P.L.N. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθ. Αρ.: ΔΚ15/2026, 20/7/2026
print
Τίτλος:
P.L.N. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθ. Αρ.: ΔΚ15/2026, 20/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: ΔΚ15/2026

 

20 Ιουλίου, 2026

 [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

P.L.N. από το Καμερούν τώρα κρατούμενος και τώρα κρατούμενος στο Προαναχωρησιακό Κέντρο «Λίμνες»

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω 1. Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, 2. Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης Καθ΄ ων η αίτηση 3. Προϊστάμενος Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ΄ ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Τ. Μπετίτο (κος) για Α. Τσαγγαρίδης (κος), Δικηγόροι για τον Αιτητή.

Χ. Καστάνας (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

(ΔΟΘΗΚΕ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ)

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής αιτείται την ακύρωση του διατάγματος κράτησης ημερομηνίας 17/06/26 (κοινοποίησης στον Αιτητή 29/06/26) με την οποία κρίθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει προνοιών 6(1)(Κ) και 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.105 ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητείται ακύρωση της πράξης/απόφασης ημερομηνίας 29/06/26 λόγω του ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου και/ή προσωρινό διάταγμα με το οποίο να αναστέλλονται τα διατάγματα κράτησης/απέλασης μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνεται ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής, υπήκοος Καμερούν, αφίχθηκε στη Δημοκρατία με καθεστώς φοιτητή με άδεια παραμονής μέχρι την 11/02/20. Την 01/07/25 αναχώρησε οικειοθελώς από την Δημοκρατία και στις 05/11/25 τα στοιχεία του καταχωρίστηκαν στο stop list. Ακολούθως στις 03/06/26 συνελήφθηκε για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα κράτησης και απέλασης δυνάμει προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105) στις 04/06/26. Στις 23/06/26 υπέβαλε αίτημα ασύλου και στις 29/06/26 εκδόθηκε διάταγμα κράτησης στη βάση του Άρθρου 22 (2)(β) και (ε) του περί Προσφύγων Νόμου 2026, (Ν.115(Ι)/2026), διάταγμα που επισυνάπτεται και στην προσφυγή του. 

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, μέσω Γραπτής Αγόρευσης του συνηγόρου του, επαναλαμβάνει τις αιτούμενες θεραπείες όπως αυτές καταγράφονται στο Έντυπο της Προσφυγής του, ως επίσης, διατυπώνει εκ νέου θεραπείες παραπέμποντας σε διατάξεις (γενικά) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 και/ή προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105) και/ή ζήτημα άμεσης απελευθέρωσης του. Καταγράφει δε περαιτέρω επί των γεγονότων της υπόθεσης (όπως αυτά παρουσιάζονται στην Ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση) ότι ο Αιτητής κατά την διάρκεια της παραμονής του στη Δημοκρατία 2018-2020 γνώρισε την B.D.P., με την οποία απέκτησε δύο ανήλικα τέκνα (τους G.A.L. - ημερομηνίας γέννησης 10/11/19 και T.P.L. - ημερομηνίας γέννησης 13/11/20) και ότι τέλεσε γάμο με την σύντροφο του την 20/08/23. Προβάλλεται δε ο ισχυρισμός ότι υπήρξε προσπάθεια εκ μέρους της αρμόδιας αρχής για παρεμπόδιση του Αιτητή να υποβάλει αίτημα ασύλου. Μέσω της Γραπτής Αγόρευσης γίνεται μνεία των Άρθρων 7, 8, 11, 25 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), υποστηρίζοντας ότι τα δικαιώματα του Αιτητή είναι ξεκάθαρα ήτοι αποδοχής του αιτήματος διεθνούς προστασίας αυτού, δικαίωμα οικογενειακής ενότητας, τήρησης της αρχής της μη επαναπροώθησης και/ή δικαίωμα παραμονής αυτού. Σημειώνεται, ταυτόχρονα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη λόγω ελλιπούς υπό τις περιστάσεις έρευνας, ελλιπούς αιτιολογίας, παραβίασης των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης και βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, της αρχής της χρηστής διοίκησης και/ή του δικαιώματος ακρόασης. Προβάλλονται, επίσης, ισχυρισμοί σε σχέση με την παρεμπόδιση του Αιτητή να υποβάλει αίτημα ασύλου, το ότι μετέβηκε στο ΚΕΔΥΤ Πουρνάρα για να υποβάλει αίτημα ασύλου για εκείνον και την οικογένεια του, ότι η σύζυγος του Αιτητή υπέβαλε αίτηση για επανάνοιγμα της αίτησης ασύλου αυτής. Πέραν τούτου, αναφέρει ότι το διάταγμα κράτησης θα πρέπει να ακυρωθεί καθότι η παράνομη είσοδος στη Δημοκρατία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο για διατήρηση της κράτησης, δεν επιθυμεί ο Αιτητής να επαναπροωθηθεί στην χώρα του αφού έχει οικογένεια στην Δημοκρατία και/ή παραβιάζεται η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος των παιδιών του, θα έπρεπε προτού εκδοθούν διατάγματα/απέλασης στη βάση των προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105) να ζητηθούν οι απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Yποστήριξε ότι, δεν θα έπρεπε ο Αιτητής να κρατηθεί λόγω μόνο της ιδιότητας του ως αιτητής ασύλου, δεν εφαρμόστηκε η αρχή της αναλογικότητας και αναγκαιότητας, δεν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής, δεν λήφθηκε υπόψη η οικογενειακή ζωή του και/ή η διοικητική αρχή δεν προβαίνει σε κράτηση αιτούντα άσυλο σε περίπτωση που μπορούν να εφαρμοστούν άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα αντί αυτό της κράτησης.

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση με την Γραπτή τους Αγόρευση προβάλλουν προδικαστική ένσταση και αναφέρουν ότι η παρούσα προσφυγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, υπάρχει δεδικασμένο αφού σε προηγούμενο στάδιο είχε καταχωρήσει την Προσφυγή με αρ.14/26 με το ίδιο αντικείμενο και/ή το ίδιο αίτημα και/ή αυτή απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της στις 08/07/26 κατά την ημερομηνία εκδίκασης της. Ως αναφέρουν με βάση την νομολογία υπάρχει δεδικασμένο επί της προσβαλλόμενης απόφασης, επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την παρούσα προσφυγή και/ή να μην εξετάσει την ουσία της προσφυγής. Περαιτέρω, αναφέρουν, ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης λήφθηκε ορθά και νόμιμα σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας και/ή μετά από δέουσα έρευνα και/ή είναι αιτιολογημένη. Σημειώνουν, επίσης, ότι οι νομικοί λόγοι ακύρωσης δεν εγείρονται/αιτιολογούνται επαρκώς σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Τονίζουν ότι έγινε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης του Αιτητή προτού εκδοθεί το διάταγμα κράτησης, ότι δεν προβλέπεται δικαίωμα ακρόασης στις περιπτώσεις κράτησης/απέλασης, ότι εφαρμόστηκαν οι αρχές της αναλογικότητας και/ή χρηστής διοίκησης και/ή καλής πίστης προτού επιβληθεί το μέτρο κράτησης και ότι κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες/μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή. Απορρίπτουν δε τους ισχυρισμούς για παραβίαση της οικογενειακής ενότητας και/ή ζωής του και/ή της αρχής της μη επαναπροώθησης του Αιτητή λόγω ενδεχομένης απέλασης του.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, θεωρώ ότι αυτή στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος και είναι απορριπτέα. Η προηγούμενη προσφυγή  (ΔΚ14/26) απορρίφθηκε αποκλειστικά και μόνο λόγω μη προώθησής της χωρίς το Δικαστήριο  να υπεισέλθει ή να εξετάσει την ουσία των ισχυρισμών του Αιτητή (ως αναφέρεται από τον συνήγορο των Καθ΄ ων η αίτηση) ως εκ τούτου κρίνεται ότι δεν δημιουργείται δεδικασμένο - λαμβανομένου δεόντως υπόψη του γεγονότος ότι η παρούσα προσφυγή καταχωρίστηκε εντός της προνοούμενης εκ του Συντάγματος και/ή νομοθετικής προθεσμίας. Ούτε υπό τις παρούσες περιστάσεις, θεωρώ, ότι στοιχειοθετείται κατάχρηση και/ή ότι η νέα αίτηση/προσφυγή καταχωρίστηκε για αλλότριους σκοπούς. Οι δε αποφάσεις, όπου γίνεται, παραπομπή αφορούν κατά βάση αιτήσεις επαναφοράς ήδη εγκαταλειφθείσας/απορριφθείσας προσφυγής που εκεί βασικό κριτήριο είναι, επίσης,  το χρονικό/νομικό πλαίσιο προθεσμίας καταχώρησης προσφυγής το οποίο δεν μπορεί να επεκταθεί με οποιοδήποτε τρόπο (Υποθ.Αρ.1254/2010, Issam Lotfy Mohamed El Aassy v. Δημοκρατίας, ημερ. 17/05/2011, Υποθ.Αρ.540/2012, Nader Mt Matanes v. Δημοκρατίας, ημερ. 30/11/2012), πράγμα το οποίο εδώ δεν συμβαίνει (εφόσον η παρούσα προσφυγή καταχωρίστηκε εντός της προνοούμενης εκ του Συντάγματος/Νόμου προθεσμίας).  

 

Αναφορικά, τώρα, με το νομικό υπόβαθρο των ζητούμενων θεραπειών από τον συνήγορο του Αιτητή θεωρώ ότι είναι λανθασμένο και/ή βασίζεται αμιγώς σε πρόνοιες που αφορούν τον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105). Η ίδια λανθασμένη προσέγγιση διαπιστώνεται και σε ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του συνηγόρου του Αιτητή η οποία αναλώνεται σε πρόνοιες τόσο του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105) όσο και σε πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), ενώ το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης εμφανώς εκδόθηκε στη βάση διατάξεων του Άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (σημειώνεται λανθασμένη καταγραφή έτους 2000-2026, προφανής είναι η έκδοση διατάγματος κράτησης με τις διατάξεις της νέας νομοθεσίας). Επιπλέον, μέσω της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή υπάρχει μία εκτενής και/ή τάση επανάληψης γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της παρούσας υπόθεσης σε σχέση με τις διατάξεις/πρόνοιες και/ή κριτήρια αξιολόγησης εφαρμογής της κράτησης σε αιτούντες άσυλο με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης (Βλέπε Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο - Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019). Επί τούτου, επιβάλλεται τόσο η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως αι/ή ότι η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια (ως επί το πλείστο των θέσεων που αναπτύσσονται στην Γραπτή Αγόρευση), αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης).

 

Ανεξαρτήτως όμως, των πιο πάνω, ως Δικαστήριο ουσίας προχωρώ να εξετάσω το διάταγμα κράτησης ημερομηνίας 29/06/26 - ως αυτό επισυνάπτεται στην παρούσα προσφυγή. Ως δε πρόσφατα έχει επισημανθεί με επανάληψη στην υφιστάμενη νομολογία που διαμορφώθηκε από το Διοικητικό Εφετείο: «Στην παρούσα περίπτωση αυτό ακριβώς προβλέπεται στο Άρθρο 11 (3) (α),(β) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(I)/2018, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδικη ενώπιον του απόφαση και «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής [.]» και «επικυρώνει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν μέρει αυτήν:[.]» (οι υπογραμμίσεις δικές μας). Η δικαιοδοσία εξέτασης επί της ουσίας, εξυπακούει ότι δυνητικά η δικαστική απόφαση μπορεί να θέσει τον προσφεύγοντα σε ευνοϊκότερη ή χειρότερη μοίρα. Είναι, δηλαδή, διαπλαστικής φύσεως (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 18.12.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 KΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Β. Α.» (Βλέπε ΕΔΔΔΠ Αρ.22/2026 I.D. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α. ημερ.30/06/26).

 

Ο Αιτητής κρατείται στη βάση του Άρθρου 22 (2) (β) και (ε) του Περί Προσφύγων Νόμου του 2026, (Ν. 115(Ι)/2026) το οποίο προνοεί, μεταξύ άλλων και στην έκταση που μας ενδιαφέρει, τα ακόλουθα:

 

«Κράτηση       22.-(1) Αιτητής δεν κρατείται αποκλειστικά επειδή έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή λόγω της ιθαγένειάς του και η κράτηση δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα.

(2) Εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (4), μόνο για έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους:

[…]·

(β) για τον προσδιορισμό των στοιχείων εκείνων στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·

[…]·

(ε) σε περίπτωση που ο αιτητής κρατείται στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και το Υπουργικό Συμβούλιο τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο αιτητής είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο αιτητής υποβάλλει αίτηση προκειμένου να καθυστερήσει απλώς ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·

[…]

(3) Κατά την κράτηση αιτητή, λαμβάνονται υπόψη τυχόν ορατές ενδείξεις, δηλώσεις ή συμπεριφορές που υποδηλώνουν ότι ο αιτητής έχει ειδικές ανάγκες υποδοχής και, σε περίπτωση που η αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 37 δεν έχει ολοκληρωθεί, πρέπει να ολοκληρώνεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και τα αποτελέσματά της να λαμβάνονται υπόψη, όταν αποφασίζεται εάν θα συνεχιστεί η κράτηση ή εάν πρέπει να προσαρμοστούν οι συνθήκες κράτησης

(4) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, αντί να θέσει τον αιτητή υπό κράτηση, να επιβάλει εναλλακτικά μέτρα ή/και υποχρεώσεις για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο, υπό τις περιστάσεις, που στοχεύουν στην αποφυγή του κινδύνου διαφυγής, όπως ιδίως είναι τα ακόλουθα:

(α) Η τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών της Δημοκρατίας· ή/και

(β) η κατάθεση κατάλληλης χρηματικής εγγύησης· ή/και

(γ) η κατάθεση εγγράφων· ή/και

(δ) η υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος, περιλαμβανομένου κέντρου φιλοξενίας· ή/και

(ε) η επιτήρηση από την Αστυνομία Κύπρου»

 

Από το λεκτικό του πιο πάνω Άρθρου προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο δεν θα πρέπει να θέτει υπό κράτηση αιτούντα άσυλο λόγω μόνο της ιδιότητας του. Θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτό να εφαρμοστούν αλλά αποτελεσματικά και λιγότερο περιοριστικά για την ελευθερία του προσώπου μέτρα και εάν κρίνεται αναγκαίο και μετά από ατομική αξιολόγηση της περίπτωσης του τότε μπορεί να διατάξει την κράτηση του. Συνεπώς επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής να λάβει το μέτρο της κράτησης, εάν συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να προσδιοριστούν τα αναγκαία στοιχεία του αιτήματος ασύλου του ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή (ως το πιο πάνω εδάφιο (β)) και/ή ο υπήκοος τρίτης χώρας επιδιώκει την καθυστέρηση της εκτέλεσης απόφασης απομάκρυνσης του (ως το πιο πάνω εδάφιο (ε)).

 

Στην C‑ 534/11, Mehmet Arslan v. Policie CR, Kragske, ημερομηνίας 30/05/2013 αποφασίστηκε ότι η Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση υπηκόου τρίτης χώρας που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας εκτός εάν η αίτηση του φαίνεται να υποβλήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του. Επιβάλλεται, όμως, η αξιολόγηση κατά πόσο οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης μπορούν να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κράτησης ακόμα και μετά την υποβολή αίτησης ασύλου σε συνάρτηση με την συμπεριφορά που επέδειξε ο υπήκοος τρίτης χώρας τόσο μετά όσο και πριν την υποβολή της αίτησης του. Γίνεται δε σαφής αναφορά στην απόφαση ότι το γεγονός (από μόνο του) υποβολής αίτησης ασύλου από παράνομο μετανάστη δεν είναι αρκετό για να είναι εφαρμόσιμη η διατήρηση της κράτησης (Βλέπε § 57-62 της απόφασης).

 

Όπως έχει δε διαμορφωθεί μέσω νομολογίας θα πρέπει στις περιπτώσεις κράτησης αιτούντων άσυλο να εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας/αναγκαιότητας η οποία επιβάλλει την ύπαρξη απόλυτης ισορροπίας μεταξύ του μέτρου της κράτησης και του νόμιμου σκοπού που επιδιώκει να επιτύχει, δηλαδή την προετοιμασία και την απομάκρυνση του αιτούντα. Το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει πάντα εναλλακτικές λύσεις προτού καταφύγει στο μέτρο κράτησης, διασφαλίζοντας έτσι και τους προβλεπόμενους από την νομοθεσία σκοπούς (Βλέπε Application no52722/15, S.K v. Russia, ημερομηνίας 14/02/2017 και C-18/16 K. ν. Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημερομηνίας 14/09/2017).

 

Επίσης, σημαντική για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης είναι και η πρόσφατη απόφαση C‑924/19, C925/19 PPU FMS, FNZ v. Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság,Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság, ημερομηνίας 14/05/2020 όπου αποφασίστηκε ότι Δικαστήριο μπορεί το ίδιο να αποφασίσει κατά πόσον η κράτηση η οποία επιβλήθηκε είναι πράγματι ανάλογο, αναγκαίο και προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τις «Κατευθυντήριες Οδηγίες σχετικά με τα Εφαρμοστέα Κριτήρια και Πρότυπα που αφορούν την Κράτηση των Αιτούντων Άσυλο και Εναλλακτικά της Κράτησης Μέτρα», της Ύπατης Αρμοστείας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, Κατευθυντήρια Οδηγία 4, §19 με τίτλο «Η κράτηση δεν θα πρέπει να είναι αυθαίρετη και κάθε απόφαση κράτησης θα πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων που αφορούν το συγκεκριμένο άτομο» αναφέρεται το εξής:

 

«19. Στα πλαίσια των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι αποφάσεις κράτησης θα πρέπει να βασίζονται σε λεπτομερή και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αναγκαιότητας για κράτηση, παράλληλα με την παράθεση ενός νόμιμου σκοπού. Ως προς αυτό, τα κατάλληλα μέσα ελέγχου ή αξιολόγησης θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων, ενώ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις ή ανάγκες συγκεκριμένων κατηγοριών αιτούντων άσυλο (βλέπε Κατευθυντήρια Οδηγία 9). Μεταξύ των παραγόντων που καθοδηγούν τη λήψη αυτών των αποφάσεων μπορεί να είναι το στάδιο που διανύει η εξέταση της αίτησης ασύλου, ο τελικός προορισμός του αιτούντος, οι οικογενειακοί/κοινωνικοί δεσμοί, η προηγούμενη καλή συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του ατόμου, καθώς και ο κίνδυνος φυγής ή η προθυμία και η κατανόηση της ανάγκης για συμμόρφωση.»

 

Το προσβαλλόμενο με την παρούσα προσφυγή διάταγμα κράτησης που εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή, ημερομηνίας 29/06/26, από την Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, αναφέρει τα εξής:

«ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΙ (2000-2026)

ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 22

 

ΕΠΕΙΔΗ Ο PATRICK LIENOU NGAYE, υπήκοος ΚΑΜΕΡΟΥΝ, είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι

 

ο PATRICK LIENOU NGAYE κρατείται

(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή,

(β) Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των Αρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί ή επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο PATRICK LIENOU NGAYE αναχώρησε από τη Δημοκρατία με απόφαση επιστροφής και απαγόρευση εισόδου για 5 χρόνια, και στην συνέχεια εισήλθε και διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του

 

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο PATRICK LIENOU NGAYE να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 22(2)(β) και 22(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2026), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (4) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2026), καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:

1. ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με απόφαση επιστροφής.

2. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε πρόθεση μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής.

3. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση

4. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ έχει παραβιάσει προηγούμενη απαγόρευση εισόδου.

5. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ), του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2025), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ.04/05/2026.

6. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν στο Υπουργικό Συμβούλιο το άρθρο 22 του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2026) και το Άρθρο 188.3.(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης με το παρόν διατάσσω όπως ο PATRICK LIENOU NGAYE ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης που αναφέρονται πιο πάνω.

 

Με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεση του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.

 

ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 29η ημέρα του Ιουνίου, 2026».

 

Καταρχάς θα διαφωνήσω με τον συνήγορο του Αιτητή για τις οποίες αναφορές γίνονται επί των εφαρμοστέων διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105). Ο αρχικός λόγος σύλληψης και επακόλουθης έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του Αιτητή ήταν η κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη στη βάση των προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105), διοικητική πράξη ή οποία προσβλήθηκε στο Διοικητικό Δικαστήριο. Η βάση για κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη ήτο λόγω παράνομης εισόδου/παραμονής του διότι ουδέποτε ήτο αιτούντας άσυλο (βρισκόταν με βάση τα στοιχεία του φακέλου του στη Δημοκρατία με καθεστώς φοιτητή μέχρι τις 11/02/20 ενώ παρανόμως διαμένοντας μέχρι και την 01/07/25 όπου και αναχώρησε για την χώρα του). Το ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση ακύρωσαν το διάταγμα κράτησης και εξέδωσαν το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης στη βάση των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (Ν. 115(Ι)/2026), ως απαιτείται από τον Κανονισμό και την Νομοθεσία – δεν οδηγεί αυτόματα σε ανατροπή της διοικητικής πράξης που αφορά την τότε και/ή προηγούμενη κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη. Ως επιβεβαιώνεται και μέσω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου στην AHMED SHBIB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 12/2024, ημερομηνίας 15/10/24:

 

«Η κήρυξη του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη συνιστά πράξη διακριτή από τα διατάγματα απέλασης και κράτησης (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 147/2012 Stoyanov ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 2.7.2018), παρότι αυτά τα διατάγματα έχουν αυτή την κήρυξη ως υπόβαθρο.  Το συμπέρασμα ότι η κήρυξη του Εφεσείοντα συνιστά διακριτή (και αυτοτελώς προσβαλλόμενη) πράξη από τα διατάγματα απέλασης και κράτησης δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Εφεσίβλητη επέλεξε εν προκειμένω να παραθέσει την κήρυξη και την αιτιολογία της στο σώμα του διατάγματος απέλασης.

 

Η κήρυξη του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη προσβάλλεται ρητά στην Προσφυγή Αρ. 1578/2023 και, συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο υποχρεούτο να ελέγξει τη νομιμότητά της, εκτός αν όντως εξέπιπτε της δικαιοδοσίας του ως αποφάνθηκε.

 

Η δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου καλύπτει -με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος και τους περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμους (ο Νόμος 131(Ι) του 2015 ως τροποποιήθηκε)- τον δικαστικό έλεγχο εκτελεστών διοικητικών πράξεων, με εξαίρεση τις εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας βάσει των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων (εφεξής «ο Νόμος 73(Ι) του 2018»). 

 

Το Άρθρο 11 του Νόμου 73(Ι) του 2018, το οποίο προσδιορίζει τις πράξεις για τoν έλεγχο των οποίων απονέμει δικαιοδοσία στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, δεν συγκαταλέγει σε αυτές την κήρυξη αλλοδαπού ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει του Άρθρου 6 του Κεφ. 105.

 

Συνάγεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να προβεί σε έλεγχο νομιμότητας της κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη και, συνεπώς, εσφαλμένα έκρινε το αντίθετο.

 

Ως απόρροια της κρίσης μας, η Προσφυγή Αρ. 1578/2023 πρέπει να επιστραφεί στο πρωτόδικο Διοικητικό Δικαστήριο, ώστε το τελευταίο να κρίνει τη νομιμότητα της κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη, καθότι το Εφετείο δεν προβαίνει σε πρωτογενή κρίση (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 134/2018 Δημοκρατία ν. Τσιγαρίδας, απόφαση ημερ. 5.6.2024).   

 

Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι, το ποιες είναι οι συνέπειες (για τη νομιμότητα του επίδικου διατάγματος κράτησης) της -μετά την έκδοση της εφεσιβαλλόμενης απόφασης ημερ. 18.12.2023- ακύρωσης του συναφούς διατάγματος απέλασης διά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερ. 5.2.2024 στην Προσφυγή Αρ. 3260/2023, αποτελεί ζήτημα εξέτασης (αν ήθελε απαιτηθεί) από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Ενόψει της επιτυχούς έκβασης του πρώτου λόγου έφεσης, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης.»

 

Επομένως, τα όποια ζητήματα αφορούν την απόφαση της αρμόδιας αρχής για κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη δεν αφορούν το Δικαστήριο επί της ουσίας της εξέτασης του παρόντος διατάγματος κράτησης που εξετάζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (Ν. 115(Ι)/2026). Τόσο από το κείμενο της εισηγητικής έκθεσης του Λειτουργού Μετανάστευσης που απευθυνόταν στην Διευθύντρια όσο και του πιο πάνω διατάγματος εντοπίζω ότι πράγματι καταγράφεται αριθμός λόγων στη βάση των οποίων εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Θα συμφωνήσω με τους Καθ΄ ων η αίτηση ότι προτού η αρμόδια αρχή επιβάλει το μέτρο κράτησης προχώρησε σε εξατομικευμένη αξιολόγηση των περιστάσεων, της συμπεριφοράς και του ιστορικού του Αιτητή (όπως καταγράφονται ενδελεχώς στο προσβαλλόμενο διάταγμα και/ή αναφύονται από το σημείωμα του λειτουργού μετανάστευσης). Σύμφωνα με την ημεδαπή νομολογία, η κήρυξη προσώπου ως απαγορευμένου μετανάστη εμπεριέχει και τον κίνδυνο διαφυγής του ανά πάσα στιγμή – που αποτελεί ουσιαστική παράμετρο κράτησης. Στην Υποθ. Αρ. 5735/2013 MAGDALIN MENSAH ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερ.09/08/2013, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι:

 

«Η κήρυξη της αιτήτριας ως απαγορευμένης μετανάστριας εμπεριέχει λογικά τον κίνδυνο διαφυγής της ανά πάσα στιγμή.  Αυτή η έννοια εμπεριέχεται νομικά και λογικά στο άρθρο 180Δ στον  ορισμό  του  «κινδύνου διαφυγής»,  όπου  στην  παράγραφο (α) αναφέρεται, ως στοιχείο κινδύνου διαφυγής, η μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής.  Να μη λησμονείται άλλωστε ότι στον ορισμό του «κινδύνου διαφυγής» καταγράφεται ότι αυτός ο κίνδυνος συναρτάται προς κάθε «ατομική περίπτωση», ο δε κίνδυνος αυτός εκτιμάται κατά «εικασία» ότι ο υποκείμενος σε διαδικασία επιστροφής «μπορεί να διαφύγει».  Δεν χρειάζεται, με άλλα λόγια, απτή μαρτυρία περί τούτου και είναι εδώ που υπεισέρχεται η κρίση της διοίκησης αναλόγως των συνθηκών της κάθε υπόθεσης»

 

Επί αυτού του σημείου και/ή επί αυτής της διάταξης της νομοθεσίας στο εγχειρίδιο  «Δικαστική ανάλυση: Κράτηση αιτούντων διεθνή προστασία στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελίδα 28 της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου, καταγράφεται το εξής (με πρωτογενή πηγή κατευθυντήριες οδηγίες της UNHCR):

 

«Είναι επιτρεπτή η κράτηση ενός αιτούντος για ένα περιορισμένο αρχικό διάστημα για λόγους καταγραφής, στα πλαίσια προκαταρκτικής συνέντευξης, των στοιχείων στα οποία βασίζει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Παρ’ όλ’ αυτά, η κράτηση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί αιτιολογημένη μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η συγκεκριμένη πληροφορία δεν θα μπορούσε να δοθεί χωρίς να υπάρξει κράτηση. Αυτό συνεπάγεται την καταγραφή σημαντικών πληροφοριών από τον αιτούντα άσυλο, όπως για παράδειγμα των λόγων για τους οποίους ζητεί να του χορηγηθεί άσυλο. Αυτό συνήθως δεν επεκτείνεται στην κρίση για το βάσιμο των ισχυρισμών του. Η εξαίρεση αυτή στον βασικό κανόνα —ότι δηλαδή η κράτηση των αιτούντων άσυλο αποτελεί έσχατο μέτρο— δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αιτιολογηθεί η κράτηση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο, ή για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Παρότι ο «κίνδυνος διαφυγής» είναι μια πρόβλεψη, φαίνεται πιθανό ότι στις περισσότερες περιπτώσεις θα αποτελέσει τη βάση του λόγου αυτού διότι εάν ο αιτών διεθνή προστασία δεν είναι πιθανό να διαφύγει, είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς υπό ποιες περιστάσεις τα στοιχεία του ισχυρισμού επί του οποίου βασίζεται η αίτηση δεν θα μπορούσαν να ληφθούν χωρίς να υπάρξει κράτηση.»

 

[τονισμός δικός μου]

 

Είναι προφανές ότι ένας εκ των σκοπών της κράτησης ήτο και η συλλογή των στοιχείων που βασίζεται στην παρούσα το αίτημα ασύλου του Αιτητή που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και με τον κίνδυνο διαφυγής του. Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι είναι επιτρεπτή η κράτηση ενός αιτούντος για ένα περιορισμένο αρχικό διάστημα για λόγους καταγραφής και στα πλαίσια προκαταρκτικής συνέντευξης, των στοιχείων στα οποία βασίζει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Η δε κράτηση του Αιτητή βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί αιτιολογημένη καθότι είναι από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πληροφορίες που αφορούν το αίτημα ασύλου του δεν θα μπορούσαν να δοθούν καθότι υπήρχε υπαρκτός κίνδυνος διαφυγής λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς του. Δεν υπάρχει, όμως, είτε στο κείμενο του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης αλλά ούτε στο σχετικό σημείωμα/έκθεση του λειτουργού μετανάστευσης οτιδήποτε το οποίο να δεικνύει την αναγκαιότητα εφαρμογής του εδαφίου (β) του Άρθρου 22 (2) του Νόμου. Συνεπώς, η δοθείσα αιτιολογία που εδράζεται στην σχετική πρόνοια πάσχει, αλλά παραμένει το ζήτημα κατά πόσο ορθά εφαρμόστηκε το εδάφιο (ε) του Άρθρου 22 (2) του Νόμου ως δεύτερη αιτιολογία για κράτηση[1].

 

Μεταξύ των κριτηρίων που λήφθηκαν υπόψη, επίσης, για την διατήρηση του μέτρου της κράτησης είναι το γεγονός ότι ενώ ο Αιτητής βρισκόταν με το καθεστώς φοιτητή από το 2018-2020 στην συνέχεια παρουσιάστηκε την 01/07/25 στο Αεροδρόμιο για να αναχωρήσει για την χώρα του όπου του επιδόθηκε απόφαση επιστροφής και απαγόρευσης εισόδου για 5 έτη. Είχε δηλαδή νόμιμη παραμονή μέχρι το 2020, διέμενε με παράνομο καθεστώς μέχρι το 2025, κατά την αναχώρηση στην χώρα καταγωγής του του επιβλήθηκε απαγόρευση εισόδου, ουδέποτε υπέβαλε μέχρι την αναχώρηση στη χώρα του οποιοδήποτε αίτημα ασύλου αντ΄ αυτού επέλεξε να εισέλθει παρανόμως ένα έτος μετά (αφού βεβαίως δεν τελεσφόρησε η νόμιμη διαδικασία να εισέλθει νομίμως μέσω προξενικών αρχών) για να υποβάλει αίτημα ασύλου (μετά δε την έκδοση διαταγμάτων/κράτησης απέλασης στη βάση των προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105). Αποτελεί, θεωρώ, σημαντικό στοιχείο για διατήρηση της κράτησης του Αιτητή από την αρμόδια αρχή, ο χρόνος που διέρρευσε από την νόμιμη διαμονή του στη Δημοκρατία από το 2018-2020, ο χρόνος που διέρρευσε  από το 2020-2025 χωρίς νόμιμο καθεστώς διαμονής, η οικειοθελής αναχώρηση του την 01/07/25, η απαγόρευση εισόδου που του επιβλήθηκε και ο χρόνος και/ή οι συνθήκες υποβολής του αίτηματος ασύλου του – ενέργειες που οδηγούν εμφανώς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για πρόσωπο όπου προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι υπέβαλε αίτηση ασύλου προκειμένου να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής του και/ή μη τήρησης της απαγόρευσης εισόδου που του επιβλήθηκε κατά την αναχώρηση του από την Δημοκρατία. Από το περιεχόμενο του φακέλου του προκύπτει ότι ουδέποτε τόσο κατά την νόμιμη παραμονή του όσο και κατά την περίοδο που δεν είχε νόμιμο καθεστώς στη Δημοκρατία επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, ούτε δε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για νομιμοποίηση της παρανομής του (ενώ ως ο συνήγορος του ισχυρίζεται δημιούργησε οικογένεια στη Δημοκρατία) ή ήλθε σε επαφή με αρμόδιες αρχές ή επικοινωνίας αυτού με την Υπηρεσία Ασύλου σε σχέση με ζήτημα αναζήτησης προστασίας. Προκύπτει δε κανένα ενδιαφέρον και/ή αδράνεια του επί του καθεστώτος αυτού ή αναζήτησης ασύλου, αντίθετα το ενδιαφέρον του Αιτητή επικεντρώθηκε στο να εισέλθει παρανόμως στη Δημοκρατία (αφού αποχώρησε σε προηγούμενο στάδιο οικειοθελώς) παραβιάζοντας τους όρους stop list και προσπάθησε να νομιμοποιήσει πλέον την παραμονή του μέσω του πλαισίου του προσφυγικού δικαίου. Το ιστορικό του Αιτητή σαφώς και δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το ενδιαφέρον του  και/ή τους σκοπούς υποβολής αιτήματος ασύλου.

 

Επαρκής, επίσης θεωρώ, είναι και η αιτιολογία του αρμοδίου οργάνου ότι δεν υπήρχε περιθώριο επιβολής εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων λόγω μη πρόθεσης του να συμμορφωθεί με την απόφαση απέλασης του λόγω των προηγούμενων και υφιστάμενων ενεργειών του. Προκύπτει, συναφώς από το ιστορικό του Αιτητή και/ή την συμπεριφορά του και/ή ενέργειες του και/ή η αδράνεια του κατά τον χρονικό διάστημα/πλαίσιο προηγούμενης νόμιμης(2018-2020)/παράνομης (2020-2025) διαμονής του. Η κράτηση αποτελεί το έσχατο μέτρο το οποίο λαμβάνεται τηρουμένων των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και εφόσον δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν άλλα λιγότερο περιοριστικά αντί της κράτησης μέτρα. Τα όσα δε ισχυρίζεται ο συνήγορος του Αιτητή περί οικογενειακής ενότητας/μέλη της οικογενείας του, τα κατ΄ ισχυρισμό συζύγου του και/ή τυχόν δικαιώματα τέκνων του και/ή βέλτιστων συμφερόντων αυτών δεν είναι ζητήματα που σχετίζονται με το διάταγμα κράτησης  και/ή εξετάζονται από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας - αλλά αποτελούν ισχυρισμούς που συνδέονται με πρόνοιες του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105) βάσει του οποίου δικαιοδοσία έχει το Διοικητικό Δικαστήριο. Σημειώνεται υπό τύπο σχολίου ότι ο Αιτητής δεν μπορεί να επικαλείται ισχυρισμούς για βέλτιστο συμφέρον οικογενειακής ενότητας την στιγμή που οικειοθελώς (ως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου του) εγκατέλειψε την σύζυγο και τα τέκνα του κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής τουλάχιστον για ένα έτος και υπέβαλε αίτηση ασύλου με μεγάλη χρονική καθυστέρηση (λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό του). Ούτε δε χρήσιμες είναι οι αποφάσεις που παραπέμπει ο συνήγορος του Αιτητή επί οικογενειακής ενότητας και/ή βέλτιστου συμφέροντος καθότι ουδέποτε έγιναν ενέργειες για νομιμοποίηση της παραμονής του σε προηγούμενο στάδιο και/ή  δεν αφορούν τις πρόνοιες που ορίζουν ρητώς τις περιπτώσεις κράτησης αιτούντων άσυλο υπό τις προϋποθέσεις/κριτήρια εφαρμογής κράτησης.

 

Στην προκειμένη περίπτωση και σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν τον ίδιο τον Αιτητή καταλήγω ότι η έρευνα και/ή αξιολόγηση της περίπτωσης του ήτο ολοκληρωμένη με αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη όλα τα αναγκαία κριτήρια για εφαρμογή του Άρθρου 22 (2) (ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, (Ν. 115(Ι)/2026). Οποιοδήποτε άλλο μέτρο από αυτό που εφαρμόστηκε από την αρμόδια αρχή δεν θα ήταν αποτελεσματικό και υπήρχε εμφανής κίνδυνος λόγω της συμπεριφοράς του Αιτητή να μην συμμορφωθεί με εναλλακτικά μέτρα με σκοπό να αποφύγει και/ή παρεμποδίσει την επιστροφή του.

 

Συνεπώς, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης επικυρώνεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

 

                         

 

ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Μ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] Βλέπε Άρθρο 32 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 έως 2020 (Ν.158(Ι)/99)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο