ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 1564/2025
02 Ιουλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
MD. R.H. xxx από Μπαγκλαντές και τώρα Λευκωσία
Αιτητή
- και -
Κυπριακής Δημοκρατίας δια μέσω
1. Υπηρεσίας Ασύλου
2. Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Σ. Οικονόμου (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Ρ. Προδρόμου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 04/06/25 (του κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή ζητείται απόφαση του Δικαστηρίου για αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 23/04/25, στις 09/05/25 διενεργήθηκε η συνέντευξη του και στις 30/05/25 ετοιμάστηκε εισήγηση/έκθεση. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης αυθημερόν, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο δικηγόρος για τον Αιτητή μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης υιοθετεί το περιεχόμενο της αίτησης διεθνούς προστασίας και σημειώνει ότι ο δεύτερος ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και/ή ότι κινδυνεύει με δίωξη (λόγω ποινικής απαγόρευσης, κοινωνικού στιγματισμού, έλλειψη κρατικής προστασίας) παραπέμποντας σε σχετική νομολογία επί του θέματος. Αμφισβητεί τον τρόπο και/ή τα ευρήματα επί της αξιολόγησης της αξιοπιστίας του Αιτητή και/ή ερωτήσεις που συνδέονται με προσωπικά συναισθήματα/εμπειρίες που παραβιάζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ιδιωτική ζωή του ενδιαφερόμενου-Αιτητή. Ούτε κατά την εισήγηση του εφαρμόστηκε ορθά το μοντέλο Difference, Stigma, Shame, Harm[1] - Διαφορετικότητα, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη (στο εξής «DSSH») δεν έγινε ορθή αντικειμενική και/ή αμερόληπτη αξιολόγηση του αιτήματος του, δεν έγινε εξατομικευμένη έρευνα, η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα ήτο ελλιπής και η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη. Καταλήγει ότι ο Αιτητής είναι δικαιούχος καθεστώτος πρόσφυγα ή τουλάχιστον του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Με την Απαντητική Αγόρευση, γίνεται αντίκρουση των θέσεων των Καθ΄ ων η αίτηση και επανάληψη των ισχυρισμών που περιέχονται στην Γραπτή Αγόρευση.
Οι Καθ' ων η αίτηση μέσω της Γραπτής τους Αγόρευσης υιοθέτησαν την ένσταση τους και έκθεση/εισήγηση, υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η απορριπτική απόφαση επί της αίτησης ασύλου του Αιτητή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Αναφέρουν ότι από την Γραπτή Αγόρευση του Αιτητή προκύπτει παντελής έλλειψη εξειδίκευσης και/ή τεκμηρίωσης των λόγων ακύρωσης κατά παράβαση της πάγιας νομολογίας και των σχετικών διαδικαστικών κανονισμών. Σημειώνουν ότι ο Αιτητής κρίθηκε αναξιόπιστο πρόσωπο και ορθά απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του συνηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου (στο εξής «Δ.Φ.»), των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής, των ουσιωδών ισχυρισμών του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας και/ή μη επαρκούς εξατομικευμένης αξιολόγησης του αιτήματος ασύλου σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους. Αξιολογούνται δεόντως και οι ισχυρισμοί του δικηγόρου του Αιτητή που αφορούν σαφήνεια και/ή επάρκεια των απαντήσεων του επί των ερωτημάτων του λειτουργού-εξεταστή της υπόθεσης και/ή ανάλυσης και αξιολόγησης των απαντήσεων του κατά την εφαρμογή του μοντέλου DSSH.
Ως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή κατά την υποβολή της αίτησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε το Μπαγκλαντές και αιτήθηκε διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία για οικογενειακούς λόγους. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του επιθυμούσε να τον εξαναγκάσει να παντρευτεί γυναίκα, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έλκεται από γυναίκες, με αποτέλεσμα να τον ξυλοκοπήσει επανειλημμένα. Ανέφερε ότι απευθύνθηκε στην αστυνομία χωρίς αποτέλεσμα, ενώ υποστήριξε ότι στη χώρα του τα ομοφυλόφιλα άτομα δεν γίνονται αποδεκτά ούτε από το κράτος ούτε από τη θρησκεία. Πρόσθεσε ότι, όταν ο πατέρας του επιχείρησε να τον ξυλοκοπήσει για τελευταία φορά, εγκατέλειψε την οικία του και τη χώρα του (ερ.1 Δ.Φ.). Κατά τη συνέντευξή του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Μπαγκλαντές, κατάγεται και διέμενε στην πόλη Satkhira (Επαρχία Khulna), είναι άγαμος και μουσουλμάνος. Ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δημοτική εκπαίδευση και εργαζόταν επί τέσσερα έτη σε εργοστάσιο μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι γονείς, οι δύο αδελφές του και λοιποί συγγενείς του διαμένουν στο Μπαγκλαντές, διατηρεί καλές σχέσεις με τη μητέρα και τις αδελφές του και επικοινωνεί μαζί τους, ενώ δεν έχει σύζυγο ούτε παιδιά (ερ.37-39 Δ.Φ.). Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ο Αιτητής προέβαλε ότι ο πατέρας του επιθυμούσε να τον εξαναγκάσει να συνάψει γάμο, όμως ο ίδιος του αποκάλυψε ότι δεν έλκεται από γυναίκες αλλά από άνδρες. Ισχυρίστηκε ότι, όταν ο πατέρας του πληροφορήθηκε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τον ξυλοκόπησε επανειλημμένα, ενώ η αστυνομία αρνήθηκε να τον βοηθήσει όταν κατήγγειλε τα περιστατικά. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο πατέρας του τον απείλησε και τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την οικία του, με αποτέλεσμα να διαμείνει επί πέντε μήνες στην οικία φίλου του, μέχρι να εξασφαλίσει διαβατήριο, θεώρηση εισόδου και να αναχωρήσει από τη χώρα, διατηρώντας έκτοτε επικοινωνία μόνο με τη μητέρα του (ερ.36 Δ.Φ.).
Από τις απαντήσεις του Αιτητή, ο λειτουργός αποδέχθηκε τον πρώτο ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητά του, τη χώρα καταγωγής του, καθώς και τα προσωπικά του στοιχεία και το προφίλ του (ερ.91 Δ.Φ.), ενώ απέρριψε τον δεύτερο ισχυρισμό, αναφορικά με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό του προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλου ατόμου (ερ.77-90 Δ.Φ.).
Σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό του, ο λειτουργός αφού παρουσίασε το μοντέλο DSSH, προέβη σε αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, μέσα από σειρά ερωτήσεων (ανοικτού και κλειστού τύπου), προκειμένου να διαπιστωθεί η εσωτερική αξιοπιστία του, που αφορούσαν:
(α) Διαφορετικότητα: Αξιολογώντας τις απαντήσεις του Αιτητή σε ερωτήματα που του τέθηκαν υπό το σκέλος της διαφορετικότητας, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει με επάρκεια τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και τη διαδικασία συνειδητοποίησής του. Ειδικότερα, αρχικά απέφυγε να προσδιορίσει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, δηλώνοντας ότι δεν γνώριζε τι να αναφέρει και ότι επιθυμούσε απλώς να ζήσει τη ζωή του, ενώ μόνο κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων ανέφερε ότι αισθάνεται έλξη προς τους άνδρες και ως εκ τούτου είναι ομοφυλόφιλος. Οι εξηγήσεις του περιορίστηκαν σε γενικές αναφορές ότι δεν του αρέσουν οι γυναίκες, ότι έχει σύντροφο στην Κύπρο και ότι προτιμά τους άνδρες, χωρίς να αναφερθεί στο προσωπικό του βίωμα ή στη σημασία που είχε για τον ίδιο η διαφορετικότητά του. Επιπλέον, παρουσίασε ασυνέπειες ως προς το πότε συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, αναφέροντας διαδοχικά διαφορετικές ηλικίες (12, 13-14 και 14-15 ετών), ενώ δεν περιέγραψε με σαφήνεια τη διαδικασία μέσω της οποίας κατέληξε στην επίγνωση αυτή. Οι αναφορές του ότι ένας φίλος του είπε πως είναι «gay» ή ότι επηρεάστηκε από αγγλόφωνες ταινίες κρίθηκαν γενικές και ανεπαρκείς, χωρίς να αναδεικνύουν την προσωπική και εσωτερική διεργασία της αυτοαναγνώρισης (συνειδητοποίησης). Αντίστοιχα, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του κατά την περίοδο αυτή, περιορίστηκε να αναφέρει ότι αρχικά φοβόταν επειδή η ομοφυλοφιλία δεν είναι αποδεκτή στη χώρα του και στη συνέχεια αποφάσισε να συνεχίσει «όπως είναι», χωρίς να αναπτύξει την εσωτερική συναισθηματική του πορεία. Κατά τον λειτουργό, οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονταν από ασάφεια, ασυνέπεια, επιπολαιότητα, έλλειψη προσωπικού στοιχείου και βιωματικού χαρακτήρα, ενώ προσδιόριζε την ομοφυλοφιλία κυρίως μέσα από στερεοτυπικές αναφορές στη σεξουαλική έλξη προς άνδρες ή στον τρόπο ομιλίας και συμπεριφοράς του, χωρίς να εξηγεί πώς ο ίδιος βίωνε τη διαφορετικότητά του. Παρόμοιες ελλείψεις διαπιστώθηκαν και στις αναφορές του σχετικά με τη σχέση που ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε στο Μπαγκλαντές, καθώς οι περιγραφές του ως προς τη γνωριμία, την εξέλιξη της σχέσης και τα συναισθήματά του κρίθηκαν γενικές, αντιφατικές και μη ευλογοφανείς (ερ.84-89 Δ.Φ.).
(β) Στίγμα/Ντροπή: Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή υπό τη σφαίρα του στίγματος και της ντροπής, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δεν αποτύπωναν με συνέπεια την προσωπική εμπειρία κοινωνικής αποδοκιμασίας ή εσωτερικευμένου φόβου λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Ειδικότερα, ενώ σε ορισμένα σημεία ανέφερε ότι ένιωθε καλά μετά τη συνειδητοποίηση και αποδοχή του σεξουαλικού του προσανατολισμού, σε άλλα ισχυρίστηκε ότι φοβόταν μήπως οι άλλοι μάθουν ότι είναι ομοφυλόφιλος και προβούν σε αρνητικά σχόλια, χωρίς όμως να εξηγεί επαρκώς αυτή την αντίφαση. Παράλληλα, οι αναφορές του σχετικά με τον τρόπο που πληροφορήθηκε η οικογένειά του τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τις αντιδράσεις του πατέρα του και την πίεση που δεχόταν να παντρευτεί γυναίκα κρίθηκαν ελλιπείς ως προς τη συνοχή και την ευλογοφάνειά τους. Επιπλέον, όταν κλήθηκε να περιγράψει πώς βίωνε την καθημερινότητά του ως ομοφυλόφιλο άτομο στο Μπαγκλαντές, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές για τη συντηρητική κοινωνία και τη μη αποδοχή της ομοφυλοφιλίας, χωρίς να αναπτύξει τις προσωπικές του εμπειρίες, τους προβληματισμούς, τους ενδοιασμούς ή τα συναισθήματα ντροπής, φόβου ή στιγματισμού που ο ίδιος βίωνε. Ο λειτουργός επισήμανε ακόμη ότι ο Αιτητής δήλωσε πως αισθανόταν άνετα να εκφράζει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό στην Κύπρο, πλην όμως, παρά το γεγονός ότι διέμενε ήδη για σημαντικό χρονικό διάστημα στη Δημοκρατία, δεν γνώριζε βασικές πληροφορίες για τη ΛΟΑΤΚΙ+ (συντομογραφία για Λεσβίες, Ομοφυλόφιλους, Αμφιφυλόφιλους, Τρανς και Ίντερσεξ άτομα - LGBTI = lesbian, gay, bisexual, transgender, intersex) κοινότητα ούτε είχε έρθει σε επαφή με οργανώσεις ή χώρους που σχετίζονται με αυτήν, στοιχείο που κρίθηκε ασύμβατο με τους ισχυρισμούς του (ερ.82-83 Δ.Φ.).
(γ) Βλάβη: Αξιολογώντας τις απαντήσεις του ως προς το στοιχείο της βλάβης, καταγράφηκε ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε με συνεπή, επαρκή και ευλογοφανή τρόπο ότι υπέστη ή διατρέχει κίνδυνο δίωξης λόγω του ισχυριζόμενου σεξουαλικού του προσανατολισμού. Ειδικότερα, διαπιστώθηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο πατέρας του πληροφορήθηκε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και φέρεται να τον ξυλοκόπησε, καθώς αρχικά ανέφερε ότι αυτό συνέβη επτά μήνες πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, στη συνέχεια ότι συνέβη τον Αύγουστο του 2022, ενώ κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας είχε δηλώσει ότι ο ξυλοδαρμός έλαβε χώρα έξι μήνες πριν την αναχώρησή του. Παρά τις επανειλημμένες ευκαιρίες που του δόθηκαν να εξηγήσει τις αποκλίσεις αυτές, δεν ήταν σε θέση να παράσχει συνεπείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις, καταλήγοντας τελικώς να αναφέρει ότι ο πατέρας του δεν τον είχε χτυπήσει το 2022, χωρίς να μπορεί να αιτιολογήσει τη μεταβολή των ισχυρισμών του. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του περί προσφυγής στην αστυνομία στερούνταν συνέπειας και ευλογοφάνειας, καθώς ο ίδιος ανέφερε ότι αποκάλυψε στους αστυνομικούς πως είναι ομοφυλόφιλος και ότι ο πατέρας του τον εξανάγκαζε να παντρευτεί γυναίκα, πλην όμως οι αστυνομικοί περιορίστηκαν να του αναφέρουν ότι δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν να προέβη σε τέτοια αποκάλυψη, ενώ ο ίδιος υποστήριζε ότι η ομοφυλοφιλία είναι παράνομη στη χώρα του, καθώς και γιατί δεν συνελήφθη, δεν ήταν σε θέση να δώσει ευλογοφανείς και συνεπείς απαντήσεις, επαναλαμβάνοντας απλώς ότι εξήγησε πως δεν μπορούσε να παντρευτεί γυναίκα και ότι οι αστυνομικοί του είπαν πως δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Επιπλέον, ο λειτουργός επισήμανε ότι, ερωτηθείς εάν είχε υποστεί οποιαδήποτε μορφή δίωξης λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ο ίδιος δήλωσε ότι, πέραν της πίεσης που δεχόταν από τον πατέρα του να παντρευτεί γυναίκα, δεν υπέστη προσωπική δίωξη ή σωματική βλάβη από την οικογένειά του ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα και ότι δεν εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του. Ακόμη, ισχυρίστηκε ότι μετά την αποχώρησή του από την οικογενειακή οικία διέμενε επί πέντε μήνες στην οικία φίλου του χωρίς να του συμβεί οτιδήποτε, ενώ όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί εγκατέλειψε τη χώρα, αφού δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε περιστατικό κατά το διάστημα αυτό, περιορίστηκε να αναφέρει γενικά ότι θεώρησε προτιμότερο να φύγει, διότι «ίσως κάτι να γινόταν». Ο λειτουργός εντόπισε επίσης αντίφαση μεταξύ του ισχυρισμού ότι διέμενε επί πέντε μήνες στην οικία του φίλου του πριν αναχωρήσει από τη χώρα και της μεταγενέστερης δήλωσής του ότι ο πατέρας του τον ξυλοκόπησε μόλις έναν μήνα πριν από την αναχώρησή του, χωρίς ο Αιτητής να είναι σε θέση να δώσει ικανοποιητική εξήγηση. Περαιτέρω, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις ως προς την έκδοση και παραλαβή του διαβατηρίου του, καθώς, ενώ ισχυρίστηκε ότι ο φίλος του τον βοήθησε να εκδώσει διαβατήριο κατά τη διάρκεια της πεντάμηνης παραμονής του στην οικία του, από τα στοιχεία του φακέλου προέκυπτε ότι το διαβατήριο είχε εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο, με τον ίδιο να περιορίζεται να αναφέρει ότι είχε εκδοθεί αλλά δεν το είχε ακόμη παραλάβει. Τέλος, κρίθηκε μη ευλογοφανές ότι, ενώ ισχυρίστηκε πως συνάδελφοί του αποκάλυψαν στον πατέρα του τον σεξουαλικό του προσανατολισμό λόγω της συμπεριφοράς του, ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται κανονικά χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει επαρκή εξήγηση ως προς το γεγονός αυτό (ερ.80-82 Δ.Φ.).
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, ο λειτουργός αναφέρθηκε σε διεθνείς πηγές που επιβεβαιώνουν ότι στο Μπαγκλαντές η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται, ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αντιμετωπίζουν κοινωνικό στιγματισμό και ότι καταγράφονται περιστατικά βίας και διακρίσεων εις βάρος τους. Εντούτοις, κρίθηκε ότι οι πληροφορίες αυτές αφορούν τη γενική κατάσταση στη χώρα και δεν ήταν ικανές να επιβεβαιώσουν τους εξατομικευμένους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι οποίοι, λόγω των προβλημάτων εσωτερικής αξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν, δεν έγιναν αποδεκτοί (ερ.77-78 Δ.Φ.).
Από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία του επί του συνόλου του αιτήματός του, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Το αφήγημά του εμπεριείχε δηλώσεις που δεν θεωρούνταν αληθοφανείς. Οι συνθήκες δίωξής του, οι περιγραφές των πρωταγωνιστών του αφηγήματός του, οι ελλιπείς πληροφορίες και λεπτομέρειες, η μη ύπαρξη βιωματικών στοιχείων αποδυνάμωναν σημαντικά τους δείκτες αξιοπιστίας του στο σύνολό τους. Ούτε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων απάντησε με επαρκή λεπτομέρεια (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, βλέπε επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του Αιτητή (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Αιτητή για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, καθότι δεν κατάφερε να παρουσιάσει την εξέλιξη της σεξουαλικότητας του ως εγγενές χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του, με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τους προβληματισμούς που αυτή επέφερε. Τέλος, ως προς τον ξυλοδαρμό του και περιστατικό αναφοράς του στις αρχές/αστυνομία, δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ως προς την αληθοφάνεια του δεδομένου ότι αποτελεί ποινική κολάσιμη πράξη η ομοφυλοφιλία στη χώρα. Δεδομένων των γεγονότων της περίπτωσής του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ο Αιτητής απέτυχε να εξηγήσει με λεπτομέρειες την διαφορετικότητα του όσον αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, αλλά ούτε τεκμηρίωσε περιστατικά και βιώματα στοχοποίησης και βλάβης. Οι ουσιώδεις αντιφάσεις που εντοπίστηκαν από τον λειτουργό, και ειδικά η αδυναμία του να τοποθετήσει τα γεγονότα σε σταθερή χρονική αλληλουχία πλήττει περαιτέρω την ήδη αδύναμη αξιοπιστία του. Σημειώνεται δε ότι, όταν παρουσιάζονται πληροφορίες που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των ισχυρισμών ενός αιτούντος άσυλο, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση των προβαλλόμενων ανακριβειών των ισχυρισμών του.[3] Αναφορικά, τώρα, με τις συνθήκες που επικρατούν για τα ΛΟΑΤΚΙ/LGBTQ άτομα στην χώρα του Αιτητή το Δικαστήριο ανέτρεξε στην πλέον πρόσφατη έκθεση της European Union Agency for Asylum (EUAA) με τίτλο «COI Report – Bangladesh: Country Focus», η οποία δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2025 (σελ. 93-97)[4]. Η έκθεση αυτή αποτελεί ενημερωμένη έκθεση πληροφοριών χώρας καταγωγής (Country of Origin Information - COI) για το Μπαγκλαντές, με περίοδο αναφοράς από 16 Μαΐου 2024 έως 30 Ιουνίου 2025, και αποσκοπεί στην παροχή πληροφοριών σχετικών με την αξιολόγηση αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Βάσει πληροφοριών οι συναινετικές ομόφυλες σεξουαλικές σχέσεις εξακολουθούν να αποτελούν ποινικό αδίκημα στο Μπαγκλαντές και τιμωρείται με ποινές που κυμαίνονται από δέκα έτη κάθειρξης έως ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματικά πρόστιμα (παρόλο που η διάταξη αυτή εφαρμοζόταν σπάνια υπό την προηγούμενη κυβέρνηση, ενώ κατά τη διάρκεια της μεταβατικής κυβέρνησης καταγράφηκε μία υπόθεση στην οποία ασκήθηκε η λεγόμενη κατηγορία περί «σοδομισμού» σε υπόθεση βιασμού άνδρα, καθώς ο βιασμός ανδρών δεν αναγνωρίζεται ως αυτοτελές αδίκημα στον Ποινικό Κώδικα. Ο δε σεξουαλικός προσανατολισμός, η ταυτότητα φύλου, η έκφραση φύλου και τα χαρακτηριστικά φύλου δεν αναγνωρίζονται ως προστατευόμενοι λόγοι διάκρισης στην εθνική νομοθεσία. Το Νομοσχέδιο κατά των Διακρίσεων, που κατατέθηκε στο Κοινοβούλιο το 2022 και εκκρεμούσε προς επίσημη υιοθέτηση έως τον Μάιο του 2025, αποσκοπεί στη διασφάλιση ίσων δικαιωμάτων και αξιοπρέπειας για όλους τους πολίτες. Μεταξύ των βασικών διατάξεών του περιλαμβάνεται και πρόβλεψη για την προστασία της διεμφυλικής κοινότητας. Στο Μπαγκλαντές αναγνωρίζεται κοινωνικά μια κατηγορία «τρίτου φύλου», γνωστή ως Hijra, η οποία χρησιμοποιείται ως ευρύς όρος για διαφυλικά άτομα, ευνούχους άνδρες και διεμφυλικές γυναίκες. Με κυβερνητική απόφαση του 2013, οι Hijra αναγνωρίστηκαν επισήμως ως νομική κατηγορία «τρίτου φύλου», ωστόσο, δεν δόθηκε σαφής νομικός ορισμός του όρου και η αναγνώριση αυτή δεν ενσωματώθηκε πλήρως στη νομοθεσία και τις δημόσιες πολιτικές. Από το 2022, η κατηγορία Hijra συμπεριλαμβάνεται στην εθνική απογραφή. Υπό την προηγούμενη κυβέρνηση ορισμένα άτομα Hijra συμμετείχαν ενεργά στην πολιτική ζωή και ήταν υποψήφιοι σε εκλογές, ενώ τον Ιανουάριο του 2024 ένας διπλωμάτης δήλωσε δημόσια ότι ανήκει στην κοινότητα Hijra. Παρότι η προηγούμενη κυβέρνηση σημείωσε κάποια πρόοδο ως προς την κοινωνική αποδοχή των Hijra, κατέβαλε περιορισμένες προσπάθειες για την προώθηση των δικαιωμάτων και της νομικής αναγνώρισης των υπόλοιπων ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Σύμφωνα, επίσης, με την Έκθεση Πληροφοριών για τη Χώρα Προέλευσης (COI) της EUAA του 2024 για το Μπαγκλαντές, διάφορες πηγές επισημαίνουν ότι η σεξουαλικότητα εξακολουθεί να αποτελεί θέμα έντονου κοινωνικού στίγματος στη χώρα και ότι η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζεται με ευρεία κοινωνική αποδοκιμασία, η οποία είναι βαθιά ριζωμένη και ενισχύεται τόσο από το νομικό σύστημα όσο και από τις κοινωνικές νόρμες και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Τα άτομα Hijra εξακολουθούν επίσης να αντιμετωπίζουν σημαντικό κοινωνικό στίγμα και διακρίσεις. Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στο Μπαγκλαντές αντιμετωπίζουν διάφορες μορφές βίας, διακρίσεων και παρενόχλησης, συμπεριλαμβανομένης της λεγόμενης «θεραπείας μεταστροφής» (conversion therapy), η οποία φέρεται να είναι ευρέως διαδεδομένη. Οργανώσεις υπεράσπισης των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ εξέφρασαν ανησυχία ότι εξτρεμιστικά στοιχεία ενισχύθηκαν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με διάφορες οργανώσεις, το κενό διακυβέρνησης και η αποδυνάμωση των μηχανισμών κοινωνικής προστασίας επέτρεψαν την ενίσχυση συντηρητικών και ριζοσπαστικών ισλαμιστικών ομάδων, ενώ αρκετοί ΛΟΑΤΚΙ+ ακτιβιστές δήλωσαν ότι αισθάνονται πλέον απειλούμενοι. Στη βάση αυτών των στοιχείων καθίσταται σαφές ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στο Μπαγκλαντές αντιμετωπίζουν διάφορες μορφές βίας, διακρίσεων και παρενόχλησης, δεν θα μπορούσε, όμως, η αρμόδια αρχή λόγω μόνο της επικρατούσας κατάστασης για τα ΛΟΑΤKΙ+ άτομα στη χώρα καταγωγής του Αιτητή (ως ανωτέρω) ή των δηλώσεων του περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού, να θεωρήσουν εξ υπαρχής ότι έχει τον συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό. Συγκεκριμένα, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑148/13 έως C‑150/13, Α, Β και C κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημερ.02/12/2014, σκέψη 49, αναφέρθηκε ότι (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Συναφώς, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες των κύριων δικών, κατά τους οποίους οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εξέταση αιτήσεως ασύλου στηριζόμενης σε φόβο διώξεως λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του αιτούντος άσυλο οφείλουν να θεωρήσουν τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό ως πραγματικό γεγονός που έχει αποδειχθεί αποκλειστικά και μόνον βάσει των δηλώσεων του ενδιαφερόμενου αιτούντος, οι οικείες δηλώσεις δεν μπορούν, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι αιτήσεις ασύλου, παρά να συνιστούν απλώς το σημείο αφετηρίας της διαδικασίας εξετάσεως των κρίσιμων γεγονότων και περιστάσεων την οποία προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/83.»
Κατά τα πιο πάνω, το ΔΕΕ απέρριψε το επιχείρημα των αιτούντων ότι οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εξέταση αιτήσεως ασύλου στηριζόμενης σε φόβο διώξεως λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του αιτούντος άσυλο οφείλουν να θεωρήσουν τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό ως πραγματικό γεγονός που μπορεί να αποδειχθεί αποκλειστικά και μόνο βάσει των δηλώσεων του ενδιαφερόμενου αιτούντος.[5] Σε αυτά τα πλαίσια, θεωρείται δεδομένο ότι στη χώρα καταγωγής του Αιτητή υφίστανται διώξεις τα πρόσωπα που ανήκουν στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Παρά ταύτα, οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή ως μη εσωτερικά αξιόπιστες δεν μπορούν να οδηγήσουν σε τεκμηρίωση ότι ανήκει στην συγκεκριμένη ομάδα, ούτε δε τεκμηριώνεται μέσω των δηλώσεων του ότι καταζητείται και σε περίπτωση επιστροφής του θα διωχθεί, συλληφθεί ή καταδικασθεί λόγω του ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Με βάση τα ανωτέρω κρίνεται ότι δεν τεκμηρίωσε ο Αιτητής με τους ισχυρισμούς του και/ή κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστος ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής του, ούτε ότι καταζητείται και σε περίπτωση επιστροφής του θα διωχθεί, συλληφθεί ή καταδικασθεί λόγω του ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο ο Αιτητής θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός κατέληξε ότι με την επιστροφή του Αιτητή στη χώρα του δεν θα αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη στην περιοχή συνήθους διαμονής του. Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/06/26) στη περιοχή Khulna του Μπαγκλαντές καταγράφηκαν μόνο 170 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 58 θάνατοι[6]. Να σημειωθεί επίσης ότι ο πληθυσμός της περιοχής Khulna (καταμέτρηση 2022) ανέρχεται στους 17,813,218 κατοίκους[7]. Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης τη βάση δεδομένων War Watch της Geneva Academy[8], η οποία παρακολουθεί και ταξινομεί τις ένοπλες συρράξεις σύμφωνα με το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο. Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι το Μπαγκλαντές κατατάσσεται ως κράτος στο οποίο υφίσταται γενικευμένη διεθνής ή μη διεθνής ένοπλη σύρραξη. Από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου, λοιπόν, επιβεβαιώνονται τα συμπεράσματα της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι παρόλο που στην περιοχή του Αιτητή λαμβάνουν χώρα κάποια περιστατικά ασφαλείας, ο αριθμός των επεισοδίων αυτών είναι χαμηλός σε συνάρτηση με τον πληθυσμό – επομένως ο βαθμός αδιάκριτης βίας δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του Αιτητή στο έδαφος της περιοχής τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης.
Απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί επί της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή, αφού αυτή διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά τη συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες του, ωστόσο, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με τις απαντήσεις του επαρκώς το αίτημα του. Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503). Η δε επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/EASO Evidence and Credibility Assesment_JA_EN.pdf, p.180.
[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/2009,
[3] Απόφαση ΕΔΔΑ της 23ης Αυγούστου 2016, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 59166/12, σκέψη 93
[4] European Union Agency for Asylum (EUAA), COI Report – Bangladesh: Country Focus, August 2025, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-08/2025_08_COI_Report_Bangladesh_Country_Focus_EN.pdf (τελευταία πρόσβαση: 30/06/2026).
[5] EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System – Judicial analysis (Second edition), February 2023, ενότητα 4.4. Methods for assessing the credibility of the applicant’s statements and documentary and/or other evidence, σελ. 116-117
[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Bangladesh, Khulna Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/06/2026).
[7] City population, Bangladesh, Khulna Division, https://www.citypopulation.de/en/bangladesh/div/admin/5__khulna/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/06/2026).
[8] Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, War WATCH - World Assessment and Tracking of Civilian Harm, διαθέσιμο στο: https://warwatch.ch/explore/ (τελευταία πρόσβαση: 2.7.2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο