Μ. S. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1840/25, 27/7/2026
print
Τίτλος:
Μ. S. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1840/25, 27/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ. 1840/25

27 Ιουλίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:                                                       

Μ. S. F.

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

Γ. Βασιλόπουλος για Γ. Βασιλόπουλος και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή

Ι. Χαραλάμπους (κα) για ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ & ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

O Αιτητής παρών.

Παρών και ο κος Α. Νοζουριάν (κα) για πιστή μετάφραση από Φαρσί σε Ελληνικά και αντιστρόφως.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής ενίσταται κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 31/05/2025 η οποία του κοινοποιήθηκε στις 30/06/2025 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, προβάλλοντας ότι αυτή είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακή εφαρμογής του Νόμου. Προωθεί συναφώς ο Αιτητής ότι η επακόλουθη απόφαση επιστροφής του στο Αφγανιστάν είναι επίσης άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακή εφαρμογής του Νόμου. Επιπλέον, ζητά από το Δικαστήριο όπως εκδώσει νέα απόφαση δια της οποίας θα αναγνωριστεί ως πολιτικός πρόσφυγας ή άλλως να του χορηγηθεί υποκατάστατη προστασία η οποία αντικαθιστά την προσβαλλομένη απόφαση.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (στο εξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, ο Αιτητής είναι υπήκοος Αφγανιστάν και στις 16/08/2023 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία, μέσω των κατεχόμενων εδαφών στις 22/06/2023.

Στις 15/05/2025 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 27/05/2025 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την εισήγηση όπως απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή. Στις 31/05/2025 ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, ενέκρινε την πιο πάνω Έκθεση-Εισήγηση αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και εξέδωσε απόφαση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

Στις 30/06/2025 εκδόθηκε απορριπτική του αιτήματος του Αιτητή επιστολή από την Υπηρεσία Ασύλου συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον Αιτητή. Στις 21/07/2025 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή αυτοπροσώπως.

Στη συνέχεια διορίστηκε δικηγόρος για τον Αιτητή στις 17/09/2025, ο οποίος καταχώρισε αίτηση τροποποίησης στις 07/10/2025. Μετά την έκδοση του σχετικού διατάγματος τροποποίησης στις 05/11/2025, ο συνήγορος του Αιτητή καταχώρισε τροποποιημένη προσφυγή στις 12/11/2025.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Δια του τροποποιημένου εισαγωγικού του δικογράφου, ο συνήγορος του Αιτητή εγείρει πλείονες νομικούς ισχυρισμούς προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης οι οποίοι δεν προωθούνται δια της γραπτής του αγόρευσης στο σύνολο τους.

Δια της γραπτής του αγόρευσης ο συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ως πρώτο ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας και εκδόθηκε με πλάνη περί τα πράγματα, καθώς ο αρμόδιος λειτουργός δεν προέβη σε δέουσα έρευνα αναφορικά με την εθνοτική καταγωγή του Αιτητή, Tajik, σε συνάρτηση με τις επικρατούσες συνθήκες στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι την επαρχία Panjshir (Σημειώνεται ότι η περιοχή διαμονής του αιτητή είναι η Καμπούλ). Παραθέτοντας πληροφορίες αναφορικά με τη μεταχείριση των Tajik από τους Ταλιμπάν και την κατάσταση ασφαλείας στην ανωτέρω περιοχή, ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν, ο Αιτητής θα κινδυνέψει να στοχοποιηθεί από τους Ταλιμπάν λόγω της εθνοτικής του καταγωγής αλλά και των περιστατικών αδιάκριτης βίας στην περιοχή της συνήθους διαμονής του.

Ακολούθως ο συνήγορος προωθεί ότι ο διενεργών την προφορική συνέντευξη του Αιτητή λειτουργός δεν αφιέρωσε τον κατάλληλο χρόνο στην εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή, ενώ σε σχέση με την έλλειψη αιτιολογίας, ο κος Βασιλόπουλος προωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη καθώς οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους απέρριψαν το αίτημα του Αιτητή, αλλά παραμένουν γενική κατά την έκδοση της απόφασής τους.

Ο δεύτερος ισχυρισμός που εγείρει ο συνήγορος του Αιτητή, συνίσταται στην παράλειψη από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου να εξετάσει το εάν ο Αιτητής πληροί της προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας χωρίς εξειδικεύει περαιτέρω τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης. Αρχικά, αναφέρουν ότι ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του δυνάμει του Άρθρου 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, και με αναφορά στην εισηγητική έκθεση του αρμοδίου λειτουργού και τις υποδείξεις περί αναξιοπιστίας του Αιτητή, προωθεί τα συμπεράσματα περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Προωθούν τέλος οι Καθ' ων η Αίτηση ότι η έρευνα που έγινε ήταν η δέουσα και η κατάληξη περί μη αναγνώρισης του Αιτητή σε οποιοδήποτε από τα καθεστώτα διεθνούς προστασίας ήταν ορθή και δεόντως αιτιολογημένη. Καλούν τέλος το παρόν Δικαστήριο όπως απορρίψει την υπό εξέταση προσφυγή και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά την ενώπιόν μου ακρόαση στις 12/05/2026 ο συνήγορος του αιτητή προώθησε μόνο το νομικό ισχυρισμό που αφορά στην ουσία των ισχυρισμών του αιτητή.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερα συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.

Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστόλογοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ.

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

Ο συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο την παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.

Σημειώνω δε πως ο συνήγορος του Αιτητή παραθέτει πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή και διατείνεται ότι με βάση αυτά τα δεδομένα ο Αιτητής δικαιούται διεθνούς προστασίας χωρίς ωστόσο να στοιχειοθετεί που συγκεκριμένα έγκειται η παράλειψη της δέουσας έρευνας από τους Καθ’ ων η αίτηση.

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4. «Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρότητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κάποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγόμενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».

Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.

Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671:

«Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Η αγόρευση συνιστά το μέσο ανάπτυξης της επιχειρηματολογίας που στην παρούσα δεν προκύπτει. Είναι δε εμφανές ότι η συνήγορος του Αιτητή επαναλαμβάνει τα νομικά σημεία όπως αυτά καταγράφονται στο δικόγραφο της προσφυγής τα οποία ωστόσο δεν αιτιολογούνται.

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση και το δικαστήριο δεν θα αναφερθεί περαιτέρω στους νομικούς ισχυρισμούς που είτε δεν δικογραφούνται είτε κακογραφούνται κατά παράβαση του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962.

Αναφορικά με το ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371,Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Περαιτέρω όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Avra Georghiou Knai ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου. Ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα βάσιμο φόβο δίωξης, ο οποίος σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου πρέπει να συντρέχει από κυβερνητικά ή μη κυβερνητικά όργανα δίωξης.

Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.

Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό αρχικά να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.

Κατά την υποβολή αιτήματος διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή επικρατούσε ανασφάλεια λόγω της επικράτησης των Ταλιμπάν, οι οποίοι των ενοχλούσαν ενώ ο ίδιος σπούδαζε. Επίσης, στη χώρα καταγωγής του επικρατούσαν κακές οικονομικές συνθήκες και το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν ελλιπές. Τέλος, ανέφερε πως ο πατέρας του σταμάτησε να εργάζεται, ο οποίος εργαζόταν στην αστυνομία και σε μη κυβερνητικές οργανώσεις (ερ. 1 του Δ.Φ.).

Κατά την διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και σε σχέση με τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην περιοχή Panjshir στο Αφγανιστάν (ερ. 35 – 2Χ του Δ.Φ.). Εξήγησε όμως ότι μεγάλωσε και έζησε στην πόλη Kabul, όπου διέμενε η θεία από την πλευρά της μητέρας του και παρέμεινε έως και την 11η τάξη της σχολικής του εκπαίδευσης του, ωστόσο ο Αιτητής επέστρεψε στην Kabul δηλώνοντας την ως τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του (ερ. 35 – 2Χ του Δ.Φ.). Σε σχέση με την οικογένειά του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του είναι νοικοκυρά και ο πατέρας του κατά το χρόνο της συνέντευξης είχε σταματήσει να εργάζεται, οι οποίοι διαμένουν στην Kabul όπως και οι (2) αδελφές του και οι (3) αδελφοί του. Ο Αιτητής έχει συχνή επαφή με την οικογένειά του, στους οποίους αποστέλλει χρηματική βοήθεια, καθότι ο πατέρας του πλέον δεν εργάζεται (ερ. 35 – 3Χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε άγαμος και δεν έκανε αναφορά ότι έχει τέκνα (ερ. 37 – 1Χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής δήλωσε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Τατζίκ (Tajik), Μουσουλμάνος Σουνίτης στο θρήσκευμα (ερ. 37 – 1Χ του Δ.Φ.). Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του στις πολιτικές επιστήμες (φοίτησε στα πρώτα δύο ακαδημαϊκά εξάμηνα) για οικονομικούς λόγους, αλλά και επειδή οι έλεγχοι από τους Ταλιμπάν διατάρασσαν το κλίμα στο πανεπιστήμιο του Kabul (ερ. 34 – 2Χ του Δ.Φ.). Ανέφερε δε πως αποφάσισε να αναχωρήσει για τις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές με σκοπό να συνεχίσει τις σπουδές του, κάτι που εν τέλει δεν έπραξε για οικονομικούς λόγους (ερ. 34 – 4Χ-5Χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής ομιλεί Αγγλικά και Dari (ερ. 34 – 7Χ του Δ.Φ.). Επίσης, όσον αφορά την εργασιακή του πείρα ανέφερε πως εργάστηκε πουλώντας εισιτήρια σε ένα γραφείο στη χώρα καταγωγής του, ενώ εργάστηκε και στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές ως σερβιτόρος για δύο μήνες όπως και στην Κυπριακή Δημοκρατία εργάζεται στον Πρωταρά ως σερβιτόρος (ερ. 34 – 6Χ-7Χ του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι αναχώρησε λόγω της εκπαίδευσής του και λόγω της αδικίας που υφίσταται στη χώρα καταγωγής του λόγω των Ταλιμπάν, ενώ θεωρεί πως ως Tajik βιώνει διακριτική συμπεριφορά (ερ. 33 – 2Χ του Δ.Φ.).

Ερωτηθείς εάν υπάρχει κάποιος άλλος λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά (ερ. 33 – 2Χ του Δ.Φ.).

Στη συνέχεια τέθηκαν στον Αιτητή διευκρινιστικά ερωτήματα αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του. Συγκεκριμένα, λοιπόν, ανέφερε πως οι Tajik είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα στο Αφγανιστάν και υποστήριξε ότι οι Ταλιμπάν αντιμετωπίζουν αρνητικά τα μέλη της επειδή η προηγούμενη κυβέρνηση είχε κυρίως εκπροσώπηση τους Tajik. Σύμφωνα με τον Αιτητή οι αξίες των Tajik περιλαμβάνουν την εκπαίδευση, την ελευθερία και την κοινωνική πρόοδο. Όταν ρωτήθηκε για τις διακρίσεις που βιώνουν οι Tajik, εξήγησε ότι οι Ταλιμπάν δεν επιθυμούν να μοιραστούν την εξουσία με άλλες εθνοτικές ομάδες και δεν τους δίνουν ευκαιρίες συμμετοχής στην κυβέρνηση. Σε προσωπικό επίπεδο, ανέφερε ότι μετά την επιστροφή του από την Τουρκία στο Αφγανιστάν, οι Ταλιμπάν υποψιάστηκαν ότι κατείχε πλαστά έγγραφα, έκαναν έρευνα στην οικία του χωρίς, ωστόσο, να βρουν κάτι παράνομο, ενώ αργότερα τον συνέλαβαν από το κατάστημά του και τον μετέφεραν σε αστυνομικό σταθμό. Αφέθηκε ελεύθερος με τη βοήθεια συνδικαλιστικής οργάνωσης, καθώς δεν βρέθηκε κανένα παράνομο στοιχείο εναντίον του. Δήλωσε, επίσης, ότι δεν υπήρξαν άλλα περιστατικά, ούτε υπέστη σωματική βία ή κακοποίηση από τους Ταλιμπάν. Τέλος, επιβεβαίωσε ότι το 2022 εγκατέλειψε νόμιμα το Αφγανιστάν μέσω του αεροδρομίου της Kandahar. (ερ. 33 – 3Χ και 32 – 1Χ του Δ.Φ.).

Ερωτηθείς σχετικά με αναφορά στην αίτησή του για διεθνή προστασία ότι δεχόταν παρενοχλήσεις κατά τη διάρκεια των σπουδών του, εξήγησε ότι ενώ φοιτούσε στο Πανεπιστήμιο της Kabul και περίμενε την έκδοση διαβατηρίου, οι Ταλιμπάν πραγματοποιούσαν ελέγχους ταυτότητας και σωματικούς ελέγχους. Σύμφωνα με τον ίδιο, όταν διαπίστωναν ότι ήταν Tajik, του συμπεριφέρονταν αρνητικά και του απηύθυναν προσβλητικά σχόλια, γεγονός που τον οδήγησε να εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο. (ερ. 32 – 2Χ του Δ.Φ.).

Αναφορικά με την καταγραφή του στην αίτηση διεθνούς προστασίας που κατέθεσε ότι δεν υπάρχουν ευκαιρίες εργοδότησης, ο Αιτητής ανέφερε ότι στο Αφγανιστάν υπάρχουν πολύ περιορισμένες ευκαιρίες εργασίας, καθώς οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές δεν επενδύουν στην οικονομία, γεγονός που δυσχεραίνει τόσο την εξεύρεση εργασίας όσο και τις συνθήκες διαβίωσης. Αναφορικά με τον πατέρα του, εξήγησε ότι εργαζόταν σε γερμανικό πρόγραμμα, αλλά έχασε τη δουλειά του όταν οι Ταλιμπάν ανέλαβαν την εξουσία. Παρότι του είχαν υποσχεθεί μεταφορά στη Γερμανία, ένα περιστατικό επίθεσης εμπόδισε την αναχώρησή του και στη συνέχεια δεν υπήρξε νέα επικοινωνία για τη μετεγκατάστασή του. Ο Αιτητής πρόσθεσε ότι η πρόσβαση σε κυβερνητικές θέσεις εργασίας είναι πολύ δύσκολη, ενώ και στον ιδιωτικό τομέα οι ευκαιρίες παραμένουν περιορισμένες λόγω της έλλειψης επενδύσεων από τους επιχειρηματίες. (ερ. 32 – 2Χ του Δ.Φ.).

Σχετικά με τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, εάν επιστρέψει στο Αφγανιστάν, πιστεύει ότι οι αρχές θα τον συλλάβουν, επειδή, κατά τον έλεγχο της ταυτότητάς του, θα του ζητηθούν εξηγήσεις για το λόγο που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Πρόσθεσε επίσης ότι στο Αφγανιστάν δεν υπάρχουν επαρκείς ευκαιρίες εργασίας ούτε κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης. Όταν ερωτήθηκε αν θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας, απάντησε αρνητικά, εξηγώντας ότι η Kabul θεωρείται καλύτερη από άλλες περιοχές, οι οποίες, κατά την άποψή του, βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση. Παράλληλα, δήλωσε ότι δεν έχει συλληφθεί ούτε κρατηθεί ποτέ στη χώρα καταγωγής του. Τέλος, επιβεβαίωσε ότι οι αρχές του Αφγανιστάν θα του επέτρεπαν να επιστρέψει στη χώρα. (ερ. 32 – 3Χ και 31 – 1Χ του Δ.Φ.).

Στην Eισηγητική Έκθεση του, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέγραψε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς ως προς τους λόγους για τους οποίους ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή, όπως διαμορφώθηκαν από την πιο πάνω συνέντευξη του. Αυτοί συνίσταντο 1) στην ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, 2) στους λόγους ακαδημαϊκού περιεχομένου και 3) την ισχυριζόμενη διάκριση του Αιτητή ως Tajik.

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί υπό 1 και 2 κρίθηκαν και έγιναν δεκτοί ως αξιόπιστοι στο σύνολό τους. Ειδικότερα, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι στοιχειοθετείται η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του πρώτου ισχυρισμού. Αναφορικά με τον δεύτερο κρίθηκε ότι στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία, ενώ σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία έκρινε πως δεν ήτο δυνατή η περαιτέρω έρευνα λόγω του προσωπικού χαρακτήρα του ισχυρισμού. (ερ. 70 – 72 του Δ.Φ.).

Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό περί ισχυριζόμενης διάκρισης του Αιτητή λόγω της ιδιότητάς του ως Tajik, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο ισχυρισμός παρέμεινε μόνο σε θεωρητικό επίπεδο και ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να συγκεκριμενοποιήσει τους ισχυρισμούς του, καθώς απουσίαζε η λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα, ο λειτουργός ανέφερε τα εξής: ο Αιτητής ενώ υποστήριξε ότι οι Ταλιμπάν ασκούν διακρίσεις σε βάρος άλλων εθνοτικών ομάδων, καθώς δεν μοιράζονται την εξουσία και δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση, όταν κλήθηκε επανειλημμένα να εξηγήσει και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του, δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες ή παραδείγματα, περιοριζόμενος στη γενική αναφορά ότι οι Ταλιμπάν «τα θέλουν όλα δικά τους». Αναφορικά με προσωπική του εμπειρία διάκρισης, ο Αιτητής περιέγραψε ένα περιστατικό κατά την επιστροφή του από την Τουρκία, όταν οι Ταλιμπάν τον υποπτεύθηκαν για κατοχή πλαστών εγγράφων, τον οδήγησαν σε αστυνομικό σταθμό και τον απελευθέρωσαν μόλις διαπίστωσαν ότι τα έγγραφα δεν ήταν πλαστά. Ερωτηθείς αν υπήρξε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό διάκρισης, απάντησε αρνητικά. Επιπλέον, επιβεβαίωσε ότι δεν έχει υποστεί ποτέ σωματική βλάβη ή κακοποίηση και ότι αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα καταγωγής του. (ερ. 33 – 3Χ και 32 – 1Χ του Δ.Φ.). Ο αρμόδιος λειτουργός καταλήγει στο συμπέρασμα πως δεν υπέστη διακριτική μεταχείριση λόγω της εθνοτικής του καταγωγής (Tajik). Ειδικότερα, είχε πρόσβαση σε δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση, την οποία επέλεξε ο ίδιος να μην συνεχίσει, απέκτησε διαβατήριο το 2022 υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν και αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα του χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα. Επιπλέον, δεν ανέφερε κανένα περιστατικό που να καταδεικνύει προσωπική στοχοποίηση ή δίωξη εις βάρος του. (ερ. 34 – 2Χ και 11 – 17 του Δ.Φ.). Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού ο αρμόδιος λειτουργός διεξήγαγε έρευνα σχετική με την στοχοποίηση των Tajik από τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Συγκεκριμένα τα αποτελέσματα της έρευνας στις διαθέσιμες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές ανέδειξαν ότι στην Καμπούλ οι Tajik δεν αντιμετωπίζουν συστηματική ή γενικευμένη εθνοτική δίωξη. Σύμφωνα με δημοσίευμα, οι Ταλιμπάν πραγματοποίησαν έρευνες κυρίως σε βόρειες συνοικίες της Καμπούλ, όπου κατοικούν πολλά άτομα Tajik, με στόχο άτομα που θεωρούνταν συνδεδεμένα με την ένοπλη αντίσταση. Οι έρευνες διέφεραν ως προς την ένταση και τον τρόπο διεξαγωγής τους, ενώ σε ορισμένες γειτονιές εθνοτικών μειονοτήτων αναφέρθηκαν πιο σκληρές πρακτικές. Ωστόσο, εκπρόσωπος διεθνούς ΜΚΟ, ο οποίος διέμενε σε συνοικία των Tajik της Καμπούλ και είχε άμεση γνώση των σχετικών ερευνών, δήλωσε ότι δεν διαπίστωσε στοιχεία εθνοτικής στοχοποίησης. Ανέφερε ότι οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν σε όλα τα σπίτια της περιοχής και, σε πολλές περιπτώσεις, με σεβασμό προς τους κατοίκους. Συνεπώς, οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν τεκμηριώνουν ότι οι Tajik αποτελούν στόχο δίωξης αποκλειστικά λόγω της εθνοτικής τους καταγωγής. (ερ. 69 του Δ.Φ.). Ως εκ των άνω ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στην απόρριψη του τρίτου ισχυρισμού του Αιτητή.

Κατά το στάδιο της αξιολόγησης του κινδύνου ο αρμόδιος λειτουργός αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, που έγινε αποδεκτός, έκρινε ότι ελλείψει παρελθούσας δίωξης εις βάρος του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του και στη βάση της αξιολόγησης του ισχυρισμού και των στοιχείων του προσωπικού του προφίλ, δεν ανακύπτουν λόγοι εκ των οποίων θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι κατά την επιστροφή του εκεί, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή έκθεσης σε σοβαρή βλάβη. Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, που έγινε επίσης αποδεκτός, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την αξιολόγηση αυτού σε προηγούμενο στάδιο της εισηγητικής του έκθεσης, διαπίστωσε ότι αυτός δε δύναται να συνδεθεί με την χορήγηση καθεστώτος με βάση το άρθρο 3 ή το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, καθότι αυτός συνίσταται σε ακαδημαϊκούς λόγους, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου για παροχή διεθνούς προστασίας.

Προχωρώντας, στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου, σε έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Αφγανιστάν ώστε να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής θα κινδυνέψει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο αρμόδιος λειτουργός ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης εκ των οποίων άντλησε στοιχεία τα οποία αναφέρουν ότι στην περιοχή τελευταίας συνήθους διαμονής του, την πόλη Kabul, δεν ενδέχεται να αντιμετωπίσει κάποιο κίνδυνο ως άμαχος, καθώς τα περιστατικά ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή κατά την περίοδο 15/08/2021 μέχρι 30/06/2022 τα περιστατικά ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή ήταν πολύ χαμηλά.

Προσέθεσε μάλιστα ο λειτουργός, ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία ευαλωτότητας του Αιτητή ή άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, αφού ο τελευταίος αποτελεί ένα νέο, υγιή, αρτιμελή, ικανό προς εργασία άνδρα, με μόρφωση, του οποίου μάλιστα οι γονείς εξακολουθούν να ζουν και να εργάζονται στην πόλη Kabul, επί της οποίας ο Αιτητής αναμένεται ευλόγως να εγκατασταθεί, σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν.

Κατά το στάδιο της νομικής ανάλυσης και με βάση τα περιστατικά που έγιναν αποδεκτά, το προσωπικό προφίλ του Αιτητή και την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν πιθανολογείται ευλόγως βάσιμος φόβος δίωξης του Αιτητή όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 1(Α)(2) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων ως επίσης και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου [Ν.6(Ι)/2000], και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος.

Αναφορικά δε με τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, με βάση τους ισχυρισμούς του Αιτητή, το προσωπικό του προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου διαπιστώθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν, ο Αιτητής δε θα κινδυνέψει με θανατική ποινή και/ή εκτέλεση, ή άλλως θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (γ) , ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, βάσει των στοιχείων που άντλησε κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στην πόλη Kabul δεν καταγράφονται συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε βαθμό που θα μπορούσε να εκτιμηθεί ότι ένας άμαχο θα κινδύνευε αποκλειστικά λόγω της φυσικής του παρουσίας εκεί.

Ως εκ τούτου, το αίτημα του Αιτητή απορρίφθηκε ως αβάσιμο μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση των δεδομένων που είχε ενώπιον του ο αρμόδιος λειτουργός.

Μετά από προσεκτική εξέταση των όσων ο Αιτητής ισχυρίστηκε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του και των όσων προώθησε ο συνήγορός του ενώπιόν μου, διαπιστώνω ότι ορθά ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου έκρινε ότι ο Αιτητής δεν αντιμετώπισε οποιουδήποτε είδους δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης στη χώρα του, και εκ των ενώπιόν μου στοιχείων δεν προκύπτουν λόγοι για τους οποίους μπορεί να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι θα αντιμετωπίσει αντίστοιχη μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Kabul του Αφγανιστάν.

Παρατηρώ ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής δεν επικαλείται στοιχεία και περιστατικά από τα οποία να μπορεί να τεκμηριωθεί κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο η συνδρομή πραγματικού, προσωπικού και ενεστώτος κινδύνου αφού δεν αντιμετώπισε κάποιο ουσιαστικό πρόβλημα ή κίνδυνο στη χώρα καταγωγής του, όπου σημειωτέον, εξακολουθεί να διαμένουν και να εργάζονται η μητέρα, ο πατέρας και τα αδέλφια του.

Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο προχώρησε σε εκ νέου αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή μελετώντας το σύνολο των στοιχείων που έχει ενώπιον του. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς 1 και 2 (προσωπικά στοιχεία προφίλ του και ακαδημαϊκοί λόγοι αναχώρησης από τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, αντίστοιχα), το Δικαστήριο συμφωνεί με την αξιολόγηση και κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση η οποία οδήγησε στο να γίνουν αποδεκτοί.

Σχετικά με τον τρίτο ισχυρισμό συντάσσομαι με την αξιολόγηση και την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση ως αυτή καταγράφηκε παραπάνω. Προσθέτω δε ότι ο Αιτητής παρέμεινε πολύ γενικός στις δηλώσεις του χωρίς να αιτιολογεί την ισχυριζόμενη δίωξή του λόγω της καταγωγής του, ενώ σε σημεία είναι αντιφατικός στις δηλώσεις του. Κληθείς να εξηγήσει την δίωξη που υπέστη ανέφερε γενικά πως οι Ταλιμπάν δεν επιθυμούν να μοιράζονται την εξουσία με άλλες εθνοτικές ομάδες (ερ. 33 – 3Χ του Δ.Φ.). Παρά το ότι αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό σύλληψης του ίδιου, αυτός δεν παρουσίασε ως αιτία την εθνοτική του καταγωγή, αλλά υποψίες για πλαστά έγγραφα και δεν στοιχειοθέτησε με συνοχή την δίωξή του ως Tajik (ερ. 32 – 1Χ του Δ.Φ.). Επίσης, οι δηλώσεις του Αιτητή περί αποκλεισμού των άλλων εθνοτικών ομάδων από τους Ταλιμπάν είναι αντιφατική με τη δήλωσή του ότι ο ίδιος φοιτούσε σε δημόσιο πανεπιστήμιο της Kabul χωρίς να τεκμηριώνει οιονδήποτε πρόβλημα που τον στοχοποιεί προσωπικά και λόγω της καταγωγής του από την εθνοτική ομάδα Tajik (ερ. 33 – 3Χ, 34 – 2Χ του Δ.Φ.). Γενικά, παρατηρώ, μετά από ανασκόπηση του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου πως οι δηλώσεις του είναι γενικές και χωρίς συνοχή με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύουν και στοιχειοθετούν τη δίωξη του ως Tajik στη χώρα καταγωγής του από τους Ταλιμπάν, καθώς οι πληροφορίες που ο Αιτητής παράσχει είναι περιορισμένες.

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία αναφορικά με την εθνοτική ομάδα Tajik και την αντιμετώπισή της στο Αφγανιστάν το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Ως εκ τούτης εντοπίζω ότι οι Tajik αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα του Αφγανιστάν. Ο όρος “Tajik”/«Τατζίκος» χρησιμοποιείται ιστορικά με ασαφή τρόπο και συνήθως αναφέρεται σε μη-Χαζάρα περσόφωνους πληθυσμούς, οι οποίοι ζουν κυρίως στο βόρειο, βορειοανατολικό και δυτικό Αφγανιστάν. Μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία το 2021, οι Tajik έχουν αντιμετωπίσει αυξημένες παραβιάσεις δικαιωμάτων, ιδιαίτερα στις βορειοανατολικές επαρχίες, λόγω της υποτιθέμενης σύνδεσής τους με ένοπλες ομάδες αντίστασης. Παρότι ορισμένοι Tajik συμμετέχουν στην υφιστάμενη κυβέρνηση, παρατηρείται σταδιακή περιθωριοποίησή τους, ειδικά στην επαρχία Μπανταχσάν, όπου Τατζίκοι και Ουζμπέκοι αξιωματούχοι απομακρύνθηκαν από θέσεις εξουσίας και αντικαταστάθηκαν από Pastun. Επιπλέον, αναφέρονται διακρίσεις εις βάρος των Tajik στις προσλήψεις και απολύσεις στο δημόσιο, καθώς και άνιση πρόσβαση σε κρατικές υπηρεσίες, αναπτυξιακά έργα και ανθρωπιστική βοήθεια. Υπήρξαν επίσης αναγκαστικές εξώσεις και εκτοπισμοί τους σε διάφορες επαρχίες συχνά, στο πλαίσιο καταλήψεων γης. Από το 2024 και μετά, αγρότες στην Μπανταχσάν διαμαρτυρήθηκαν για την καταστροφή καλλιεργειών παπαρούνας από τις αρχές. Οι κινητοποιήσεις αντιμετωπίστηκαν με βία, προκαλώντας νεκρούς, τραυματίες και αυθαίρετες συλλήψεις. Το 2025 αναφέρθηκαν επίσης συλλήψεις Tajik διοικητών των Ταλιμπάν που φέρονται να υποστήριξαν τους διαδηλωτές.[1]

Ως εκ των άνω αν και διαφαίνεται από τις εξωτερικές πηγές ότι οι Tajik αντιμετωπίζουν σε ένα βαθμό διακριτική αντιμετώπιση από τους Ταλιμπάν, λόγω του ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει ουδεμία προσωπική δίωξη εναντίον του ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται. Σημειώνω δε, περαιτέρω, πως ο συνήθης τόπος διαμονής του Αιτητή, η πόλη Kabul, βρίσκεται στο ανατολικό-κεντρικό τμήμα της χώρας και δεν περιλαμβάνεται στις βορειοανατολικές περιοχές (Badakhshan, Takhar, Kunduz, Baghlan και Panjshir) όπου έχουν καταγραφεί διώξεις των Tajik σύμφωνα με τις ανωτέρω πηγές.

Στα πλαίσια της αξιολόγησης κινδύνου ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή και προέβη σε σχετική και απαραίτητη έρευνα αναφορικά με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς 1 και 2, ως προαναφέρεται. Συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου του αρμόδιου λειτουργού στη βάση των δύο αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνω στο ότι ο δεύτερος αποδεκτός ισχυρισμός περί ακαδημαϊκών λόγων αναχώρησης από το Αφγανιστάν δεν εμπίπτει σε κανέναν από τους προβλεπόμενους λόγους ώστε να του παραχωρηθεί καθεστώς.

Στη συνέχεια θα προχωρήσω να εξετάσω την κατάσταση ασφαλείας, λόγο για τον οποίο επικαλείται ο κος Βασιλόπουλος ότι θα κινδυνέψει ο Αιτητής ως άμαχος σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, και θα προχωρήσω σε περαιτέρω έρευνα ως προς κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην πόλη Kabul του Αφγανιστάν.

Πρωτύτερα όμως να σημειώσω ότι ο ισχυρισμός του συνηγόρου του Αιτητή ότι ο τελευταίος τόπος διαμονής του ήταν η πόλη Panjshir δεν ευσταθεί καθότι σύμφωνα με δήλωση του ίδιου του Αιτητή ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του, όπου εξακολουθεί να διαμένει και η οικογένειά του, είναι η Kabul, βλ. ερ. 35 – 2Χ του Δ.Φ.

Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα, βάσει της ιστοσελίδας WarWatch πρώην Rule of Law in Armed Conflict (RULAC), πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το Αφγανιστάν βρίσκεται σε μία διεθνής ένοπλη σύγκρουση με το Πακιστάν, καθώς και τρεις μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των Ταλιμπάν και του National Resistance Front (NRF), των Ταλιμπάν και του Afghanistan Freedom Front (AFF), και των Ταλιμπάν με το Islamic State – Khorasan Province (IS-KP).[2]

Με βάση το Country Focus της E.U.A.A. αναφορικά με το Αφγανιστάν, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν το 2021, η ένοπλη βία και οι απώλειες αμάχων στο Αφγανιστάν μειώθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Διεθνείς οργανισμοί περιέγραψαν την περίοδο που ακολούθησε ως χαρακτηριζόμενη από σχετική απουσία ένοπλων συγκρούσεων, ενώ από το 2022 η κατάσταση δεν θεωρούνταν πλέον πόλεμος υψηλής έντασης. Ωστόσο, οι Ταλιμπάν συνέχισαν να αντιμετωπίζουν ένοπλη αντίσταση από το National Resistance Front (NRF), το Afghanistan Freedom Front (AFF) και το Islamic State – Khorasan Province (IS-KP). Παρά το ότι η δραστηριότητα αυτών των ομάδων μειώθηκε μετά το 2022, συνέχισαν να πραγματοποιούν επιθέσεις χαμηλής έντασης, κυρίως κατά των «de facto» αρχών. Το IS-KP παρέμεινε υπεύθυνο για πολλές βομβιστικές και επιθέσεις αυτοκτονίας που στόχευαν τόσο τις αρχές όσο και αμάχους. Παράλληλα, σημειώθηκαν επανειλημμένες συγκρούσεις μεταξύ των Ταλιμπάν και του Πακιστάν κατά μήκος των συνόρων των δύο χωρών. Η ένταση κορυφώθηκε το 2024 και το 2025 με αεροπορικές επιδρομές του Πακιστάν σε αφγανικό έδαφος και ανταλλαγές πυρών, μέχρι την επίτευξη εκεχειρίας τον Οκτώβριο του 2025. Παρά την εκεχειρία, σποραδικά συνοριακά επεισόδια συνεχίστηκαν. Τέλος, υπάρχουν αντικρουόμενες εκτιμήσεις, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση της E.U.A.A., σχετικά με την παρουσία της Al-Qaeda στο Αφγανιστάν, καθώς ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι η οργάνωση διατηρεί περιορισμένη παρουσία και μικρές εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις, ενώ άλλες αμφισβητούν την αξιοπιστία αυτών των ισχυρισμών.[3]

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση του οργανισμού Amnesty International για το έτος 2025 οι Ταλιμπάν ενέτειναν τις συστηματικές και εκτεταμένες παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών, ενώ προχώρησαν σε διακρίσεις κατά εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων πιέσεων προς Ισμαηλίτες σιίτες να ασπαστούν το σουνιτικό Ισλάμ. Περιόρισαν την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και κάθε κριτική προς το καθεστώς μέσω αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων δημοσιογράφων και πρώην κρατικών υπαλλήλων. Παράλληλα, καταγράφηκαν εξωδικαστικές εκτελέσεις, βασανιστήρια και κακομεταχείριση κρατουμένων και επικριτών του καθεστώτος, ενώ οι διαμαρτυρίες καταστέλλονταν συστηματικά και η πρόσβαση σε δίκαιη δίκη ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη. Η χώρα συνέχισε να αντιμετωπίζει σοβαρή οικονομική αστάθεια και επιδεινούμενη ανθρωπιστική κρίση, με την έλλειψη χρηματοδότησης να απειλεί βασικές υπηρεσίες υγείας που παρέχονται από τον World Health Organization. Επιπλέον, οι διακρίσεις περιόρισαν την πρόσβαση ευάλωτων εθνοτικών και θρησκευτικών ομάδων στην ανθρωπιστική βοήθεια, ενώ οι αναγκαστικές εξώσεις έπληξαν δυσανάλογα τις γυναίκες, τα κορίτσια και ιδιαίτερα τους Hazaras. Οι Ταλιμπάν παρέμειναν οι «de facto» αρχές του Αφγανιστάν μετά την κατάρρευση της προηγούμενης κυβέρνησης το 2021.[4]

Σύμφωνα με το Human Rights Watch το 2025 οι Ταλιμπάν επέβαλαν αυστηρότερους περιορισμούς στα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών και θέσπισαν νέους κανόνες που περιόρισαν την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης. Παράλληλα, η ανθρωπιστική κρίση στο Αφγανιστάν επιδεινώθηκε λόγω των μαζικών αναγκαστικών επιστροφών Αφγανών από το Ιράν και το Πακιστάν, καθώς και των σημαντικών περικοπών στη διεθνή βοήθεια, με αποτέλεσμα εκατομμύρια άνθρωποι να στερούνται επαρκούς τροφής, στέγασης και υγειονομικής περίθαλψης.[5]

Ως προς την κατάσταση που επικρατεί στην πόλη Kabul, όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής αφού αποτελεί τον τελευταίο τόπο διαμονής του, η βάση δεδομένων ACLED κατά τη διάρκεια του τελευταίου περίπου ενός έτους καταγράφει ότι στη συγκεκριμένη πόλη έλαβαν χώρα 110 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν 362 απώλειες.[6] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πόλης Kabul ανέρχεται σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του 2025 στους 4.929.104 κατοίκους.[7]

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ενώπιόν μου στοιχείων και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, το Δικαστήριο κρίνει ως ορθή την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή ως προς το σκέλος του προσφυγικού καθεστώτος, αφού δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα καμία ένδειξη δεν προέκυψε περί του ότι εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα κινδυνεύσει σε πράξεις δίωξης για λόγους εθνικότητας, φυλής, θρησκείας, πολιτικών πεποιθήσεων και/ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

Ούτε όμως ανακύπτει από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατική ποινής ή εκτέλεσης, και/ή κίνδυνο να εκτεθεί σε βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και/ή τιμωρία, σύμφωνα με τα άρθρα 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Αναλύοντας τώρα το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας υπό τις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, την οποία ο κος Βασιλόπουλος προωθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Kabul του Αφγανιστάν, ο Αιτητής θα κινδυνεύσει λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων στα πλαίσια κάποιας εσωτερικής ή διεθνούς σύγκρουσης αποκλειστικά λόγω της φυσικής του παρουσίας εκεί, δεδομένου ότι οι πληροφορίες γύρω από τα περιστατικά ασφαλείας που αντλήθηκαν κατά την αξιολόγηση κινδύνου αναλογικά με τον πληθυσμό της περιοχής, συνηγορούν υπέρ του ότι η αδιακρίτως ασκούμενη βία δεν ανέρχεται σε τέτοια επίπεδα και δεν φέρει τέτοια ένταση και συχνότητα έτσι ώστε να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα κινδυνέψει αποκλειστικά λόγω της φυσικής του παρουσίας εκεί.

Εφαρμόζοντας άλλωστε την αρχή της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» ως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δ.Ε.Ε., δεν κρίνω ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή επιτείνουν τον πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη υπό την ερμηνεία του άρθρου 19 (2) (γ), καθώς παρατηρώ ότι συνιστά έναν άνδρα νέο, υγιή, αρτιμελή, ικανό προς εργασία, απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ο οποίος διαθέτει οικογενειακό υποστηρικτικό περιβάλλον στην Κabul (γονείς και αδέλφια) με τους οποίους διατηρεί συχνή επικοινωνία σύμφωνα με τις δηλώσεις του.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, αποτελεί προϊόν δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, σύμφωνα και με το Νόμο.

Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και εύλογη και λήφθηκε κατ' ορθή ενάσκηση της νόμιμης διακριτικής ευχέρειας των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι ενήργησαν σύννομα και συνεκτίμησαν όλα τα ενώπιον τους στοιχεία. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Αντιθέτως, κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται στην υπό εξέταση περίπτωση και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν και δεν στηρίζουν τις υπό του Περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα. Ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν απέδειξε ότι μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος πάνω Νόμου, καθότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.

Δεδομένου τέλος ότι δεν ανέκυψε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Kabul του Αφγανιστάν, ο Αιτητής θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την επιστροφή της στο Αφγανιστάν, η απόφαση επιστροφής του εκεί δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης και το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Υπό το φως των πιο πάνω, οι λόγοι ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ευσταθούν και η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με € 1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.

 

Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] European Union Agency for Asylum – E.U.A.A., “Afganistan: Country Focus”, p. 153 – 155, January 2026, διαθέσιμο σε: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf (assessed on 24/06/2025)

[3] European Union Agency for Asylum – E.U.A.A., “Afganistan: Country Focus”, p. 52 – 55, January 2026, διαθέσιμο σε: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_01_Afghanistan_COI_Report_Country_Focus.pdf (assessed on 24/06/2025)

[4] Amnesty International, “The State of the World's Human Rights; Afghanistan 2025”, 26/04/2026, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2139232.html (assessed on 24/06/2026)

[5] Human Rights Watch, “World Report 2026; Afghanistan”, 04/02/2026, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/document/2136183.html (assessed on 24/06/2026)

[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Afghanistan, City: Kabul, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 24/06/2026)

[7] World Population Review, Afghanistan: Kabul, https://worldpopulationreview.com/cities/afghanistan/kabul (assessed on 24/06/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο