ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 1804/2025
21 Ιουλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J.L.M. (ARC ΧΧΧ) από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Π. Γιαννακάς (κος), Δικηγόρος για Αιτήτρια.
Π. Βρυωνίδου (κα) για ΒΡΥΩΝΙΔΟΥ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Αιτήτρια Παρούσα
Τ. Τσίντου (κος) για διερμηνεία από Lingala σε Ελληνικά και αντίστροφα.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 19/06/25, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της Αιτήτριας για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου για την παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας και/ή προσβάλλει την απόφαση επιστροφής καθότι εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να παραβιαστεί το δικαίωμα της στη ζωή ή/και να υποστεί βασανιστήρια, απάνθρωπη και ταπεινωτική ή/και εξευτελιστική τιμωρία ή/και θα παραβιαστεί το άρθρο 2 ή 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή ζητά οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 20/01/22, στις 12/03/25 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξή της και στις 13/05/25 εκδόθηκε η σχετική έκθεση/εισήγηση. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση 03/06/25, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια, μέσω του δικηγόρου της, υιοθετεί τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας περί εξαναγκαστικού γάμου και απειλών και υποστηρίζει ότι εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα. Προσθέτει ότι λόγω του κινήματος Μ23 η κατάσταση στη χώρα είναι επισφαλής παραπέμποντας ταυτόχρονα σε πηγές πληροφόρησης, ενώ προβάλλεται η θέση ότι γενικά πάσχει το κράτος δικαίου στη χώρα. Αναφέρει, επίσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς έρευνας, πλάνης και/ή είναι αναιτιολόγητη και/ή ότι πάσχει βάση των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου.
Οι Καθ' ων η Αίτηση απαντούν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν δεόντως υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης με αποτέλεσμα η επίδικη πράξη να είναι δεόντως αιτιολογημένη. Τονίζουν ότι, η Αιτήτρια κρίθηκε αναξιόπιστή ως προς τους ισχυρισμούς δίωξης της και/ή ότι δεν δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του συνηγόρου της Αιτήτριας αναλώνεται σε γενικά πηγές πληροφόρησης για την χώρα καταγωγής της, επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί.
Ανεξάρτητα, όμως, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τους νομικούς ισχυρισμούς έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης στη βάση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»). Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Ως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, πρόκειται για πρόσωπο υπήκοο Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (στο εξής «ΛΔΚ») με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής τη Κινσάσα, η οικογένεια της αποτελείται από την μητέρα της και την αδελφή της, ενώ ο πατέρας της έχει αποβιώσει. Πρόσθεσε ότι είναι άγαμη και ότι έχει αποκτήσει δύο τέκνα, τα οποία διαμένουν με την μητέρα της στην Κινσάσα. Είναι υγιής, απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ δήλωσε ότι επαγγελματικά ασχολήθηκε με την πώληση τροφίμων σε αγορά. Η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα της αεροπορικώς περί τις 24/09/21, χωρίς να αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα, παρέμεινε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και περί της 01/12/21 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές.
Κατά την υποβολή της αίτησής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της λόγω απειλών κατά της ζωής της, οι οποίες, προέκυψαν μετά την άρνησή της να συναινέσει σε εξαναγκαστικό γάμο με άνδρα που δεν είχε επιλέξει η ίδια. Ανέφερε ότι είχε τη στήριξη της μητέρας της, η οποία τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα και να φθάσει στην Κύπρο, όπου ζητεί προστασία. Δήλωσε επίσης ότι άφησε στη χώρα καταγωγής της τη μητέρα της, τη μικρότερη αδελφή της και τα δύο παιδιά της, τα οποία, διαβιούν υπό επισφαλείς συνθήκες (ερυθρό 30 ΔΦ). Κατά την προσωπική της συνέντευξη δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα επειδή οι συγγενείς από την πλευρά του πατέρα της την εξανάγκαζαν να συνάψει γάμο. Ειδικότερα, ανέφερε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα της στις 14/02/12, οι συγγενείς από την πλευρά του πατέρα της αποφάσισαν να την παντρέψουν με έναν 47χρονο άνδρα, φίλο του θείου της, επειδή ήταν πλούσιος. Δήλωσε ότι, τόσο η ίδια όσο και η μητέρα της αρνήθηκαν την πρόταση, ωστόσο η οικογένεια από την πλευρά του πατέρα της συνέχισε να επιμένει στον γάμο. Ανέφερε ότι λόγω της πίεσης αυτής, η μητέρα της αποφάσισε να τη στείλει να διαμείνει στον θείο (από την πλευρά της μητέρας της) στην περιοχή Kimbanseke. Εκεί γνώρισε τον πατέρα των παιδιών της, ανέπτυξαν ερωτική σχέση και έμεινε έγκυος. Ανέφερε ότι ενημέρωσε τον θείο της για την εγκυμοσύνη της, θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό οι συγγενείς της από την πλευρά του πατέρα της θα σταματούσαν να επιμένουν στον γάμο. Στη συνέχεια, δήλωσε ότι επέστρεψε στο σπίτι της μητέρας της, όμως οι συγγενείς της συνέχισαν να απαιτούν να παντρευτεί τον άνδρα που είχαν επιλέξει. Τέλος, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η μητέρα της, αποφάσισε να την απομακρύνει από τη χώρα και, αφού πληροφορήθηκε για την Κύπρο, την έστειλε εκεί προκειμένου να ζητήσει διεθνή προστασία. Ανέφερε ότι υπέφερε εξαιτίας της πίεσης που δεχόταν και ότι ούτε η μητέρα της ούτε η οικογένειά της μπορούσαν να την προστατεύσουν από τους συγγενείς του πατέρα της, γι' αυτό και ήρθε στην Κύπρο για να ζητήσει προστασία, καθώς δεν είχε άλλο μέρος στο οποίο να μπορούσε να απευθυνθεί (ερυθρά 63 – 62 ΔΦ).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, απάντησε ότι ο πατέρας της απεβίωσε στις 14/02/12 και ότι οι θείοι της άρχισαν να την εξαναγκάζουν σε γάμο από το 2016, ενώ το 2018 αυτό εντάθηκε με αποτέλεσμα να μετακομίσει στο Kimbanseke. Όταν επέστρεψε τέλος του 2019 (πλέον έγκυος) (ερυθρά 62 ΔΦ) δεν της συνέβη κάποιο άλλο περιστατικό πέραν της πίεσης που δεχόταν, ενώ είχε υποστεί μόνο λεκτική κακομεταχείριση. Αναφορικά με το ενδεχόμενο επιστροφής της η απάντηση ήτο αρνητική καθότι ως ανέφερε ο θείος της θα συνεχίσει να την εξαναγκάζει να παντρευτεί, αλλά δεν γνωρίζει επακριβώς τι θα της συμβεί (ερυθρά 61 ΔΦ). Σε σχετικές ερωτήσεις, ανέφερε ότι αρνήθηκε να συναινέσει στον γάμο διότι ο συγκεκριμένος άνδρας ήταν μεγαλύτερός της σε ηλικία (47 ετών), ότι η μητέρα της ήταν αντίθετη στον γάμο, ότι ο θείος της επέμενε διότι ο άνδρας αυτός ήταν πλούσιος και ότι στην απόφαση αυτή συμμετείχε συνολικά όλη η οικογένεια του πατέρα της. Αναφερόμενη στην οικονομική κατάσταση της οικογένειάς της πρόβαλε ότι ήτο δύσκολη. Περιέγραψε στην συνέχεια περιστατικό (περί το 2016) όπου μέλη της πατρικής της οικογένειας είχαν μεταβεί στην οικία της όπου ενημέρωσαν αυτήν και την μητέρα της ότι έπρεπε να παντρευτεί με την δεύτερη επίσης να αρνείται (ερυθρά 58 ΔΦ). Η Αιτήτρια δήλωσε ότι η σχέση της με τον συγκεκριμένο θείο της πριν τα περιστατικά ήταν καλή και δεν είχε προβλήματα μαζί του (ερυθρά 57 ΔΦ). Αναφορικά με τη χρονική ακολουθία των επισκέψεων των συγγενών από την πλευρά του πατέρα της, δήλωσε ότι διέμεναν όλοι στον ίδιο οικογενειακό χώρο, όπου υπήρχαν πολλές κατοικίες, και ότι οι συγγενείς της επισκέπτονταν το σπίτι όποτε το επιθυμούσαν. Δεν μπορούσε, όμως, να προσδιορίσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, καθώς οι επισκέψεις αυτές ήταν επαναλαμβανόμενες, ενώ μετακόμισε στην περιοχή Kimbanseke στα τέλη του 2018. Πρόσθεσε ότι η μητέρα της ήταν εκείνη που της πρότεινε να μεταβεί στην περιοχή αυτή, ενώ κληθείσα να περιγράψει την πίεση που δεχόταν, δήλωσε ότι οι συγγενείς της, της μιλούσαν άσχημα συνεχώς (ερυθρά 57 ΔΦ). Όπως δήλωσε, όταν επέστρεψε στη περιοχή Makala, η κατάσταση ήταν χειρότερη από ό,τι προηγουμένως, ειδικά και λόγω της εγκυμοσύνης της. Τέλος, ερωτηθείσα τι φοβάται ότι θα συμβεί εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ακριβώς, αλλά πιστεύει ότι οι συγγενείς της μπορούν να της κάνουν οτιδήποτε, επειδή αρνήθηκε την πρότασή τους για γάμο.
Ο λειτουργός στο πλαίσιο της έκθεσης-εισήγησής του αποδέχθηκε τον πρώτο ισχυρισμό αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, απέρριψε όμως τον δεύτερο ισχυρισμό σε σχέση με εξαναγκαστικό γάμο από τους θείους της από την πλευρά του πατέρα της. Επί αυτού του ισχυρισμού κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της ήταν αόριστες και στερούνταν επαρκών λεπτομερειών ήτοι: (α) δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο της έγιναν οι προτάσεις γάμου, τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτές διατυπώθηκαν, τις συνομιλίες με τους πατρικούς θείους και τα μέλη της οικογένειάς της, τις αντιδράσεις της ίδιας και των εμπλεκομένων προσώπων, ούτε ως προς τον αριθμό και τη χρονική ακολουθία των περιστατικών (ερυθρά 59 4Χ-3Χ, 58, 57 2Χ, 56 1Χ ΔΦ), (β) δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τα γεγονότα του 2018 που οδήγησαν στη μετακόμισή της στον θείο από την πλευρά της μητέρας της στο Kimbanseke, καθώς περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεχόταν έντονη πίεση από τους θείους της, χωρίς να εξειδικεύσει το περιεχόμενο ή τα περιστατικά της πίεσης αυτής (ερυθρό 56 2Χ ΔΦ), (γ) δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την κατάστασή της μετά την επιστροφή της στη Makala, καθώς επανέλαβε ότι αντιμετώπιζε δυσκολίες και πίεση και ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στην εργασία της λόγω της εγκυμοσύνης της, χωρίς να εξηγήσει περαιτέρω πώς είχε μεταβληθεί η κατάσταση ή πώς αντέδρασαν οι πατρικοί θείοι της στην εγκυμοσύνη της και εάν συνέχισαν να την πιέζουν να παντρευτεί (ερυθρό 54 1Χ ΔΦ), (δ) ως προς την εξωτερική αξιοπιστία ο λειτουργός έκρινε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης, ωστόσο παρέθεσε ο ερευνώντας-λειτουργός πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τον αναγκαστικό γάμο στην χώρα.
Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από την Αιτήτρια (Βλέπε Nicolaou v. Minister of Interior a.ο. (1974) 3 C.L.R. 189, Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14/03/13 και Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α., Α.Ε. Αρ. 153/2009, ημερ.14/01/14). Σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς του συνηγόρου της Αιτήτριας, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων μόνο[1] διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία επί αυτού του σημείου του αιτήματός της, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Στο αφήγημα της Αιτήτριας προκύπτουν δηλώσεις από τις οποίες έλειπαν βιωματικά στοιχεία, συνοχή και λεπτομέρεια που να τεκμηρίωναν προσωπική εμπλοκή και δίωξη. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια (Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν ικανή να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις[3] αλλά ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από έρευνα του Δικαστηρίου στη βάση εξωτερικών πηγών πληροφόρησης[4] επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί και οι σχετικές παραπομπές του λειτουργού κατά την ετοιμασία της έκθεσης/εισήγησης του ήτοι ότι στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας είναι υπαρκτά τα φαινόμενα εξαναγκαστικών γάμων, αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει την Αιτήτρια να τεκμηριώσει ειδικά το αίτημα της με αξιόπιστους ισχυρισμούς για παροχή διεθνούς προστασίας. Η εσωτερική αξιοπιστία, όπως αναλύεται πιο πάνω, δεν τεκμηριώθηκε από την Αιτήτρια και ο έλεγχος εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω επίσημων πηγών πληροφόρησης έπεται της τεκμηρίωσης εσωτερικής αξιοπιστίας του αιτούντος. Ούτε θα μπορούσαν οι Καθ΄ ων η αίτηση, λόγω της κατάστασης στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας ήτοι της ύπαρξης περιστατικών τέτοιων μορφών δίωξης γενικά να θεωρήσει εξ υπαρχής ότι καθίσταται αυτομάτως πρόσφυγας. Οι πληροφορίες που εισέφερε η Αιτήτρια ήτο ανεπαρκείς, επιφανειακές και/ή κάποια περιστατικά του αφηγήματος της μη ευλογοφανή, ενώ θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να αναφερθεί στα κατ΄ ισχυρισμό συμβάντα με πιο περιγραφικό, συγκεκριμένο τρόπο και/ή περαιτέρω βιωματικά στοιχεία. Από τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έπεισε για το υπαρκτό οιασδήποτε μορφής δίωξης (Άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025,(Ν.6(Ι)/2000) αλλά ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ανευρέθηκε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Kinshasa, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της χώρας[5], ενώ από τη βάση δεδομένων ACLED προκύπτει ότι τα περιστατικά ασφαλείας που αφορούν συνολικά την Kinshasa παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα[6] (ως και τα συμπεράσματα του λειτουργού), έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[7]. Εξάλλου, η Αιτήτρια είναι μορφωμένη γυναίκα, η οποία δεν διέμενε σε αγροτική περιοχή ούτε σε περιοχή που επηρεάζεται από εσωτερική ένοπλη σύγκρουση, διαθέτει μητέρα η οποία εργάζεται, αδελφή με την οποία διατηρεί πολύ στενή σχέση, καθώς και τον θείο από την πλευρά της μητέρας της, ο οποίος επίσης εργάζεται, διαμένει στην Κινσάσα και με τον οποίο είχε διαμείνει στο παρελθόν, ενώ παρέμεινε σε επικοινωνία μαζί του και μετά την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της (τελευταία επικοινωνία στο τέλος του έτους), ευλόγως αναμένεται ότι διαθέτει υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο στην Κινσάσα και δεν προκύπτει καμία ένδειξη ότι το δίκτυο αυτό δεν θα είναι σε θέση ή δεν θα είναι πρόθυμο να τη στηρίξει σε περίπτωση επιστροφής της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Επιπλέον, δεν υπάρχουν εμφανείς ενδείξεις ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι πάσχει από σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ικανότητά της να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν διατρέχει οποιονδήποτε κίνδυνο αποκλειστικά και μόνο λόγω του ότι είναι γυναίκα.
Ως εκ των ανωτέρω δεν διαπιστώνεται ελλιπής έρευνα της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την έκδοση της απόφασης (Βλέπε Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της Αιτήτριας ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλέπε Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000) έως 2023
[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09.
[3] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123
[4] US Department of State, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo [Chapter: Children - Child, Early, and Forced Marriage], 23 April 2024 EUAA (European Union Agency for Asylum), Democratic Republic of the Congo; Sexual and gender-based violence (SGBV) against women, including sexual and domestic violence, conflict-related sexual violence, trafficking for sexual exploitation, traditional harmful practices, and early and forced marriage; legislation; social attitudes; state protection; access to support services [Q11-2025], 23 June 2025, Freedom House, Freedom in the World 2024 - Democratic Republic of the Congo, 2024, EUAA, ‘COI Query: Congo, Democratic Republic of: Situation of single women: 1.2 Forced marriage: legislation and practices’, 25/06/2021, USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 20 March 2023.
[5] War Watch, Geneva Academy, Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period: July 2024 – June 2025 διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un_documents_type/security-council-resolutions/?ctype=Democratic%20Republic%20of%20the%20Congo&cbtype=democratic-republic-of-the-congo , καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html , USAID, Democratic Republic of the Congo – Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο σε διεύθυνση της ιστοσελίδας reliefweb: https://reliefweb.int/report/democratic-republic-congo/democratic-republic-congo-complex-emergency-fact-sheet-3-fiscal-9 και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo
[6] Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος στην περιφέρεια Kinshasa της Λ.Δ.Κ. (τόπος αναμενόμενης επιστροφής της Αιτήτριας), σημειώθηκαν συνολικά 61 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατ' αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 47 ανθρώπινες απώλειες.
[7] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο