θέτει σε κίνδυνο τη ψυχική και σωματική υγεία της γυναίκας», ενώ ως συνολικά αναφέρθηκε, η παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με την άμβλωση ήταν ‘υψηλότερη μετά την αποποινικοποίηση’[9]. Παρά ταύτα, σύμφωνα με το νόμο περί της υγείας στη ΛΔΚ του Δεκεμβρίου του 2018, ‘απαγορεύεται η εκούσια διακοπή της εγκυμοσύνης’ (άρθρο 85 του εν λόγω νόμου) και σύμφωνα επίσης με το άρθρο 86 του εν λόγω νόμου (άτυπη μετάφραση): «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 85, η θεραπευτική έκτρωση επιτρέπεται όταν ο σκοπός της είναι η διατήρηση της ζωής της μητέρας. Η ευγονική έκτρωση επιτρέπεται επίσης σε περίπτωση συγγενών δυσπλασιών του εμβρύου ασυμβίβαστων με τη ζωή.»[10].

 

Περαιτέρω, από έρευνα που διεξήγαγα σε εξωτερικές πηγές πηγές πληροφόρησης, επιβεβαιώνεται ότι το εν λόγω άτομο που ο αιτητής κατονόμασε, ήταν όντως πρώην υπουργός προγραμματισμού στη ΛΔΚ και κατά την περίοδο 2015-2016 συγκεκριμένα[11], όταν τότε (όμως) κυβερνούσε ο πρώην πρόεδρος της ΛΔΚ (που από το 2019, δεν βρίσκεται πλέον στην εξουσία)[12]. Επίσης, παρατηρείται ότι το εν λόγω πρόσωπο, από το 2021 μέχρι και το 2024 (τελευταία διαθέσιμη ετήσια αναφορά της Κεντρικής Τράπεζας της ΛΔΚ[13]), κατείχε τη θέση του ‘σύμβουλου υπεύθυνου για την παρακολούθηση των τραπεζικών εργασιών και των αγορών’, ως μέλος των ανώτερων στελεχών του γραφείου του διοικητική της κεντρικής τράπεζας της ΛΔΚ[14] (η οποία αποτελεί ‘ανεξάρτητο’ όργανο, με σκοπό/αντικείμενο τον ‘καθορισμό και την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής’ της χώρας[15]).

 

Από τις πιο πάνω πληροφορίες που παρατέθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επιβεβαιώνονται εν μέρει οι ισχυρισμοί του αιτητή περί της ποινικοποίησης της άμβλωσης (ως ίσχυε στη χώρα καταγωγής του) και των μητρικών θανάτων ως αποτέλεσμα της αυξημένης χρήσης ανασφαλών μεθόδων έκτρωσης από τις γυναίκες στη ΛΔΚ, καθώς επίσης και το προηγούμενο αξίωμα και η μετέπειτα εργασία του πατέρα της πρώην κοπέλας του αιτητή. Ωστόσο, αυτά από μόνα τους δεν τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του αιτητή συνολικά, αλλά και ειδικότερα, ούτε επιβεβαιώνουν το προσωπικό ζήτημα του αιτητή ή εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε διασύνδεση του αιτητή με τα συγκεκριμένα πρόσωπα και περιστάσεις.

 

Εν κατακλείδι, ενόψει της μη στοιχειοθετηθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας των σχετικών ισχυρισμών του αιτητή για τους λόγους που εκτενώς αναλύονται ανωτέρω, ο ισχυρισμός του περί φόβου δίωξης του από τις αρχές της χώρας του εξαιτίας ότι κατηγορείται για τον θάνατο, συνεπεία επιπλοκών μετά από άμβλωση, της πρώην κοπέλας του και θυγατέρας του πρώην υπουργού προγραμματισμού της ΛΔΚ, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και ως εκ τούτου απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Όσον αφορά τα τρία έγγραφα που ο αιτητής προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την παρούσα διαδικασία (ως αναφέρθηκε ανωτέρω), παρατηρείται καταρχάς ότι αυτά αφορούν σε δύο (φερόμενες) κλήσεις για εμφάνιση του ιδίου από την αστυνομία της ΛΔΚ (ημερ. 02/11/2022 και 16/11/2022), καθώς και σε μία (φερόμενη) ειδοποίηση καταζητούμενου προσώπου εναντίον του (ημερ. 20/12/2022) και πάλι από την αστυνομία στη χώρα του, για ‘έγκλημα εξαναγκασμού σε άμβλωση’. Διακρίνεται επίσης, ότι τα εν λόγω έγγραφα προσκομίστηκαν με τη γραπτή δήλωση του αιτητή (ημερ. 06/08/2023), ενώ σε αυτά γίνεται αναφορά και στην γραπτή του αγόρευση (που ακολούθησε), μέσω της συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε τότε.

 

Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι αναφορικά με τη διαδικασία προσκόμισης νέων εγγράφων και/ή στοιχείων και/ή οποιασδήποτε πρόσθετης μαρτυρίας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου είναι σχετικός ο Κανονισμός 10(α) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019) έως 2022 (ως ίσχυαν κατά την καταχώρηση της παρούσας προσφυγής). Σύμφωνα με τον εν λόγω Κανονισμό 10(α): «Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται- (i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και (ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.».

 

Στην παρούσα περίπτωση, παρατηρείται ότι και τα τρία έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής, φέρουν ημερομηνίες προγενέστερες από αυτή της διεξαγωγής της συνέντευξης του στην Υπηρεσία Ασύλου, καθώς και από την ημερομηνία της καταχώρησης της (αρχικής) προσφυγής του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ωστόσο, ο αιτητής ουδόλως επεξήγησε κάποιον (ιδιαίτερο ενδεχομένως) λόγο για τον οποίο και ‘αδυνατούσε’ ο ίδιος ‘άνευ δικής του υπαιτιότητας’ να υποβάλει τα εν λόγω έγγραφα κατά τα προηγούμενα στάδια, ήτοι ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ή με την αρχική προσφυγή του. Εξάλλου, διακρίνεται ότι κατά την εν λόγω συνέντευξή του, ο αιτητής δήλωσε άγνοια σχετικά με το κατά πόσο υπήρχαν επίσημες κατηγορίες εναντίον του ή κάποιο ένταλμα σύλληψής του, ούτε και κατείχε ο ίδιος οποιοδήποτε τεκμήριο περί τούτου (όπως ανέφερε), αλλά ούτε και γνώριζε κατά πόσο εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του αφού έφυγε από τη χώρα του, ως πρόσθετα δήλωσε (ερ. 34/1Χ,2Χ του δ.φ.).

 

Περαιτέρω, ουδόλως αναφέρει ο αιτητής πότε και πως (ή με ποιο τρόπο και από ποιον) προμηθεύτηκε/έλαβε τα εν λόγω έγγραφα, παρά μόνο με ασάφεια/αοριστία αναφέρει στη γραπτή του δήλωση πως έλαβε τις δύο κλήσεις ενόσω ήταν στη χώρα του (ενώ αυτές φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη από την αναχώρηση του από την ΛΔΚ) καθώς και την ειδοποίηση καταζητούμενου προσώπου μετά που εγκατέλειψε τη χώρα του, ως επίσης, με ασυνέπεια, στη γραπτή του αγόρευση που ακολούθησε (δια της συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε τότε) αναφέρεται πως τα τρία εν λόγω έγγραφα τα απέκτησε ο ίδιος μετά από την έκδοση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Επιπλέον, διαπιστώνεται και ασυνάφεια, εφόσον ως ειδικότερα φαίνεται στο έγγραφο ειδοποίησης καταζητούμενου προσώπου, η (φερόμενη) κατηγορία εναντίον του αιτητή στη χώρα του αφορά σε ‘έγκλημα εξαναγκασμού σε άμβλωση’ και όχι συγκεκριμένα περί του ότι καταζητείται και κινδυνεύει με σύλληψη στη χώρα καταγωγής του για ‘φόνο/δολοφονία’, ως ο ίδιος επικαλέστηκε κατά τη συνέντευξη του στην Υπηρεσία Άσυλου. Ούτε εξάλλου, ο αιτητής αιτιολόγησε επαρκώς ενώπιον του Δικαστηρίου το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε (περί τους 5-6 σχεδόν μήνες) από τον θάνατο της (πρώην) κοπέλας του και μέχρι την έκδοση των εν λόγω τριών εγγράφων που προσκόμισε, αφού τα όσα επικαλέστηκε σχετικά με τις (κατ’ ισχυρισμό) ενδιάμεσες ενέργειες του πατέρα της εν λόγω κοπέλας συνέβησαν εντός 2-3 εβδομάδων μετά τον θάνατό της (σύμφωνα με σχετικές δηλώσεις του αιτητή κατά τη συνέντευξή του – ερ. 38/1Χ του δ.φ.).

 

Πέραν των πιο πάνω και εξετάζοντας (επικουρικώς) τα εξωτερικά και εσωτερικά στοιχεία επί των εν λόγω εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής, αρχικά παρατηρείται πως και τα τρία έγγραφα αποτελούν φωτοαντίγραφα και όχι πρωτότυπα έντυπα, ενώ συνάμα εντοπίζονται ορισμένες αλλοιώσεις/αποκλίσεις σε αυτά, όπως το παραμορφωμένο λογότυπο της αστυνομίας της ΛΔΚ, η απουσία επίσημου εμβλήματος της ΛΔΚ και οι ημερομηνίες που είναι σε μη ολοκληρωμένη μορφή και φαίνεται να έχουν μπει με σφραγίδα. Ειδικότερα, στα δύο πρώτα έγγραφα, παρατηρείται πως κάποια στοιχεία του κειμένου έχουν συμπληρωθεί χειρόγραφα, ενώ η μία από τις σφραγίδες με την ημερομηνία στο καθένα από τα δύο πρώτα έγγραφα προεξέχει (μερικώς) από το βασικό πλαίσιο του κάθε εντύπου. Επίσης, στα δύο πρώτα έγγραφα οι υπογραφές και σφραγίδες της αστυνομίας είναι εκτός της ενδεδειγμένης θέσης στο κάθε έντυπο, ενώ και στα τρία έγγραφα οι σφραγίδες της αστυνομίας παρουσιάζονται αλλοιωμένες και μερικώς αποκομμένες, καθώς επίσης, παρατηρείται ότι οι υπογραφές και οι σφραγίδες της αστυνομίας είναι πανομοιότυπες (ως και οι αλλοιώσεις που προαναφέρθηκαν), αλλά και φαίνεται να είναι ηλεκτρονικά τοποθετημένες επί του κάθε εγγράφου.

 

Όσον αφορά συγκεκριμένα το τρίτο έγγραφο, προκύπτει διαφορά με τα άλλα δύο σε σχέση με το ότι αυτό είναι πλήρως δακτυλογραφημένο (μαζί και με τα μη τυπικά/γενικά στοιχεία που αναγράφονται σε αυτό). Περαιτέρω, διαπιστώνονται κάποιες ουσιαστικές αποκλίσεις στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, όπως η αναφορά στην αστυνομία του Limete στην περιφέρεια Mont Amba (ως εκδίδουσα αρχή), ενώ ο αιτητής (ως δήλωσε) από το 2009 διέμενε στη συνοικία του Barumbu (ερ. 39/1Χ του δ.φ.), που βρίσκεται σε άλλη περιφέρεια (συγκεκριμένα στην Lukunga), ως επίσης, συγκεκριμένα στο τρίτο έγγραφο (ειδοποίηση καταζητούμενου προσώπου), διακρίνεται η απουσία αριθμού εγγράφου/υπόθεσης (ως υπάρχει για τα δύο πρώτα έγγραφα) και αναφοράς στο σχετικό άρθρο του ποινικού κώδικα για τη φερόμενη κατηγορία εναντίον του αιτητή. Επίσης, στο ίδιο έγγραφο γίνεται αναφορά (χωρίς κάποιο εύλογο λόγο) σε επιπλέον δεδομένα, όπως στον πατέρα της κοπέλας του αιτητή και το πρώην αξίωμά του (αντί έστω να αναφέρεται η νέα θέση που εκείνος κατείχε τότε στην κεντρική τράπεζα της ΛΔΚ), αλλά και η (τότε) ιδιότητα της κοπέλας του αιτητή (ως φοιτήτριας) καθώς και η ιδιότητα του αιτητή ως επαγγελματίας οδηγός (σε αντίθεση μάλιστα με το γεγονός ότι στο διαβατήριό του, που φέρει προγενέστερη ημερομηνία από το εν λόγω έγγραφο, αναγράφεται ως προς την ενασχόληση/επάγγελμα του πως ήταν φοιτητής – ερ. 7 του δ.φ.). Διακρίνεται επίσης έλλειψη συνοχής μεταξύ των τριών εγγράφων, αφού στα δύο πρώτα έγγραφα (που φέρεται να αφορούν κλήσεις για παρουσία του αιτητή στην αστυνομία της χώρας του) αναφέρεται μόνο το ότι κλήθηκε για να ‘δώσει πληροφορίες’, χωρίς ενδεχομένως να αναγράφονται συγκεκριμένες λεπτομέρειες καθώς και η κατηγορία εναντίον του αιτητή, ώστε να θεωρηθεί κατ’ επέκταση πως οι δύο φερόμενες κλήσεις συνδέονται και με το τρίτο έγγραφο (που φέρεται να αφορά σε ειδοποίηση ότι ο αιτητής αποτελεί καταζητούμενο πρόσωπο στη χώρα του), στο οποίο και αναγράφεται συγκεκριμένη κατηγορία εναντίον του.

 

Από έρευνα που διεξήγαγα σε πηγές πληροφόρησης, προέκυψε σύμφωνα με σχετική αναφορά του IRBImmigration and Refugee Board of Canada (2021 – Μάρτιος 2023) για τη ΛΔΚ, πηγή που επικαλείται το IRB ανέφερε πως «οι αστυνομικές εκθέσεις είναι διοικητικά διαδικαστικά έγγραφα, ενώ οι ειδοποιήσεις καταζητούμενων και οι ειδοποιήσεις για εμφάνιση είναι διαδικαστικά έγγραφα που καταρτίζονται για την καλύτερη διερεύνηση των γεγονότων» και ότι «οι ειδοποιήσεις καταζητούμενων και οι ειδοποιήσεις για εμφάνιση εκδίδονται από τους αξιωματικούς της δικαστικής αστυνομίας», ενώ συγκεκριμένα, οι κλητεύσεις για εμφάνιση «εκδίδονται από υπαλλήλους του γραφείου του γενικού εισαγγελέα» και οι ειδοποιήσεις καταζητούμενων (“wanted notices”) ‘ισχύουν για τρεις μήνες’.[16] Σύμφωνα (ωστόσο) με άλλη πηγή που επικαλείται και πάλι το IRB, «οι κλητεύσεις για εμφάνιση [.] ή οι ειδοποιήσεις κλήτευσης (convocations) είναι έγγραφα που εκδίδονται από τον προεδρεύοντα δικαστή ή τους αξιωματικούς της δικαστικής αστυνομίας» και οι ειδοποιήσεις καταζητούμενων (“wanted notices”) «υπογράφονται και εκδίδονται από υπαλλήλους του γραφείου του γενικού εισαγγελέα», με σκοπό «να καταστεί δυνατή η αναγνώριση και η σύλληψη ενός υπόπτου όταν το άτομο διαφεύγει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εντοπιστεί στην επίσημη διεύθυνσή του ή τον γνωστό τόπο διαμονής του».[17] Σύμφωνα δε, με τρίτη πηγή που και πάλι επικαλείται το IRB, οι ειδοποιήσεις καταζητούμενων (“wanted notices”) «μπορούσαν να εκδοθούν από την εθνική αστυνομία της ΛΔΚ (PNC), το γραφείο του γενικού εισαγγελέα και τις ‘υπηρεσίες ασφαλείας’».[18]

 

Εκ των ανωτέρω δεδομένων και της σχετικής ανάλυσης που προηγήθηκε, τα εν λόγω τρία έγγραφα που προσκόμισε ο αιτητής (συνεπώς) δεν μπορούν ούτε να γίνουν αποδεκτά ως συναφή και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία για το αίτημά του, αλλά ούτε και μπορεί να θεωρηθεί πως φέρουν τέτοια αποδεικτική αξία που να αυξάνει ουσιαστικά τη συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του.

 

Το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3(1) του Ν. 6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (βλ. παράγραφοι 37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες).

 

Αδιαμφισβήτητα όπως προκύπτει από το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000), ο αιτητής που επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών του, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αίτημα που υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές.

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Από τα όσα ισχυρίστηκε ο αιτητής σε κάθε στάδιο εξέτασης του αιτήματός του, προκύπτει εν μέρει πως πρόβαλε αόριστους και γενικόλογους ισχυρισμούς, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει επαρκείς εξηγήσεις, λεπτομέρειες και πληροφορίες σχετικά με τον πυρήνα του αιτήματός του, ενώ ταυτόχρονα υπέπεσε σε αντιφάσεις και ασυνέπειες.

 

Διαφαίνεται πως ο αιτητής είχε αρκετές ευκαιρίες κατά το στάδιο της συνέντευξής του να αναπτύξει με κάθε λεπτομέρεια τον πυρήνα του αιτήματός του και να θεμελιώσει τον φόβο δίωξης στο πρόσωπό του από τους κατ' ισχυρισμό φορείς δίωξης του στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής ούτε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας που (και για κάποιο διάστημα) είχε τη δικονομική δυνατότητα εκπροσωπούμενος από συνήγορο, δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς του, να ενισχύσει την επιχειρηματολογία του και να καλύψει τα κενά και τις αντιφάσεις που εντοπίστηκαν κατά τη συνέντευξή του. Ενόψει τούτων, ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με αξιοπιστία τους προβληθέντες ισχυρισμούς που θα τον ενέτασσαν στον ορισμό του πρόσφυγα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000.

 

Πρόσθετα, ορθά κρίθηκε από τον δεόντως εξουσιοδοτημένο λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου, ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19, του Ν. 6(Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619 .

 

Η λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, έχοντας αποδεχθεί ως τόπο διαμονής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, την Kinshasa της ΛΔΚ, διεξήγαγε έρευνα για τη γενική κατάσταση ασφαλείας στην εν λόγω τοποθεσία, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Συμπληρωματικά, στα πλαίσια της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχώρησα σε έρευνα σε έγκυρες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση στη ΛΔΚ, καθώς και για την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας ειδικότερα στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, ήτοι την Kinshasa της ΛΔΚ.

 

Περαιτέρω, ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στην ΛΔΚ, σύμφωνα με δεδομένα που αναφέρθηκαν στην πλατφόρμα War Watch (όπου καταγράφονται οι διεθνείς και μη-διεθνείς ένοπλες συρράξεις ανά το παγκόσμιο), στη χώρα υφίσταται διεθνής και εσωτερική ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας, των ενόπλων δυνάμεων της Ρουάντα καθώς και ορισμένων ένοπλων ομάδων που δραστηριοποιούνται στη χώρα, ωστόσο, η εν λόγω ένοπλη σύρραξη επικεντρώνεται στις ανατολικές επαρχίες της ΛΔΚ, όπου φαίνεται να επηρεάζονται συγκεκριμένα οι επαρχίες Ituri και North Kivu[19], ενώ η ομάδα ανταρτών M23 έχει πάρει τον έλεγχο της πόλης Goma[20]. Επίσης, από την εν λόγω ένοπλη σύρραξη στη ΛΔΚ, δεν φαίνεται να έχει επηρεαστεί η επαρχία της Kinshasa.[21]

 

Για σκοπούς πληρότητας, παρατίθενται και αριθμητικά δεδομένα για την επαρχία Kinshasa της ΛΔΚ, όπου σύμφωνα με επικαιροποιημένη έρευνα του Δικαστηρίου στη βάση δεδομένων της πλατφόρμας ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), κατά τους τελευταίους 12 μήνες καταγράφηκαν στην εν λόγω επαρχία, 60 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”)[22] με 48 απώλειες[23] καθώς και 62 περιστατικά διαδηλώσεων (‘demonstrations’)[24] με 7 θανάτους[25]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa της ΛΔΚ εκτιμάται στους 21.852.144 κατοίκους (σύμφωνα με ανεπίσημη εκτίμηση για το 2026[26]).

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής και στον τόπο συνήθους διαμονής του εκεί, κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο, εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί ως άμαχος, να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του ή η σωματική του ακεραιότητα.

 

Ειδικότερα δε, σύμφωνα με το προσωπικό προφίλ και περιστάσεις του αιτητή (ως έγιναν αποδεκτά), παρατηρώ ότι πρόκειται για ενήλικα και σχετικά νεαρό άντρα, χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας ή ενδείξεις ευαλωτότητας, με μόρφωση και εργασιακή εμπειρία στη χώρα του, καθώς και με ικανότητα για εργασία, ως επίσης διαθέτει οικογενειακό δίκτυο στην περιοχή συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του. Ούτε ο αιτητής έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί προσωπικά ο ίδιος με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης στη χώρα καταγωγής του.

 

Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α., 2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, διεξήγαγαν τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό απόφαση, η οποία είναι εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.

 

Είναι χρήσιμο να αναφέρω πως η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414).Η αιτιολογία της απόφασης του διοικητικού οργάνου συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την υπόθεση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί που παρατίθενται στη Γραπτή Αγόρευση που καταχώρησε η τότε συνήγορός του απορρίπτονται.  Ούτως ή άλλως εξετασα κατ’ουσίαν το αίτημα του αιτητή και δεν προκύπτει οποιοδήποτε σφάλμα στη διαδικασία που ακολουθήθηκε.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε η δέουσα έρευνα και αιτιολόγηση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος του αιτητή, αποκαλύπτει ότι η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] École de Santé Publique de l’Université de Kinshasa, Bill & Melinda Gates Institute for Population, Reproductive Health, Johns Hopkins University and Jhpiego, Performance Monitoring for Action: PMA abortion survey results: Kongo central, Democratic Republic of Congo, October 2022, https://www.pmadata.org/sites/default/files/data_product_results/DRC_Abortion%20Brief_KongoCentral_EN_FINAL_2022-10-21.pdf, σελ. 1; Conversation (The), Attitudes towards abortion in the DRC suggest there are ways to overcome stigma, 15 March 2021, https://theconversation.com/attitudes-towards-abortion-in-the-drc-suggest-there-are-ways-to-overcome-stigma-156392

[2] Akilimali, P. et al., Estimating induced abortion incidence and the use of non-recommended abortion methods and sources in two provinces of the Democratic Republic of the Congo (Kinshasa and Kongo Central) in 2021: results from population-based, cross-sectional surveys of reproductive-aged women, May 2023, διαθέσιμο στο https://www.tandfonline.com/doi/epdf/10.1080/26410397.2023.2207279?needAccess=true, σελ. 6 και 11

[3] Akilimali, P. et al., Estimating induced abortion incidence and the use of non-recommended abortion methods and sources in two provinces of the Democratic Republic of the Congo (Kinshasa and Kongo Central) in 2021: results from population-based, cross-sectional surveys of reproductive-aged women, May 2023, διαθέσιμο στο https://www.tandfonline.com/doi/epdf/10.1080/26410397.2023.2207279?needAccess=true, σελ. 10

[4] iMMAP, USAID and Data Friendly Space, The effects of COVID-19 on Sexual and Reproductive Health: A Case Study of Six Countries, 1 December 2021, διαθέσιμο στο https://reliefweb.int/attachments/a93c3394-31ca-3349-984e-8b53f63f75ba/9%20The%20effects%20of%20COVID-19%20on%20Sexual%20and%20Reproductive%20Health.pdf, σελ. 43 και 56; UNICEF, Fermeture des écoles en lien avec la covid-19 en RDC: impacts sur la santé, protection et éducation des enfants et adolescentes, May 2021, https://www.unicef.org/drcongo/media/5711/file/COD-CASS-impacts-femeture-ecoles.pdf

[5] PHR, Massive Influx of Cases: Health Worker Perspectives on Conflict-Related Sexual Violence in Eastern Democratic Republic of the Congo, October 2024, https://phr.org/wp-content/uploads/2024/10/PHR-REPORT-DRC-MASSIVE-INFLUX-OF-CASES-2024.pdf, σελ. 29; Kvinna till Kvinna Foundation, They came together not to be silenced: Gender-based violence in conflict & the role of women’s rights organisations, 19 June 2023, https://kvinnatillkvinna.org/wp-content/uploads/2023/08/The-Kvinna-till-Kvinna-Foundation-they-came-together-not-to-be-silenced-gender-based-violence-in-conflict-the-role-of-womens-rights-organisations.pdf, σελ. 40; École de Santé Publique de l’Université de Kinshasa, Bill & Melinda Gates Institute for Population, Reproductive Health, Johns Hopkins University and Jhpiego, Performance Monitoring for Action: PMA abortion survey results: Kongo central, Democratic Republic of Congo, October 2022, https://www.pmadata.org/sites/default/files/data_product_results/DRC_Abortion%20Brief_KongoCentral_EN_FINAL_2022-10-21.pdf, σελ. 1

[6] Akilimali, P. et al., Estimating induced abortion incidence and the use of non-recommended abortion methods and sources in two provinces of the Democratic Republic of the Congo (Kinshasa and Kongo Central) in 2021: results from population-based, cross-sectional surveys of reproductive-aged women, May 2023, διαθέσιμο στο https://www.tandfonline.com/doi/epdf/10.1080/26410397.2023.2207279?needAccess=true, σελ. 2; Ipas, Democratic Republic of Congo, n.d., https://www.ipas.org/where-we-work/africa/democratic-republic-of-congo/

[7] DRC, Journal Officiel de la République Démocratique du Congo, 14 March 2018, διαθέσιμο στο https://www.leganet.cd/Legislation/JO/2018/JOS%2014%2003%202018.pdf [ημερ. πρόσβασης 30/06/2026]

[8] African Media Agency, The Ministry of Gender, Family, and Children launches the drafting of the state report on the implementation of the Maputo Protocol in the Democratic Republic of Congo, 29 May 2024, https://africanmediaagency.com/the-ministry-of-gender-family-and-children-launches-the-drafting-of-the-state-report-on-the-implementation-of-the-maputo-protocol-in-the-democratic-republic-of-congo/; Ipas, Democratic Republic of Congo, n.d., https://www.ipas.org/where-we-work/africa/democratic-republic-of-congo/

[9] Magalona, S. et al., Abortion care availability, readiness, and access: linking population and health facility data in Kinshasa and Kongo Central, DRC, 20 June 2023, διαθέσιμο στο https://link.springer.com/content/pdf/10.1186/s12913-023-09647-6.pdf, σελ. 1, 2 και 12

[10] DRC, Loi n° 18/035 du 13 décembre 2018 fixant les principes fondamentaux relatifs à l'organisation de la Santé publique, 31 December 2018, https://faolex.fao.org/docs/pdf/Cng190586.pdf, άρθρα 85 και 86

[11] UN Economic Commission for Africa (UNECA), The African Economic Conference urges changes in continent’s economies, Kinshasa, 5 November 2015, https://archive.uneca.org/stories/african-economic-conference-urges-changes-continent%E2%80%99s-economies; UN Economic Commission for Africa (UNECA), AFRICAN ECONOMIC CONFERENCE 2015 - Addressing Poverty and Inequality in the Post 2015 Development Agenda, Kinshasa, Democratic Republic of Congo, 2-4, November 2015, Agenda 1.11.2015, https://www.afdb.org/fileadmin/uploads/afdb/Documents/AEC/AEC2015-programme.pdf; UN Economic and Social Council, 2016 session, 24 July 2015 - 27 July 2016, Summary record of the 38th meeting, Ministerial meeting of the high-level political forum on sustainable development, convened under the auspices of the Council, New York, 19 July 2016, 13 September 2016, διαθέσιμο στο https://digitallibrary.un.org/record/842927/files/E_2016_SR-38-EN.pdf?ln=fr; The Worldfolio (media agency and news website, Singapore), Government reforms and efforts start to bear fruit, September 22, 2016, https://www.theworldfolio.com/news/government-reforms-a/4182/

[12] BBC News, DR Congo country profile, 31 January 2025, https://www.bbc.com/news/world-africa-13283212

[13] Banque Centrale du Congo, Rapports Annuels, https://www.bcc.cd/publications/rapports-annuels

[14] Banque Centrale du Congo, Rapport annuel 2021, https://www.bcc.cd/publications/rapports-annuels/rapport-annuel-2021, σελ. 96 και 98-99; Banque Centrale du Congo, Rapport annuel 2022, https://www.bcc.cd/publications/rapports-annuels/rapport-annuel-2022, σελ. 71; Banque Centrale du Congo, Rapport annuel 2023, https://www.bcc.cd/publications/rapports-annuels/rapport-annuel-2023-0, σελ. 73; Banque Centrale du Congo, Rapport annuel 2024, https://www.bcc.cd/publications/rapports-annuels/rapport-annuel-2024-0, σελ. 70-71

[15] Banque Centrale du Congo, Missions de la Banque Centrale du Congo, https://www.bcc.cd/bcc/missions-de-la-banque-centrale-du-congo

[16] Research Directorate, Immigration and Refugee Board of Canada, Democratic Republic of the Congo: Documents issued by the Congolese National Police (Police nationale congolaise, PNC), including wanted notices (avis de recherche), police reports and appearance notices (citations à comparaître); their appearance, their security features and the procedure for obtaining these documents; samples (2021–March 2023), 31 March 2023, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458801&pls=1

[17] Research Directorate, Immigration and Refugee Board of Canada, Democratic Republic of the Congo: Documents issued by the Congolese National Police (Police nationale congolaise, PNC), including wanted notices (avis de recherche), police reports and appearance notices (citations à comparaître); their appearance, their security features and the procedure for obtaining these documents; samples (2021–March 2023), 31 March 2023, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458801&pls=1

[18] Research Directorate, Immigration and Refugee Board of Canada, Democratic Republic of the Congo: Documents issued by the Congolese National Police (Police nationale congolaise, PNC), including wanted notices (avis de recherche), police reports and appearance notices (citations à comparaître); their appearance, their security features and the procedure for obtaining these documents; samples (2021–March 2023), 31 March 2023, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458801&pls=1

[19] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed conflicts in Democratic Republic of the Congo (Snapshot), n.d., https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/

[20] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed conflicts in Democratic Republic of the Congo (Classification), n.d., https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/?tab=tab-2

[21] CEDOCA Belgium, COI Focus: Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire, 25 February 2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, σελ. 2

[22] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (Political violence events, Past Year), https://acleddata.com/platform/explorer (registered access only)

[23] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (Political violence fatalities, Past Year), https://acleddata.com/platform/explorer (registered access only)

[24] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (Demonstrations events, Past Year), https://acleddata.com/platform/explorer (registered access only)

[25] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (Demonstrations fatalities, Past Year), https://acleddata.com/platform/explorer (registered access only)

[26] World Population Review, Cities in DR Congo, Kinshasa, [2026], https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο