ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 1908/2023
13 Ιουλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.B.K.
Αιτητή
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση.
Αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας
Νικολέττα Χαραλαμπίδου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Νικόλας Νικολάου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή ο αιτητής ζητά την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 9/5/2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Εκκρεμούσης της παρούσας προσφυγής, η δικηγόρος του αιτητή καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας. Με την αίτησή του ο αιτητής αιτείται άδειας και/ή διαταγής του Δικαστηρίου όπως του επιτραπεί η προσαγωγή της μαρτυρίας που παρατίθεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή και τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται στην προαναφερόμενη ένορκη δήλωση.
Η υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας Αργυρώς Μιχαήλ, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο της συνηγόρου του αιτητή. Η κυρία Αργυρώ Μιχαήλ με ένορκη δήλωσή της, η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, εισηγείται γνώση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Η κυρία Μιχαήλ εισηγείται πως με την προσφυγή επιδιώκεται η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναγνώριση από το Δικαστήριο του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Ο αιτητής επιδιώκει να προσκομίσει μαρτυρία η οποία αφορά τα γεγονότα τα οποία τον εξανάγκασαν να εγκαταλείψει το Καμερούν και γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Κύπρο, τα οποία είναι σχετικά και δεν του επιτρέπουν να επιστρέψει στη χώρα του.
Όπως υποστηρίζει τα στοιχεία αυτά δεν ήταν στην κατοχή ή/και διάθεση του Αιτητή κατά τη συνέντευξη του Αιτητή από τους Καθ’ ων η αίτηση, για τους λόγους που εξηγεί στην προτεινόμενη ένορκη του δήλωση. Περαιτέρω, κατά την αξιολόγησή τους οι Καθ’ ων η αίτηση αγνόησαν τα όσα δήλωσε ο Αιτητής σχετικά με την επαφή του με τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα της Κύπρου, αλλά και το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια παραμονής του στην Κύπρο, δημιούργησε ερωτική σχέση με Κύπριο. Ο Αιτητής επιθυμεί να προσκομίσει έγγραφα και στοιχεία ώστε να υποστηρίξει περαιτέρω τους ισχυρισμούς και τα έγγραφα που έχει ήδη υποβάλει και τα οποία αμφισβητήθηκαν και δεν αξιολογήθηκαν από τη λειτουργό. Περαιτέρω, εισηγείται πως όσα έγγραφα είχε υποβάλει ο Αιτητής κατά τη συνέντευξή του είτε δεν αξιολογήθηκαν είτε απορρίφθηκαν από τη λειτουργό. Η κυρία Μιχαήλ υποστηρίζει πως με τη μαρτυρία του ο Αιτητής ενισχύει τον βασικό ισχυρισμό του που αφορά τη σεξουαλική του ταυτότητα.
Επιπρόσθετα, υποστηρίζει πως με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση, ο Αιτητής διευκρινίζει γεγονότα που συνέβησαν τόσο στο Καμερούν όσο και στην Κύπρο και αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του, λόγω του ότι, όπως ισχυρίζεται, η διαδικασία εξέτασης του αιτήματος και η διαδικασία της συνέντευξης δεν έγινε σύμφωνα με τις αρχές και εγγυήσεις που διέπουν τις διαδικασίες εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας, κάτι που αποτελεί και ισχυρισμό του προς υποστήριξη των λόγων ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Εισηγείται πως η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί πρέπει να γίνει με τον ορθό δικονομικό τρόπο μέσω της παρούσας αίτησης, είναι άμεσα σχετική με το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή και είναι αναγκαία προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
Επιπρόσθετα, υποστηρίζει πως η προτεινόμενη μαρτυρία τεκμηριώνει τους λόγους ακύρωσης που περιλαμβάνονται στην προσφυγή όπως απαιτείται από την κυπρικαή νομολογία. Επίσης εισηγείται πως η ένορκη δήλωση με τα επισυνημμένα έγγραφα είναι σχετικά με το αίτημα διεθνούς προστασίας και αποδεικνύουν ότι διώκεται στο Καμερούν αλλά αποδεικνύουν επίσης την πλάνη περί τα πράγματα και την έλλειψης επαρκούς και δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, οι οποίοι αποτελούν λόγους ακύρωσης της προσφυγής και αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Ο αιτητής με τη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια των σχολικών του χρόνων, υπήρξε θύμα συστηματικού εκφοβισμού, διακρίσεων, λεκτικής βίας και απόπειρας σωματικής επίθεσης από συμμαθητές του. Επιπλέον, ανέφερε ότι είχε αποβληθεί από το σχολείο του επειδή είχε γράψει τη φράση «I love» με σκοπό να ευχαριστήσει συμμαθητή του, γεγονός που οι καθηγητές του εξέλαβαν ως ένδειξη ομοφυλοφιλικού προσανατολισμού. Ο αιτητής ανέφερε ότι, κατά την ενηλικίωσή του, έπεσε θύμα εκβιασμού από άνδρα, ο οποίος τον παγίδευσε μέσω ομάδας συνομιλίας (chat group) και αποκάλυψε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό στην οικογένειά του. Ως αποτέλεσμα, η οικογένειά του αρνήθηκε να τον αποδεχθεί και σχεδόν όλα τα μέλη της τον αντιμετώπισαν με αποστροφή. Περαιτέρω, ο αιτητής ανέφερε ότι δέχθηκε σωματική επίθεση από τον αδελφό του, καθώς και απειλές κατά της σωματικής του ακεραιότητας.
Ο αιτητής ανέφερε ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με συγκεκριμένο άνδρα, τον οποίο είχε γνωρίσει περί το έτος 2016 μέσω εφαρμογής γνωριμιών για ομοφυλόφιλους. Ανέφερε ότι, περί την 23η Μαρτίου 2019 και ενώ η οικογένεια του συντρόφου του απουσίαζε σε γάμο στην πόλη Edea, η θεία του επέστρεψε στην οικία και ανακάλυψε τη μεταξύ τους ερωτική σχέση. Ο αιτητής δήλωσε ότι η οικογένεια του πρώην συντρόφου του είναι ιδιαίτερα ισχυρή και διατηρεί διασυνδέσεις με την Κυβέρνηση του Καμερούν και ότι, μετά την αποκάλυψη της σχέσης τους, είναι πιθανό να προέβη σε καταγγελία εναντίον του, δεδομένου ότι η ομοφυλοφιλία συνιστά ποινικό αδίκημα στο Καμερούν. Ο αιτητής ανέφερε ότι η αποκάλυψη του σεξουαλικού του προσανατολισμού έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του, τόσο λόγω της στάσης του μεγαλύτερου αδελφού του, ο οποίος τον θεωρούσε ντροπή για την οικογένεια, όσο και λόγω της οικογένειας του πρώην συντρόφου του, τα μέλη της οποίας δήλωσαν ότι τον αναζητούσαν με σκοπό να τον σκοτώσουν.
Ο αιτητής ανέφερε ότι, συνεπεία των ανωτέρω περιστατικών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και να εισέλθει στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπου υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 17/04/2019. Ο αιτητής ανέφερε ότι, στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησής του για διεθνή προστασία, κλήθηκε σε συνέντευξη, η οποία πραγματοποιήθηκε σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες, συγκεκριμένα στις 09/01/2023 και 16/01/2023. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, εξήγησε τους λόγους για τους οποίους αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Καμερούν. Ωστόσο, όπως πληροφορήθηκε μεταγενέστερα από τη δικηγόρο του, η αίτησή του δεν εξετάστηκε και δεν διερευνήθηκε δεόντως, γεγονός που αποτέλεσε και λόγο προώθησης σχετικού ισχυρισμού στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής.
Ο αιτητής ανέφερε ότι, μελετώντας την αξιολόγηση της αρμόδιας λειτουργού επί των εγγράφων που είχε προσκομίσει, διαπίστωσε ότι η επιστολή της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης Alternatives-Cameroon, με την οποία επιβεβαιωνόταν η ιδιότητά του ως μέλους της οργάνωσης, δεν έγινε αποδεκτή. Κατόπιν τούτου, επικοινώνησε με τον Πρόεδρο της εν λόγω οργάνωσης και του ζήτησε να επιβεβαιώσει εκ νέου τόσο τη γνησιότητα της οργάνωσης όσο και την ιδιότητά του ως μέλους αυτής. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, προσκομίζει ως Τεκμήριο 1 επιστολή του Προέδρου της οργάνωσης Alternatives Cameroon, ημερομηνίας 01/06/2023, στην οποία όπως ισχυρίζεται επιβεβαιώνεται τόσο η γνησιότητα, όσο και η αυθεντικότητα του εγγράφου που είχε ήδη υποβάλει στην Υπηρεσία Ασύλου.
Ο αιτητής ανέφερε περαιτέρω ότι, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία, κατέστη μέλος της ΛΟΑΤΚΙ οργάνωσης Accept – LGBT Cyprus, συμμετέχοντας ενεργά και εθελοντικά στις δράσεις και εκδηλώσεις της. Ανέφερε ακόμη ότι, από την αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου, διαπίστωσε πως δεν έγινε οποιαδήποτε αξιολόγηση του αποδεικτικού εγγράφου που είχε υποβάλει σχετικά με την ιδιότητά του ως μέλους της εν λόγω οργάνωσης. Για τον λόγο αυτό προσκομίζει ως Τεκμήριο 2 δύο σχετικές βεβαιώσεις της οργάνωσης Accept, ημερομηνίας 20/06/2023 και 10/12/2023, με τις οποίες επιβεβαιώνεται η ιδιότητά του ως μέλους. Ο αιτητής ανέφερε ότι, μετά την άφιξή του στην Κυπριακή Δημοκρατία και συγκεκριμένα περί τον Απρίλιο του 2019, άρχισε να χρησιμοποιεί την εφαρμογή γνωριμιών Grinder, μέσω της οποίας γνώρισε Κύπριο πολίτη. Ανέφερε ότι, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, και συγκεκριμένα περί τον Ιούνιο του 2019, ανέπτυξαν μεταξύ τους ερωτική σχέση. Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους επισκέπτονταν χώρους και συμμετείχαν σε εκδηλώσεις που αφορούσαν τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, μεταξύ των οποίων το μπαρ Ιθάκη στη Λευκωσία, καθώς και τα καταστήματα Lube και Secret στη Λάρνακα. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του, προσκομίζει ως Τεκμήριο 3 δέσμη φωτογραφιών στις οποίες απεικονίζεται μαζί με τον τότε σύντροφό του.
Ο αιτητής ανέφερε επίσης ότι δραστηριοποιήθηκε ενεργά στην African LGBTQI Community στην Κύπρο, της οποίας κατέστη μέλος. Στο πλαίσιο αυτό συμμετείχε στις πορείες, δράσεις και λοιπές εκδηλώσεις που διοργάνωσε η εν λόγω κοινότητα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ισχυρίστηκε πως σύμφωνα με τις συμβουλές και την ενημέρωση που έλαβε από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεσή του, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει το δικαίωμα και την ευκαιρία να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της αίτησής του για διεθνή προστασία, τα οποία δεν είχαν τεθεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, για λόγους που θα εξηγήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, δήλωσε ότι αντιλαμβάνεται πως το Δικαστήριο δύναται, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να του υποβάλει ερωτήσεις αναφορικά με τους λόγους που τον εξανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και οι οποίοι εξακολουθούν να καθιστούν αδύνατη και επικίνδυνη την επιστροφή του σε αυτή.
Ο αιτητής ανέφερε ότι, μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξής του και την απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία, αντιλήφθηκε ότι ήταν ουσιώδους σημασίας να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη σχέση που διατηρούσε στην Κύπρο, καθώς και όλα τα πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία που ενισχύουν τους ισχυρισμούς του, πέραν εκείνων που είχαν ήδη υποβληθεί κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του. Ο αιτητής επεξήγησε ότι τα εν λόγω έγγραφα προσκομίζονται στο παρόν στάδιο, αφενός επειδή προηγουμένως μελέτησε την αξιολόγηση της αρμόδιας λειτουργού ως προς τα στοιχεία που είχαν ήδη κατατεθεί και αφετέρου, επειδή απαιτήθηκε εύλογο χρονικό διάστημα προκειμένου να εντοπίσει τον πρώην Κύπριο σύντροφό του, ο οποίος διατηρούσε στην κατοχή του το κοινό τους φωτογραφικό υλικό.
Ο αιτητής ανέφερε ότι αδυνατεί να επιστρέψει στο Καμερούν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, καθόσον η ζωή και η σωματική του ακεραιότητα διατρέχουν σοβαρό και πραγματικό κίνδυνο λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ο οποίος εξακολουθεί να ποινικοποιείται στη χώρα καταγωγής του. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι δεν γίνεται αποδεκτός ούτε από τη δική του οικογένεια ούτε από την οικογένεια του πρώην συντρόφου του, γεγονός που εντείνει περαιτέρω τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει σε περίπτωση επιστροφής του.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα υπέβαλε ένσταση στην αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Θεοφανώς Βασιλάκη, Δικηγόρου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία εξηγεί για ποιους λόγους πρέπει η παρούσα αίτηση να απορριφθεί. Με την ένσταση στην αίτηση η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγείται πως από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, προκύπτει ότι η καταχώριση της παρούσας αίτησης πραγματοποιήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Υποστήριξε περαιτέρω ότι η εν λόγω καθυστέρηση καταδεικνύει πως ο Αιτητής προέβη στην καταχώρισή της με μοναδικό σκοπό την κωλυσιεργία και την καθυστέρηση της εκδίκασης της προσφυγής του. Επιπλέον, ανέφερε ότι τα έγγραφα των οποίων επιδιώκεται η προσαγωγή είναι κατασκευασμένα και θα μπορούσαν να είχαν εξασφαλιστεί και προσκομιστεί είτε κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας είτε σε προγενέστερο στάδιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας και όχι στο παρόν στάδιο.
Η ενόρκως δηλώσα εισηγείται πως σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, τα έγγραφα των οποίων επιδιώκεται η προσαγωγή ως Τεκμήριο 1 δεν αποτελούν επίσημα ή αυθεντικά έγγραφα, αλλά αντίγραφα, στα οποία δεν αναφέρεται η πηγή προέλευσής τους και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι υφίστανται εύλογες ενδείξεις ότι το εν λόγω τεκμήριο δεν είναι γνήσιο, δεν έχει εκδοθεί στο πλαίσιο της συνήθους άσκησης των καθηκόντων του φερόμενου ως υπογράφοντος και δεν επιβεβαιώνεται η ταυτότητα του προσώπου που το υπέγραψε, όπως προκύπτει και από τα ίδια τα έγγραφα των οποίων επιδιώκεται η προσαγωγή.
Όπως εισηγείται δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε πειστικός λόγος που να δικαιολογεί τον χρόνο εξασφάλισης των εγγράφων των οποίων επιδιώκεται η προσαγωγή, ούτε έχει δοθεί επαρκής εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο αυτά συντάχθηκαν κατά τις αναγραφόμενες σε αυτά ημερομηνίες και προσκομίζονται μόνο στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Το έγγραφο του οποίου επιδιώκεται η προσαγωγή ως Τεκμήριο 1 είναι ουσιωδώς παρόμοιο με έγγραφο που είχε ήδη υποβληθεί από τον Αιτητή ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και είχε αξιολογηθεί από την αρμόδια λειτουργό, η οποία κατέληξε στα πορίσματά της κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή πως το σχετικό έγγραφο δεν αξιολογήθηκε είναι εσφαλμένος. Επισήμανε επίσης ότι ο δικηγόρος του Αιτητή είχε ήδη από το στάδιο εξέτασης της αίτησης απευθυνθεί στην Υπηρεσία Ασύλου, ζητώντας όπως, λόγω των ισχυρισμών περί σεξουαλικού προσανατολισμού, η υπόθεση εξεταστεί από ειδικά εκπαιδευμένο λειτουργό. Κατά συνέπεια, υποστήριξε ότι ο Αιτητής είχε πλήρη νομική εκπροσώπηση από την αρχή της διαδικασίας και είχε τη δυνατότητα να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα είτε κατά την εξέταση της αίτησής του είτε κατά την καταχώριση της προσφυγής του, ιδίως αφού τα έγγραφα αυτά φέρουν ημερομηνία προγενέστερη της καταχώρισης της προσφυγής. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών αυτών, επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της σχετικής επιστολής του δικηγόρου του Αιτητή.
Επιπρόσθετα, υποστηρίζει πως η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στην καταστρατήγηση των δικονομικών διατάξεων και στην αδικαιολόγητη καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθόσον ο Αιτητής παρέλειψε να προσκομίσει εγκαίρως όλα τα έγγραφα που επικαλείται προς υποστήριξη της αίτησής του, ενώ είχε τη δυνατότητα να το πράξει ήδη από το στάδιο καταχώρισης της γραπτής αγόρευσης και, σε κάθε περίπτωση, πριν από το στάδιο των διευκρινίσεων. Πρόσθετα, αναφέρει πως τα έγγραφα που αποτελούν το Τεκμήριο 2 δεν είναι σχετικά με την ατομική περίπτωση του αιτητή, εφόσον αναφέρεται σε νέους ισχυρισμούς στους οποίους δεν αναφέρθηκε κατά το στάδιο της συνέντευξής του. Συγκεκριμένα αναφέρεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Η συνήγορος του αιτητή αλλά και ο συνήγορος των καθ’ων η αίτηση δεν καταχώρησαν Γραπτή Αγόρευση επί τη αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας, αλλά αγόρευσαν προφορικά κατά την ακρόαση της αίτησης. Ο συνήγορος μάλιστα των καθ’ων η αίτηση προσκόμισε νομολογία για τη σχετικότητα, την υπαιτιότητα κι τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, την οποία έλαβα υπόψη μου κατά τη σύνταξη της απόφασης. Η συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας μεταξύ άλλων δήλωσε πως δεν θα επιμείνει στην προσκόμιση φωτογραφικού υλικού δηλαδή του Τεκμηρίου 3 της ένορκης δήλωσης του αιτητή ενόψει πρόσφατης νομολογίας για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ενόψει της δήλωσης αυτής το Τεκμήριο 3 και η παράγραφος 14 που αναφέρεται σ’αυτό δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο μπορεί να γίνει αποδεκτή η αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψη το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και το οποίο μελέτησα, ειδικότερα την αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας, την ένσταση που υπέβαλε η δικηγόρος που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση, όπως και τις γραπτές και προφορικές αγορεύσεις των διαδίκων, καθώς και τα όσα έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του Ανωτάτου, του Διοικητικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Είναι χρήσιμο να καταγραφεί το δικονομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας, το οποίο προκύπτει από τον περί της Ίδρυσης Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019, όπου σύμφωνα με τον Κανονισμό 7: «Το Δικαστήριο δύναται να καθορίζει τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες κατά περίπτωση αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, συνεντεύξεων του αιτητή ασύλου ή δικαιούχου διεθνούς προστασίας και άλλων διαδικασιών σύμφωνα με τον περί Προσφύγων Νόμο, Ν. 6(Ι)/2000 ως εκάστοτε τροποποιείται και τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.»
Συνεπώς, ο Κανονισμός 7, του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικού Κανονισμού του 2019, παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια, τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να επιτρέπει στους διαδίκους να προσαγάγουν μαρτυρία, τηρουμένων των Διαδικαστικών Κανονισμών και την πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Το διάταγμα του Δικαστηρίου, για προσκόμιση μαρτυρίας, εκδίδεται πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και στην βάση τούτου ο Κανονισμός 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962 (οι οποίοι ακολουθούνται σύμφωνα με τον Κανονισμό 8, των περί της Ίδρυσης Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019), καθορίζει πως σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οδηγίες, οι οποίες απαιτούνται προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης.
Προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνον όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων τεκμηριώνει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24.9.1992 και Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. Αρ. 71/97, ημερ. 18.11.1999). Ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έγκειται στο ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και με τους λόγους ακυρώσεως που προωθούνται (βλ. K.N.K. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 5787/13, ημερομηνίας 18/10/2019).
Επομένως, για να εξεταστεί και να κριθεί από το Δικαστήριο η σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση (βλ. Ιωσηφίδης ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα
Κύπρου, (2006) 3 ΑΑΔ 677). Εάν η μαρτυρία που ζητείται να προσκομιστεί δεν συγκεκριμενοποιείται, τότε δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να μπορεί να αξιολογηθεί η σχετικότητα της μαρτυρίας που επιδιώκεται να προσκομιστεί (βλ. υποθ. αρ. 1024/14, FBME Bank Ltd v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ημερομηνίας 18/12/2015).
Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας πως τα γεγονότα που επιδιώκονται να προσκομιστούν με την μαρτυρία πρέπει να προσδιορίζονται με λεπτομέρεια (βλ.Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 591 σελ 595, υπόθεση αρ. 300/03, Χρίστος Ιωσηφιδης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, ημερομηνίας 20/11/02). Όλες οι πιο πάνω κατευθυντήριες αρχές επιβεβαιώθηκαν και από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420, (2003) 3 ΑΑΔ 507.
Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καθορίσει πως στα πλαίσια του αναθεωρητικού ελέγχου του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, δεν είναι δυνατόν να προσκομιστεί μαρτυρία η οποία διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει τα στοιχεία που η διοίκηση είχε ενώπιον της κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, και Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Η νομολογία είναι καθοριστική ως προς το ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί δεν θα πρέπει να διαφοροποιεί το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από το αρμόδιο όργανο (Νικολαίδη v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA. 609, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA. 2188, Ακάμας v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.AA 2321, Κισσόποδα v. Δημοκρατίας (1994) 4 A.AA. 836, Ρούσος ν. Ιωαννίδης και άλλων (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335, Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 507, Δημοκρατία ν. D. J. Karapatakis & Sons Ltd Consortium, ECLI:CY:AD:2015:C519, Α.Ε. 125/2014, ημερομηνίας 13.7.2015).
Ωστόσο, επισημαίνω ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3), του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα πλήρους ελέγχου του αιτήματος που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου.
Συνάγεται λοιπόν πως στα πλαίσια του πλήρους και ex nunc ελέγχου, το Δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη εξέταση των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που τίθενται ενώπιον του. Σύμφωνα με την παράγραφο 111 της απόφασης C 585/16, Serin Alheto vs. Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 25/7/2018, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε πως: “111. Στο πλαίσιο αυτό, η έκφραση «ex nunc» αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής”. Επομένως, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα τηρουμένων των διαδικαστικών κανονισμών να εξετάζει νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη τις αρχές της νομολογίας που έχει καθιερώσει το Ανώτατο Δικαστήριο.
Αφού άκουσα τους διαδίκους και μελέτησα το ενώπιον μου υλικό, αλλά και τις αγορεύσεις τους κατά την ακρόαση της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη και τα όσα έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του Ανωτάτου και του Διοικητικού Δικαστηρίου, αποφάσισα για το υπό εξέταση αίτημα για προσαγωγή μαρτυρίας και διαπίστωσα πως ο αιτητής επιδιώκει την προσαγωγή μαρτυρίας, όπου μέρος της θα μπορούσε να αποβεί βοηθητικό προς τεκμηρίωση του αιτήματός του.
Θα πρέπει να αναφερθεί πως από το αφήγημα του αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου, το αρμόδιο όργανο σχημάτισε τους πιο κάτω ουσιώδης ισχυρισμούς: 1)χώρα καταγωγής του αιτητή, 2) ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι είναι ομοφυλόφιλος, 3) ισχυρίστηκε ότι η οικογένειά του και η οικογένεια του πρώην φίλου του τον αναζητούν για να τον σκοτώσουν ενώ συνελήφθηκαν κατά την ερωτική επαφή και 4) ισχυρίστηκε πως αφού απέστειλε μήνυμα στο συμμαθητή του, αποβλήθηκε από το σχολείο και απειλήθηκε από τους συμμαθητές του ότι θα τον σκοτώσουν.
Στο παρόν στάδιο, δεν αξιολογούνται τα στοιχεία και/ή έγγραφα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας και δεν εξετάζεται η βασιμότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται, εφόσον αυτό θα κριθεί σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο εξέτασης της προσφυγής. Η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί μέσω της ένορκης δήλωσης του αιτητή, η οποία περιγράφεται προηγουμένως, περιλαμβάνει και τα εξής τεκμήρια: ως Τεκμήριο 1, επιστολή του Προέδρου της οργάνωσης Alternatives Cameroon, ημερομηνίας 01/06/2023, στην οποία ισχυρίζεται πως επιβεβαιώνεται τόσο η γνησιότητα, όσο και η αυθεντικότητα του εγγράφου που είχε ήδη υποβάλει στην Υπηρεσία Ασύλου και ως Τεκμήριο 2, δύο σχετικές βεβαιώσεις της οργάνωσης Accept, ημερομηνίας 20/06/2023 και 10/12/2023, με τις οποίες επιβεβαιώνεται η ιδιότητά του ως μέλους.
Αναφορικά με την προϋπόθεση του Κανονισμού 5(α)(i), του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019 (3/2019), το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους λόγους που προβάλλει ο αιτητής για την καθυστερημένη προσκόμιση των εν λόγω στοιχείων. Ειδικότερα, ο αιτητής εξηγεί ότι, αφού έλαβε γνώση της αξιολόγησης της αρμόδιας λειτουργού επί των στοιχείων που είχαν ήδη υποβληθεί κατά το στάδιο εξέτασης της αίτησής του, διαπίστωσε ότι ορισμένα από αυτά δεν έγιναν αποδεκτά ή δεν αξιολογήθηκαν ως προς την αποδεικτική τους αξία. Ως αποτέλεσμα, προέβη σε περαιτέρω ενέργειες προς επιβεβαίωση της γνησιότητας και της αυθεντικότητάς τους, επικοινωνώντας με τους αρμόδιους φορείς και εξασφαλίζοντας πρόσθετες βεβαιώσεις προς υποστήριξη των ήδη προβληθέντων ισχυρισμών του. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η μη προσκόμιση των συγκεκριμένων στοιχείων κατά το προηγούμενο στάδιο δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του αιτητή, αλλά σε λόγους που συνδέονται με τον χρόνο που απαιτήθηκε για την εξασφάλισή τους και με την ανάγκη απάντησης στην αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο αιτητής είχε ήδη εκδηλώσει την πρόθεσή του να προσκομίσει τα συγκεκριμένα στοιχεία σε προγενέστερο στάδιο. Ωστόσο, στο πλαίσιο της διαχείρισης της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο αιτητής κλήθηκε όπως προχωρήσει προηγουμένως στην καταχώριση της γραπτής του αγόρευσης και ακολούθως να υποβάλει αίτηση για προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας. Η εν λόγω πορεία ακολουθήθηκε με τη σύμφωνη θέση του τότε συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η μη προσκόμιση των εν λόγω στοιχείων σε προγενέστερο στάδιο δύναται να αποδοθεί σε παράλειψη ή αμέλεια του αιτητή. Αντιθέτως, προκύπτει ότι ο αιτητής είχε προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την προσκόμισή τους, πλην όμως η εξέταση του αιτήματος έλαβε χώρα στο παρόν διαδικαστικό στάδιο, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Σε σχέση με την προϋπόθεση της συνάφειας, κρίνω ότι τα προτεινόμενα στοιχεία αφορούν τον πυρήνα των ισχυρισμών του αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού και της ιδιότητάς του ως προσώπου που ανήκει σε ομάδα η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αντιμετωπίζει κίνδυνο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Οι βεβαιώσεις των οργανώσεων Alternatives Cameroon και Accept – LGBT Cyprus δεν εισάγουν νέο λόγο προστασίας, αλλά αποσκοπούν στην ενίσχυση και επιβεβαίωση ισχυρισμών που είχαν ήδη τεθεί ενώπιον της αρμόδιας αρχής.
Επαναλαμβάνω ότι στο παρόν στάδιο, δεν αξιολογούνται τα στοιχεία και/ή έγγραφα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας και δεν εξετάζεται η βασιμότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται, εφόσον αυτό θα κριθεί σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο εξέτασης της προσφυγής. Επισημαίνω πως τα έγγραφα αυτά και το γεγονός ότι ο αιτητής είναι μέλος των συγκεκριμένων οργανώσεων δεν επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του σε σχέση με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Η μαρτυρία που θα τεθεί ενώπιον μου θα αξιολογηθεί σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία που αφορούν το αίτημα του αιτητή. Συνεπεία τούτου, δεν θα εξετάσω τους ισχυρισμούς που προωθούν και οι δύο πλευρές ως προς την ουσία της προσφυγής, εφόσον η εξέτασή τους επιβάλλεται στα πλαίσια της εξέτασης της αίτησης ακυρώσεως. Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής από το Δικαστήριο θα γίνει σε επόμενο στάδιο της διαδικασίας, ανάλογα βέβαια με την πορεία της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη την συνολική αφήγηση του αιτητή. Κατά συνέπεια, η αίτηση γίνεται δεκτή μερικώς εφόσον το Τεκμήριο 3 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή και η παράγραφος 14 που αναφέρεται σ’αυτήν δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και ούτως ή άλλως, ο αιτητής δεν επιθυμεί την προσκόμισή τους και τα απέσυρε στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία.
Επισημαίνεται πως το Δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα να εξετάσει τον ενόρκως δηλούντα με υποβολή ερωτήσεων ως προβλέπεται στον Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962 (Κανονισμό 12), ο οποίος εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον μου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019, δικαίωμα αντεξέτασης βέβαια θα δοθεί στην πλευρά των καθ'ων η αίτηση.
Για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, η αίτηση γίνεται δεκτή μερικώς με έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ'ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας.
Η προσφυγή ορίζεται για Οδηγίες στις 11/9/2026 και ώρα 9 :00.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο