ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.1487/23
16 Ιουλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ. Μ.
Αιτήτρια
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Α. Παναγή, Δικηγόρος για Αιτήτρια
Κα Ι. Χαραλάμπους, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.13/04/23, η οποία της κοινοποιήθηκε στις 28/04/24, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ) που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 13/02/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας την ίδια μέρα (ερ.1-3, 15-17, 77).
Στις 15/02/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση της επίδικης αιτήσεως διεθνούς προστασίας, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.51-77). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 07/03/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.100-113). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την επίδικη απόφαση, η οποία της δόθηκε διά χειρός στις 28/04/23, στην μητρική της γλώσσα (ερ.114, 2).
Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας του ότι βιάστηκε από τον θείο της.
Στη συνέντευξη που διενεργήθηκε η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στην Κινσάσα, έχει ολοκληρώσει 13ετή εκπαίδευση όμως δεν πήρε δίπλωμα, δεν εργαζόταν και διέμενε από 15 ετών σε εκκλησία, όπου συντηρούνταν από πάστορες, έχει 2 παιδιά, (5 και 3 ετών κατά τη συνέντευξη) ένα εκ των οποίων μένει με την μητέρα της (με την οποία δεν επικοινωνεί και δεν γνωρίζει που βρίσκεται) και το άλλο το άφησε στην εκκλησία. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε τα ονόματα τους και ότι ένα εξ αυτών γεννήθηκε τον Δεκέμβριο 2020. Σε ακόλουθη ερώτηση πως είναι δυνατό να γεννήθηκε στη ΛΔΚ (το παιδί της) εφόσον η ίδια έφυγε από τη ΛΔΚ τον Φεβρουάριο 2020 ανέφερε ότι δεν κατάλαβε την ερώτηση και είπε ότι το παιδί γεννήθηκε τον Ιανουάριο 2020 και, σε επόμενη ερώτηση γιατί, εφόσον – σύμφωνα με τα λεγόμενα της ίδιας– τα παιδιά της έχουν διαφορετικούς πατέρες, αυτά έχουν το ίδιο επίθετο (ως είχε αναφέρει) η αιτήτρια είπε ότι έκανε λάθος και ανέφερε διαφορετικά επώνυμα. Καλούμενοι να αναφέρει στοιχεία για τους πατέρες των τέκνων της ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και ότι το ένα είναι αποτέλεσμα βιασμού της. Δεν διατηρεί επικοινωνία με τα παιδιά της. Ο πατέρας απεβίωσε όταν η ίδια ήταν πολύ μικρή, δεν γνωρίζει τις περιστάσεις του θανάτου του, αναφέροντας ότι «[της] είπαν ότι του έριξαν ασθένεια πάνω του». Έχει 3 αδελφούς, οι οποίοι μένουν στο Matadi, με τους οποίους δεν επικοινωνεί, χωρίς να εξηγεί γιατί.
Κατά την ελεύθερη αφήγηση της η αιτήτρια δήλωσε ότι δεν ήταν ασφαλής στη ΛΔΚ καθώς οι Kulunas την απειλούσαν και την κτυπούσαν. Μια μέρα αυτοί πήγαν στην εκκλησία που διέμενε η αιτήτρια, της επιτέθηκαν και τη βίασαν. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι μια στενή της φίλη ήταν έγκυος, προσπάθησε να διακόψει την κύηση και απεβίωσε και τότε υποψιάστηκαν ότι η αιτήτρια της παρείχε τα φάρμακα και άρχισαν να την απειλούν. Την ακολουθούσαν, την απειλούσαν και κάποιες φορές κρατούσαν και μαχαίρια (machetes), μετά δε το περιστατικό του βιασμού της προσπάθησαν να πυρπολήσουν την εκκλησία, ο πάστορας της ζήτησε να φύγει από την εκκλησία, αλλά μετά τη λυπήθηκε η σύζυγος του πάστορα και συνέχισε να διαμένει στη εκκλησία. Πρόσθεσε ότι απείλησαν και την μητέρα της. Ένα βράδυ, ως ισχυρίστηκε, έκαψαν το αυτοκίνητο του πάστορα και η αιτήτρια με τον μωρό της διέφυγαν από το παράθυρο και μετά από αυτό το περιστατικό ο θείος της τη βοήθησε να φύγει από τη ΛΔΚ. H αιτήτρια ισχυρίστηκε επίσης ότι σκότωσαν και μια κοπέλα της εκκλησίας διότι πίστευαν ότι βοήθησε την αιτήτρια να διαφύγει. Τέλος, δήλωσε ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικώς ότι απεβίωσε και ο θείος της.
Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εάν επιστρέψει στη ΛΔΚ η ζωή της θα βρίσκεται σε κίνδυνο, καθώς – ως ανέφερε - φοβάται τους Kulunas, την οικογένεια της φίλης της που απεβίωσε προσπαθώντας να διακόψει την εγκυμοσύνη της και την οικογένεια της κοπέλας που πυροβολήθηκε στην εκκλησία, διότι ισχυρίστηκαν ότι η αιτήτρια ευθύνεται γι’ αυτό.
Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι οι απειλές από τους Kulunas άρχισαν όταν η φίλη της διέκοψε την εγκυμοσύνη της και απεβίωσε. Πριν το περιστατικό όλα ήταν φυσιολογικά και κανείς δεν την ενοχλούσε. Δεν θυμάται πότε άρχισαν να προβλήματα με τους Kulunas, προσδιορίζοντας ακολούθως, ότι ήταν αρχές του 2019, κοντά στη κηδεία της φίλης της.
Κληθείσα να περιγράψει τη σχέση της με τη συγκεκριμένη κοπέλα ανέφερε ότι ήταν φίλες, συμμαθήτριες, έβγαιναν μαζί, ήταν απλή κοπέλα, δεν γνώριζε που βρίσκεται η οικία της διότι συναντιόντουσαν στο σχολείο, χριστιανή καθολική, διέμενε με τους γονείς της και τον αδελφό της, ο οποίος ήταν Kulunas, ήταν ευαίσθητη, δεν γνώριζε ότι ήταν έγκυος και κυρίως είχαν συζητήσεις για τα μαθήματα τους. Σχετικά με τον αδελφό της φίλης της δήλωσε ότι για την ιδιότητα του ως μέλος των Kulunas ενημερώθηκε από ένα γνωστό της πρόσωπο, που της είπε ότι ήταν δολοφόνος και χρήστης ναρκωτικών. Ανέφερε ότι τον συνάντησε μόνο μια φορά, όταν πήγε στο σχολείο μια μέρα για να χτυπήσει τη αδελφή του, την φίλη της αιτήτριας. Δεν γνωρίζει το όνομα του, είναι ψηλός και μεγάλος. Δήλωσε ότι ο αδελφός της φίλης της ήταν το άτομο, το οποίο στο περιστατικό βιασμού της στην εκκλησία, της έκλεισε το στόμα και την προειδοποίησε ότι εάν αναφέρει το όνομα του θα την πυροβολήσει. Κληθείσα να περιγράψει το περιστατικό όπου οι Kulunas εισέβαλαν στην εκκλησία, δήλωσε ότι αρχικά προκαλούσαν φασαρία στην είσοδο της εκκλησίας και ο αδελφός της φίλης της ήταν ο πρώτος που μπήκε μέσα, είχε καλυμμένο το πρόσωπο του, επιδείκνυε το μαχαίρι του και τον αναγνώρισε από το ανάστημα του και τον τρόπο που περπατούσε. Κάποιοι ήταν μέσα στην εκκλησία και άλλοι έξω, την απείλησε να μην πει το όνομα του γιατί θα την σκοτώσει. Η αιτήτρια δήλωσε ότι υπήρχαν κάποια μέλη της εκκλησίας έμειναν μέσα, αλλά διέφυγαν, η ίδια όμως δεν τα κατάφερε. Ένας εκ των φίλων του αδελφού της φίλης της την έριξε στο έδαφος, ένας την έκλεισε το στόμα, δυο άτομα της κρατούσαν τα χέρια και δύο άτομα της έβγαλαν τα ρούχα και την βίασαν. Στο τέλος ο αδελφός της φίλης της ανέφερε στην αιτήτρια ότι θα συνεχίσει να πηγαίνει με περισσότερα άτομα, μέχρι να πεθάνει. Ακολούθως η αιτήτρια άρχισε να αιμορραγεί και το βράδυ άτομα της εκκλησίας τη βρήκαν και την μετέφεραν σε ένα κέντρο υγείας, λιπόθυμη και μετά από δυο μέρες ενημερώθηκε ότι ήταν έγκυος.
Ερωτηθείσα γιατί ο αδελφός της φίλης της πίστευε ότι αυτή ευθύνεται για τον θάνατο της αδελφής του, η αιτήτρια δήλωσε επειδή την είδε με την αδελφή του όταν ήταν στο σχολείο και έκαναν τα μαθήματα μαζί. Ερωτηθείσα για τον λόγο που την ακολουθούσαν και την απειλούσαν, δήλωσε ότι ο αδελφός της φίλης της ήταν ο επικεφαλής τους, αυτός έδινε τις οδηγίες όταν μπήκαν στην εκκλησία. Πριν το περιστατικό στην εκκλησία ισχυρίστηκε ότι την παρενοχλούσαν, αυτή κρυβόταν αλλά δεν γνωρίζει για ποιο λόγο γινόταν αυτό. Μετά το περιστατικό στην εκκλησία οι απειλές συνέχισαν, πήγαν ξανά και πυροβόλησαν μια κοπέλα, η οποία απεβίωσε. Την πρώτη φορά έκαψαν το αυτοκίνητο του πάστορα και στη συνέχεια έριξαν βενζίνη στη στέγη της εκκλησίας, καταστρέφοντας αντικείμενα. Σε σχέση με το περιστατικό πυρπόλησης του αυτοκινήτου του πάστορα δήλωσε ότι έριξαν βενζίνη, διότι, ως ισχυρίστηκαν, ο πάστορας έκρυβε την αιτήτρια και ήθελαν να τον εκφοβίσουν για να την παραδώσει σε αυτούς. Ο πάστορας ήταν στην εκκλησία και έφυγε, το ίδιο και η αιτήτρια, που πήγε σε οικία των γειτόνων και παρακολουθούσε τι γινόταν. Δεν θυμάται την ημερομηνία του περιστατικού.
Σε σχέση με την πυρπόληση της εκκλησίας από τους Kulunas η αιτήτρια δήλωσε ότι ήρθε η αστυνομία και οι Kulunas τράπηκαν σε φυγή και οι γείτονες προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά. Δεν θυμάται πότε έγινε το περιστατικό και η ίδια κρύφτηκε. Αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε η μητέρα της από τους Kulunas, δήλωσε ότι ενημερώθηκε από ένα γνωστό της στην εκκλησία, ο οποίος ήταν γείτονας της μητέρας της και ο ίδιος δεν γνωρίζει περαιτέρω πληροφορίες για το τι συνέβη αλλά ενημερώθηκε ότι ήταν η ομάδα του αδελφού της φίλης της, η δε αιτήτρια δεν γνωρίζει πότε έγινε αυτό.
Για τον θάνατο της κοπέλας στην εκκλησία η αιτήτρια δήλωσε ότι την πυροβόλησαν και απεβίωσε, η αιτήτρια δεν ήταν παρούσα αλλά ενημερώθηκε από μέλη της εκκλησίας όταν επέστρεψε και οι γείτονες δήλωσαν ότι εξαιτίας της ίδιας πήγαν οι Kulunas εκεί. Όταν επισημάνθηκε στην αιτήτρια η αντίφαση αναφορικά με το πότε ενημερώθηκε για τον θάνατο της κοπέλας αυτή ανέφερε ότι η κοπέλα δεν απεβίωσε όταν η ίδια βρισκόταν στη ΛΔΚ, όμως δεν θυμάται πότε έγινε το περιστατικό και ενημερώθηκε τηλεφωνικώς για τον θάνατο της.
Στο τέλος επισημάνθηκαν στην αιτήτρια οι εξής αντιφάσεις μεταξύ της προσωπικής της συνέντευξης και της συνέντευξης ευαλωτότητας και κλήθηκε να τοποθετηθεί.
Στη συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε ότι έχει 1 ανήλικο τέκνο, επί του οποίου ανέφερε ότι ήταν λάθος καταγραφή.
Στην αίτηση και τη συνέντευξη ευαλωτότητας δήλωσε ότι ήταν θύμα βιασμού από τον θείο της, πράγμα που δεν ανέφερε στη συνέντευξη, επί του οποίου ανέφερε ότι δεν ήταν θείος της αλλά γείτονας της, όχι «αληθινός» θείος, αναφέροντας περαιτέρω ότι η ιστορία με τον «θείο» της ήταν όταν ήταν σε ηλικία 9 ετών, διέμεναν μαζί του και γι’ αυτό τον λόγο η ίδια και η μητέρα της έφυγαν από την οικία του και μετακόμισαν στην οικογενειακή οικία όταν η ίδια ήταν 10 ετών, αυτός συνέχισε να την ενοχλεί και σταμάτησε περίπου ένα μήνα μετά που μετακόμισαν.
Ερωτώμενη τέλος αν θα μπορούσε να διαμείνει με ασφάλεια στο Matadi η αιτήτρια είπε ότι αυτό είναι κοντά στην Κινσάσα και «οποιοσδήποτε μπορεί να φύγει από την Κινσάσα και να είναι εκεί σε χρόνο μηδέν».
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ, χώρα ιθαγενείας και τόπο διαμονής της αιτήτριας
2. Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι κακοποιήθηκε, βιάσθηκε και απειλήθηκε από Kulunas με την κατηγορία ότι βοήθησε την αδελφή ενός εξ αυτών να κάνει έκτρωση, εκ του οποίου αυτή απεβίωσε
Εκ των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος ισχυρισμός, ο δε 2ος απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού λοιπόν κρίθηκε ότι τα λεγόμενα της αιτήτριας αλλά και άπασες οι αποκρίσεις της σε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, τόσο σχετικά με τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που δέχθηκε από συμμορίτες Kulunas, τον θάνατο της φίλης της κατά τη διάρκεια έκτρωσης, την εισβολή στην εκκλησία όπου η αιτήτρια διέμενε, τα παιδιά της, τα οποία διαμένουν στη ΛΔΚ (χωρίς η ίδια να γνωρίζει τι απέγιναν), το περιστατικό με τον θείο της (όταν αυτή ήταν 9 χρονών), τις απειλές που δέχθηκε η μητέρα της, τον κατ’ ισχυρισμό βιασμό της από Kulunas, τον εμπρησμό της εκκλησίας, του αυτοκινήτου του πάστορα, τη δολοφονία μιας γυναίκας στην εκκλησία, όσο και τη σχέση της με τη φίλη ο θάνατος της οποίας υπήρξε η αιτία όλων των δεινών που περιγράφει και το πότε/γιατί διέμενε στην εκκλησία κρίθηκαν ότι στερούνται εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων και έχουν αντιφάσεις, κενά και ασάφειες ως προς τα συμβάντα που εξιστόρησε όσο και τη χρονική αλληλουχία τους, αλλά και το πότε ακριβώς συνέβη έκαστο εξ αυτών.
Επί της εξωτερικής συνοχής του ως άνω ισχυρισμού της αιτήτριας, κατόπιν έρευνας που έγινε σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), σημειώθηκε ότι όντως επιβεβαιώνεται η ύπαρξη και δράση εγκληματικών συμμοριών (αποκαλούμενες ως Kulunas) στην ΛΔΚ, όσο και η συχνότητα σεξουαλικής και άλλης μορφής έμφυλης βίας κατά γυναικών, κατά των οποίων παρέχεται ελλιπής ή και πλήρως ανεπαρκής προστασία από τις Αρχές. Παρά τούτο όμως, δεδομένων των καταφανών ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών της αιτήτριας, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού της, κατόπιν έρευνας σχετικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Κινσάσα), συνεκτιμώντας ότι πρόκειται για ενήλικο άτομο, χωρίς προβλήματα υγείας, ικανή (προς εργασία), έχει ζήσει για χρόνια χωρίς προβλήματα στην εκκλησία και γι’ αυτό, παρά την απουσία οικογενειακού δικτύου, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής.
Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.
Στα πλαίσια της παρούσης, κατά τις Διευκρινήσεις, η συνήγορος της αιτήτριας απέσυρε ρητά άπαντες τους ισχυρισμούς της, προωθώντας εν τέλει μόνο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας. Κατόπιν σχετικού ερωτήματος κατέστη παραδεκτό εκατέρωθεν ότι η αιτήτρια έχει ανήλικο τέκνο, γεννηθέν στη Δημοκρατία στις 30/05/25, το οποίο έχει πατέρα ομοεθνή της αιτήτριας, αιτητή ασύλου, του οποίου η προσφυγή στο Δικαστήριο κατά της απόρριψης της αιτήσεως του (υπ. αρ.1323/24) εκκρεμεί προς εκδίκαση και είναι ορισμένη τον προσεχή Οκτώβριο.
Δεδομένου ότι ο μόνος προωθούμενος από την αιτήτρια ισχυρισμός συμπλέκεται με την ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση, εξ υπαρχής και επί του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία και τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. αρ.11 (3 ) (α) Νόμου και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. 107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του φακέλου, των λεγομένων της αιτήτριας κατά την επίδικη αίτηση καθώς και των προωθούμενων ισχυρισμών της στα πλαίσια της παρούσης, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα ευρήματα και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτά λεπτομερώς και ενδελεχώς καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.105-109), ως και στα πλαίσια της παρούσης παρατίθενται επιγραμματικά πιο πάνω, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω.
Ανατρέχοντας στο πρακτικό της επίδικης συνέντευξης είναι προφανές - θεωρώ - ότι το σύνολο του αφηγήματος της αιτήτριας βρίθει κενών και ασαφειών και σε κανένα σημείο των λεγομένων της δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή βιωματική λεπτομέρεια ή στοιχείο, τα όσα δε ανέφερε στερούνταν - παντελώς και σε όλη τους την έκταση - κάθε ψήγματος χρονικής συνέχειας και λογικής συνέπειας. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με εύλογη λεπτομέρεια ουδέν εκ των κατ’ ισχυρισμό της ιδίας συμβάντων στα οποία αναφέρθηκε, μεταξύ των οποίων τον βιασμό της από μέλη συμμορίας, τον θάνατο της φίλης της (κατά την έκτρωση), τη σχέση της μ’ αυτή, τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που δέχθηκε η μητέρα της, το τι έγινε και τι ακολούθησε των επιθέσεων των Kulunas στην εκκλησία στην οποία διέμενε, το πως σκοτώθηκε μια κοπέλα η οποία πυροβολήθηκε απ’ αυτούς, τον εμπρησμό του αυτοκινήτου του πάστορα που τη βοήθησε και – ζήτημα το οποίο και θεωρώ ιδιαιτέρως σημαντικό – δεν μπόρεσε να τοποθετήσει χρονικά με εύλογη – κατ’ ελάχιστο – ακρίβεια ουδέν εκ των ως άνω. Επιπροσθέτως των ως άνω, ως και πάλι έχουν εντοπίσει – ορθώς – οι καθ’ ων η αίτηση, οι ισχυρισμοί της αιτήτριας στα πλαίσια της συνέντευξης ευαλωτότητας (που προηγήθηκε της συνέντευξης για την εξέταση της επίδικης αίτησης - βλ. ερ.7) διαφέρουν εντελώς και ουσιωδώς από τα όσα αυτή ανέφερε κατά τη συνέντευξη για την εξέταση της επίδικης αίτησης. Τούτο είναι δε θεωρώ ιδιαιτέρως βαρύνον στοιχείο ως προς την συνολική αναξιοπιστία των όσων η αιτήτρια ανέφερε. Σημειώνω επί τούτου ότι το αφήγημα της στα πλαίσια της συνέντευξης ευαλωτότητας αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση της από θείο της, ο οποίος – ως η ίδια ανέφερε – ήθελε να συνευρεθεί μαζί της σεξουαλικά προκειμένου να γίνει πλούσιος δια μαύρης μαγείας και την απειλούσε, ανέφερε ότι έχει 1 παιδί (μετέπειτα ανέφερε ότι έχει 2) και είχε αναφέρει ότι ο σύζυγος της θείας της και όχι πάστορας τη βοήθησε να φύγει από τη ΛΔΚ, άπαντα των οποίων έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα λεγόμενα της μετέπειτα, στα πλαίσια της συνέντευξης για την εξέταση της επίδικης αίτησης.
Επί της εξωτερικής συνοχής του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν στην επίδικη έκθεση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι από σχετικές διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) καθίσταται σαφές ότι περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης αλλά και διάφορες άλλες μορφές έμφυλης βίας (κατά γυναικών), όπως και η εγκληματική δράση συμμοριών (Kulunas), κατά δε των οποίων δεν παρέχεται αποτελεσματική προστασία από τις Αρχές, είναι φαινόμενα που απαντώνται στη ΛΔΚ. Συνεπώς τα όσα αναφέρει σχετικώς η αιτήτρια συνάδουν – ως προς το ότι τέτοια συμβάντα ως αυτά που περιγράφει όντως είναι πιθανό να προκύψουν κατά του τοπικού πληθυσμού – με ΠΧΚ. Παραθέτω επ’ αυτού και τα ακόλουθα.
Οι Kuluna περιγράφονται ως «κυρίως έφηβα αγόρια και νεαροί άνδρες σε οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες περίπου 10 έως 20 μελών» που «φέρουν μαχαίρια, σπασμένα μπουκάλια ή μαχαίρια και απειλούν ή ασκούν βία για να αποσπάσουν χρήματα, κοσμήματα, κινητά τηλέφωνα και άλλα τιμαλφή». Το φαινόμενο αρχικά περιοριζόταν στις φτωχότερες συνοικίες της Κινσάσα, όπως οι Yolo, Limete, Matete και Makala Kinshasa, σταδιακά όμως επεκτάθηκε και στην υπόλοιπη πρωτεύουσα, καθώς και σε άλλες πόλεις.[1]
Στην έκθεσή του 2017, το Συμβούλιο του Καναδά για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες (IRB), αναφερόμενο σε διάφορες πηγές, καταγράφει ότι οι Kuluna διαπράττουν ληστείες, τραυματισμούς, βιασμούς και δολοφονίες. Πηγές αναφέρουν ότι οι Kuluna χρησιμοποιούν μαχαίρια, μπουκάλια ή μαχαίρια ή και πυροβόλα όπλα.[2] Από το 2020 παρατηρήθηκε νέα αύξηση της δραστηριότητάς συμμοριών (Kulunas) στην Κινσάσα.[3]
Εντός του 2024 η BCNDUH (Bureau conjoint des Nations unies aux droits de l’homme) έχει καταγράψει επιχειρήσεις του Υπουργείου Εσωτερικών (επιχειρήσεις «Panthère noire» και «Ndobo») στο πλαίσιο της καταπολέμησης των ληστών των πόλεων, γνωστών ως Kuluna, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη σύλληψη περισσότερων από εκατό συμμοριτών Kuluna, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για φόνο, δολοφονία, εγκληματική οργάνωση και τρομοκρατία.[4]
Παρότι όμως εν προκειμένω – ως και ανωτέρω αναφέρω – οι ισχυρισμοί της αιτήτριας συνάδουν με διαθέσιμες ΠΧΚ (ως προς την ύπαρξη στη ΛΔΚ φαινομένων ως αυτά που εξιστορεί), στην παρούσα η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών της είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης των στοιχείων της υπόθεσης, αποβαίνει μοιραία για τη συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών της. Τούτο γιατί, ενόψει εδώ των σημαντικών κενών που εντοπίζονται στο αφήγημα της θεωρώ ότι αντίθετη προσέγγιση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών οι οποίοι στερούνται – καταφανώς και επί πάντων των λεγομένων της αιτήτριας - συνοχής αλλά και ευλόγως αναμενόμενων λεπτομερειών, ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση. Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι ισχυρισμοί ενός αιτητή πρέπει να διατηρούν επαρκή συνοχή και συνέπεια, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν το αφήγημα του, αφού είναι στη βάση αυτών που γίνεται η απαραίτητη σύνδεση των ΠΧΚ με το ιστορικό του. Στην παρούσα όμως, ως και πιο πάνω εξηγώ, το αφήγημα της αιτήτριας είναι διάτρητο από κενά, αντιφάσεις και στερείται παντελώς χρονικής συνοχής και συνέπειας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει αποδεκτό, παρά το ότι συνάδει με σχετικές ΠΧΚ. Σημειώνεται δε σχετικώς ότι, ως και στο εγχειρίδιο (EASO) «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».
Θα συμφωνήσω και με την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι η διαβρωθείσα εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της αιτήτριας δεν μπορεί παρά να είναι καταλυτική ως προς τη συνολική συνοχή του αφηγήματος της, ως και πιο πάνω εξηγώ, την οποία θεωρώ ορθή και εύλογη υπό τις περιστάσεις.
Το ζήτημα όμως δεν σταματά εδώ, ως θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.
Παρεμβάλλω προτού προχωρήσω ότι επί της φύσης και έκτασης του ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο έχουν (πολύ προσφάτως), με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος, αναφερθεί τα εξής στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.22/2026, I. D. v Δημοκρατίας, ημ.30/06/26:
«Κρίση επί της ουσίας […] ως εκ της φύσης της δεν περιορίζεται από την αρχή της µη χειροτέρευσης της θέσεως του προσφεύγοντος, αφού αυτή η αρχή, ως γενική αρχή διοικητικού δικονομικού δικαίου, ισχύει στο βαθμό και µόνο που νόµος δεν προβλέπει διαφορετικά (βλ. απόφαση ηµεροµηνίας 13.2.2004 στην Προσφυγή Αρ. 11/2003 Ανδρέας Δημοσθένους ν. Δημοκρατίας). Στην παρούσα περίπτωση αυτό ακριβώς προβλέπεται στο Άρθρο 11 (3) (α),(β) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόµου του 2018, Ν. 73(I)/2018, σύμφωνα µε το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδικη ενώπιον του απόφαση και «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής [.]» και «επικυρώνει εν όλω ή εν µέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν µέρει αυτήν:[.]» (οι υπογραµµίσεις δικές µας). Η δικαιοδοσία εξέτασης επί της ουσίας, εξυπακούει ότι δυνητικά η δικαστική απόφαση µπορεί να θέσει τον προσφεύγοντα σε ευνοϊκότερη ή χειρότερη µοίρα. Είναι, δηλαδή, διαπλαστικής φύσεως (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 18.12.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Β. Α.).»
Δεδομένων των ως άνω νομολογηθέντων και διερχόμενος των λεγομένων της αιτήτριας καταλήγω ότι δεν μπορώ εδώ να αποδεχθώ τους ισχυρισμούς της αιτήτριας που άπτονται τόσο του ότι η αιτήτρια έχει δύο παιδία, το ένα εκ των οποίων μένει στην εκκλησία και το άλλο με την μητέρα της, το ότι αυτή δεν διατηρεί επικοινωνία με την μητέρα της, η οποία μένει στην Κινσάσα, ή με τα 3 αδέλφια και τη θεία της, οι οποίοι διαμένουν στο Matadi, όσο και τα όσα ανέφερε περί του ότι η ίδια διέμενε σε εκκλησία από 15 ετών, οι οποίοι στερούνται παντελώς και καταφανώς κάθε εύλογα αναμενόμενης λεπτομέρειας, χρονικής συνοχής και βιωματικού στοιχείου και περιέχουν σωρεία αντιφάσεων με τα λεχθέντα από την ίδια στα πλαίσια της συνέντευξης (βλ. πιο πάνω). Ουδεμία δε προσπάθεια κατέβαλε η αιτήτρια, τόσο στα πλαίσια της επίδικης αίτησης όσο και της παρούσης, προκειμένου να παραθέσει την παραμικρή εύλογα αναμενόμενη λεπτομέρεια ή να εξηγήσει περαιτέρω τις αντιφάσεις και τα κενά που εντοπίζονται επί τούτων, παρέμεινε δε όλως ασαφής και εν πολλοίς γενικόλογη σχετικά με τα όσα περιβάλλουν τους εν λόγω ισχυρισμούς της με αποτέλεσμα να διαβρώνεται – αναπόφευκτα – η εσωτερική συνοχή τους.
Είναι εκ των ως άνω, στα πλαίσια της άσκησης των εξουσιών του Δικαστηρίου ως αυτές περιγράφονται στην αμέσως πιο πάνω παρατεθείσα νομολογία, κατάληξη μου ότι δεν θα συμφωνήσω με τους καθ’ ων η αίτηση ως προς το διαμορφωθέν εξ αυτών προφίλ και περιστάσεις που αφορούν την αιτήτρια. Αυτό γιατί, ενόψει των όσων πιο πάνω αναφέρω, με δεδομένα τα πολλά κενά, τις αντιφάσεις και την παντελή έλλειψη ευλογοφάνειας που εντοπίζω στο αφήγημα της που αφορά το προφίλ και τις περιστάσεις της, θεωρώ ότι εδώ οι ισχυρισμοί της αποτελούν επινοήματα της ιδίας, στα πλαίσια της προσπάθειας της να στηρίξει – ανεπιτυχώς – την επίδικη αίτηση.
Προχωρώ λοιπόν σε αναδιαμόρφωση του προφίλ της αιτήτριας ως εξής. Αποδέχομαι ότι η αιτήτρια είναι περί των 32 ετών σήμερα, χωρίς προβλήματα υγείας, έχει ικανοποιητική μόρφωση, είναι ικανή προς εργασία και διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο τόσο στην Κινσάσα (μητέρα), όσο και στο Matadi (αδελφούς/θεία) με (κατ’ ελάχιστο) ορισμένους εκ των οποίων διατηρεί έκτοτε επικοινωνία και – σε κάθε περίπτωση, λαμβανομένης εδώ υπόψη της ευρείας διάδοσης των σύγχρονων ψηφιακών μέσων επικοινωνίας (διαδίκτυο και μέσα κοινωνικής δικτύωσης) – έχει ή και διατηρεί την ικανότητα και τα μέσα να επανακτήσει επικοινωνία μ’ αυτούς. Αποδέχομαι περαιτέρω ότι η αίτητρια έχει ένα τέκνο, το οποίο και διαμένει σήμερα με την μητέρα της στην Κινσάσα και ένα τέκνο το οποίο – ως κατέστη παραδεκτό στις διευκρινήσεις – γεννήθηκε στη Δημοκρατία στις 30/05/25 και έχει πατέρα αιτητή ασύλου, ομοεθνή της αιτήτριας (του οποίου η προσφυγή κατά της απόρριψης της αιτήσεως ασύλου του εκκρεμεί στο Δικαστήριο).
Με βάση το ως άνω διαμορφωθέν προφίλ της αιτήτριας προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσο εξ αυτού προκύπτουν εν προκειμένω ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας ή και προστασίας από την επαναπροώθηση.
Παρεμβάλλω, προτού προχωρήσω, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Κινσάσα) αλλά και την πόλη Matadi, όπου διαμένουν τα αδέλφια και η θεία της, σε επικαιροποιημένη βάση.
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [5] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [6]
Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Matadi ας σημειωθεί ότι στη βάση δεδομένων ACLED (τελευταία ενημέρωση στις 17/04/26), στην περιοχή Congo Central (όπου υπάγεται και η πόλη Matadi), καταγράφονται 20 περιστατικά ασφαλείας που είχαν ως αποτέλεσμα 20 θανάτους. Ειδικώς στην πόλη Matadi έχουν καταγραφεί για την πιο πάνω αναφερόμενη περίοδο 7 περιστατικά ασφαλείας, με αποτέλεσμα 3 θανάτους. [7] O πληθυσμός του Kongo Central ανέρχεται περί τα 6,8 εκατομμύρια κατοίκων [8] και της πόλης Matadi περί τις 485.000 [9].
Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της στην Κινσάσα (ή και στην Matadi) κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους εκεί δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.19 (2) (γ) τον Νόμου] της αιτήτριας εκ μόνης της παρουσίας της εκεί, δεδομένης της απουσίας ιδιαίτερων περιστάσεων που να επιτείνουν τον κίνδυνο, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[10] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).
Επί του προφίλ της αιτήτριας, ως διαμορφώθηκε πιο πάνω, σημειώνω τα εξής.
Με δεδομένη την ύπαρξη κατ’ αρχήν υποστηρικτικού δικτύου (μητέρα/αδέλφια/θεία) και συνυπολογιζομένων και των λοιπών στοιχείων του προφίλ της (ως διαμορφώνεται πιο πάνω από το Δικαστήριο), περιλαμβανομένου του ότι το παιδί της αιτήτριας (το οποίο γεννήθηκε στη ΛΔΚ) διαμένει εδώ και πολλά χρόνια με την μητέρα της, καταλήγω ότι κατά την επιστροφή της η αιτήτρια αναμένεται ευλόγως να λάβει - έστω προσωρινά - στήριξη και στέγαση, κατ’ ελάχιστο μέχρις ότου να είναι σε θέση να βιοποριστεί και να συντηρεί τον εαυτό της, τα οποία δεικνύουν ότι, παρά τις οποίες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει, δεν αναμένεται να στερηθεί των αναγκαίων χρειωδών και δεν αναμένεται να παραμείνει χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης αυτής στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως και στη σχετική αυθεντία[11] του ΕΔΑΔ περιγράφονται. Διαθέτει δε τη δυνατότητα να διαμείνει κατά την επιστροφή της στην πόλη Matadi, όπου διαμένουν τα 3 αδέλφια της και η θεία, η οποία την έχει μάλιστα βοηθήσει και στο παρελθόν. Ενόψει δε της υπάρξεως υποστηρικτικού δικτύου και λαμβανομένου υπόψη του ότι το σύνολο του αφηγήματος της (περί διώξεως της από Kulunas) δεν γίνεται αποδεκτό, δεν θεωρώ ότι η αιτήτρια εμπίπτει στην κατηγορία γυναικών που στερούνται υποστηρικτικού δικτύου ή έχουν άλλα στοιχεία ευαλωτότητας (και καθίστανται εκ τούτων ευάλωτες σε δίωξη ή και σοβαρή βλάβη) και συνεπώς δεν προκύπτει εδώ ανάγκη προστασίας (προσφυγικού ή και συμπληρωματικής προστασίας) στην αιτήτρια, ως περαιτέρω πιο κάτω θα εξηγήσω.
Απομένει η εξέταση της πτυχής που αφορά το τέκνο της αιτήτριας που γεννήθηκε (2025) στη Δημοκρατία και των ζητημάτων που άπτονται τούτου.
Επί παρόμοιου ζητήματος, στην προσφάτως εκδοθείσα απόφαση μου στην υπ.1687/23, K. I. ν Δημοκρατίας, ημ.24/06/26, με αναφορά και στη σχετική νομολογία, ανέφερα τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι τυγχάνουν – τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, δεδομένου ότι στην υπόθεση εκείνη ο έτερος γονέας του ανήλικου τέκνου του αιτητή στην προσφυγή εκείνη ήταν αναγνωρισμένη πρόσφυγας - εφαρμογής και εν προκειμένω:
«Η ύπαρξη βεβαίως του ανήλικο τέκνου του αιτητή δημιουργεί βεβαίως ζήτημα βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου αυτού και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί πως επηρεάζεται υπό τις περιστάσεις εκάστης περίπτωσης. Ως λέχθηκε στην απόφαση του ΔΕΕ C-112/20, M. A., ημ.11/03/21, « […] τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού πριν εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, συνοδευόμενη από απαγόρευση εισόδου, ακόμη και όταν ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής δεν είναι ένας ανήλικος, αλλά ο πατέρας του ανηλίκου αυτού. ». Στην ίδια απόφαση λέχθηκε περαιτέρω, στη σκέψη 27, ότι «για την εκτίμηση αυτή είναι μεν κρίσιμη η περίσταση ότι ο έτερος γονέας του παιδιού είναι όντως ικανός και διατεθειμένος να αναλάβει μόνος την καθημερινή και πραγματική φροντίδα του παιδιού, αλλά το στοιχείο αυτό δεν επαρκεί αφ' εαυτού για να κριθεί ότι δεν υφίσταται, μεταξύ του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και του παιδιού, σχέση εξαρτήσεως τέτοιου είδους ώστε το παιδί να είναι αναγκασμένο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης αν δεν αναγνωρισθεί δικαίωμα διαμονής στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας. Πράγματι, μια τέτοια διαπίστωση πρέπει να στηρίζεται στη συνεκτίμηση, προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως δε της ηλικίας του παιδιού, της σωματικής και συναισθηματικής του αναπτύξεως, της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με καθέναν από τους γονείς του, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του παιδιού ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ., C 133/15, EU:C:2017:354, σκέψεις 70 και 71). [.].».
Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε και στην πιο πρόσφατη απόφαση στη C‑484/22, G. S., ημ.15/02/23 και είχε υιοθετηθεί και προ πολλού από το ΕΔΑΔ στην απόφαση του στην υπόθεση αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02. Οι ως άνω αποφάσεις του Δικαστηρίου του Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αναφέρονται στην ανάγκη εξέτασης, η υπό το πρίσμα του αρ.24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης) και του αρ.8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αντίστοιχα, του βέλτιστου συμφέροντος του εμπλεκόμενου ανηλίκου στα πλαίσια έκδοσης απόφασης επιστροφής, είτε κατά του ιδίου του ανήλικου είτε κατά των γονέων αυτού.
Στην αιτιολογική σκέψη 18 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, αναφέρεται ότι το «μείζον συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα δικαιώματα του παιδιού. Κατά την αξιολόγηση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ιδίως υπόψη τους την αρχή της οικογενειακής ενότητας, την ευημερία και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, ζητήματα ασφάλειας και προστασίας και τις απόψεις του ανηλίκου ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του.»
Επί του γενικότερου ζητήματος […] σχετικά είναι τα λεχθέντα στην αιτ. αρ.12738/10, Jeunesse v. The Netherlands [12], ημ.03/10/14 (ΕΔΑΔ), όπου το Δικαστήριο, με παραπομπές και στην πλούσια επί τούτου νομολογία του, ανέφερε τα εξής:
«100. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά, κατ' ουσίαν, την άρνηση να επιτραπεί στην προσφεύγουσα να διαμείνει στις Κάτω Χώρες λόγω της οικογενειακής της ζωής στις Κάτω Χώρες. Δεν αμφισβητήθηκε ότι υπάρχει οικογενειακή ζωή κατά την έννοια του άρθρου 8 της Σύμβασης μεταξύ της προσφεύγουσας και του συζύγου της και των τριών παιδιών τους. Όσον αφορά το ζήτημα της συμμόρφωσης με τη διάταξη αυτή, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ένα κράτος δικαιούται, σύμφωνα με το καθιερωμένο διεθνές δίκαιο και με την επιφύλαξη των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συνθήκη, να ελέγχει την είσοδο αλλοδαπών στο έδαφός του και τη διαμονή τους εκεί. Η Σύμβαση δεν εγγυάται το δικαίωμα ενός αλλοδαπού υπηκόου να εισέλθει ή να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα (βλ., για παράδειγμα, Nunez, ό.π., § 66). Από το δικαίωμα ενός κράτους να ελέγχει τη μετανάστευση απορρέει το καθήκον των αλλοδαπών, όπως ο αιτών, να υποβάλλονται σε ελέγχους και διαδικασίες μετανάστευσης και να εγκαταλείπουν το έδαφος του συμβαλλόμενου κράτους όταν το διατάσσουν, εάν τους απαγορεύεται νομίμως η είσοδος ή η διαμονή.
[…]
103. Όταν ένα συμβαλλόμενο κράτος ανέχεται την παρουσία αλλοδαπού στο έδαφός του, παρέχοντάς του έτσι τη δυνατότητα να αναμείνει την απόφαση επί αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας διαμονής, την άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής ή τη νέα αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής, το εν λόγω συμβαλλόμενο κράτος παρέχει στον αλλοδαπό τη δυνατότητα να ενταχθεί στην κοινωνία της χώρας υποδοχής, να δημιουργήσει σχέσεις και να δημιουργήσει μια οικογένεια εκεί. Ωστόσο, τούτο δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι αρχές του οικείου συμβαλλόμενου κράτους υποχρεούνται, βάσει του άρθρου 8 της Συμβάσεως, να του επιτρέψουν να εγκατασταθεί στη χώρα τους. Στο ίδιο πνεύμα, η αντιμετώπιση της οικογενειακής ζωής από τις αρχές της χώρας υποδοχής ως τετελεσμένου γεγονότος δεν συνεπάγεται ότι οι αρχές αυτές υποχρεούνται, βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης, να επιτρέψουν στον αιτούντα να εγκατασταθεί στη χώρα. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, γενικά, τα άτομα που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση δεν έχουν δικαίωμα να αναμένουν ότι θα τους χορηγηθεί δικαίωμα διαμονής (βλ. Chandra κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών (απόφ.), αριθ. 53102/99, 13 Μαΐου 2003· Benamar κατά Ολλανδίας (dec.), no. 43786/04, 5 Απριλίου 2005; Priya κατά Δανίας (dec.) no. 13594/03, 6 Ιουλίου 2006; Rodrigues da Silva και Hoogkamer κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 50435/99, § 43, ΕΔΔΑ 2006-I· Darren Omoregie κ.λπ. κατά Νορβηγίας, αριθ. 265/07, § 64, 31 Ιουλίου 2008· και B.V. κατά Σουηδίας (dec.), no. 57442/11, 13 Νοεμβρίου 2012).
104. Η υπό κρίση υπόθεση μπορεί να διακριθεί από τις υποθέσεις που αφορούν «εγκατεστημένους μετανάστες», δεδομένου ότι η έννοια αυτή έχει χρησιμοποιηθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόσωπα στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί επισήμως δικαίωμα διαμονής σε χώρα υποδοχής. Η μεταγενέστερη ανάκληση του δικαιώματος αυτού, για παράδειγμα επειδή το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, συνιστά επέμβαση στο δικαίωμά του στον σεβασμό της ιδιωτικής και/ή οικογενειακής ζωής κατά την έννοια του άρθρου 8. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν η επέμβαση δικαιολογείται βάσει της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 8. Στο πλαίσιο αυτό, θα λάβει υπόψη τα διάφορα κριτήρια που έχει προσδιορίσει στη νομολογία του προκειμένου να καθορίσει αν έχει επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση των αρχών να ανακαλέσουν το δικαίωμα διαμονής και των δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου βάσει του άρθρου 8 (βλ., για παράδειγμα, Boultif κατά Ελβετίας, 54273/00, ΕΔΑΔ 2001-IX· Üner κατά Κάτω Χωρών [GC], αριθ. 46410/99, ΕΔΑΔ 2006-XII· Maslov v. Αυστρία [GC], αριθ. 1638/03, ΕΔΑΔ 2008· Savasci κατά Γερμανίας (dec.), no. 45971/08, 19 Μαρτίου 2013; και Udeh κατά Ελβετίας, αριθ. 12020/09, 16 Απριλίου 2013).
105. Δεδομένου ότι η πραγματική και νομική κατάσταση του εγκατεστημένου μετανάστη και του αλλοδαπού που ζητεί να γίνει δεκτός στη χώρα υποδοχής –έστω και αν στην περίπτωση της αιτούσας [αυτό γίνεται] μετά από πολυάριθμες αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας διαμονής και πολυετούς πραγματικής διαμονής– δεν είναι τα ίδια, τα κριτήρια που έχει αναπτύξει η νομολογία του Δικαστηρίου για την εκτίμηση της συμβατότητας της άδειας διαμονής του εγκατεστημένου μετανάστη με το άρθρο 8 δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτομάτως στην κατάσταση της προσφεύγουσας. Αντιθέτως, το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω είναι αν, ενόψει του συνόλου των περιστάσεων, οι ολλανδικές αρχές όφειλαν, δυνάμει του άρθρου 8, να της χορηγήσουν άδεια διαμονής, παρέχοντάς της έτσι τη δυνατότητα να ασκήσει την οικογενειακή ζωή στο έδαφός τους. Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά μόνον την οικογενειακή ζωή, αλλά και τη μετανάστευση. Για το λόγο αυτό, η υπό εξέταση υπόθεση πρέπει να θεωρηθεί ως υπόθεση που αφορά ισχυρισμό μη συμμόρφωσης εκ μέρους του εναγόμενου κράτους με θετική υποχρέωση βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης (βλ. Ahmut κατά Κάτω Χωρών, 28 Νοεμβρίου 1996, § 63, Recueil des arrêts et décisions 1996-VI). Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τις ακόλουθες αρχές, όπως διατυπώθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Butt κατά Νορβηγίας (αριθ. 47017/09, § 78 με περαιτέρω παραπομπές, 4 Δεκεμβρίου 2012).
106. Μολονότι ο ουσιώδης σκοπός του άρθρου 8 είναι η προστασία του ατόμου από αυθαίρετες ενέργειες των δημοσίων αρχών, μπορεί επιπλέον να υπάρχουν θετικές υποχρεώσεις συμφυείς με τον αποτελεσματικό «σεβασμό» της οικογενειακής ζωής. Ωστόσο, τα όρια μεταξύ των θετικών και αρνητικών υποχρεώσεων του κράτους βάσει αυτής της διάταξης δεν προσφέρονται για ακριβή καθορισμό. Ωστόσο, οι εφαρμοστέες αρχές είναι παρόμοιες. Και στα δύο πλαίσια πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων του ατόμου και της κοινότητας στο σύνολό της. και στα δύο πλαίσια το κράτος απολαμβάνει ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης.
107. Όσον αφορά τη μετανάστευση, το άρθρο 8 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάλλει σε ένα κράτος τη γενική υποχρέωση να σέβεται την επιλογή της χώρας διαμονής των συζύγων ή να επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση στο έδαφός του. Ωστόσο, σε μια υπόθεση που αφορά τόσο την οικογενειακή ζωή όσο και τη μετανάστευση, η έκταση των υποχρεώσεων ενός κράτους να δέχεται στο έδαφός του συγγενείς προσώπων που κατοικούν εκεί ποικίλλει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες των εμπλεκόμενων προσώπων και το γενικό συμφέρον. Παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αυτό είναι ο βαθμός στον οποίο η οικογενειακή ζωή θα μπορούσε πράγματι να διαρραγεί, η έκταση των δεσμών στο συμβαλλόμενο κράτος, το κατά πόσον υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια στο να ζήσει η οικογένεια στη χώρα καταγωγής του αλλοδαπού και κατά πόσον υπάρχουν παράγοντες ελέγχου της μετανάστευσης (για παράδειγμα, ιστορικό παραβιάσεων της μεταναστευτικής νομοθεσίας) ή εκτιμήσεις δημόσιας τάξης που σταθμίζουν υπέρ του αποκλεισμού (βλ. Butt κατά Νορβηγίας, ό.π., § 78).
108. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι αν η οικογενειακή ζωή δημιουργήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο τα εμπλεκόμενα πρόσωπα γνώριζαν ότι το καθεστώς μετανάστη ενός εξ αυτών ήταν τέτοιο ώστε η συνέχιση της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν συμβαίνει αυτό, είναι πιθανό μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις η μετακίνηση του αλλοδαπού μέλους της οικογένειας να συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 (βλ. Abdulaziz, Cabales και Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 28ης Μαΐου 1985, σειρά Α αριθ. 94, σ. 94, § 68; Mitchell κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 40447/98, 24 Νοεμβρίου 1998· Ajayi και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 27663/95, 22 Ιουνίου 1999· M. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 25087/06, 24 Ιουνίου 2008· Rodrigues da Silva και Hoogkamer κατά Κάτω Χωρών, ό.π., § 39· Arvelo Aponte κατά Κάτω Χωρών, ό.π., §§ 57-58· και Butt v. Νορβηγία, όπ.π., § 78).
109. Όταν εμπλέκονται παιδιά, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον τους (βλ. Tuquabo-Tekle κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 60665/00, § 44, 1 Δεκεμβρίου 2005· τηρουμένων των αναλογιών, Popov κατά Γαλλίας, αριθ. 39472/07 και 39474/07, §§ 139-140, 19 Ιανουαρίου 2012· Neulinger και Shuruk v. Ελβετία, ό.π., § 135· και X v. Λετονία [GC], αριθ. 27853/09, § 96, ΕΔΑΔ 2013). Σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς δικαίου, προς υποστήριξη της ιδέας ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, το βέλτιστο συμφέρον τους είναι υψίστης σημασίας (βλ. Neulinger και Shuruk κατά Ελβετίας, ό.π., § 135, και X κατά Λετονίας, ό.π., § 96). Αν και από μόνα τους δεν μπορούν να είναι καθοριστικά, τα συμφέροντα αυτά πρέπει ασφαλώς να έχουν μεγάλη βαρύτητα. Ως εκ τούτου, τα εθνικά όργανα λήψης αποφάσεων θα πρέπει, καταρχήν, να εξετάζουν και να αξιολογούν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πρακτικότητα, τη σκοπιμότητα και την αναλογικότητα οποιασδήποτε απομάκρυνσης αλλοδαπού γονέα, προκειμένου να παρέχεται αποτελεσματική προστασία και επαρκής βαρύτητα στο μείζον συμφέρον των παιδιών που θίγονται άμεσα από αυτήν.»
(Μετάφραση του παρόντος Δικαστηρίου)
[…]
Εκ της ως άνω νομολογίας καθίσταται θεωρώ σαφές ότι το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή και το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου σταθμίζονται και συναξιολογούνται σε εκάστη υπόθεση μαζί με το σύνολο των περιστάσεων που την αφορούν. Αφενός λοιπόν δεν είναι κάθε επέμβαση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή ανεπίτρεπτη, καθώς μπορεί, υπό το φως των λοιπών περιστάσεων που αφορούν μια υπόθεση, να κριθεί δικαιολογημένη και αναλογική προς τον σκοπό της απομάκρυνσης ενός αιτητή (όπου τούτο επιτρέπεται ή και επιβάλλεται από την οικεία νομοθεσία) και αφετέρου το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, αν και ιδιαίτερης βαρύτητας, δεν είναι αφ’ εαυτού καθοριστικό, όταν άλλοι παράμετροι της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αλλά και ο χρόνος κατά τον οποίο δημιουργήθηκαν οι δεσμοί των εμπλεκομένων, δεικνύουν ότι ήταν γνωστό σ’ αυτούς τότε ότι «η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής» (βλ. Omoregie, ανωτέρω) και δεν συντρέχουν άλλες εξαιρετικές περιστάσεις.
Σε συνέχεια των ως άνω αξίζει να σημειωθεί ότι δεν θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αναζητήσει ενεργά στοιχεία, πέραν των όσων ο αιτητής προσκομίζει. Θα πρέπει εδώ να υπομνησθεί ότι στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-133/15, Chavez-Vilhez a.o., ημ.10/05/17, στην οποία γίνεται αναφορά και στη C-112/20, M. A. (ανωτέρω), όπου εξετάστηκε το κατά πόσο ένα κράτος μέλος έχει υποχρέωση να παρέχει άδεια διαμονής σε γονέα παιδιού (όπου το παιδί ήταν πολίτης του κράτους αυτού, ως και ο έτερος γονέας του), κατέληξε στα εξής, που θεωρώ ότι έχουν εδώ σημασία, τηρουμένων των αναλογιών, δεδομένου ότι επίδικο στην παρούσα δεν είναι η χορήγηση άδειας διαμονής αλλά τυχόν ακύρωση της απόφασης επιστροφής του αιτητή (για παρεμφερείς ωστόσο λόγους):
«Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να εξαρτά το δικαίωμα διαμονής, στο έδαφός του, υπηκόου τρίτης χώρας, γονέα ο οποίος έχει την καθημερινή πραγματική φροντίδα ανήλικου τέκνου έχοντος την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους, από την υποχρέωση του εν λόγω υπηκόου να προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τυχόν απόφαση περί μη αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής στον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας θα στερούσε από το τέκνο τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, υποχρεώνοντάς το να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης θεωρούμενο ως εν όλον. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οφείλουν, όμως, να προβαίνουν, βάσει των στοιχείων που προσκομίζονται από υπήκοο τρίτης χώρας, στην αναγκαία έρευνα ώστε να μπορέσουν να κρίνουν, υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως, αν τυχόν απορριπτική απόφαση θα είχε τις συνέπειες αυτές.».
Στη δε απόφαση του ΔΕΕ στη C-156/23, Ararat, ημ.17/10/24, που αφορούσε απόφαση επιστροφής σε σχέση με τον ανήλικο εκεί αιτητή και της στα πλαίσια τούτης εξέτασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λέχθηκαν τα εξής, στη σκέψη 52, που δεικνύουν ομοίως ότι η εξέταση γίνεται στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων:
«[Το] άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, καθώς και με το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται του ελέγχου νομιμότητας πράξης με την οποία η αρμόδια εθνική αρχή απορρίπτει αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής επί τη βάσει του εθνικού δικαίου και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θέτει τέρμα στην αναστολή εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής που είχε εκδοθεί προηγουμένως στο πλαίσιο διαδικασίας διεθνούς προστασίας, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας που έχουν τεθεί υπόψη του, όπως συμπληρώθηκαν ή αποσαφηνίστηκαν κατόπιν κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας, ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης λόγω της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής.»
Παρεμφερώς με τα ως άνω, στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-484/22, GS, ημ.15/02/23, η οποία και πάλι αφορούσε το ίδιο το ανήλικο, λέχθηκε, σκέψη 25, ότι «το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 αντιτίθεται στην έκδοση από κράτος µέλος αποφάσεως επιστροφής χωρίς να ληφθούν υπόψη τα κρίσιμα στοιχεία της οικογενειακής ζωής του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας τα οποία αυτός επικαλέστηκε, προκειμένου να αντιταχθεί στην έκδοση της ως άνω αποφάσεως […].»»
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία σημειώνω ότι η αιτήτρια, σύμφωνα με τα όσα κατέστησαν παραδεκτά, έχει αποκτήσει τέκνο με αιτητή διεθνούς προστασίας, ομοεθνή της, η εξέταση της προσφυγής του οποίου (κατά της απόρριψης της αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε) εκκρεμεί στο Δικαστήριο, το οποίο (τέκνο) γεννήθηκε στη Δημοκρατία στις 30/05/25, αφότου η επίδικη εδώ αίτηση ασύλου της αιτήτριας είχε (προ 2 και πλέον ετών τότε) απορριφθεί και ενόσω η παρούσα προσφυγή εκκρεμούσε προς εκδίκαση.
Αποτιμώντας τις ως άνω παραμέτρους που συνθέτουν την υπό κρίση υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι η γέννηση του τέκνου επήλθε σε χρόνο που η αιτήτρια και ο πατέρας του ανήλικου τέκνου της «γνώριζαν ότι το μεταναστευτικό καθεστώς ενός από αυτούς ήταν τέτοιο ώστε η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής» (βλ. Jeunesse, ανωτέρω), ήτοι το ότι η διαμονή αμφοτέρων στη Δημοκρατία εξαρτάτο από την έκβαση των προσφυγών τους που εκκρεμούν. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου πληροφορίες για την εν τοις πράγμασι σχέση του τέκνου της αιτήτριας με τον πατέρα του, οι οποίες θα επέτρεπαν «συνεκτίμηση, προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως […] της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με καθέναν από τους γονείς του, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του παιδιού ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας» (M. A., ΔΕΕ, ανωτέρω) ή θα καταδείκνυαν εξαιρετικές περιστάσεις. Σε κάθε δε περίπτωση λαμβάνω υπόψη το ότι η αιτήτρια διατηρεί δικαίωμα παραμονής εκκρεμούσης της παρούσης και ουδεμία προσδοκία για επέκταση της παραμονής της υφίσταται, παρά μόνο συμφώνως και αναλόγως του αποτελέσματος της (και – ομοίως – ο πατέρας του ανήλικου τέκνου της αναλόγως της έκβασης της δικής του προσφυγής), συνυπολογιζόμενου βεβαίως και του ότι η αιτήτρια διαθέτει οικογενειακό δίκτυο, τόσο στην Κινσάσα όσο και στην πόλη Matadi αλλά και του συνόλου της ως άνω κατάληξης μου περί του ότι η επιστροφή της αιτήτριας δεν είναι κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης (ενόψει και της στήριξης που ευλόγως αναμένεται ότι θα λάβει).
Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος ενός ανήλικου (τέκνου), ιδιαίτερα δε σε περιπτώσεις όπου ουδείς των γονέων του διατηρεί δικαίωμα (ή προσδοκία) παραμονής στη Δημοκρατία (πέραν του συνδεδεμένου με την έκβαση των εκκρεμουσών προσφυγών τους), δεν αφορά την (in abstracto) συγκριτική επισκόπηση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα όπου αναμένεται να απομακρυνθεί το ανήλικο και της Δημοκρατίας, σύγκριση εκ της οποίας, πιθανόν – στις πλείστες των περιπτώσεων - θα προκύπτει ότι οι συνθήκες στη Δημοκρατία είναι, κατά λίγο ή και - ενίοτε - κατά πολύ, ουσιωδώς καλύτερες και ούτε βεβαίως αφορά εξέταση επί πάσης πτυχής του επιπέδου διαβίωσης (άλλωστε ουδέν έχει αναφερθεί επ’ ουδεμίας πτυχής των ως άνω), αλλά μόνο σε συνάρτηση και προς διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις μιας εκ των εκ της οικείας νομοθεσίας παρεχόμενων πτυχών προστασίας, ήτοι του προσφυγικού καθεστώτος, συμπληρωματικής προστασίας και προστασίας από την επαναπροώθηση, οι οποίες δεν υφίσταται εδώ, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω.
Δεδομένων των ως άνω και ενόψει πάντοτε των ενώπιον μου στοιχείων είναι κατάληξη μου ότι η απομάκρυνση της αιτήτριας (μαζί με το τέκνο αυτής) δεν συνιστά εδώ αυθαίρετη επέμβαση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή της αιτήτριας ή του ανήλικου τέκνου της [λαμβανομένης και της επιφύλαξης του αρ.8 (2)], δεν εκθέτει την αιτήτρια (ή το ανήλικο τέκνο της) σε εύλογη πιθανότητα δίωξης ή και σοβαρής βλάβης και δεν θίγει τα βέλτιστα συμφέροντας του τέκνου αυτού.[13]
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης [της αιτήτριας ή του ανήλικου τέκνου της ή και των δύο] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της, μαζί με το τέκνο της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως ορίζεται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Δεδομένων δε και των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή της αιτήτριας (με το ανήλικο τέκνο της) συνιστά επαναπροώθηση, κατά παράβαση του αρ.3 της ΕΣΔΑ.
Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1200 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] HRW, Operation Likofi - Police Killings and Enforced Disappearances in Kinshasa, DRC, 17 November 2014, https://www.hrw.org/report/2014/11/17/operation-likofi/police-killings-and-enforced-disappearances-kinshasa-democratic [06/05/2025]
[2] IRB, Democratic Republic of Congo: "Kuluna" gangs, including areas where they have influence; government efforts against them, including effectiveness and resources available; state protection available to victims and its effectiveness (2013-August 2017), 21 August 2017, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=457674&pls=1 [ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2025]
[3]Global Initiative, Against Transnational Organized Crime, CRIMINALS OR VIGILANTES? The Kuluna gangs of the Democratic Republic of Congo, Marc-André Lagrange and Thierry Vircoulon MAY 2021, file:///C:/Users/User/Downloads/Criminals-or-vigilantes-The-Kuluna-gangs-of-the-Democratic-Republic-of-Congo-GITOC.pdf[ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2025]
[4] CGRS-CEDOCA - Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit: Republique Democratique du Congo; Situation sécuritaire, 25 February 2025, p.11-12
https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_0.pdf [πρόσβαση 06/05/2025]
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[6] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[7] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/04/2026)
[8] Congo (Dem. Rep.): Provinces, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information διαθέσιμο στο https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/04/2026)
[9] DR Congo Population 2026 διαθέσιμο στο: https://worldpopulationreview.com/countries/dr-congo
(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/04/2026)
[10] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[11] M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), ημ.21/01/11, παρ.263
[13] Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): υπ. αρ.C-112/20, M. A., ημ.11/03/21 και C‑484/22, G. S., ημ.15/02/23, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ): υπ. αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Ε.Δ.Δ. 126/20, Dissanayakage και άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο