ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 1854/2025
06 Ιουλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J. C. L. xxx
1. C. C. (Child)
2. J. K. M. (Child)
3. R. L. (Child)
Αιτητές
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
(Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας)
Καθ’ ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
A. Πλιάκα (κα), Δικηγόρος για Αιτητές.
Π. Βρυωνίδου (κα) Βρυωνίδου, Αναστασιάδη & Φιλίππου ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Αιτήτρια Παρούσα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή οι Αιτητές προσβάλλουν την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 30/06/25 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη, παράνομη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 17/06/21 και στις 17/10/24 αποφασίστηκε το κλείσιμο του φακέλου της και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής της καθώς η Αιτήτρια δεν παρέστη στη προσωπική συνέντευξη (κρίθηκε ότι σιωπηρά απέσυρε την αίτησή της). Στις 09/01/25 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου της και μετά από έγκριση στις 28/01/25 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη της. Ακολούθησε έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 31/01/25 και αυθημερόν αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης των Αιτητών και έκδοση απόφασης επιστροφής στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια μέσω της συνηγόρου της, υποστηρίζει ότι η απόφαση ελήφθη με πλάνη περί τα γεγονότα και/ή το νόμο, η διερεύνηση ήτο ελλιπής και/ή απόφαση πάσχει λόγω μη δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνα και είναι αναιτιολόγητη και/ή είναι αποτέλεσμα κατάχρησης εξουσίας – περιόρισε δε στην ουσία της υπόθεσης.
Οι Καθ' ων η Αίτηση απαντούν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου της Αιτήτριας αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί.
Ανεξάρτητα, όμως, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης στη βάση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»).
Με βάση την αίτηση διεθνούς προστασίας η Αιτήτρια πρόβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της διότι υπήρξε θύμα βιασμού (ερυθρό 7 ΔΦ). Ως προς τις προσωπικές της πληροφορίες, ισχυρίστηκε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείσα στην Kinshasa και από το 2014 δήλωσε ως τελευταία περιοχή διαμονής της κοινότητα Lemba της Kinshasa. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι χριστιανή, άγαμη και ομιλεί τις γλώσσες Γαλλική, Λινγκάλα, Swahili και μερικώς την Αγγλική και την Ελληνική. Ανέφερε ότι είναι μητέρα τριών τέκνων, των Αιτητών 1, 2 και 3. Ο πατέρας του Αιτητή 1 είναι ομοεθνής της Αιτήτριας με τον οποίο διατηρούσε δεσμό όταν βρισκόταν στη χώρα της∙ δήλωσε ότι ο Αιτητής 1 γεννήθηκε στις 22/05/21. Οι Αιτητές 2 και 3 είναι το δεύτερο και τρίτο τέκνα της Αιτήτριας τα οποία απέκτησε με επίσης ομοεθνή της (του οποίου το αίτημα ασύλου του απορρίφθηκε) κατά την παραμονή της στη Κυπριακή Δημοκρατία, γεννηθέντες στις 29/09/22 και 27/01/24 αντίστοιχα. Ως προς την πατρική της οικογένεια, ανέφερε ότι ο πατέρας της βρίσκεται στη Kinshasa, η μητέρα της στην Angola και η αδερφή της στη Γαλλία. Αναφορικά με το μορφωτικό της επίπεδο, ισχυρίστηκε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και είναι κάτοχος από το 2013 διπλώματος στο τομέα της βιοχημείας, ενώ ως ανέφερε, στη χώρα της εργαζόταν σε υπεραγορά (ερυθρά 80-74 ΔΦ).
Αναφορικά με τους λόγους που την οδήγησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας του παιδιού της, ο Άντονι δεν αποδέχθηκε την εγκυμοσύνη της, την πίεζε να προχωρήσει σε άμβλωση και την απειλούσε συνεχώς. Ανέφερε ότι υπέστη σωματική βία λόγω της άρνησής της να διακόψει την εγκυμοσύνη και βρισκόμενη σε κατάσταση έντονης ψυχολογικής πίεσης, χρηματοδότησε το ταξίδι της προς την Κύπρο (με χρήματα του φίλου της/ προς τερματισμό της εγκυμοσύνης της). Περιέγραψε ότι ο Άντονι, ήταν ο γιος των εργοδοτών της μητέρας της, η οποία εργαζόταν στο σπίτι τους ως οικιακή βοηθός και ότι κάποιες φορές την συνόδευε για να την βοηθά στις εργασίες της. Εκεί, γνώρισε τον Άντονι με τον οποίο ξεκίνησαν μυστική ερωτική σχέση το 2015. Ο Άντονι δεν επιθυμούσε να πληροφορηθούν οι γονείς του τη μεταξύ τους σχέση και ανέφερε ότι το 2019 η επικοινωνία τους περιορίστηκε. Το 2020 τον ενημέρωσε για την εγκυμοσύνη της και αυτός αρνήθηκε να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια επισκέφθηκε δύο φορές την οικία της οικογένειάς του, όπου ο πατέρας του της ζήτησε να προχωρήσει σε άμβλωση, την απομάκρυνε από την οικία και την προειδοποίησε να μην επιστρέψει. Κατά τη δεύτερη επίσκεψη, την απείλησε ότι, εάν δεν διέκοπτε την εγκυμοσύνη, η ίδια και το αγέννητο παιδί της θα κινδύνευαν να σκοτωθούν από τους άνδρες ασφαλείας του. Κληθείσα να αναφέρει λεπτομέρειες σχετικά με την αναφορά της ότι υπέστη σωματική βία από το σύντροφό της, ανέφερε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις που δεν επιθυμούσε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του, την κτυπούσε και την εξανάγκαζε με τη βία. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι, όταν ενημέρωσε τον Άντονι για την εγκυμοσύνη της, εκείνος διέκοψε κάθε επικοινωνία και της ξεκαθάρισε ότι δεν επιθυμούσε να αποκτήσει παιδί μαζί της. Στη συνέχεια απευθύνθηκε στον πατέρα του ζητώντας στήριξη, όμως εκείνος την αντέδρασε, επικαλούμενος την κοινωνική τους διαφορά, και της ζήτησε να προχωρήσει σε άμβλωση. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, ένιωσε απογοήτευση και μόνη καθώς η μητέρα της δε βρισκόταν στη χώρα. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι όταν βρισκόταν ήδη στο τέταρτο με πέμπτο της εγκυμοσύνης της, ο Άντονι τη πίεζε να προχωρήσει σε άμβλωση∙ για το σκοπό αυτό της παρείχε επίσης χρήματα, τα οποία όμως η Αιτήτρια εν τέλει χρησιμοποίησε για να χρηματοδοτήσει την αναχώρησή της από τη χώρα. Όπως ακόμα ανέφερε, από φίλο της ο οποίος βρισκόταν στη Κυπριακή Δημοκρατία, η Αιτήτρια πληροφορήθηκε λεπτομέρειες, ότι δηλαδή θα μπορούσε να λάβει προστασία και στήριξη για την ίδια και το παιδί της∙ έτσι αποφάσισε να αναχωρήσει από τη χώρα της. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, από τη στιγμή που εγκατέλειψε τη χώρα της, δεν είχε καμία επικοινωνία με τον Άντονι ή τον πατέρα του. Ερωτηθείσα αν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα αναφορικά με τις απειλές που δεχόταν από τον Άντονι, πρόβαλε ότι εκείνος την προειδοποίησε ότι σε περίπτωση που υπέβαλλε παράπονο στις αρχές, δεν θα την πίστευαν καθώς ο πατέρας του ήταν πρόσωπο με επιρροή και ότι ως εκ τούτου το παράπονό της δε θα λαμβάνετο σοβαρά υπόψη και γι’ αυτό το λόγο αποφάσισε να μην υποβάλει καταγγελία. Ακολούθως κλήθηκε να εξηγήσει πως κατάφερε να ταξιδέψει ενώ ήταν ήδη οχτώ μηνών έγκυος και ανέφερε ότι κατά τη διαδικασία αναχώρησής της από το αεροδρόμιο αποκρύφθηκε η εγκυμοσύνη της, ώστε να μπορέσει να ταξιδέψει χωρίς προβλήματα. Επεξηγώντας περαιτέρω τους ισχυρισμούς της, ανέφερε ότι, προκειμένου να εξασφαλίσει τη βοήθεια υπαλλήλου του αεροδρομίου, της προσέφερε χρηματικό ποσό, το οποίο εκείνη αποδέχθηκε. Στη συνέχεια, η υπάλληλος τη συνόδευσε μέχρι την επιβίβασή της στο αεροσκάφος, διευκολύνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την αναχώρησή της. Ερωτηθείσα για το τι πιστεύει ότι θα συμβεί στα ανήλικα τέκνα της σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα της, ανέφερε ότι η προσαρμογή στη κοινωνία της χώρας της θα είναι δύσκολη και επίσης ότι τα παιδιά της δε θα λάβουν επαρκή εκπαίδευση καθότι η κατάσταση στη χώρα δεν είναι ευνοϊκή για αυτά, με δεδομένο τη καλύτερη διαβίωση τους στη Κυπριακή Δημοκρατία. Αποκρινόμενη σε σχετική ερώτηση, η Αιτήτρια ανέφερε ότι δε θα μπορούσε να συνεχίσει τη ζωή της σε κάποια άλλη περιοχή της χώρας της. Τέλος, η Αιτήτρια κλήθηκε να εξηγήσει τη διαφοροποίηση των ισχυρισμών της κατά τα διάφορα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, ήτοι ότι κατά τη καταγραφή της αίτησής της για άσυλο ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της γιατί υπήρξε θύμα βιασμού. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της ο θείος της τη κακοποίησε σεξουαλικά, όταν βρισκόταν στην κοινότητα Lemba. Ο λόγος σύμφωνα με την Αιτήτρια που δεν ανέφερε εξαρχής ήταν γιατί θεωρούσε πως η αφήγηση των γεγονότων θα γινόταν σταδιακά. Κληθείσα να εξηγήσει για το περιστατικό βιασμού, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο θείος της ήταν αλκοολικός και ένα βράδυ που επέστρεψε στο σπίτι μεθυσμένος, της επιτέθηκε και παρά την άρνηση της Αιτήτριας και παρά το ότι ήταν έγκυος την κακοποίησε σεξουαλικά (ερυθρά 74-64 ΔΦ).
Από τις απαντήσεις της Αιτήτριας έγιναν αποδεκτά το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και ο τόπος συνήθους διαμονής της (ερυθρά 156-154 ΔΦ), ωστόσο απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί απειλών και επίθεση εναντίον της από τον σύντροφό της και τον πατέρα του λόγω της εγκυμοσύνης της. Ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της δεν ήταν επαρκώς αξιόπιστες, καθώς παρουσίαζαν αντιφάσεις, ασυνέπειες, έλλειψη ευλογοφάνειας και ανεπαρκείς πληροφορίες ως προς ουσιώδεις πτυχές του αιτήματός της. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τον πατέρα του παιδιού της, παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε πως διατηρούσε σχέση μαζί του από το 2015. Ειδικότερα, περιορίστηκε να αναφέρει ότι ήταν φοιτητής στην Κίνα και ότι τον γνώρισε όταν επισκέφθηκε τους γονείς του, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να παραθέσει βασικά προσωπικά στοιχεία, ηλικία, σπουδές, εξωτερικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία του χαρακτήρα του, ή πληροφορίες για την οικογένειά του, γεγονός που εύλογα αναμενόταν να γνωρίζει. Ούτε ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες για τη σχέση της με το σύντροφό της, παρά μόνο ανέφερε ότι η σχέση τους ήταν κρυφή και ότι η επικοινωνία τους μειώθηκε από το 2019, χωρίς να αναφερθεί σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες για το τρόπο και τα μέρη των συναντήσεων τους, αναφερόμενη με γενικότητα σε μπαρ, εστιατόρια και ξενοδοχεία. Κρίθηκε ακόμα ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τη συμπεριφορά του συντρόφου της, Άντονι. Ερωτηθείσα, σχετικά, ανέφερε ότι η συμπεριφορά του ήταν «παράξενη», καθώς εναλλασσόταν μεταξύ στιγμών στοργής και απουσίας συναισθηματικής επαφής, ενώ σε περιπτώσεις κακής διάθεσης προέβαινε σε σωματική βία εναντίον της. Δήλωσε επίσης ότι η ίδια ένιωθε σύγχυση ως προς τη σχέση τους και δεν μπορούσε να την κατανοήσει πλήρως. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να δώσει περαιτέρω συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τις μεταβολές στη συμπεριφορά του, τον χρόνο έναρξης αυτών, ούτε να περιγράψει συγκεκριμένα περιστατικά στοργής ή βίας και τις συνέπειές τους. Ως προς τον ισχυρισμό ότι ο πατέρας του συντρόφου της τον οποίο η Αιτήτρια χαρακτήρισε πολιτικό πρόσωπο της χώρας κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέσει να παράσχει επαρκείς πληροφορίες, επικαλούμενη ότι τον είδε ελάχιστες φορές, όπως επίσης δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί σε λεπτομέρειες για τη θέση του στη πολιτική, παρά το γεγονός ότι επικαλέστηκε μακροχρόνια σχέση που διατηρούσε με το γιο του (από το 2015) και προηγούμενη επαγγελματική σχέση της μητέρας της με την οικία τους. Επιπρόσθετα, κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας διέπονται από έλλειψη συνοχής και συνέπειας, καθώς η χρονική αλληλουχία των περιστατικών βίας που, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη από τον σύντροφό της δεν προκύπτει με σαφήνεια από τις δηλώσεις της, καθότι σε μια περίπτωση ανέφερε ότι η βία ξεκίνησε το 2020 ενώ σε άλλη περίπτωση ανέφερε ότι η βία ξεκίνησε κατά την εγκυμοσύνη της. Επίσης, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες για τα απειλητικά τηλεφωνήματα που λάμβανε, καθώς η απάντησή της δεν ήταν συναφής με την ερώτηση που της τέθηκε. Αντί συγκεκριμένων στοιχείων για τις απειλές, αναφέρθηκε γενικά στη σχέση της με τον σύντροφό της και σε προσωπικά συναισθήματα και αμφιβολίες ως προς αυτήν, χωρίς να είναι σε θέση να εισφέρει λεπτομέρειες για το περιεχόμενο, τη συχνότητα ή το πρόσωπο που προέβαινε στις απειλές. Περαιτέρω, ασυνέπειες και αντιφάσεις εντοπίστηκαν μεταξύ των δηλώσεων της Αιτήτριας κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας ασύλου καθότι, ενώ στην αίτησή της είχε ανέφερε ότι ο λόγος που αναχώρησε από τη χώρα της ήταν η σεξουαλική της κακοποίηση από το θείο της, κληθείσα να εξηγήσει υπέπεσε σε αντίφαση καθώς ανέφερε ότι διέμενε στη περιοχή Lemba μαζί με τον θείο της, χωρίς σαφή συνοχή με προηγούμενη δήλωσή της ότι δε γνώριζε συγγενικά της πρόσωπα. Επιπλέον, κληθείσα να εξηγήσει το λόγο που κατά τη καταγραφή της αίτησής της δεν αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς που ανέφερε κατά τη προσωπική της συνέντευξη, οι εξηγήσεις της για τις παραλείψεις ουσιωδών στοιχείων κατά την αρχική της αίτηση κρίθηκαν μη επαρκείς, καθώς η ΑΙτήτρια επικαλέστηκε πίεση και ελλιπή καθοδήγηση κατά τη συμπλήρωση της αίτησης, χωρίς όμως να αιτιολογείται ικανοποιητικά η απουσία αναφοράς σε βασικά στοιχεία του αιτήματός της (ερυθρά 154-141 ΔΦ).
Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από την Αιτήτρια (Βλέπε Nicolaou v. Minister of Interior a.ο. (1974) 3 C.L.R. 189, Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14/03/13 και Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α., Α.Ε. Αρ. 153/2009, ημερ.14/01/14). Σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου της, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων μόνο διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία επί αυτού του σημείου του αιτήματός της, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[1], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Στο αφήγημα της Αιτήτριας προκύπτουν δηλώσεις από τις οποίες έλειπαν βιωματικά στοιχεία, συνοχή και λεπτομέρεια που να τεκμηρίωναν προσωπική εμπλοκή και δίωξη. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια. (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000)), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν ικανή να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις[2] αλλά ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Οι δε μεταβαλλόμενες αιτιάσεις της για τους λόγους που την οδήγησαν να εγκαταλείψει την χώρα της δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες για την αυθεντικότητα του περιεχομένου του αιτήματος ασύλου της. Δεν έπεισε για το υπαρκτό οιασδήποτε μορφής δίωξης (Άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025,(Ν.6(Ι)/2000) αλλά ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Ως προς το εάν η περίπτωση των Αιτητών εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια η Αιτήτρια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (ερυθρά 143-142 ΔΦ) επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ανευρέθηκε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Κινσάσα, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ[3], ενώ από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project) προκύπτει ότι τα περιστατικά ασφαλείας που αφορούν συνολικά την Κινσάσα παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με βία κατά αμάχων[4], έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[5]. Σημειώνεται, ότι ο λειτουργός κατά την εκτίμηση επιστροφής της Αιτήτριας και των ανήλικων τέκνων της, Αιτητών 1, 2 και 3 αποφάσισε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής τους θα αντιμετωπίσουν δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης – αξιολογώντας πλήρως τις συνθήκες βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων (ήτοι ασφάλεια, ευημερία, πρόσβαση εκπαίδευσης, σύστημα υγείας, ανάπτυξη, απόκτηση ιθαγένειας, οικονομική διαβίωση). Ειδικότερα, αναφορικά με το βέλτιστο συμφέρον των ανήλικων τέκνων της Αιτήτριας, ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση των παραγόντων της ασφάλειας, της ευημερίας και της ανάπτυξής τους, σύμφωνα με το Άρθρο 9ΚΕ(3)(β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Ως προς την ασφάλεια, διαπιστώθηκε ότι στην πόλη Kinshasa δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης σύρραξης ή γενικευμένης βίας και ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί πως η Αιτήτρια και τα τέκνα της θα αντιμετώπιζαν κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή. Ως προς την ευημερία των παιδιών, ο λειτουργός έλαβε υπόψη διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, σύμφωνα με τις οποίες, παρά τις προκλήσεις που εξακολουθούν να υφίστανται, λειτουργούν δομές εκπαίδευσης και υγειονομικής περίθαλψης στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, συμπεριλαμβανομένης της πόλης Kinshasa, παρέχοντας πρόσβαση σε βασικές εκπαιδευτικές και ιατρικές υπηρεσίες. Ως προς την ανάπτυξη των παιδιών Αιτητών 1, 2 και 3, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια διαθέτει στενό οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, συμπεριλαμβανομένου του πατέρα της. Ακόμα επισημάνθηκε ότι ο σύντροφος της Αιτήτριας, πατέρας των Αιτητών 2 και 3, απορριφθείς αιτητής ασύλου, με τον οποίο είναι ζευγάρι και την στηρίζει. Περαιτέρω, λήφθηκε υπόψη ότι η Αιτήτρια είναι ενήλικη, δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, διαθέτει ικανοποιητική εκπαίδευση και, ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει εργασία και να υποστηρίξει οικονομικά τα τέκνα της, Αιτητές 1, 2 και 3. Υπό το φως των ανωτέρω, ο λειτουργός κατέληξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, διασφαλίζεται το βέλτιστο συμφέρον των ανήλικων τέκνων (ερυθρά 168-161 ΔΦ).
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων των Αιτητών, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να τους αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09.
[2] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123
[3]WarWatch, Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/?tab=tab-1 , UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un_documents_type/security-council-resolutions/?ctype=Democratic%20Republic%20of%20the%20Congo&cbtype=democratic-republic-of-the-congo ,
[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 26/06/26) στην περιφέρεια Kinshasa της Λ.Δ.Κ. (τόπος διαμονής της Αιτήτριας, σημειώθηκαν συνολικά 60 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατ' αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 48 ανθρώπινες απώλειες. Σημειώνεται ακόμη ότι ο πληθυσμός της περιoχης της Kinshasa ανέρχεται στα 14,565,700 εκατομμύρια κατοίκους
[5] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο