ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Συνεκδ. Υπoθ. Αρ.: 1605/23 και 4083/24
20 Ιουλίου 2026
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
P.M., από τη Σιέρα Λεόνε
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ν΄F. S. από τη Σιέρρα Λεόνε
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ο. Ηλιάδης (κος) για Α.Λαζάρου , Δικηγόρος για τους Αιτητές
N. Κουρσάρης (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Οι Αιτητές παρόντες
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με τις συνεκδικασθείσες προσφυγές τους οι Αιτητές προσβάλλουν αντιστοίχως τις από 15/04/2023 (κοινοποιηθείσας προς την Αιτήτρια στην προσφυγή 1605/23 στις 28/04/2023) και 26/07/2024 (κοινοποιηθείσας προς τον Αιτητή στην προσφυγή 4083/24) αποφάσεις της Υπηρεσίας Ασύλου, σύμφωνα με τις οποίες το αίτημά τους για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλούν το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτές άκυρες, αντισυνταγματικές, παράνομες και στερημένες οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, αναγνωρίζοντας τους Αιτητές ως προσφυγες.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, οι οποίοι κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τις υπό εξέταση υποθέσεις είναι τα ακόλουθα:
Οι Αιτητές είναι υπήκοοι της Δημοκρατίας της Σιέρα Λεόνε τυγχάνουν οικογένεια, γονείς και ένα ανήλικο τέκνο, το οποίο περιλαμβάνεται στην αίτηση της Αιτήτριας μητέρας του. Ο Αιτητής, στην υπ’ αριθμό 4083/24, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, υπέβαλε αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας στις 01/4/2021. Στις 26/6/2024 πραγματοποιήθηκε η προσωπική του συνέντευξη από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EASO και πλέον E.U.A.A.), ο οποίος στις 15/07/2024 συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος. Ακολούθως, στις 26/07/2024 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή του Αιτητή στην χώρα καταγωγής του. Στις 07/10/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, η οποία μετά της αιτιολογίας της απόφασης κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 08/10/2024. Εμπρόθεσμα ο Αιτητής κατέθεσε την υπ’ αριθμ. 4083/2024 προσφυγή.
Η Αιτήτρια στην προσφυγή 1605/23, υπέβαλε αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας στις 10/12/2021, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στις 14/04/2023 πραγματοποιήθηκε η προσωπική της συνέντευξη από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 15/4/2023 συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος. Ακολούθως, στις 15/04/2023 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή της Αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της. Στις 28/4/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, η οποία μετά της αιτιολογίας της απόφασης κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια αυθημερόν. Ακολούθως, στις 26/5/2023 η Αιτήτρια κατέθεσε την υπ’ αριθμ. 1605/2023 προσφυγή.
Οι ως άνω προσφυγές αποτελούν αντικείμενο της παρούσης διαδικασίας, καθώς κατόπιν της από 31/1/2025 αίτησης τους, εξεδόθη το από 2/5/2025 Διάταγμα του παρόντος, με το οποίο αποφασίστηκε η συνεκδίκαση τους λόγω συνάφειας.
Μέσω της γραπτής τους αγόρευσης οι Αιτητές βάλλουν κατά των προσβαλλόμενων πράξεων για έλλειψη δέουσας έρευνας, μη επαρκούς αιτιολογίας, καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και πλάνης περί τα πράγματα και περί το νόμο. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι οι Καθ’ων η αίτηση παρέλειψαν να σχηματίσουν ως επιπρόσθετο ουσιώδη ισχυρισμό, τον φόβο των Αιτητών για τη ζωή τους, σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους. Υποστηρίζουν ότι η χώρα καταγωγής των Αιτητών συνεχίζει να μην ανήκει στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας με βάση το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών, ημερομηνίας 31/05/2024, Κ.Δ.Π. 191/2024, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει το άρθρου 12Β του Περί προσφύγων Νόμου. Τέλος, υποστηρίζουν ότι ο αρμόδιος λειτουργός δεν προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής των Αιτητών.
Οι Καθ' ων η αίτηση, με τη Γραπτή τους Αγόρευση, υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και Κανονισμών, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές διοικητικού δικαίου και είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Κατά τις τελικές διευκρινήσεις ενώπιον το Δικαστηρίου στις 03/03/2026 ο συνήγορος των Αιτητών προώθησε τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας ως αυτός αναπτύχθηκε κατά τις αγορεύσεις τους. Περαιτέρω, ο συνήγορος των Αιτητών υποστήριξε ότι δεν αξιολογήθηκε από τους Καθ’ων η αίτηση κατά την εξέταση του μελλοντικού κινδύνου το προφίλ της Αιτήτριας, ήτοι ότι είναι μητέρα και ότι έχει δύο ανήλικα τέκνα. Από την πλευρά τους οι Καθ’ων η αίτηση υποστήριξαν τους ισχυρισμούς τους όπως αυτοί προβλήθηκαν στην ένσταση και γραπτές τους αγορεύσεις.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων αλλά και τους ίδιους τους Αιτητές έχοντας την ευκαιρία να τους ακούσω δια ζώσης και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος των Αιτητών, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτοί προέβαλαν σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός τους, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους από την συνήγορό τους ισχυρισμούς.
Ενόψει του ότι οι πρόκειται για οικογένεια ωστόσο με διαφορετικές αιτήσεις, κρίνω ορθό όπως αρχικά καταγραφούν οι ισχυρισμοί και η αξιολόγηση από τους Καθ’ ων η αίτηση, έκαστου εξ αυτών, με πρώτη την διεξαχθείσα αξιολόγηση της αίτησης της Αιτήτρια η οποία προηγείται χρονικά και ακολούθως του Αιτητή 4083/24 η οποία έπεται, ώστε να εξεταστεί ο ουσιαστικός και κύριος ισχυρισμός της συνηγόρου των Αιτητών, περί μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας από τους Καθ’ ων η αίτηση.
Κατά την καταγραφή της αίτησης της η Αιτήτριας (1605/23) δήλωσε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της επειδή η ζωή της ήταν σε κίνδυνο. Πρόσθεσε ότι ο σύζυγός της είχε ένα ατύχημα κατά το οποίο σκότωσε τον αρχηγό της πόλης και την σύζυγό του και για αυτό το λόγο κινδυνεύει η ίδια και ο υιός της.
Στο πλαίσιο της συνέντευξής της δήλωσε ως προς το προσωπικό της προφίλ ότι είναι υπήκοος Σιέρρα Λεόνε με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πόλη Makeni. Είναι μητέρα δύο τέκνων, το μεγαλύτερο σε ηλικία τέκνο της βρίσκεται στην χώρα καταγωγής της με τη θεία της και το άλλο τέκνο της έχει γεννηθεί στην Κύπρο. Ως προς την πατρική της οικογένεια δήλωσε ότι αυτή αποτελείται από τους γονείς της που διαμένουν στην Makeni και τη μια αδελφή της που διαμένει στο Κουβέιτ, με την οποία έχει επικοινωνία. Κατά δήλωσή της έχει ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση της, και δεν διαθέτει εργασιακή εμπειρία. Δήλωσε ότι ταξίδεψε μόνη της και ότι το ταξίδι της χρηματοδοτήθηκε από την αδελφή της.
Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της δήλωσε κατά την ελεύθερη αφήγηση της ότι ο σύζυγός της προκάλεσε ένα ατύχημα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να πεθάνει ο αρχηγός του χωριού και η σύζυγός του. Συνέχισε ότι μετά το ατύχημα την κάλεσε στο τηλέφωνο και την ενημέρωσε για το θάνατο των ανωτέρω χωρίς να της αποκαλύψει κάποια άλλη λεπτομέρεια. Έκτοτε σταμάτησαν να επικοινωνούν. Εξαιτίας του ανωτέρω περιστατικού, άτομα του χωριού πήγαν στο σπίτι της και η ίδια με τον υιό της προσπάθησαν να κρυφτούν. Ο υιός της έμεινε με την θεία της και η ίδια με τη βοήθεια της αδελφής της έφυγε από τη χώρα. Δήλωσε ότι ο υιός της αρρώστησε καθότι δέχθηκε πνευματική επίθεση από τους κατοίκους του χωριού, το οποίο φοβήθηκε μήπως συμβεί και στην ίδια και για αυτό το λόγο απέφυγε να απευθυνθεί στην αστυνομία και να αναφέρει τις απειλές που δέχονταν από τους κατοίκους του χωριού. Δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής της καθότι θα διατρέξει κίνδυνο η ζωή της.
Στην Αιτήτρια τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις επί των δηλώσεων της. Επεξήγησε ότι το περιστατικό έλαβε χώρα στις 10 Οκτωβρίου 2020 και ότι ο σύζυγός της την κάλεσε στο τηλέφωνο και της είπε ότι σκότωσε τον αρχηγό και τη σύζυγό του και ακολούθως έκλεισε το τηλέφωνο. Κληθείσα να περιγράψει το περιστατικό δήλωσε ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του συζύγου της το περιστατικό συνέβη ενώ o τελευταίος κατευθυνόταν προς την Kabalah για να παραδώσει τσιγάρα. Κατά τη διέλευσή του από ένα χωριό, αντιμετώπισε πρόβλημα με τα λάστιχα της μοτοσυκλέτας του με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο και να χτυπήσει ένα αυτοκίνητο το οποίο ανετράπη. Τότε οι κάτοικοι του χωριού άρχισαν να φωνάζουν ότι είχε σκοτώσει ανθρώπους, συγκεκριμένα τον αρχηγό του χωριού και τη σύζυγό του. Φοβούμενος ο σύζυγός της εγκατέλειψε το σημείο και διέφυγε σε θάμνο. Στη συνέχεια, οι χωρικοί έκαψαν τη μοτοσυκλέτα του, πιστεύοντας ότι ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο των ανωτέρω προσώπων.
Κληθείσα να αναφέρει εάν κλήθηκε η αστυνομία στο ατύχημα, η Αιτήτρια αποκρίθηκε θετικά και ότι ψάχνει τον σύζυγό της, χωρίς να έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι αρχές πήγαν σπίτι της και την αναζητούσαν ώστε να της παράσχουν προστασία από τους κατοίκους του χωριού, αλλά η ίδια είχε ήδη μεταβεί στη θεία της. Πρόσθεσε ότι 10 κάτοικοι του χωριού πήγαιναν συχνά σπίτι της και την απειλούσαν. Κληθείσα να επεξηγήσει τις ανωτέρω απειλές δήλωσε ότι αυτές ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 2020, ότι για μια εβδομάδα κάτοικοι του χωριού πήγαιναν σπίτι της και την απειλούσαν αλλά η ίδια δεν ήταν εκεί και ότι η τελευταία απειλή ήταν στις 10 Οκτωβρίου 2020. Ως λόγο προέβαλε το ότι ο σύζυγός της σκότωσε τον αρχηγό και τη σύζυγό του. Δήλωσε ότι δεν αναζήτησαν τον σύζυγό της επειδή ήξεραν ότι είχε φύγει από τη χώρα. Δεν προσπάθησε να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή καθότι την έψαχναν παντού. Κληθείσα να αποκριθεί εάν θα την εντοπίσουν τρία έτη μετά, δήλωσε ότι ίσως κάποιος από αυτούς την δει.
Αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) ταυτότητα, χώρα καταγωγής, και προσωπικά στοιχεία/προφίλ Αιτήτριας, (β) ισχυριζόμενος φόβος δίωξης της Αιτήτριας, υπό τη μορφή απειλών, από χωριανούς της κοινότητας της, διότι ο σύζυγός της σκότωσε σε ατύχημα τον αρχηγό τους και τη σύζυγό του.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθώς οι δηλώσεις της Αιτήτριας σχετικά με τα στοιχεία του προσωπικού της προφίλ (εκπαίδευση, εθνοτική καταγωγή, θρήσκευμα, οικογενειακή κατάσταση και περιοχή συνήθους διαμονής) κρίθηκαν συνεκτικές και επαρκείς πληροφοριών, καθώς αυτές βρίσκουν έρεισμα τόσο σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τη χώρα καταγωγής της όσο και στα προσκομισθέντα έγγραφα (διαβατήριο).
Εντούτοις, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, κρίθηκε πως δεν κατάφερε να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο σύζυγός της, ενώ όταν κλήθηκε να αποκριθεί τι συνέβη μετά το περιστατικό αποκρίθηκε συνοπτικά ότι ο σύζυγός της πήγε στο χωριό Kabalah. Περαιτέρω, δεν κατάφερε να αποκριθεί με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο όταν κλήθηκε να επεξηγήσει πως γνώριζε ότι ο σύζυγός της μετά το περιστατικό πήγε στο χωριό Kabalah αποκρινόμενη ασαφώς ότι ο σύζυγός της την μετέφερε σπίτι και μετά έφυγε για το Kabalah επειδή ήταν διανομέας. Ωστόσο, αυτή η δήλωση της έρχεται σε αντίφαση με τις προγενέστερες δηλώσεις της περί του ότι ο σύζυγός της μετά το περιστατικό της τηλεφώνησε, την ενημέρωσε για το συμβάν και εν συνεχεία εγκατέλειψε την χώρα. Επίσης, κρίθηκε μη ευλογοφανές το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν επικοινώνησε με την αστυνομία ενώ γνώριζε ότι οι αρχές την έψαχναν να την προστατεύσουν από τους χωριανούς της κοινότητας της, και προτίμησε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της. Έλλειψη ευλογοφάνειας εντοπίστηκε και στον ισχυρισμό της περί του ότι το μεγαλύτερο τέκνο της είναι άρρωστο εξαιτίας πνευματικής επίθεσης από τους κατοίκους του χωριού. Σε σχέση με τις ισχυριζόμενες απειλές ανέφερε ότι δεν απειλήθηκε ποτέ προσωπικά και ότι αυτές ξεκίνησα τον Οκτώβριο του 2020 ενώ η τελευταία έλαβε χώρα στις 10 Οκτωβρίου 2020. Ούτε κατάφερε να επεξηγήσει με πειστικότητα για ποιο λόγο δεν απευθύνθηκε στην αστυνομία για τις ανωτέρω απειλές. Επισημάνθηκε ότι σύμφωνα με την Αιτήτρια, δεν συνέβη κάτι στην ίδια από τις 10 Οκτωβρίου (τελευταία ισχυριζόμενη απειλή) έως και την έξοδο της από τη χώρα στις 17 Οκτωβρίου 2021.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξη της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω ανάλυση αυτών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολο του.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει του πρώτου ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός κρίθηκε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να υποστεί μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή της στην Freetown (περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της), λαμβανομένων υπόψη τόσο των ατομικών της χαρακτηριστικών όσο και της κατάστασης ασφάλειας που επικρατεί εκεί.
Περαιτέρω, στη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δε συντρέχουν στο πρόσωπο της Αιτήτριας τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο φόβο δίωξης, για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης 1951.
Ως προς την υπαγωγή της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του Άρθρου 19(2) του περί Προσφυγών Νόμου 2000, καθώς η Αιτήτρια δεν κινδυνεύει να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας ως άμαχος λόγω αδιάκριτης βίας, καθότι η Σιέρα Λεόνε δεν βρίσκεται σε διεθνή ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση. Κατά συνέπεια, η αίτηση διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη και κρίθηκε εφικτή η επιστροφή της στην χώρα καταγωγής της.
Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της ορθότητας των ισχυρισμών της Αιτήτριας κρίνω σκόπιμο όπως καταγράψω τους ισχυρισμούς που ο σύζυγος της, Αιτητής στην 4083/24 , προέβαλε, εφόσον όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, θα αξιολογηθούν ως ισχυρισμοί προερχόμενοι από οικογένειά.
Όπως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο που αφορά τον Αιτητή κατά την καταγραφή της αίτησής του, αυτός δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, καθώς, στις 10 Οκτωβρίου 2020 ενεπλάκη σε ένα σοβαρό ατύχημα κατά το ταξίδι του στην Kabala περίπου 80 με 100 χιλιόμετρα από την Makeni. Δήλωσε ότι άκουσε ένα θόρυβο από το μπροστινό λάστιχο του οχήματός του, κοντά σε ένα χωριό που ονομάζεται «Kamasigie». Το όχημα του ήταν φορτωμένο με αγαθά, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, και δεν ήταν σε θέση να το ελέγξει, χωρίς να γνωρίζει ότι υπήρχε ένας άνδρας και μία γυναίκα σε μια μοτοσικλέτα που έκαναν αναστροφή. Προσπάθησε πολύ να τους αποφύγει αλλά τελικά τους χτύπησε και το όχημα του ανατράπηκε. Οι κάτοικοι του χωριού άρχισαν να φωνάζουν ότι σκότωσε τον αρχηγό της περιοχής και τη σύζυγό του. Οι νέοι κρατούσαν επικίνδυνα αντικείμενα και κατευθύνονταν προς το σημείο όπου είχε πέσει το όχημα. Συνέχισε ότι τράπηκε σε φυγή προς ένα κοντινό θάμνο, όπου είδε φλόγες να υψώνονται στον ουρανό, χωρίς να γνωρίζει ότι οι νέοι είχαν κάψει το όχημα και τα εμπορεύματα είχαν καταστραφεί ολοσχερώς. Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι κάτοικοι του χωριού ήταν εξαγριωμένοι και τον απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν ή θα τον οδηγήσουν σε ισόβια φυλάκιση. Τέλος, δήλωσε ότι κατάφερε να διαφύγει και να έρθει στην Κύπρο για προστασία.
Κατά τη συνέντευξη του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Σιέρρα Λεόνε, με περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής τη πόλη Makeni. Δήλωσε έγγαμος με την Αιτήτρια, και πατέρας δύο τέκνων, το μεγαλύτερο εξ αυτών παρέμεινε στη Σιέρα Λεόνε με τη θεία της συζύγου του στο χωριό Makontande και το άλλο τέκνο του[1]- έχει γεννηθεί στην Κύπρο. Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια δήλωσε ότι αυτή αποτελείται από τους γονείς του και τα 16 αδέλφια του, εκ των oποίων οι γονείς του και έξι εκ των αδελφών του διαμένουν στην Makeni, οι τρεις στην Freetown και οι υπόλοιποι στα σύνορα με τη Γουινέα στην περιφέρεια Tambaka. Δήλωσε ότι επικοινωνεί με τη μητέρα του και τα αδέλφια του στη Freetown. Έχει λάβει 11 έτη σχολικής εκπαίδευσης και πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του εργαζόταν ως οδηγός στην εταιρία Tractebel στην Makeni από το 2017 έως το 2020. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 26/11/2020 αεροπορικώς χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα κατά το ταξίδι του.
Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με το όχημά του, κατά το οποίο απεβίωσαν ο αρχηγός του χωριού και η σύζυγός του, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ζωή του λόγω πιθανών αντιποίνων από τους νέους του χωριού. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στις 10 Οκτωβρίου 2020, ενώ μετέφερε εμπορεύματα από τη Makeni στην Kabala, στο χωριό Kamasigie, έσκασε το λάστιχο του οχήματός του, το οποίο ήταν φορτωμένο με εμπορεύματα, γεγονός που οδήγησε σε απώλεια ελέγχου και σύγκρουση με μοτοσυκλέτα, στην οποία επέβαιναν ένας άνδρας και μία γυναίκα. Μετά το ατύχημα, κάτοικοι του χωριού και νέοι συγκεντρώθηκαν στο σημείο και τον κατηγόρησαν ότι σκότωσε τον αρχηγό (paramount chief) και τη σύζυγό του. Οι νεαροί του χωριού, κρατώντας επικίνδυνα αντικείμενα, φώναζαν ότι θα τον σκοτώσουν. Ο Αιτητής, φοβούμενος για τη ζωή του, διέφυγε σε κοντινό θάμνο. Λίγο αργότερα, είδε το όχημα και τα εμπορεύματά του να έχουν πάρει φωτιά από τους νέους του χωριού. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια παιδικού του φίλου και του θείου του τελευταίου, κατάφερε να διαφύγει από τη χώρα. Δήλωσε ότι, τον Απρίλιο του 2023 ενημερώθηκε από τον εν λόγω φίλο του, ότι η οικογένεια των θανόντων εξακολουθεί να είναι εξοργισμένη μαζί του.
Κληθείς να αποκριθεί εάν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή εντός της χώρας καταγωγή του αποκρίθηκε αρνητικά. Πρόσθεσε ότι ολόκληρη η οικογένεια του και η ζωή του είναι στην Makeni με την οικογένεια του, και ότι η χώρα είναι μικρή και οι άνθρωποι αλλάζουν διαμονή συνεχώς και ενδεχομένως να εντοπισθεί και να αναγνωρισθεί.
Στον Αιτητή τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα και ως προς τις συνθήκες διαφυγής του. Ερωτηθείς πώς έμαθε ότι οι επιβαίνοντες της μηχανής απεβίωσαν από τη σύγκρουση, δήλωσε ότι το συμπέρανε από τον τρόπο με τον οποίο έπεσαν και από τη σοβαρότητα του ατυχήματος, αναφέροντας ότι, αν έβλεπε κανείς το όχημα, δεν θα πίστευε ότι επέζησαν. Δήλωσε, ακόμη, ότι βεβαιώθηκε για το θάνατο τους όταν ο παιδικός του φίλος επισκέφθηκε το σημείο του ατυχήματος μαζί με μέλη ένωσης οδηγών, οι οποίοι τον ενημέρωσαν ότι τα εν λόγω πρόσωπα είχαν ήδη καταλήξει πριν μεταφερθούν στο νοσοκομείο. Επιπλέον, διευκρίνισε ότι, παρόλο που οι νέοι του χωριού φώναζαν πως είχε σκοτωθεί ο αρχηγός και η σύζυγός του, ο ίδιος έμαθε αργότερα από τον φίλο του το θάνατο τους, ισχυριζόμενος ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, συχνά οι παρευρισκόμενοι οδηγούνται σε βεβιασμένα συμπεράσματα ως προς τον θάνατο των εμπλεκομένων. Ως προς τη διαφυγή του, δήλωσε ότι, μετά την ανατροπή του οχήματος, έτρεξε για μερικά χιλιόμετρα μακριά και κρύφτηκε σε έναν θάμνο, όπου παρέμεινε για πέντε έως έξι ώρες. Εν συνεχεία περπάτησε μακριά από το χωριό μέχρι που συνάντησε ένα φορτηγό το οποίο κατευθυνόταν στην Makeni και από εκεί μετέβη στο σπίτι του φίλου του. Ερωτηθείς πώς έμαθε ότι οι νέοι κατευθύνονταν προς το σημείο του ατυχήματος ενώ κρυβόταν, ανέφερε ότι πρόκειται για συνήθη πρακτική σε περιπτώσεις ατυχημάτων. Επίσης, δήλωσε ότι παρότι κρυβόταν, μπορούσε να δει άτομα να κατευθύνονται προς το όχημα. Επιβεβαίωσε ότι δεν αντιμετώπιζε προβλήματα από τις αρχές της χώρας του. Ερωτηθείς τι συνέβη στον ίδιο από τις 10 Οκτωβρίου όταν και έλαβε χώρα το ατύχημα μέχρι και την έξοδο του από τη χώρα στις 26 Νοεμβρίου 2020 δήλωσε ότι διέμενε στο σπίτι του θείου του φίλου του, ο οποίος τον βοήθησε με τα έγγραφα για το ταξίδι του. Δεν αντιμετώπισε κάποια όχληση από τους νέους του χωριού μετά το ατύχημα ή κατά τη διάρκεια του ατυχήματος. Δεν ανέφερε το περιστατικό στην αστυνομία υπό το φόβο μήπως φυλακισθεί καθότι σε παρόμοια περίπτωση συνάδελφοι του οδηγοί βρίσκονται στη φυλακή. Εικάζει ότι θα φυλακισθεί επειδή το περιστατικό αφορούσε το θάνατο ενός σημαντικού προσώπου σε κοινωνικό επίπεδο.
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο Αιτητής, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του Αιτητή ως κατωτέρω: (1)ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία του Αιτητή και (2) ο Αιτητής διέφυγε των αντιποίνων των νέων του χωριού Kamasigie μετά την πρόκληση του θανάτου του ανώτατου αρχηγού του χωριού και της συζύγου του σε τροχαίο ατύχημα στις 10 Οκτωβρίου 2020.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τα στοιχεία της ταυτότητας του (θρήσκευμα, εκπαιδευτικό και εργασιακό υπόβαθρο, εθνοτική καταγωγή, οικογενειακή κατάσταση, περιοχή συνήθους διαμονής και καταγωγής στην χώρα καταγωγής του) κρίθηκαν συνεκτικές και επαρκείς πληροφοριών, καθώς και βρίσκουν έρεισμα στα έγγραφα που προσκόμισε καθώς και σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής του.
Ωστόσο ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ανέπτυξε με σαφήνεια την ακριβή αλληλουχία των γεγονότων του τροχαίου ατυχήματος, ούτε εξήγησε με επάρκεια πληροφοριών πώς το ατύχημα οδήγησε στο θάνατο του αρχηγού του χωριού και της συζύγου του. Παράλληλα, δεν κατέστη σαφές πώς και πότε έλαβε γνώση του θανάτου τους, ενώ κλήθηκε σχετικά σε αρκετά σημεία της συνέντευξης του. Σε σχέση με την αλληλουχία των γεγονότων της διαφυγής του από τον τόπο του ατυχήματος και τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να διαφύγει, κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει μια σαφή και συγκεκριμένη περιγραφή ως προς τις συνθήκες της διαφυγής του. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει αναλυτικά τη διαφυγή του, δήλωσε γενικόλογα ότι κατέφυγε σε θάμνο. Περαιτέρω, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τι έκανε μετά τη διαφυγή του, αποκρίθηκε εκ νέου με ασαφή τρόπο και χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες, ότι παρέμεινε στον θάμνο μέχρι να συνέλθει. Επίσης, δεν κατάφερε να επεξηγήσει με πειστικότητα πως γνώριζε ότι οι νέοι του χωριού κατευθύνονταν προς το όχημα του κρατώντας αιχμηρά αντικείμενα ενώ ήταν κρυμμένος σε ένα θάμνο χιλιόμετρα μακριά από τη σκηνή του ατυχήματος, αποκρινόμενος αόριστα ότι αυτό έκαναν κάθε φορά που ένα ατύχημα λάμβανε χώρα στο χωριό. Επίσης, κληθείς να επεξηγήσει πως η νεολαία του χωριού γνώριζε ότι ο Αιτητής ήταν αυτός που προκάλεσε το ατύχημα, δήλωσε με ασάφεια και χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες ότι γνώριζαν το αυτοκίνητο του καθότι συνήθιζε να μεταφέρει αγαθά στο χωριό Kamasigie.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, κρίθηκε κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ότι δεν εντοπίστηκαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα του Αιτητή σχετικά με τα όσα ο ίδιος δήλωσε ότι βίωσε στη χώρα καταγωγής του, τη Σιέρα Λεόνε. Επιπλέον, από έρευνα σε εξωτερικές πηγές προέκυψε ότι, σύμφωνα με τη Sierra Leone Telegraph, 867 άτομα έχασαν τη ζωή τους σε τροχαία ατυχήματα στη Σιέρα Λεόνε το έτος 2020. Ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης ο υπό κρίση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολο του.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει του πρώτου ισχυρισμού που έγινε αποδεκτός, ήτοι της περιοχής συνήθους καταγωγής του (Makeni) και του προσωπικού του προφίλ (νέος, χωρίς ιατρικά προβλήματα και με καλό εργασιακό και εκπαιδευτικό υπόβαθρο), κρίθηκε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποστεί μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή του στην εν λόγω περιοχή της χώρας καταγωγής του, λαμβανομένων υπόψη τόσο των ατομικών του χαρακτηριστικών όσο και της κατάστασης ασφάλειας που επικρατεί εκεί, όπως προκύπτει και από σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες ο λειτουργός ανέτρεξε.
Περαιτέρω, στη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι κρίθηκε ότι δε συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο φόβο δίωξης, για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης 1951.
Ως προς την υπαγωγή του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του Άρθρου 19(2) του περί Προσφυγών Νόμου 2000, καθώς ο Αιτητής δεν κινδυνεύει να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος λόγω αδιάκριτης βίας, καθότι η Σιέρα Λεόνε δεν βρίσκεται σε διεθνή ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση. Κατά συνέπεια, η αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη και κρίθηκε εφικτή η επιστροφή του στην χώρα καταγωγής του.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας των προσβαλλόμενων αποφάσεων, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων και κυρίως τα πρακτικά των διενεργηθείσων συνεντεύξεων ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης/Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ' ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που έκαστος των Αιτητών προέβαλε, ως προς όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς. Κρίνω ότι μετά από δέουσα έρευνα ορθά αξιολόγησαν τα λεγόμενα των Αιτητών και σε συνάρτηση με έρευνα στην οποία προέβησαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης της χώρας καταγωγής των Αιτητών, ορθά εν τέλει απέρριψαν τις αιτήσεις τους. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο να προβεί το ίδιο σε εκ νέου ανάλυση, δεδομένου μάλιστα ότι κανένα περί του αντιθέτου στοιχείο τέθηκε ενώπιον μου, πέραν της γενικής αναφοράς περί μη δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, ισχυρισμό τον οποίο απορρίπτω.
Εφόσον όμως οι αιτήσεις των Αιτητών, πλέον συνεκδικάζονται και εξετάζονται από το Δικαστήριο ως οικογένεια, το Δικαστήριο κρίνει ορθό ως αξιολογήσει ανάλογα τους ισχυρισμούς των Αιτητών.
Οι δύο Αιτητές παρουσιάζουν συμφωνία ως προς τον πυρήνα των ισχυρισμών τους, ήτοι ότι στις 10 Οκτωβρίου 2020 έλαβε χώρα τροχαίο δυστύχημα κατά το οποίο απεβίωσαν ο αρχηγός χωριού (paramount chief) και η σύζυγός του, ότι οι κάτοικοι του χωριού αντέδρασαν βίαια, ότι ο σύζυγος διέφυγε από το σημείο και ότι στη συνέχεια εγκατέλειψαν αμφότεροι τη Σιέρα Λεόνε. Συμφωνούν επίσης ως προς την ημερομηνία του περιστατικού, τη διαδρομή Makeni–Kabala, τη διαφυγή του συζύγου σε θάμνο και την πυρπόληση του οχήματος από τους κατοίκους.
Ωστόσο, διαπιστώνονται ουσιώδεις αποκλίσεις ως προς τις συνθήκες του ίδιου του ατυχήματος. Ο Αιτητής δήλωσε ότι οδηγούσε φορτηγό φορτωμένο με εμπορεύματα, όταν έσκασε το λάστιχο του οχήματός του και συγκρούστηκε με μοτοσυκλέτα στην οποία επέβαιναν τα θύματα. Αντίθετα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο σύζυγός της οδηγούσε μοτοσυκλέτα, ότι παρουσίασε πρόβλημα στα λάστιχα της μοτοσυκλέτας και ότι προσέκρουσε σε αυτοκίνητο το οποίο ανετράπη. Η αντίφαση αυτή αφορά αυτό καθ’ αυτό το δυστύχημα και το είδος των εμπλεκόμενων οχημάτων και, ως εκ τούτου, συνιστά ουσιώδη απόκλιση.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα από τις κρατικές αρχές και ότι ουδέποτε αναζητήθηκε από αυτές, ενώ η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η αστυνομία αναζητούσε τον σύζυγό της μετά το δυστύχημα, χωρίς όμως να έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εις βάρος του. Η τελευταία δήλωσε επίσης ότι οι αρχές μετέβησαν στην οικία της προκειμένου να της παράσχουν προστασία. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επιβεβαιώνονται από τον σύζυγο, ο οποίος αντιθέτως δήλωσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με τις αρχές.
Επιπλέον, ο Αιτητής ανέφερε ότι κατά το διάστημα από το ατύχημα μέχρι την αναχώρησή του δεν υπέστη οποιαδήποτε ενόχληση από κατοίκους του χωριού, ενώ η Αιτήτρια υποστήριξε ότι δέκα κάτοικοι μετέβαιναν συστηματικά στην οικία της και την απειλούσαν. Ο σύζυγος δεν έκανε καμία αναφορά σε απειλές κατά της συζύγου ή του τέκνου τους, ούτε ανέφερε ότι οι κάτοικοι αναζητούσαν την οικογένειά του.
Δεν παραβλέπω και λαμβάνω υπόψη ότι η Αιτήτρια προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι ο υιός της αρρώστησε λόγω «πνευματικής επίθεσης» από τους κατοίκους του χωριού. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν αναφέρθηκε καθόλου από τον σύζυγο, ούτε συνοδεύεται από οποιαδήποτε διευκρίνιση ή πραγματικά περιστατικά που να επιτρέπουν την αξιολόγησή του.
Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό περί μελλοντικού κινδύνου, ο σύζυγος δήλωσε ότι ενημερώθηκε το 2023 από παιδικό φίλο ότι η οικογένεια των θυμάτων εξακολουθεί να είναι εξοργισμένη μαζί του, ενώ η Αιτήτρια περιορίστηκε να δηλώσει ότι «ίσως κάποιος την δει» σε περίπτωση επιστροφής, χωρίς να επικαλεστεί οποιαδήποτε πρόσφατη πληροφορία ή συγκεκριμένο περιστατικό.
Διαπιστώνω ότι οι πιο πάνω αποκλείσεις στο αφήγημα των Αιτητών δεν αφορούν σε δευτερεύουσες λεπτομέρειες αλλά αφορούν ουσιώδη στοιχεία του βασικού αφηγήματος, ιδίως τον τρόπο επέλευσης του δυστυχήματος, την εμπλοκή των κρατικών αρχών και τη φύση των μεταγενέστερων απειλών. Ως εκ τούτου, οι δηλώσεις και αναφορές των Αιτητών δεν παρουσιάζουν τον βαθμό συνοχής που θα αναμενόταν μεταξύ δύο προσώπων που επικαλούνται κοινό ιστορικό γεγονός ως βάση του αιτήματος διεθνούς προστασίας, γεγονός που αποδυναμώνει τη συνολική αξιοπιστία του βασικού τους ισχυρισμού.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του κοινού ισχυρισμού των Αιτητών, το Δικαστήριο προέβη σε σχετική έρευνα με σκοπό να εντοπίσει πληροφορίες σε σχέση με το περιστατικό το οποίο εξιστόρησε ο Αιτητής, ήτοι τη πρόκληση ατυχήματος από το οποίο προήλθε ο θάνατος του paramount chief και της συζύγου του στο χωριό Kamasigie (Kamasiki) στις 10 Οκτωβρίου 2020, χωρίς αποτέλεσμα.
Σε πηγές πληροφόρησης, το χωριό Kamasigie (Kamasiki) εντοπίζεται στη Βόρεια Περιφέρεια (Northern Province) και ειδικότερα στην Bombali District της Σιέρα Λεόνε[2]. Στην εν λόγω περιφέρεια λειτουργεί το παραδοσιακό σύστημα τοπικής διοίκησης μέσω των ανώτατων αρχηγών (Paramount Chiefs). Ενδεικτικά, σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του 2026, εξελέγη νέος ανώτατος αρχηγός στο Bombali Sebora Chiefdom (εντός του οποίου είναι και το ανωτέρω χωριό), κατόπιν εκλογικής διαδικασίας, προκειμένου να καλυφθεί θέση που παρέμενε κενή μετά τον θάνατο του προηγούμενου αρχηγού το 2023.[3]
Επίσης το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε σχέση με το σύστημα απονομής δικαιοσύνης στη χώρα καταγωγής των Αιτητών από όπου προκύπτουν τα ακόλουθα:
Έκθεση της USDOS η οποία αφορά τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σιέρα Λεόνε και καλύπτει το έτος 2024 αναφέρει ως το δικαστικό σύστημα τα κάτωθι:
«Ο νόμος προέβλεπε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη για όλους τους κατηγορούμενους, ωστόσο το δικαίωμα αυτό δεν εφαρμόζονταν πάντοτε στην πράξη. Το Σύνταγμα και η νομοθεσία προέβλεπαν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.
[…] Μη κυβερνητικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ΜΚΟ Campaign for Human Rights and Development International και Center for Accountability and Rule of Law, εκτίμησαν ότι η δικαιοσύνη διατηρούσε σχετική ανεξαρτησία. Ο περιορισμένος αριθμός δικαστικών λειτουργών και δικηγόρων, οι δυσκίνητες δικαστικές διαδικασίες και τα υψηλά δικαστικά τέλη περιόριζαν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για την πλειονότητα των πολιτών. Εκτός από το επίσημο δικαστικό σύστημα, η Human Rights Commission of Sierra Leone και οι Ομάδες Παρακολούθησης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (DHRMGs) ανέφεραν ότι λειτουργούσαν τοπικά δικαστήρια αρχηγών (chieftaincy courts), τα οποία εφάρμοζαν το εθιμικό δίκαιο με μη επαγγελματίες δικαστές, κυρίως σε αγροτικές περιοχές. Οι εφέσεις από αυτά τα κατώτερα δικαστήρια εξετάζονταν από τα ειρηνοδικεία (magistrate courts). Οι ανώτατοι τοπικοί αρχηγοί (paramount chiefs) στα χωριά διατηρούσαν τα δικά τους σώματα αστυνόμευσης και δικαστήρια για την εφαρμογή του τοπικού εθιμικού δικαίου. Η αστυνομία και τα δικαστήρια των τοπικών αρχηγών (chieftaincy) ασκούσαν εξουσία σύλληψης, εκδίκασης και κράτησης ατόμων. Σύμφωνα με την Human Rights Commission of Sierra Leone και ΜΚΟ στις περιοχές Bo, Kenema και Port Loko, οι παραδοσιακές δίκες ήταν γενικά δίκαιες, ωστόσο υπήρχαν αξιόπιστες ενδείξεις ότι η διαφθορά επηρέαζε πολλές υποθέσεις, καθώς οι ανώτατοι τοπικοί αρχηγοί που ενεργούσαν ως δικαστές αποδέχονταν συστηματικά δωροδοκίες και ευνοούσαν πλουσιότερους κατηγορούμενους. Οι Ομάδες Παρακολούθησης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (DHRMGs) ανέφεραν επίσης ότι οι παραδοσιακές αρχές απήγγειλαν κατηγορίες για αδικήματα που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους και παραβίαζαν τα δικαιώματα των ατόμων κατά την επιβολή ποινών.
[…]Οι κατηγορούμενοι δεν ενημερώνονταν πάντα έγκαιρα ή με λεπτομέρεια για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, ούτε είχαν πάντοτε πρόσβαση σε δωρεάν συνδρομή διερμηνέα. Γενικά, οι κατηγορούμενοι δεν διέθεταν επαρκή μέσα για την προετοιμασία της υπεράσπισής τους. Οι καθυστερήσεις στη διαδικασία των εφέσεων ήταν υπερβολικές, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις και τα δύο και πλέον έτη». [4]
Έκθεση του Οίκου Freedom House η οποία καλύπτει το έτος 2024 αναφέρει ότι παρόλο που το σύνταγμα προβλέπει μια ανεξάρτητη δικαιοσύνη, τα δικαστήρια είναι επιρρεπή σε παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Η έλλειψη σαφών διαδικασιών για τον διορισμό και την απομάκρυνση των δικαστών καθιστά αυτές τις διαδικασίες ευάλωτες σε καταχρήσεις. Η διαφθορά στη δικαιοσύνη, οι χαμηλοί μισθοί και οι ανεπαρκείς πόροι υπονομεύουν επίσης την ανεξαρτησία της.[5] Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει έκθεση του Ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung σε έκθεση της η οποία αφορά το έτος 2025, σύμφωνα με την οποία η ανεξαρτησία και η λειτουργικότητα της δικαιοσύνης παραμένουν περιορισμένες λόγω της επιρροής της εκτελεστικής εξουσίας, και οι περιορισμένοι πόροι επηρεάζουν αρνητικά την αποδοτικότητα και την ποιότητα απονομής της δικαιοσύνης. Επίσης, οι ανώτατοι αρχηγοί (paramount chiefs) και οι τοπικοί αρχηγοί όχι μόνο εφαρμόζουν το εθιμικό δίκαιο μέσω των δικαστηρίων των αρχηγών (chieftaincy courts), αλλά ιστορικά ασκούν και έλεγχο στο μεγαλύτερο μέρος της γης. [6]
Επιπλέον, η έκθεση της Freedom House επισημαίνει ότι οι περιορισμένοι πόροι και η έλλειψη δικηγόρων δυσχεραίνουν την πρόσβαση σε νομική συνδρομή, ενώ το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη δεν διασφαλίζεται πάντοτε στην πράξη. Παρά τις προσπάθειες των δικαστικών αρχών για τη μείωση των εκκρεμών υποθέσεων κατά το 2023, εξακολουθούν να παρατηρούνται σοβαρές καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης. Ειδικότερα, οι προφυλακισμένοι κρατούνται για μεγάλα χρονικά διαστήματα πριν από την εκδίκαση των υποθέσεών τους, ενώ καταγράφονται περιπτώσεις παρατεταμένης κράτησης χωρίς απαγγελία κατηγοριών και αυθαίρετων συλλήψεων.[7]
Από τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι, παρά τη συνταγματική κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης στη Σιέρα Λεόνε, το δικαστικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες. Ειδικότερα, καταγράφονται καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, περιορισμένη πρόσβαση σε νομική συνδρομή, ελλείψεις σε ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους, καθώς και φαινόμενα διαφθοράς, ιδίως στα παραδοσιακά δικαστήρια των τοπικών αρχηγών (chieftaincy courts). Παράλληλα, οι ανώτατοι τοπικοί αρχηγοί (paramount chiefs) εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην απονομή του εθιμικού δικαίου και στη διαχείριση των τοπικών κοινοτήτων, ενώ έχουν καταγραφεί περιπτώσεις υπέρβασης των αρμοδιοτήτων τους και παραβιάσεων δικονομικών εγγυήσεων.
Ωστόσο, οι ίδιες πληροφορίες δεν καταδεικνύουν ότι κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε τροχαίο δυστύχημα αντιμετωπίζει, χωρίς άλλο, πραγματικό κίνδυνο αυθαίρετης δίωξης, άδικης δίκης ή μεταχείρισης που να ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την έννοια της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Οι διαπιστωμένες δυσλειτουργίες του δικαστικού συστήματος αφορούν γενικές συνθήκες λειτουργίας και δεν αρκούν, για να θεμελιώσουν ανάγκη διεθνούς προστασίας χωρίς την ύπαρξη εξατομικευμένων στοιχείων.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής δήλωσε ότι ουδέποτε αντιμετώπισε προβλήματα με τις κρατικές αρχές και ότι δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε ένταλμα σύλληψης ή άλλη δικαστική πράξη εις βάρος του. Ο φόβος του ότι ενδεχομένως να φυλακιστεί βασίζεται αποκλειστικά στη δική του εκτίμηση, επειδή το θύμα του δυστυχήματος ήταν πρόσωπο με εξέχουσα κοινωνική θέση ως paramount chief, καθώς και σε γενικές αναφορές ότι άλλοι οδηγοί φυλακίστηκαν μετά από τροχαία δυστυχήματα. Αντίστοιχα, η Αιτήτρια δεν ισχυρίστηκε ότι αποτέλεσε αντικείμενο ποινικής δίωξης ή αυθαίρετης μεταχείρισης από τις αρχές, τουναντίον ανέφερε ότι η αστυνομία αναζητούσε την ίδια προκειμένου να της παράσχει προστασία από τους κατοίκους του χωριού.
Επιπλέον, οι ισχυρισμοί των δύο Αιτητών ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, τη μεταγενέστερη αναζήτησή τους από τους κατοίκους του χωριού και την εμπλοκή των αρχών κρίθηκαν μη αξιόπιστοι στα ουσιώδη σημεία τους, λόγω των σημαντικών αντιφάσεων και ασυμφωνιών που διαπιστώθηκαν μεταξύ των καταθέσεών τους. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι ίδιοι θα παραπεμφθούν, σε περίπτωση επιστροφής τους, ενώπιον παραδοσιακού δικαστηρίου ή ότι θα υποστούν αυθαίρετη ή δυσανάλογη ποινική μεταχείριση εξαιτίας του επίμαχου περιστατικού.
Παρά το γεγονός ότι οι πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής καταδεικνύουν ελλείψεις στην αποτελεσματικότητα και την ανεξαρτησία του δικαστικού συστήματος της Σιέρα Λεόνε, καθώς και προβλήματα στη λειτουργία των δικαστηρίων, δεν προκύπτει, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ότι οι Αιτητές αντιμετωπίζουν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο αυθαίρετης σύλληψης, άδικης δίκης, δυσανάλογης τιμωρίας ή άλλης μεταχείρισης που να συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Ως εκ τούτου, οι γενικές διαπιστώσεις των διεθνών οργανισμών σχετικά με τις αδυναμίες του δικαστικού συστήματος δεν επαρκούν, ελλείψει αξιόπιστων και εξατομικευμένων στοιχείων, για να θεμελιώσουν ανάγκη διεθνούς προστασίας των Αιτητών.
Ως εκ τούτου, από το ιστορικό των Αιτητών όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτοί δεν στοιχειοθέτησαν κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπων ως πρόσφυγες. Αντίθετα στη θέση της συνηγόρου τους, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφεραν οι Αιτητές κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός τους, δεν θα μπορούσαν να τους εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στη χώρα καταγωγής τους, θα αντιμετωπίσουν κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι Αιτητές λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Σιερρα Λεόνε και ειδικότερα στην πόλη Makeni, τόπος συνήθους διαμονής των Αιτητών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του War Watch της Rule of Law in Armed Conflicts (RULAC), η Σιέρα Λεόνε δεν περιλαμβάνεται στις χώρες όπου καταγράφονται εν εξελίξει ένοπλες συγκρούσεις.[8] Σύμφωνα με έκθεση της Freedom House που καλύπτει το έτος 2024, σε σύνοψή της αναφέρεται ότι η Σιέρα Λεόνε διεξάγει τακτικές πολυκομματικές εκλογές μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου το 2002, αν και τα αποτελέσματά τους έχουν κατά καιρούς αμφισβητηθεί. Παράλληλα, διαδηλωτές και κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν αντιμετωπίσει αστυνομική βία και περιορισμούς στην ελευθερία του συνέρχεσθαι, ενώ οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών λειτουργούν υπό περιορισμούς και η διαφθορά παραμένει εκτεταμένη.[9]
Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας σχετικά με τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην χώρα αναφέρει ως προς το υπόβαθρο της χώρας ότι τον Ιανουάριο, ο πρώην πρόεδρος Ernest Bai Koroma κατηγορήθηκε για προδοσία και άλλα αδικήματα για τη φερόμενη εμπλοκή του σε μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος το Νοέμβριο του 2023. Τον Ιούλιο, η Τριμερής Επιτροπή, που συστάθηκε μετά τις τελευταίες προεδρικές εκλογές, παρουσίασε την τελική της έκθεση στον πρόεδρο, η οποία περιλάμβανε συστάσεις για τη βελτίωση του εκλογικού συστήματος. Ο πρόεδρος υπέγραψε το Νόμο περί Ποινικής Δικονομίας του 2024, ο οποίος αντικατέστησε το Νόμο περί Ποινικής Δικονομίας του 1965. Ακτιβιστές επέκριναν το νέο νόμο επειδή καταργεί την απαίτηση συμμετοχής ενόρκων στις ποινικές δίκες.[10]
Επιπλέον, έκθεση του Bertelsmann Stiftung αναφέρει ότι γενικές εκλογές διεξάγονται τακτικά στη χώρα από το τέλος του πολέμου (2002, 2007, 2012, 2018 και 2023), γεγονός που έχει συμβάλει στην ενίσχυση των θεσμικών και δημοκρατικών διαδικασιών. Διεθνείς παρατηρητές έκριναν ότι οι πρώτες τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις ήταν συνολικά ελεύθερες και δίκαιες, παρά τα περιστατικά εκλογικής βίας και τις επαναλαμβανόμενες διαμάχες σχετικά με τα αποτελέσματα. Ωστόσο, αυτό δεν ίσχυσε για τις εκλογές του 2023. Τα αμφιλεγόμενα αποτελέσματα των εκλογών του 2023, σε συνδυασμό με την απόπειρα πραξικοπήματος, όξυναν περαιτέρω τις πολιτικές διαιρέσεις στη χώρα. Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι το ποσοστό εγκληματικότητας παραμένει υψηλό, ιδίως στη Freetown, ενώ ληστείες, διαρρήξεις κατοικιών, επιθέσεις και μικροεγκληματικότητα στο δρόμο είναι συχνά φαινόμενα σε ολόκληρη τη χώρα.[11]
Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος σημειώθηκαν στην χώρα καταγράφηκαν συνολικά 20 περιστατικά ασφαλείας (ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία, καταστολή, βιαιότητες, εμπλοκή ξένων δυνάμεων) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 3 απώλειες.[12] Εξ αυτών των περιστατικών, 1 περιστατικό(καμία απώλεια) καταγράφεται στην βόρεια επαρχία-Northern στην οποία υπάγεται η πόλη Makeni. O συνολικός πληθυσμός της Makeni ανέρχεται στους 85.116 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2021.[13]
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει, ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στους Αιτητές το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να τεκμηριώσουν σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός τους για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Συμπεριλαμβάνεται στην αίτηση της συζύγου (προσφυγή 1605/23)
[2] https://www.mindat.org/feature-2408128.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026).
[3] Sierraloaded, Usif Kamara Elected Paramount Chief of Bombali Sebora Chiefdom in Makeni Following Decisive Run-off, 16/04/2026, https://sierraloaded.sl/local/usif-kamara-elect-paramount-chief-bombali-sebora/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026).
[4] USDOS (US Department of State), 2023 Country Report on Human Rights Practices: Sierra Leone, 23 April 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/sierra-leone/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026).
[5] Freedom House, Freedom in the World 2024 - Sierra Leone, 2024, https://freedomhouse.org/country/sierra-leone/freedom-world/2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026).
[6] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Sierra Leone, 2026,https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_SLE.pdf, ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026) σελ.7 και 10.
[7] Freedom House, Freedom in the World 2024 - Sierra Leone, 2024, https://freedomhouse.org/country/sierra-leone/freedom-world/2024
[8] War Watch, Rulac, https://warwatch.ch/explore/ (τελευταία πρόσβαση 18/04/2026)
[9] Freedom House, Freedom in the World 2025 - Sierra Leone, 2025, https://freedomhouse.org/country/sierra-leone/freedom-world/2025 (τελευταία πρόσβαση 18/04/2026)
[10] Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Sierra Leone 2024, 29 April 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/sierra-leone/report-sierra-leone/ ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026).
[11] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Sierra Leone, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_SLE.pdf ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026).
[12] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Sierra Leone, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer https://acleddata.com/platform/explorer ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026).
[13] https://www.citypopulation.de/en/sierraleone/admin/bombali/2113__makeni/ ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/04/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο