ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή αρ. 198/25
17 Ιουλίου 2026
[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 2002 ΜΕΧΡΙ 2024
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
S.H.H.
Αιτητή
......................
Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως.
Ρ. Προδρόμου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
[Lima Wahedi (κα) για πιστή μετάφραση από Dari σε Αγγλικά και αντίστροφα]
[Ευστράτιος Θεοδοσίου (κος) για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την αίτησή του ημερομηνίας 21/10/2025 αιτείται την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής για την καταχωρηθείσα προσφυγή του δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 07/05/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στις 30/06/2025 στον Αιτητή και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου.
Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από το γραπτό σημείωμα που καταχώρισε η συνήγορος που εμφανίζεται για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από το Αφγανιστάν. Συμπλήρωσε και καταχώρισε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 01/11/2022. Στις 15/04/2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της EUAA. Στις 15/04/2025, ο λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή. Στη συνέχεια, στις 07/05/2025 ο Προϊσταμένος της Υπηρεσίας Ασύλου, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Στις 30/06/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή ενημέρωσης περί της απόρριψης του αιτήματος του Αιτητή, την οποία ο Αιτητής παρέλαβε και υπέγραψε ιδιοχείρως αυθημερόν (ήτοι στις 30/06/2025), κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα, σε γλώσσα κατανοητή προς τον ίδιο.
Ακολούθως, στις 08/07/2025 ο Αιτητής καταχώρισε (αυτοπροσώπως) την προσφυγή υπ' αριθμό 1691/25 ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., κατά της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης.
Στο σχετικό έντυπο της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι κινδύνευε η ζωή του στη χώρα καταγωγής του, λόγω της εθνοτικής και θρησκευτικής μειονότητας στην οποία ανήκει. Ως επιπλέον ισχυρίστηκε ο Αιτητής, ο ξάδελφος του σκοτώθηκε εξαιτίας των βομβιστικών επιθέσεων στα σχολείο. Δήλωσε επίσης, ότι πλέον επιθυμεί να συνεχίσει τη μόρφωση του στην Κύπρο και να έχει μια αλλιώτικη ζωή.
Στο πλαίσιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Hazara, τα άτομα της οποίας ομιλούν τη διάλεκτο Dari, την οποία ομιλεί και ο ίδιος, και εντοπίζονται σε συγκεκριμένη περιοχή της Kabul, από όπου κατάγεται και ο ίδιος. Ερωτηθείς κατά πόσο ο ίδιος είχε ποτέ αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα σχετικά με την εθνότητά του, ο Αιτητής αποκρίθηκε επικαλούμενος πως οι Ταλιμπάν δεν συμπαθούν τους Hazara, χωρίς (ωστόσο) να γνωρίζει επακριβώς το πρόβλημα μεταξύ τους. Ισχυρίστηκε δε, ότι ο ίδιος προσωπικά είχε τύχει ‘κακομεταχείρισης’ από τους Ταλιμπάν σε δύο περιπτώσεις, κατόπιν που οι Ταλιμπάν πήραν την εξουσία της χώρας. Αναφερόμενος στην πρώτη περίπτωση, ο Αιτητής είπε πως το 2021, ενώ περπατούσε με φίλους του σε μια βουνίσια περιοχή ακούγοντας μουσική, τον είχαν σταματήσει οι Ταλιμπάν και τον πήγαν για έλεγχο, όπου και τον χαστούκισαν και τον κοροϊδεύαν. Σχετικά με τη δεύτερη περίπτωση, ο Αιτητής ανέφερε πως όταν βρισκόταν στην Kabul το 2021 και ενώ οδηγούσε μοτοσυκλέτα, τον σταμάτησαν οι Ταλιμπάν στο σημείο ελέγχου, ζητώντας του τα χαρτιά για τη μοτοσυκλέτα, οπότε και ο ίδιος είχε καλέσει τηλεφωνικώς τον πατέρα του για να φέρει τα εν λόγω χαρτιά, ενώ οι Ταλιμπάν κράτησαν τη μοτοσυκλέτα για 1 ώρα για δική τους χρήση και αργότερα την επέστρεψαν στον ίδιο, ισχυριζόμενος πως τον έκαναν να περιμένει απλά για τη δική τους διασκέδαση. Ερωτηθείς κατά πόσο συνέβη οτιδήποτε άλλο πέραν των πιο πάνω περιστατικών, ο Αιτητής ανέφερε πως το 2021 κατά την περίοδο των (χωριστών) μαθημάτων για τα κορίτσια του σχολείου του, είχε γίνει έκρηξη εκεί και ο ίδιος φοβούμενος δεν επέστρεψε ποτέ στο σχολείο μετά την επαναλειτουργία του.
Ακολούθως, ο Αιτητής δήλωσε ως προς το θρήσκευμά του ότι είναι σιίτης μουσουλμάνος, ενώ ερωτηθείς κατά πόσο είχε ποτέ αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας της εν λόγω θρησκείας του, ο Αιτητής αποκρίθηκε αρνητικά, ωστόσο, αναφέρθηκε γενικότερα στα γεγονότα επιθέσεων που έγιναν σε θρησκευτικά τζαμιά/τεμένη των σιίτων. Ως προς τη μόρφωσή του στη χώρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ολοκλήρωσε μέχρι το 11 έτος, οπότε και είχε σταματήσει το σχολείο, εξαιτίας της βομβιστικής επίθεσης εκεί στην οποία προαναφέρθηκε, ως επίσης, επειδή κατόπιν που πήραν την εξουσία της χώρας οι Ταλιμπάν, η οικογένεια του αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες όταν ο πατέρας του έχασε τη δουλειά του, εξηγώντας δε, ότι ο θείος του είχε πωλήσει την επιχείρηση όπου εργαζόταν ο πατέρας του, ο οποίος έμεινε κατόπιν άνεργος, ως δήλωσε ο Αιτητής.
Κληθείς στη συνέχεια να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής αναφέρθηκε στο γεγονός ότι γενικότερα οι Hazara αντιμετωπίζουν διακρίσεις, εμπόδια στην πρόοδο τους και δυσχέρειες στις ζωές τους, επικαλούμενος πως οι Ταλιμπάν ήθελαν να τους αφανίσουν, ενώ τους είχαν αρνηθεί την εργοδότηση σε κυβερνητικές θέσεις και τους αποστέρησαν το δικαίωμα στη μόρφωση. Ως προς τον ίδιο προσωπικά, ο Αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα του ώστε να καταφέρει να ολοκληρώσει τη μόρφωσή του, μετά από τη βομβιστική επίθεση από τους Ταλιμπάν στο σχολείο του, που προανέφερε. Επιβεβαίωσε δε, ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω των διακρίσεων εναντίον των Hazara στο Αφγανιστάν καθώς και επειδή ήθελε να μορφωθεί. Ερωτηθείς ακολούθως, κατά πόσο συνέβη οτιδήποτε στον ίδιο προσωπικά σε σχέση με την εθνότητα του ως Hazara και τη θρησκεία του ως σιίτης, ο Αιτητής αναφέρθηκε στο γεγονός ότι οι Ταλιμπάν τους είχαν εμποδίσει από το να εξασκούν τις θρησκευτικές τους τελετές, αναφέροντας ένα περιστατικό κατά το οποίο οι Ταλιμπάν επιτέθηκαν σε ένα πλήθος περίπου 300 ατόμων που συμμετείχαν σε τελετή πένθους, όπου (ωστόσο) ο ίδιος, που ήταν ανάμεσα στο πλήθος, είχε καταφέρει να διαφύγει, αλλά είδε όπως είπε, τους Ταλιμπάν να κτυπούν τον κόσμο με τη λαβή των όπλων τους.
Περαιτέρω, ερωτηθείς κατά πόσο είχε το δικαίωμα εγγραφής σε δημόσιο σχολείο στη χώρα του, το δικαίωμα να πάει σε δημόσιο νοσοκομείο στη χώρα του, καθώς και το δικαίωμα για εξεύρεση εργασίας στη χώρα του, ο Αιτητής απάντησε θετικά και στα τρία αυτά ερωτήματα που του έγιναν. Ερωτηθείς δε, αναφορικά με το πως είναι η ζωή των μελών της οικογένειας του, που παρέμειναν στο Αφγανιστάν, ο Αιτητής είπε πως περνούν δύσκολα και ότι έχουν οικονομικό πρόβλημα και τους στηρίζει ο ίδιος, αφού ο πατέρας του είναι απλός εργάτης.
Ερωτηθείς κατά πόσο είχε ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής του για οιονδήποτε λόγο, ο Αιτητής αποκρίθηκε αρνητικά, ενώ στο ερώτημα για το τι φοβάται πως θα συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ανέφερε ότι όλοι σκέφτονται πως θα φύγουν από τη χώρα και πως σε τέτοια περίπτωση η ζωή του θα καταστραφεί και θα καταντήσει και ο ίδιος απλός εργάτης όπως τον πατέρα του και δεν θα έχει μια καλή ζωή. Απέδωσε τούτα δε, στο γεγονός ότι ο πατέρας του δεν μπορεί να εργαστεί και ο ίδιος, ως ο μόνος υιός στην οικογένεια, θα πρέπει να εργάζεται για να τους στηρίζει. Ερωτηθείς επιπλέον, κατά πόσο οι αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν να επιστρέψει εκεί, ο Αιτητής απάντησε καταφατικά, αναφέροντας συνάμα ότι θα ήταν δύσκολο σε τέτοια περίπτωση να φύγει ξανά από τη χώρα του.
Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, o λειτουργός διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αναφορικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, καθώς και ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός αναφορικά με το γεγονός ότι ο Αιτητής έφυγε από τη χώρα καταγωγής του για οικονομικούς λόγους, έγιναν (και οι δύο ισχυρισμοί) αποδεκτοί, αφού κρίθηκε πως είχε στοιχειοθετηθεί (και στις δύο περιπτώσεις) τόσο η εσωτερική, όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή, περί της κατ’ ισχυρισμό διάκρισης που υπέστη στη χώρα καταγωγής του, λόγω του ότι είναι σιίτης Hazara, δεν έγινε αποδεκτός. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του, ο λειτουργός επεσήμανε σχετικά με αυτό το μέρος του αιτήματός του, ότι ο Αιτητής δήλωσε κατά τη συνέντευξη πως κινδυνεύει στη χώρα καταγωγής του λόγω της εθνοτικής του καταγωγής ως σιίτης Hazara, σημειώνοντας (ωστόσο) ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν τεκμηριώνεται από τις δηλώσεις του, αφού ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να συγκεκριμενοποιήσει τα λεγόμενά του και τα όσα ανέφερε στερούνται εξειδίκευσης και λεπτομέρειας. Συγκεκριμένα, ως κατέγραψε ο λειτουργός, κληθείς ο Αιτητής να περιγράψει τι του συνέβη προσωπικά, απάντησε γενικόλογα περί ότι οι Hazara υφίστανται διάκριση και ότι τους αρνούνται την εκπαίδευση και τις κυβερνητικές θέσεις εργασίας. Ως επίσης παρατηρήθηκε, ούτε ο Αιτητής στοιχειοθέτησε επαρκώς τον ισχυρισμό του περί ότι οι Ταλιμπάν έκαναν επιθέσεις σε σχολεία των Hazara, ενώ ως ίδιος δήλωσε, σταμάτησε τότε το σχολείο, επικαλούμενος πως τον παρότρυναν οι γονείς του να μην συνεχίσει καθότι δεν υπήρχε νόημα αφού δεν θα έβρισκε δουλειά.
Ειδικότερα δε, ο λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής ρωτήθηκε σχετικά με το κατά πόσο ο ίδιος είχε πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη και εύρεση εργασίας στη χώρα του, όπου αποκρίθηκε θετικά, επισημαίνοντας ότι τούτο υποδηλώνει ότι δεν υφίστατο καμία διάκριση στη χώρα του. Παράλληλα, σημείωσε ότι ερωτηθείς σχετικά με την οικογένεια του που ζει στο Αφγανιστάν, ο Αιτητής αναφέρθηκε μόνο σε οικονομικά προβλήματα, καθώς και σε ένα (τυχαίο) περιστατικό απαγωγής για λύτρα του πατέρα του, επισημαίνοντας ότι (σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αιτητή) το εν λόγω συμβάν ήταν στο πλαίσιο της κοινής εγκληματικότητας στη χώρα του. Όσον αφορά τα δύο περιστατικά που ανέφερε ο Αιτητής, όπου του είχαν κάνει έλεγχο οι αρχές των Ταλιμπάν, ο λειτουργός διαπίστωσε πως δεν θεμελιώνεται οιαδήποτε σύνδεση τους με τη φυλετική καταγωγή του Αιτητή. Επεσήμανε δε, ότι ο Αιτητής δεν ανέφερε κανένα περιστατικό προσωπικής στοχοποίησής του, είτε λόγω της φυλετικής του καταγωγής ως Hazara, είτε λόγω του θρησκεύματος του ως σιίτης.
Καταλήγοντας, ο λειτουργός κατέγραψε συμπερασματικά ότι δόθηκε δεόντως η ευκαιρία στον Αιτητή να παραθέσει τους ισχυρισμούς του σε ελεύθερη αφήγηση και επίσης, ακολούθησαν σχετικές ερωτήσεις όπου δόθηκε και πάλι η ευκαιρία στον Αιτητή να εξηγήσει τις όποιες ελλείψεις και κενά διαπιστώθηκαν στα όσα ανέφερε, εντούτοις, ως σημείωσε, η εσωτερική αξιοπιστία του πιο πάνω ισχυρισμού του Αιτητή περί προσωπικής στοχοποίησης του ως είναι σιίτης Hazara δεν θεμελιώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό αναφορά ουσιώδους ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέθεσε σχετικό απόσπασμα από πληροφορίες σε εξωτερικές πηγές, αναφορικά με την αντιμετώπιση των Hazara από το καθεστώς των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν.
Ως εκ των ανωτέρω, λόγω της μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή, στη βάση της μη συγκεκριμενοποίησης των δηλώσεων του, της απουσίας εξειδίκευσης και λεπτομέρειας στην αφήγησή του, την έλλειψη ευλογοφάνειας, καθώς και της γενικής φύσης του ισχυρισμού του, αλλά και λόγω της αμφισβητούμενης (ως προέκυψε από πληροφορίες σε εξωτερικές πηγές) αξιοπιστίας του ισχυρισμού του, ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν έγινε αποδεκτός.
Παρατηρώ περαιτέρω, ότι η αρμόδια αρχή εξέτασε το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, καταλήγοντας ότι από τα όσα ο ίδιος πρόβαλε, δεν διαφαίνεται ότι στο πρόσωπο του συντρέχουν τα απαιτούμενα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής και για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται (εξαντλητικά) στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Παρατηρώ επίσης, ότι η αρμόδια αρχή εξέτασε (συνακόλουθα) το ενδεχόμενο της υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, κρίνοντας με βάση τα δεδομένα που προέκυψαν κατά την αξιολόγηση του κινδύνου και από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του, ότι στην περίπτωσή του, δεν συντρέχει κανένας λόγος παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19, εδάφια (1) και (2), του περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Ως εκ των ανωτέρω, κρίθηκε πως ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και ως εκ τούτου, το εν λόγω αίτημά του απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.
Το γραπτό σημείωμα με τα επισυνημμένα έγγραφα μεταφράστηκαν στoν αιτητή και του δόθηκε χρόνος για να τοποθετηθεί επί του σημειώματος.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση μέσω του γραπτού της σημειώματος αναφέρει πως το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό επιμελώς σε κάθε στάδιο της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας και η απόφαση την οποία αμφισβητεί ο αιτητής κατά την εισήγησή της ήταν αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του Νόμου.
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφερθεί πως η περίπτωση του Αιτητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 6Β, εδάφια (2)(α) και (2)(ββ), του σχετικού Νόμου. To άρθρο 6Β του περί Νομικής Αρωγής Νόμου προβλέπει τα εξής (η υπογράμμιση είναι δική μου):
«Νομική αρωγή σε αιτητές και δικαιούχους διεθνούς προστασίας
6Β. (1) [...]
(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -
(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή
(β) [.], ή
(γ) [.],
υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.».
Στη βάση των προαναφερόμενων προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή του αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας (Νομική αρωγή αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερομηνίας 14/10/2010).
Το Δικαστήριο δε, θα πρέπει να λάβει υπόψη του το δικαίωμα του αιτητή να ακουστεί στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος, αλλά και θα πρέπει περαιτέρω, το Δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιον του, χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 10/2010 ALALI ABDULHAMID, ημερομηνίας 06/05/2010 και Νομική Αρωγή υπ' αρ. 25/2010, ANTHONIA IDAHOR, ημερομηνίας 13/12/2010).
Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να καλείται να αποφασίσει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής που πιθανόν να καταχωρήσει ο αιτητής. Σημειώνεται, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει καταχωριστεί από τον Αιτητή εφόσον το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν αποφασίζει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής (Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερομηνίας 15.7.2009, Baghour και Roud Gad, υπόθ. αρ.7/11 και 8/11, ημερομηνίας 28.3.2011).
Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της νομοθεσίας αλλά και όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, διαπιστώνω τα ακόλουθα. Κρίνω αναγκαίο να αναφέρω ότι σχετικά με τους ισχυρισμούς του αιτητή, η αρμόδια αρχή διαπιστώνεται εκ πρώτης όψεως ότι προέβη στη δέουσα έρευνα προς εξέταση τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής τους αξιοπιστίας, παραπέμποντας επίσης και σε σχετικές πηγές πληροφόρησης.
Από τα ενώπιον μου δεδομένα, διαπιστώνω ότι, εκ πρώτης όψεως, ο αιτητής πράγματι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ουσιώδη ισχυρισμό του περί δυσμενούς διάκρισης, κακομεταχείρισης και στοχοποίησης του ιδίου από τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, εξαιτίας της εθνοτικής και θρησκευτικής του ομάδας (ήτοι, ως σιίτης Hazara) και εκ πρώτης όψεως κρίνεται ως ορθή η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου περί της μη στοιχειοθετηθείσας αξιοπιστίας αυτού.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, όπως τα έχω αναφέρει και πιο πάνω, καταλήγω εκ πρώτης όψεως ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε επιμελώς από την Υπηρεσία Ασύλου και δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε πλημμέλεια εκ μέρους της. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κρίνω εκ πρώτης όψεως πως υπήρξε επαρκώς αιτιολογημένη, περιέχουσα ξεκάθαρα το σκεπτικό και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτήν, είναι δε προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης των δεδομένων και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας.
Ως εκ τούτου, διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο ότι δεν μπορεί ο αιτητής να υπαχθεί σε καθεστώς διεθνούς προστασίας σε συνάρτηση με τις προσωπικές του περιστάσεις όπως και με πληροφορίες από την χώρα καταγωγής του, οι οποίες αντλήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό.
Όπως έχει αποφασιστεί σε διάφορες υποθέσεις (Tamaga Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερ. 15.7.2009, Nacira Baghour και Maged Amin Roud Gad, υπόθ. αρ. 7/11 και 8/11, ημερ. 28.3.2011 και Yahya Ali Ahmad Odeh, υπόθ. αρ. 10/12, ημερ. 28.3.2012), το Δικαστήριο εξετάζοντας τέτοια αίτηση έχει αφενός διακριτική ευχέρεια για την έγκριση ή απόρριψη της, και αφετέρου δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα για την τύχη της ίδιας της προσφυγής μιας και αυτό που εξετάζει είναι αν έχει πραγματικές πιθανότητες να εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του αιτητή.
Επομένως, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, κρίνω στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων πως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή που έχει καταχωρηθεί από τον Αιτητή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Συνεπώς, με δεδομένη τη μη ικανοποίηση της απαραίτητης εκ του Νόμου προϋπόθεσης, η παρούσα αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται χωρίς έξοδα.
Τα έξοδα των μεταφραστών να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο