F.Z.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 1900/2025, 27/7/2026
print
Τίτλος:
F.Z.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 1900/2025, 27/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                 Υποθ. Αρ.: 1900/2025

27 Ιουλίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

F.Z.K. εκ Σιέρρα Λεόνε και τώρα στη Λάρνακα

Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Νίκος Α. Λοΐζου & Χρίστος Γ. Χριστούδιας, Δικηγόροι για την Αιτήτρια

Νικόλας Νικολάου, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση

Η Αιτήτρια είναι παρούσα. (Παρoύσα η διερμηνέας κα Ζωή Αγαπίου  για πιστή μετάφραση από τα ελληνικά στα αγγλικά  και αντίστροφα)

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της κοινοποιήθηκε την 30/05/2025 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά της για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Δημοκρατίας της Σιέρα Λεόνε και στις 21/03/2022 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ερ. 5-3 του Δ.Φ.).

Στις 26/06/2024, 05/07/2024, 11/07/2024, και 12/07/2024 η Αιτήτρια κλήθηκε τηλεφωνικώς ώστε να παρευρεθεί σε διευθετημένη συνέντευξη, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός της. Στις 18/07/2024 κλήθηκε με επιστολή ώστε να παρευρεθεί σε διευθετημένη συνέντευξη, ωστόσο και πάλι δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός της. Παρά τις προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας και την αποσταλείσα επιστολή, δεν ήταν εφικτή η πραγματοποίηση συνέντευξής της προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία. Ως εκ τούτου, στις 06/08/2024, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου της Αιτήτριας και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής της, θεωρώντας ότι η Αιτήτρια έχει υπαναχωρήσει σιωπηρά ή έχει αποσύρει την αίτησή της, την οποία ο Προϊστάμενος ενέκρινε, κρίνοντας ότι η επιστροφή της Αιτήτριας στη Δημοκρατία της Σιέρα Λεόνε είναι δυνατή (ερ. 46-43 του Δ.Φ.).

Στις 25/09/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία στάλθηκε ταχυδρομικώς στην Αιτήτρια (ερ. 47 του Δ.Φ.).  

Στις 13/01/2025 η Αιτήτρια συμπλήρωσε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου της στην Υπηρεσία Ασύλου, το οποίο εφαρμόστηκε αυτόματα (ερ. 56-55 του Δ.Φ.).

Στις 08/02/2025 και 27/05/2025 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις της Αιτήτριας στην Υπηρεσία Ασύλου (ερ. 67-57 και ερ. 75-69 του Δ.Φ.). Στη συνέχεια και δη στις 30/05/2025, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας (ερ. 142-120 του Δ.Φ.).

Στις 30/05/2025 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας (ερ. 143 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, στις 25/06/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια, ενώ το περιεχόμενο της απόφασης και της αιτιολόγησης τής επεξηγήθηκε σε γλώσσα που κατανοεί. (ερ. 144 του Δ.Φ.).

Στη συνέχεια, στις 25/07/2025, η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, κατατέθηκε πιστοποιητικό γέννησης του τέκνου της Αιτήτριας, θηλυκού γένους, το οποίο γεννήθηκε στην Κύπρο στις 25/11/2025 (τεκμήριο 2). Επί του πιστοποιητικού γεννήσεως, δεν αναγράφεται η εθνικότητα ή τόπος καταγωγής του τέκνου.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η Αιτήτρια, δια του συνηγόρου της, προβάλλει πλείονες λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται δια της Γραπτής Αγόρευσης.

Ειδικότερα, δια της γραπτής αγόρευσης, πέραν από τους λόγους που αναφέρονται στην αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την απόφαση, τους οποίους οι συνήγοροι της Αιτήτριας απέσυραν κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, προβάλλεται ότι για την προσβαλλόμενη απόφαση απουσιάζει πρακτικό απόφασης του προϊσταμένου το οποίο να περιστοιχίζεται από τους λόγους απόρριψης της αίτησης κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, αναφέρουν ότι η επίδικη απόφαση πάσχει ως προς τη μέθοδο της έρευνας σχετικά με την αίτηση και ότι η μετάφραση της συνέντευξης της Αιτήτριας είναι πλημμελής καθότι λήφθηκε χωρίς να ερωτηθεί η Αιτήτρια αν κατανοεί την αγγλική γλώσσα σε ικανοποιητικό βαθμό. Συμπερασματικά, για όλους τους ανωτέρω λόγους, οι συνήγοροι της Αιτήτριας εισηγούνται την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.

Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά την Ένστασή τους υπεραμύνονται της ορθότητας και της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει ληφθεί σύμφωνα με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων, των Κανονισμών και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, μετά από επαρκή και/ή δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας των Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη.

Ακολούθως, στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ' ων η αίτηση επαναλαμβάνουν την θέση που ανέφεραν κατά την Ένστασή τους περί ορθότητας και νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης και αντικρούουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι οι λόγοι ακυρώσεως δεν εγείρονται σύμφωνα με το άρθρο 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 και πως οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που προωθούνται στη γραπτή της αγόρευση είναι εσφαλμένοι, ανεδαφικοί και ανυπόστατοι. Περαιτέρω, προβάλλουν πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να τεκμηριώσει βάσιμο λόγο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό το άρθρο 19 του Νόμου. Προς υποστήριξη της θέσης τους οι Καθ' ων η Αίτηση παραθέτουν επιχειρηματολογία που άπτεται της νομιμότητας και της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, απαντώντας και στους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται από την πλευρά της αιτήτριας. Όσον αφορά το επίδικο πλαίσιο γεγονότων, ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση παραπέμπει στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση και τα επισυνημμένα σε αυτήν Παραρτήματα, καθώς επίσης και στα όσα περιέχονται στο σχετικό διοικητικό φάκελο. 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση.  Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.  

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημεχίων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η  απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4

Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Ο συνήγορος της Αιτήτριας γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή της και επικαλείται παραβιάσεις του  περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ωστόσο η συνήγορος απέσυρε όλους του νομικούς ισχυρισμού πλην τον ισχυρισμό περί ελλιπούς δέουσας έρευνας.

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και  αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής η δέουσα έρευνα  κρίνω ότι είναι γενικός και αόριστος και δεν γίνεται οποιοδήποτε υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τον Αιτητή.

Όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί  η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διενέργεια της έρευνας, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.

Καταρχάς το παρόν Δικαστήριο και σε σχέση με τα πιο πάνω θα εξετάσει την παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τα δεδομένα που έχει ενώπιον του κατά το κρίσιμο χρόνο που θα εκδώσει την απόφαση του.

Όσο αφορά τα επί της ουσίας ζητήματα που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει και ειδικότερα αναφορικά με την έρευνα  αυτή είναι  επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97A.Ε.2371, Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσο το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εν λόγω αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου 2010).

Περαιτέρω, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. THE REPUBLIC OF CYPRUS (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας   που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γιαλλουρίδη κ.α., Αναθεωρητικές Εφέσεις 868 και 869, ημερομηνίας 13.12.90).».

Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους. Ειδικότερα, στην αρχή της συνέντευξης της, η Αιτήτρια, αφού ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά της επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε καλή κατάσταση και ότι μπορεί να απαντήσει, ως επίσης ότι δεν έχει οποιεσδήποτε απορίες σχετικά με τη διαδικασία. Επιβεβαίωσε επίσης ότι δεν έχει έγγραφα να υποβάλει και όσα αναγράφονται στην αίτηση της είναι αληθή.

Όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία τα οποία εμπεριέχονται στον διοικητικό φάκελο, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε ενδελεχή εξέταση του αιτήματος της Αιτήτριας για παροχή διεθνούς προστασίας, καθώς και όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, ενώ εξάντλησε κατά τη συνέντευξη με την Αιτήτρια όλες τις πτυχές των ισχυρισμών της και εν τέλει εκεί όπου θεώρησε σκόπιμο προέβη σε περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων μέσω  έρευνας  σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων η Αιτήτρια δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά την υποβολή του αιτήματός της για διεθνή προστασία στις 21/03/2022, η Αιτήτρια κατέγραψε, αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, πως είναι υπήκοος της Δημοκρατίας της Σιέρα Λεόνε, γεννηθείσα στην περιοχή Makeni, άγαμη, με μητρική της γλώσσα τα Tmna (σ.σ. στην αίτηση η γλώσσα καταγράφεται ως «Tmna», πιθανώς να αναφέρεται στη γλώσσα Temne, η οποία εντοπίζεται σε πηγές πληροφόρησης ως μία από τις κύριες γλώσσες εντός της χώρας), ενώ σημείωσε ότι ομιλεί και τα αγγλικά. Αναχώρησε από την χώρα καταγωγής της την 09/02/2022 και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία την 23/02/2022, δια μέσου Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από την κυπριακή κυβέρνηση περιοχών, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της (ερυθρά 5-3 του Δ.Φ.).

Όσον αφορά στους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή, η Αιτήτρια κατέγραψε ότι μεγάλωσε με τη μητριά της, η οποία άρχισε να την διώκει λόγω περιουσιακών διαφορών. Δήλωσε ότι η μητριά της ανήκει σε μία μυστική αίρεση και ότι ο πατέρας της δεν μπορεί να πει κάτι λόγω αυτής της αίρεσης. Δήλωσε ότι φοβάται ότι θα την σκοτώσουν στη χώρα της (ερ. 3 του Δ.Φ.).

Στις 23/02/2022, ενόσω η Αιτήτρια βρισκόταν ακόμα στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής (ΚεΠΥ) «Πουρνάρα», διενεργήθηκε μέσω συνέντευξης αξιολόγηση των ειδικών αναγκών και της ευαλωτότητας της από αρμόδιο λειτουργό (ερ. 28-12 του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία και στοιχεία που αφορούν την αίτησή της, κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας από τον αρμόδιο λειτουργό, η αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος της Σιέρα Λεόνε και δήλωσε επιπλέον ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Τέμνε.

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, ανέφερε ότι η μητέρα της απεβίωσε και την άφησε με τη μητριά της και ο πατέρας της, ο οποίος ήταν σε προχωρημένη ηλικία, είπε ότι, όταν πεθάνει, η ίδια θα πρέπει να λάβει την περιουσία του στο όνομά της, καθώς είναι μοναχοπαίδι. Η μητριά της δεν το δέχτηκε και την απείλησε ότι θα την σκοτώσει με τα ίδια της τα χέρια ή θα την δηλητηριάσει. Έκτοτε, η Αιτήτρια φοβόταν να τρώει στο σπίτι της και πήγε να ζήσει μαζί με το θείο της και τη σύζυγό του. Έμεινε μαζί τους για ένα χρόνο, κατά τον οποίο την κτυπούσαν συνεχώς, δεν πήγαινε σχολείο και πουλούσε νερό, ενώ δεν της προσέφεραν φαγητό, λέγοντάς της ότι ο πατέρας της έχει χρήματα, και την ανάγκαζαν να δουλεύει (ερ. 26 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, έφυγε από το σπίτι τους και πήγε να μείνει με μία φίλη της, η οποία την βοηθούσε με τη σίτισή της. Η φίλη της Αιτήτριας ήταν ιερόδουλη και η μετά από ένα μήνα της είπε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να την φροντίζει, ως εκ τούτου η Αιτήτρια άρχισε να εκπορνεύεται και η ίδια, λόγω του ότι δεν είχε βοήθεια από κανένα. Αφού έμεινε σε αυτή της τη φίλη για δύο μήνες, αποφάσισε να βρει δικό της δωμάτιο. Ακολούθως, γνώρισε ένα αγόρι σε ένα νυχτερινό κέντρο, ο οποίος την παρότρυνε να σταματήσει να εκπορνεύεται και ο πατέρας του οποίου τη βοήθησε να τελειώσει το σχολείο, ενώ έμεινε στο σπίτι μαζί τους για περίπου δύο χρόνια. Αυτό το αγόρι την έπαιρνε μαζί του σε μία εκκλησία, της οποίας ο πάστορας την βοήθησε να φύγει από τη χώρα καταγωγής της. Αυτός ο πάστορας οργάνωσε το ταξίδι της, πληρώνοντας τα σχετικά έξοδα και της ζήτησε, αν ποτέ μπορεί, να τον βοηθήσει πίσω (ερ. 25 του Δ.Φ.).

Όταν έφτασε στην Κύπρο, στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, η Αιτήτρια έμεινε σε ένα σπίτι μαζί με άλλες γυναίκες και άρχισε ξανά να εκπορνεύεται για δικό της λογαριασμό, για βιοποριστικούς σκοπούς. Δήλωσε ότι κάποιες φορές αντιμετώπιζε προβλήματα με τους άνδρες/πελάτες, οι οποίοι μπορεί να μην την πλήρωναν ή να την κτυπούσαν (ερ. 25 του Δ.Φ.). Όταν μία από τις γυναίκες που έμεναν στο σπίτι ετοιμαζόταν για να περάσει στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, η Αιτήτρια αποφάσισε να φύγει μαζί της και, με τη βοήθεια ενός άντρα, τον οποίο πλήρωσαν το ποσό των 300 ευρώ εκάστη, πέρασε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και κατέφυγε στο κέντρο υποδοχής (ερ. 24 του Δ.Φ.).

Ερωτηθείς για το αν διατηρεί επικοινωνία με τον οποιονδήποτε στη Σιέρα Λεόνε, δήλωσε ότι είναι σε καθημερινή επικοινωνία με τον πάστορα. Αναφορικά με τον πατέρα της, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν είναι ακόμα ζωντανός (ερ. 24 του Δ.Φ.).

Ο λειτουργός που διεξήγε τη συνέντευξη ευαλωτότητας σημείωσε επιπλέον εντός του σχετικού εντύπου ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να συγκεκριμενοποιήσει το ακριβές χρονικό πλαίσιο των γεγονότων που έλαβαν χώρα στη Σιέρα Λεόνε, ωστόσο ότι συνέβησαν ενόσω ήταν ακόμη έφηβη. Επιπρόσθετα, σημείωσε ότι η Αιτήτρια υπέστη Ακρωτηριασμό Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ) όταν ήταν σε νεαρή ηλικία, μετά από την απώλεια της μητέρας της, και ότι η μητριά της την πήρε στην τελετή και περιέγραψε ότι υπήρχε τραγούδι, χορός και ειδικά εδέσματα, ότι τη νάρκωσαν και κοιμήθηκε κατά τη διαδικασία και ότι δεν θυμάται πολλά από όσα συνέβησαν (ερ. 22 του Δ.Φ.).

Ο λειτουργός σημείωσε περί της αξιολόγησης της συναισθηματικής κατάστασης και συμπεριφοράς της Αιτήτριας ότι η τελευταία απάντησε όλες τις ερωτήσεις και επέδειξε συνεργασία κατά τη συνέντευξη, ενώ σημειώθηκε ότι οι ανοσολογικές εξετάσεις της Αιτήτριας ήταν θετικές για τον ιό της Ηπατίτιδας, χωρίς να εξειδικεύεται ο τύπος της ασθένειας. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι η Αιτήτρια ανέφερε δυσκολίες κατά την παραμονή της στο κέντρο υποδοχής σχετικά με τα άτομα με τα οποία συγκατοικούσε και άντρες οι οποίοι τις επισκέπτονταν (ερ. 19 του Δ.Φ.).

Ο λειτουργός σημείωσε επί του σχετικού εντύπου ότι εντοπίστηκαν ειδικές ανάγκες σχετικά με τις εμπειρίες βίας, εκμετάλλευσης και κακοποίησης που είχε η Αιτήτρια, με το γεγονός ότι είναι θύμα ΑΓΓΟ και θύμα ενδοοικογενειακής βίας (ερ. 23 του Δ.Φ.). Στη γενική αξιολόγηση του ρίσκου για την Αιτήτρια σημειώθηκε ότι το επίπεδο ρίσκου είναι υψηλό και ότι απαιτεί άμεση παρέμβαση και παρακολούθηση εντός ολίγων ημερών (ερ. 28 του Δ.Φ.).

Ως προς τις ειδικές ανάγκες υποδοχής της Αιτήτριας, ο λειτουργός υπέδειξε ότι χρειαζόταν να γίνει επιπρόσθετη αξιολόγηση αναγκών από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και ότι χρειαζόταν υποστήριξη όσον αφορά την εξεύρεση στέγης (ερ. 14 του Δ.Φ.), ενώ σημείωσε ότι η Αιτήτρια είναι πρόσωπο με σοβαρές ή/και μεταδοτικές ασθένειες και άτομο που πιθανόν να έχει βιώσει έμφυλη βία ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, φυσικής ή σεξουαλικής βίας (ερ. 15 του Δ.Φ.), ότι είναι άτομο με ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες και χρήση υποστήριξης και κατάλληλης παρακολούθησης της κατάστασής της (ερ. 13 του Δ.Φ.).

Σημειώνεται σχετικά ότι εντός του Δ.Φ. εντοπίζεται έγγραφο ιατρικών αποτελεσμάτων από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στο οποίο αναγράφεται ότι η Αιτήτρια είναι θετική σε αντίγονο Ηπατίτιδας Β’ (ερ. 2-1 του Δ.Φ.).

Κατά την πρώτη συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε την 08/02/2025 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια δήλωσε ως προς την υγεία της ότι έχει διαγνωσθεί με Ηπατίτιδα Β’, ότι κατά το χρόνο της συνέντευξης δεν ακολουθούσε κάποια φαρμακευτική αγωγή, αλλά ότι πήγαινε στο νοσοκομείο για ελέγχους (ερ. 65 του Δ.Φ). Όσον αφορά τον τόπο συνήθους διαμονής της, δήλωσε ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πόλη Makeni και ότι δεν έζησε κάπου αλλού στη Σιέρα Λεόνε (ερ. 62 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια απάντησε ότι αποφοίτησε από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2019 και ότι ομιλεί αγγλικά, ενώ η μητρική της γλώσσα είναι τα Krio (ερ. 65 του Δ.Φ.). Σε ερωτήσεις αναφορικά με το επαγγελματικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι δεν δούλευε στη Σιέρα Λεόνε (ερ. 63 του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι πριν το θάνατό του, ο πατέρας της την στήριζε οικονομικά, ενώ δήλωσε ότι επιπλέον την υποστήριξε ένας πάστορας, αλλά επίσης ότι το 2020 και για ένα χρόνο δούλευε ως ιερόδουλη (ερ. 62 6χ-7χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι ενημερώθηκε ότι ο πάστορας αυτός, ο οποίος την στήριξε, απεβίωσε ενόσω η Αιτήτρια βρισκόταν στην Κύπρο (ερ. 61 του Δ.Φ.).

Όσον αφορά στην οικογένειά της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι η μόνη κόρη των γονέων της, ότι η μητέρα της απεβίωσε το 2006 και ο πατέρας της στις 08/02/2019 λόγω ασθενείας (ερ. 65 4χ του Δ.Φ.). Προέβαλε ότι, μετά το θάνατο της μητέρας της, ζούσε με τον πατέρα της και την μητριά της στην πόλη Makeni, όπου εργαζόταν ο πατέρας της. Δήλωσε επιπρόσθετα ότι έχει θείους από την πλευρά των γονέων της, ωστόσο αυτοί ζουν στο χωριό και δεν έχει καμία σχέση μαζί τους (ερ. 64 3χ – 8χ του Δ.Φ.). Ακολούθως, δήλωσε ότι ενημερώθηκε από μία φίλη της ότι η μητριά της απεβίωσε από ασθένεια το 2024 (ερ. 63 3χ του Δ.Φ.). Όσον αφορά το πατρικό της σπίτι, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποια είναι η κατάστασή του σήμερα και αν ζει κάποιος εκεί, ότι η μητριά της είχε μετακομίσει στο χωριό της, και ότι δεν έχει κάποιον να στείλει για να εξακριβώσει την κατάσταση του σπιτιού (ερ. 61 του Δ.Φ.).

Ερωτηθείς αν ανήκει σε κάποιο πολιτικό, θρησκευτικό ή στρατιωτικό οργανισμό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι το 2019 έγινε μέλος της κοινότητας Bondo για ένα μήνα, κατά τον οποίο υπέστη ακρωτηριασμό των γεννητικών της οργάνων, ότι η μητριά της αποφάσισε για τη συμμετοχή της, ότι της είπαν ότι όλες πρέπει να το υποστούν προκειμένου να εισαχθούν στην κοινωνία και ότι, αφού ανάρρωσε, έφυγε από εκεί (ερ. 63 του Δ.Φ.). Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού, δήλωσε ότι υπέστη ΑΓΓΟ στην ηλικία των 18 χρονών (ερ. 48 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με το ταξίδι της από τη χώρα καταγωγής της μέχρι τη Δημοκρατία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ταξίδεψε μέσω Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών, όπου παρέμεινε και εργαζόταν ως ιερόδουλη (ερ. 60 του Δ.Φ.).

Σε σχέση με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, προέβαλε ότι ήθελε να είναι ασφαλής και να έχει καλύτερη ποιότητα ζωής (ερ. 60 6χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι στη Σιέρα Λεόνε δεν έχει που να μείνει και ότι η μητριά της πούλησε την περιουσία της, ενώ δήλωσε ότι δεν έχει συγγενείς στη χώρα της με τους οποίους θα μπορούσε να μείνει (ερ. 59 του Δ.Φ.).

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού αφορούσες δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας σχετικά με τους θείους με τους οποίους δήλωσε κατά την εν λόγω συνέντευξη ότι έμενε, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο θείος της ήταν ο πάστορας και ότι έζησε μαζί τους μερικούς μήνες, αλλά αυτοί δεν της συμπεριφέρονταν καλά (ερ. 58 του Δ.Φ.).

Στις 27/05/2025 διενεργήθηκε 2η συνέντευξη στην Αιτήτρια από τον ίδιο λειτουργό. Σε ερωτήσεις του λειτουργού αναφορικά με τον τόπο διαμονής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι το 2018 μετακόμισε από το σπίτι όπου έμενε με τον πατέρα και τη μητριά της σε ένα άλλο σπίτι με μία φίλη της, όπου έμεινε για περίοδο έξι με εφτά μήνες, και ακολούθως πήγε στο σπίτι του πάστορα όπου έμεινε για περίπου δύο χρόνια (ερ. 74 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς πώς ήταν η σχέση της με τον πατέρα της και τη μητριά της ενόσω έμενε μαζί τους, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πατέρας της την φρόντιζε, ωστόσο, μετά το θάνατό του, το 2014, η μητριά της άρχισε να την κακομεταχειρίζεται (ερ. 74-73 του Δ.Φ.). Όσον αφορά στους λόγους για τους οποίους η μητριά της άρχισε να την κακομεταχειρίζεται, προέβαλε ότι ήταν λόγω του ότι ο πατέρας της άφησε περιουσία και επιχειρήσεις (ερ. 73 του Δ.Φ.). Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι, μετά το θάνατο του πατέρα της, έμεινε στο σπίτι με τη μητριά της για περίπου ένα χρόνο, πριν μετακομίσει μαζί με τη φίλη της (ερ. 73 3χ-4χ του Δ.Φ.).

Ακολούθως, ερωτηθείς για την περιουσία του πατέρα της, δήλωσε ότι της ανήκει και ότι τα σχετικά έγγραφα ήταν στο όνομά της, αλλά η μητριά της άλλαξε το όνομα (ερ. 73 7χ, 8χ του Δ.Φ.) και ότι δεν γνωρίζει τι απέγινε (ερ. 70 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς για το τι ακολούθησε σχετικά με την επιχείρηση του πατέρα της, η Αιτήτρια απάντησε ότι την ανέλαβε η μητριά της και ερωτηθείς αν η ίδια δούλεψε σε αυτήν την επιχείρηση, δήλωσε ότι κάποιες φορές πουλούσε νερό και ότι η μητριά της την ξυλοκοπούσε όταν δεν κατάφερνε να πουλήσει όλο το νερό (ερ. 8χ-11χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς αν η μητριά της την έψαξε από τότε που έφυγε από το σπίτι της, απάντησε αρνητικά, ενώ δήλωσε ότι η ίδια δεν την κατήγγειλε ποτέ στην αστυνομία γιατί δεν είχε κάποιον να την υποστηρίξει (ερ. 72 3χ, 4χ του Δ.Φ.). Ερωτηθείς γιατί δεν ζήτησε τη βοήθεια του θείου της, δήλωσε ότι ο θείος της μένει στο χωριό (ερ. 72 5χ του Δ.Φ.) και ερωτηθείς για ποιο λόγο δήλωσε στην πρώτη συνέντευξη ότι ο πατέρας της έχει τρεις αδελφές και στην τρέχουσα συνέντευξη ότι έχει έναν αδελφό, η Αιτήτρια απάντησε ότι δεν ενδιαφέρονται για αυτήν και ότι από τότε που απεβίωσε ο πατέρας της όλοι την εγκατέλειψαν (ερ. 72 5χ-7χ του Δ.Φ.).

Ερωτηθείς για το πώς ακριβώς την κακοποιούσε η μητριά της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι την κτυπούσε και ότι δεν της έδινε φαγητό (ερ. 72 8χ του Δ.Φ.). Δήλωσε ότι την σταμάτησε από το σχολείο και της ζήτησε να πουλά νερό,  και ότι δεν της μιλούσε (ερ. 71 1χ του Δ.Φ.). Ισχυρίστηκε ότι από τότε που έφυγε από το σπίτι της, δεν την ξαναείδε (ερ. 70 του Δ.Φ.).

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τέσσερεις (4) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις της. Ο πρώτος αναφορικά με την ιθαγένεια και τόπο καταγωγής και διαμονής της αιτήτριας, ο δεύτερος διατυπώθηκε ως «για λόγους οικονομικού περιεχομένου», ο τρίτος ως «λόγω κακομεταχείρισης που δεχόταν η Αιτήτρια από τη μητριά της λόγω της περιουσίας» και ο τέταρτος ως «λόγω του ότι έχει υποστεί Ακρωτηριασμό γυναικείων γεννητικών οργάνων» (ερ. 139 του Δ.Φ.).

Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό, ο λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις της Αιτήτριας αναφορικά με τον τόπο γέννησης και συνήθους διαμονής της, όπως παρέθεσε επίσης τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, τις πληροφορίες αναφορικά με την οικογένειά της, την εκπαίδευσή της, την εργασία της ως ιερόδουλη και την υποβολή της σε ΑΓΓΟ. Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, σημείωσε ότι η Αιτήτρια προσκόμισε διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής της, το οποίο στοιχειοθετεί ότι πρόκειται για υπήκοο της Σιέρα Λεόνε και ότι τα τοπωνύμια αναφορικά με την περιοχή από την οποία η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατάγεται επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης/χαρτογράφησης. Συμπερασματικά, ο λειτουργός έκανε τον ανωτέρω ισχυρισμό αποδεκτό (ερ. 138 του Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος διατυπώθηκε ως «για λόγους οικονομικού περιεχομένου» ο λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη αναφορικά με το ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω του ότι ήθελε να έχει καλύτερη ποιότητα ζωής και να είναι ασφαλής και αναφορικά με το ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα της, δεν θα έχει που να διαμείνει και δεν έχει συγγενείς (ερ. 137 του Δ.Φ.). Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης, ενώ σημείωσε ότι διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια αναχώρησε από τη χώρα της και αφίχθηκε στην Κύπρο με σκοπό να εργαστεί ως οικονομικός μετανάστης (ερ. 137 του Δ.Φ.).

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος διατυπώθηκε ως «λόγω κακομεταχείρισης που δεχόταν η Αιτήτρια από την μητριά της, λόγω της περιουσίας» ο λειτουργός σημείωσε ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε χρονική αντίφαση για το πότε απεβίωσε ο πατέρας της και πότε έφυγε από το σπίτι της και ότι δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την αλλαγή στα έγγραφα σχετικά με την περιουσία που άφησε ο πατέρας της. Αξιολόγησε επιπλέον ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφατικές δηλώσεις αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους την κακοποιούσε η μητριά της, ότι η Αιτήτρια δεν έκανε προσπάθεια να καταγγείλει τη μητριά της για την ισχυριζόμενη κακομεταχείριση που δεχόταν και ότι υπέπεσε σε αντίφαση όσον αφορά τα αδέλφια του πατέρα της επειδή στην πρώτη συνέντευξη ανέφερε ότι δεν είχε αδελφό ο πατέρας της και στη δεύτερη ότι ο πατέρας της έχει αδελφό και μένει στο χωριό (ερ. 135 του Δ.Φ.). (σ.σ. παρατηρείται ότι η Αιτήτρια στην πρώτη συνέντευξη δήλωσε ότι ο πατέρας της είχε τρεις αδελφές, ερ. 64 του Δ.Φ.) Επιπλέον, έκρινε ότι υπήρξε χρονική αντίφαση αναφορικά με τη φοίτηση της Αιτήτριας στο σχολείο και τις περιόδους κατά της οποίες διέμενε με τα διαφορετικά άτομα που ανέφερε στη συνέντευξή της (ερ. 135 του Δ.Φ.). Τέλος, αξιολόγησε ότι υπήρχε χρονική αντίφαση σχετικά με την ηλικία κατά την οποία η Αιτήτρια υποβλήθηκε σε ΑΓΓΟ (ερ. 135 του Δ.Φ.). Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης και κατέληξε στο ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός, λόγω του ότι η Αιτήτρια δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες και υπέπεσε σε πολλαπλές αντιφάσεις, ενώ σημείωσε καταληκτικά ότι η μητριά της Αιτήτριας απεβίωσε το 2024, ενόσω η Αιτήτρια βρισκόταν ακόμα στην Κύπρο (ερ. 135 του Δ.Φ.).

Όσον αφορά τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος διατυπώθηκε ως «λόγω του ότι έχει υποστεί Ακρωτηριασμό γυναικείων γεννητικών οργάνων», ο λειτουργός παρέθεσε τις δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τις συνεντεύξεις της για εξέταση του αιτήματός της και τη συνέντευξη ευαλωτότητας και αξιολόγησε ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε χρονική αντίφαση για το πότε υπέστη τον ΑΓΓΟ. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι, μετά από παραπομπή της στον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας, η Αιτήτρια προσκόμισε στην Υπηρεσία Ασύλου ιατρικό πιστοποιητικό όπου γνωστοποιείται ότι η Αιτήτρια έχει υποβληθεί σε ΑΓΓΟ. Ακολούθως παρέθεσε πηγές πληροφόρησης από τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, οι οποίες αναφέρονται στην εφαρμογή του ΑΓΓΟ στη Σιέρα Λεόνε, τις μυστικές κοινωνίες Bondo και το πολιτιστικό, νομικό και κοινωνικό πλαίσιο της πρακτικής, τις επιπτώσεις της και τα προφίλ των ατόμων που υποβάλλονται στην πρακτική. Συμπερασματικά, ο λειτουργός έκανε τον ανωτέρω ισχυρισμό δεκτό (ερ. 134-124 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια στα πλαίσια των ισχυρισμών που έγιναν δεκτοί, ήτοι ότι η Αιτήτρια είναι υπήκοος της χώρας Σιέρρα Λεόνε, με περιοχή καταγωγής και διαμονής την πόλη Makeni, περιοχή Bombali και ότι εγκατέλειψε τη χώρα της για λόγους οικονομικού περιεχομένου και λόγω του ότι έχει υποστεί ΑΓΓΟ. Ο λειτουργός σημείωσε ότι λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας και το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια είχε υποστεί στη χώρα καταγωγής της οποιασδήποτε μορφής δίωξη ή σοβαρή βλάβη, κρίνεται ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της, τη Σιέρα Λεόνε, να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Όσον αφορά το αποδεκτό τέταρτο ουσιώδες περιστατικό, σημείωσε ότι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να υποβληθεί ξανά (ερ. 123 του Δ.Φ.). Ωστόσο διαπιστώνω  οι πηγές στις οποίες παραπέμπει σχετικά ο λειτουργός δεν περιέχουν τις πληροφορίες τις οποίες ο λειτουργός αναφέρει. Όσον αφορά στο προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, σημείωσε ότι πρόκειται για υγιή ενήλικα, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, η οποία έχει τελειώσει το σχολείο και δεν παρουσιάζει στοιχεία ευαλωτότητας (ερ. 122 του Δ.Φ.).   Περαιτέρω, επισκοπώντας την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Makeni, στη Σιέρα Λεόνε, παρέθεσε εξωτερικές πηγές και διαπίστωσε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, καταλήγοντας πως δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως απόρροια της κατάστασης ασφαλείας στη Σιέρα Λεόνε (ερ. 122 του Δ.Φ.).

Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ της Αιτήτριας, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται προσφυγικού καθεστώτος, δεδομένου ότι στο πρόσωπό της δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους λόγους που αναφέρονται  στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στο άρθρο 3 Περί Προσφύγων Νόμου. (ερ. 122-121 του Δ.Φ.). Σημείωσε επιπλέον ότι η Αιτήτρια θεωρείται οικονομικός μετανάστης.

Περαιτέρω, ως προς την αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο ότι:

Α) Σε περίπτωση επιστροφής στη Σιέρα Λεόνε, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α).

Β) Σε περίπτωση επιστροφής στη Σιέρα Λεόνε, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (β).

Γ) Σε περίπτωση επιστροφής στη Σιέρα Λεόνε, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως το άρθρο 19 (2) (γ) προνοεί, αφού η χώρα καταγωγής της, και συγκεκριμένα η περιοχή της πρότερης συνήθους διαμονής της, η πόλη Makeni στην περιοχή Bombali, δεν βρίσκεται σε συνθήκες ενόπλων συγκρούσεων (ερ. 121-120 του Δ.Φ.).

Τέλος, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, στην πόλη Makeni στην περιοχή Bombali, κινδυνεύει να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης (ερ. 120 του Δ.Φ.).

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά την αίτηση προσφυγής της, ο συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα της για τη γενικότερη πολιτική και κοινωνικοοικονομική κατάσταση που επικρατεί στη Σιέρα Λεόνε και που επηρεάζει την ασφάλειά της, για την κακομεταχείριση που υφίστατο από τη μητριά της, τους ξυλοδαρμούς της και την εκδίωξή της από το σπίτι με αποτέλεσμα να μην έχει τόπο διαμονής, την επίδοσή της στην πορνεία και τη σεξουαλική εκμετάλλευσή της, τη μύησή της σε μυστικιστική οργάνωση και τον ακρωτηριασμό των γεννητικών της οργάνων με κίνδυνο να υποστεί εκ νέου ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων αν επιστρέψει στη χώρα της, την οικειοποίηση της ακίνητης περιουσίας που της άφησε ο πατέρας της από τη μητριά της με πλαστογράφηση εγγράφων, την άθλια οικονομική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα τη και την εγκληματική δραστηριότητα. Κατά τη γραπτή αγόρευση, επαναλαμβάνονται οι άνω λόγοι και προβάλλεται ότι το συμπέρασμα που εξήχθη μέσω της Έκθεσης ότι η Αιτήτρια είναι οικονομικός μετανάστης είναι εσφαλμένο διότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα της λόγω της εκτεταμένης φτώχειας που επικρατεί εκεί και την αδυναμία του Κράτους να της διασφαλίσει πρόσβαση σε εργασία και στέγη. Επιπλέον, τόσο στην αίτηση προσφυγής όσο και στην γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας, προβάλλεται ότι η τελευταία είναι εγκυμονούσα, ενώ κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 09/04/2025 προσκομίστηκε για πιστοποιητικό γέννησης της θυγατέρας της Αιτήτριας, με ημερομηνία γέννησης 25/11/2026.

Έπειτα από ενδελεχή /εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας.

Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως  αξιόπιστος.

Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό της Αιτήτριας υπό το φως των πιο πάνω δεν προκύπτει  από το αφήγημα της Αιτήτριας, δίωξή της ή ότι αντιμετώπισε οποιοδήποτε κίνδυνο από τη μητριά της για τους λόγους που αναφέρθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με τους οποίους συντάσσομαι. Περαιτέρω ακόμα κι αν οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας  αναφορικά με την κακομεταχείριση και τις απειλές που δέχθηκε από την μητριά της η Αιτήτρια, κρίνονταν αξιόπιστοι δεν ωστόσο κρίνονται ικανοί  να διαφοροποιήσουν την απόφαση του Δικαστηρίου ως προς τον μελλοντοσταφή κίνδυνο ήτοι την επιστροφή της Αιτήριας στη χώρα καταγωγής της εφόσον η μητριά της ως διώκτης της έχει αποβιώσει.

Αναφορικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας ήτοι ότι έχει υποστεί Ακρωτηριασμό γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ) συντάσσομαι με την θέση της Υπηρεσίας Ασύλου για τους λόγους που καταγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη πως  ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί μέρος του ουσιώδους ισχυρισμού αναφορικά με τον πυρήνα του Αιτήματος της Αιτήτριας για τους λόγους για τους οποίους εγκατάλειψε την χώρα καταγωγής της. Εξάλλου ούτε από το αφήγημα της προκύπτει ότι  το συμβάν διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση της να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της αλλά ούτε και ότι αποτελεί λόγο για τον οποίο δεν επιθυμεί να επιστρέψει.

Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό της  Αιτήτριας  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία της σε σχέση με τον πυρήνα του αιτήματος της, ήτοι τη δίωξη από τη μητριά της, δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή/Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία που στην συγκεκριμένη περίπτωση η ηλικία της το μορφωτικό της επίπεδο και γενικότερα το προφίλ της δεν την εμπόδιζε προς τούτο. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος της ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, αλλά  ούτε  κατά την ενώπιον μου διαδικασία. 

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι η κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και η έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI  ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358).

Επομένως, ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης της για διεθνή προστασία.

Περαιτέρω, συντάσσομαι με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς η Αιτήτρια δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Σημειώνεται πως λόγω του ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο της  Αιτήτριας υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η  Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ.851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015όσο και του ΔΕΕ (βλ. C- 285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλK.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v.Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Καταρχάς αναφορικά με την γενική Κατάσταση Ασφαλείας, από έρευνα σε σχετικές πηγές πληροφόρησης για τη Σιέρα Λεόνε δεν προκύπτει ότι υπάρχει επί του παρόντος ενεργή ένοπλη σύρραξη εντός της χώρας.

Όσο αφορά την Κατάσταση Ασφαλείας, σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες πηγές στις οποίες το Δικαστήριο ανέτρεξε  για την περίοδο σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στη Βόρεια Επαρχία της Σιέρα Λεόνε, στην οποία ανήκει διοικητικά η κοινότητα Μακένι που αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας πριν αναχωρήσει από την χώρα καταγωγής της.[1] Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 08/05/2026), καταγράφηκε 1 περιστατικό ασφαλείας συνολικά, το οποίο κωδικοποιήθηκε ως πολιτική βία και το οποίο δεν συνετέλεσε σε ανθρώπινες απώλειες.[2]

Το Δικαστήριο προέβη επίσης σε έρευνα στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας αναφορικά με τη γενική κατάσταση σχετικά με την Ηπατίτιδα Β’ πάρα το ότι δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός της Αιτήτριας σχετικά με την κατάσταση της υγείας της.  

Ένα άρθρο από τον οργανισμό The Borgen Project αναφορικά με τη γενική κατάσταση σχετικά με την Ηπατίτιδα Β’ στη Σιέρα Λεόνε αναφέρει τα εξής: 

Τα κρούσματα ηπατίτιδας Β στη Σιέρα Λεόνε είναι υψηλά, επομένως η κυβέρνηση εργάζεται για τη βελτίωση της πρόσβασης σε εμβολιασμούς. Η Σιέρα Λεόνε παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλή συχνότητα εμφάνισης ηπατίτιδας Β. Υπολογίζεται ότι το 8% του πληθυσμού είναι ενεργά μολυσμένο και το 6-11% των μητέρων κινδυνεύουν να μεταδώσουν την ασθένεια στα παιδιά τους κατά τη γέννηση. Ο ιός της ηπατίτιδας Β μεταδίδεται συχνότερα μέσω του τοκετού. Μπορεί επίσης να μεταδοθεί μέσω έκθεσης σε μολυσμένο αίμα. Σε περιοχές με υψηλή ενδημικότητα, αυτό συμβαίνει συχνότερα πριν από την ηλικία των πέντε ετών. Οι ενήλικες μπορούν να μολυνθούν μέσω έκθεσης σε μολυσμένα σωματικά υγρά, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής δραστηριότητας. Συνήθως, όσο μεγαλύτερο είναι ένα άτομο κατά τη στιγμή της έκθεσης, τόσο λιγότερο πιθανό είναι η ασθένεια να γίνει χρόνια. Ωστόσο, τα παιδιά κάτω του ενός έτους έχουν 80 έως 90% πιθανότητα να αναπτύξουν χρόνια ηπατίτιδα Β εάν εκτεθούν, 30 έως 50% πριν από την ηλικία των 5 ετών και λιγότερο από 5% στους ενήλικες.

Δεν υπάρχει θεραπεία για την ασθένεια, η οποία συχνά εκδηλώνεται χωρίς συμπτώματα κατά την αρχική μόλυνση. Ωστόσο, όσοι πάσχουν από αυτήν μπορούν να καταστείλουν τον ιό μέσω δια βίου θεραπείας. Ωστόσο, το εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας Β είναι αποτελεσματικό από 98 έως 100% και έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά την επικράτηση της ηπατίτιδας Β σε μια χώρα όταν χορηγείται συστηματικά.

Η Σιέρα Λεόνε έχει καταβάλει προσπάθειες για τη βελτίωση της εθνικής της υγείας μέσω διεθνών προσπαθειών. Αν και έχει περιορισμένους δικούς της πόρους, η χώρα έχει διευκολύνει τη «δωρεάν εξέταση, θεραπεία και συμβουλευτική» που παρέχεται με τη βοήθεια διεθνών δωρητών.[3]

Μία άλλη μελέτη, η οποία εξέτασε τον επιπολασμό και τα βάρη που σχετίζονται με τη χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β’ στη Σιέρα Λεόνε, με περίοδο αναφοράς την 25ετία 1997-2022 αναφέρει τα εξής:

Η Σιέρα Λεόνε είναι μία από τις πολλές χώρες στην περιοχή της Δυτικής Αφρικής που βρίσκεται στη διαδικασία εφαρμογής ενός εθνικού προγράμματος πρόληψης και ελέγχου της λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV). Συνεπώς, οι πρόσφατες ερευνητικές προσπάθειες έχουν επικεντρωθεί στην περιγραφή των χαρακτηριστικών της επιδημίας της HBV στη χώρα. Η πλειονότητα των μελετών - οι οποίες έχουν επικεντρωθεί σε μεγάλο βαθμό σε αιμοδότες, εργαζόμενους στον τομέα της υγείας, έγκυες γυναίκες και άτομα που ζουν με HIV - έχουν αναφέρει ποσοστά οροεπιπολασμού HBV ≥ 8% [10-15], σύμφωνα με την ταξινόμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την υπερενδημικότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εμβολιασμός κατά της HBV εισήχθη στη Σιέρα Λεόνε το 2007 και ενσωματώθηκε στο Εκτεταμένο Πρόγραμμα Εμβολιασμού (EPI) το 2009. Ωστόσο, η δόση γέννησης δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί και η πλήρης εμβολιαστική κάλυψη για όλες τις ηλικιακές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των ευάλωτων ή υψηλού κινδύνου ομάδων, όπως οι έγκυες γυναίκες, οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης και τα άτομα που ζουν με HIV, παρέμεινε μη βέλτιστη.[4]

Αναφορικά δε με την προσκόμιση πιστοποιητικού γέννησης του τέκνου της Αιτήτριας κατά τις διευκρινίσεις ο Συνήγορος της ζήτησε να ληφθεί υπόψη για ανθρωπιστικούς λόγους χωρίς ωστόσο να προβάλει οποιοδήποτε περαιτέρω  ισχυρισμό.

Το Δικαστήριο λαμβανομένου τούτου υπόψη δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση.   

Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά, υποκειμενικά και εξατομικευμένα  στοιχεία  στο προφίλ της  Αιτήτριας, η οποία είναι νέα, ικανή προς εργασία, με  υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της (την ευρύτερη οικογένεια της και το περιβάλλον που την είχε ήδη βοηθήσει στη χώρα καταγωγής της) η αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, γίνεται στη βάση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή, όπου αναμένεται να επιστρέψει. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας, στην πόλη συνήθους συνάγεται εύλογα και με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η κατάσταση ασφαλείας μαζί με το ατομικό προφίλ της Αιτήτριας δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ουσιωδών λόγων να πιστεύεται ότι θα κινδυνεύσει ως άμαχη πολίτης, σε περίπτωση επιστροφής στην περιοχή της, η κατάσταση της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα  δέουσας έρευνας  και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

                                   

                                          Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 



[1] City Population Data, Population of Makeni, Sierra Leone, ttps://citypopulationdata.com/city/makeni-sierra-leone (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/05/2026).

[2]Προσαρμοσμένη έρευνα στο στην βάση ACLED Explorer, ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/βλπλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Event Types (Demonstrations, Political Violence, Insurgency, Atrocities, Repression, Terrorist Activity, Foreign Military Engangement), Defalt Date Range: Past Year (Last update 08/05/2026),  COUNTRY: Sierra Leone, ADMIN UNIT: Northern  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/05/2026).

[3] The Borgen Project, Hepatitis B in Sierra Leone, 20/08/2019, https://borgenproject.org/hepatitis-b-in-sierra-leone (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/05/2026)

[4] Yendewa GA, Wang G, James PB, et al. Prevalence of Chronic Hepatitis B Virus Infection in Sierra Leone, 1997–2022: A Systematic Review and Meta-Analysis. The American Journal of Tropical Medicine and Hygiene. 2023;109(1):105-114. doi:10.4269/ajtmh.22-0711 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο