P. W. B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 2274/2025, 7/7/2026
print
Τίτλος:
P. W. B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 2274/2025, 7/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 2274/2025

07 Ιουλίου, 2026

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

P. W. B.

εκ Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό

Αιτητή

- και -

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Ι. Χαραλάμπους (κα) για ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ & ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής Παρών

Μ. Σταυρινίδου (κα) για διερμηνεία από την Αγγλική στην Ελληνική και αντίστροφα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 05/09/25 (του κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή ζητείται απόφαση του Δικαστηρίου για αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις. 

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 26/05/25, ακολούθως, στις 14/07/25 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή, ακολούθησε έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 28/07/25 και στις 30/07/25 η αίτηση του απορρίφθηκε, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης γίνεται περιγραφή γεγονότων, προσωπικών περιστάσεων και/ή των λόγων που κατ΄ ισχυρισμό οδήγησαν τον Αιτητή να εγκαταλείψει την χώρα του. Περιορίστηκε δε η συνήγορος του Αιτητή κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας και/ή επί των νομικών ισχυρισμών ελλιπούς έρευνας και/ή τη κατ’  ισχυρισμό παράβαση των διατάξεων των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000). Τέλος υποστήριξε ότι λόγω της κατάστασης ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό,

η επιστροφή του στη χώρα του θα τον εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η απορριπτική απόφαση επί της αίτησης ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν, ότι ο Αιτητής κρίθηκε αναξιόπιστος καθώς δεν ήταν σε θέση να θεμελιώσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για υπαγωγή του είτε στο καθεστώς πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί.

 

Αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό παράβαση των διατάξεων των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), το σχετικό άρθρο του Νόμου προνοεί για ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτούντα άσυλο όπου αφορά περιπτώσεις όπου υπάρχουν: «(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας». Όπως προκύπτει δε στο έντυπο «Referral Document for special needs for applicants of international protection» (δυνάμει του Άρθρου 9ΚΔ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) (ερυθρά 8 – 7 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ») δεν αντιμετωπίζεται οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, ούτε καταδείχθηκαν ειδικές ανάγκες υποδοχής. Καταληκτικά δεν καθορίζεται ειδικά οποιαδήποτε σύσταση για παραπομπή. Εξάλλου, Ο Αιτητής κατά το στάδιο της συνέντευξής του, δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε ιατρικό πρόβλημα ή πρόβλημα με την υγεία του, ούτε ότι έχει οιεσδήποτε ειδικές ανάγκες (ερυθρά 36-35 ΔΦ). Αντίθετα δε και με τους ισχυρισμούς της πλευράς του Αιτητή, η μη ρητή ενεργοποίηση του μηχανισμού διαδικαστικών εγγυήσεων δεν συνιστά αυτοτελώς παραβίαση ουσιώδους τύπου ικανή να συμπαρασύρει σε ακύρωση την τελική πράξη. Στην παρούσα περίπτωση, ούτε ο λειτουργός αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως αξιόπιστους, ούτε έκρινε σκόπιμο να παραπεμφθεί ο Αιτητής σε ειδική εξέταση σε ιατρό ή ψυχολόγο, ούτε αυτό εμπόδισε τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης. Ως δε κρίθηκε στην EMMAH ANDOH EVA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 137/2023, 21/5/25 «η λήψη ή μη απόφασης παραπομπής αιτούντος άσυλο προσώπου σε ιατρό και/ή ψυχολόγο, δυνάμει του Άρθρου 15 του Νόμου, συνιστά απόφαση δυνητική, ανήκουσα στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε αρμόδιου λειτουργού και δεν αποτελεί δέσμια υποχρέωση του». Ούτε η συνήγορος του Αιτητή υπέδειξε μέσω τεκμηριωμένων λόγων ακύρωσης και/ή μαρτυρίας κατά πόσο επηρεάστηκαν οι δηλώσεις του κατά την συνέντευξη λόγω δυσχερούς ψυχολογικής και/ή σωματικής κατάστασης και/ή ούτε υποδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και/ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο Αιτητής χρήζει ψυχολογικής ή ψυχιατρικής παρακολούθησης ή νοσηλείας που τυχόν επηρέαζε την αξιολόγηση του αιτήματος του.

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς εργαζόταν ως νοσοκόμος σε νοσοκομείο της Goma. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του,  στις 22/01/25 κατά τη διάρκεια εχθροπραξιών, ο κυβερνήτης έδωσε εντολή στο νοσηλευτικό προσωπικό, να  μην περιθάλπουν όλους τους πολίτες. Ως νοσοκόμοι, συνέχισαν να παρέχουν ιατρική φροντίδα σε όλους παρά την διάκριση που τους ζητήθηκε από τον κυβερνήτη, μεταξύ των ανταρτών και των αμάχων. Επειδή δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν τους αντάρτες από τους πολίτες, στις 23/01/25 ο κυβερνήτης διέταξε κυβερνητικούς στρατιώτες να τους συλλάβουν. Μετά τη σύλληψή τους, σύμφωνα με τον Αιτητή, ο ίδιος θεωρούσε ότι θα τους μετέφεραν στη φυλακή, όμως εν τέλει τους μετέφεραν σε οικία η οποία φρουρείτο. Την επόμενη μέρα, τους επισκέφθηκε κάποιο πρόσωπο από τις μυστικές υπηρεσίες ANR  και κάλεσε τον Αιτητή με το όνομά του, και τον κατηγόρησε ότι είναι συγγενής με ηγέτη των ανταρτών, τον Corneil Naanga, ο οποίος σύμφωνα με τον Αιτητή είναι φίλος του θείου του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι κατηγορήθηκε ακόμα ότι παρείχε πληροφορίες στον Christian Naanga, ο οποίος ήταν φίλος του και ακολούθως τον οδήγησαν εντός της οικίας. Τέλος, ο Αιτητής κατέληξε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του πρώτον λόγω του ότι δε συμμορφώθηκε με τις οδηγίες του κυβερνήτη και γιατί οι μυστικές υπηρεσίες ANR τον κατηγορούν ότι παρέχει πληροφορίες στους αντάρτες για τη πόλη (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 11 ΔΦ).

 

Ο Αιτητής κατά τη συνέντευξή του προέβαλε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, εθνοτικής καταγωγής Lokele και Χριστιανός. Γεννήθηκε στην περιοχή Kinsangani της Περιφέρειας Tshopo και ως τελευταίο τόπο διαμονής του από τον Αύγουστο 2022 δήλωσε την κοινότητα Makala, της περιοχής Funa της πρωτεύουσας Kinshasa. Είναι άγαμος, χωρίς τέκνα, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο κλάδο της νοσηλευτικής, ομιλεί Swahili, Γαλλικά και  Lingala και στη χώρα καταγωγής του εργαζόταν ως νοσηλευτής αρχικά στο νοσοκομείο «General Hospital Mangobo» στη περιοχή Kisangani και ακολούθως από τον Απρίλιο 2024 μέχρι τον Ιανουάριο 2025 εργαζόταν στο νοσοκομείο «Charite Maternele» στη περιοχή Goma. Ανέφερε ότι ο πατέρας του όταν ο ίδιος βρισκόταν σε νεαρή ηλικία, ταξίδεψε προς την Ευρώπη και δεν γνωρίζει που βρίσκεται και η μητέρα του με την οποία διατηρεί επικοινωνία βρίσκεται στη περιοχή Kisangani με τον πατριό του Αιτητή, ανέφερε ότι διαθέτει ετεροθαλή αδέρφια τα οποία επίσης βρίσκονται στη περιοχή Kisangani και ένα θείο ο οποίος βρίσκεται στη Kinshasa. Ως προς τους λόγους που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα επανέλαβε κατ’ ουσία τα όσα κατέγραψε στην αίτηση ασύλου του και επιπρόσθετα ανέφερε ότι κατά την κράτησή του στην οικία όπου μεταφέρθηκε, κατάφερε να δραπετεύσει, μέχρι που έφτασε στο σπίτι του, πήρε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και χρηματικό ποσό για να εγκαταλείψει τη χώρα. Κατά τη διάρκεια των  διευκρινιστικών ερωτημάτων, ο Αιτητής εξήγησε ότι αναφερόμενος σε «αντάρτες» εννοούσε τους στρατιώτες της M23, που δρούσαν στην περιοχή Goma, γνωστοί ως «rebels» (επαναστάτες/αντάρτες). Κληθείς να περιγράψει τα γεγονότα της μέρας της σύλληψής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 23/01/25 προσεγγίστηκε από ορισμένα  και μαζί με άλλα τρία άτομα τους μεταφέρθηκε σε μια μεγάλη οικία, όπου κρατήθηκαν για εφτά μέρες. Διευκρίνισε ότι κατά τη πρώτη μέρα της κράτησής τους υπέστησαν ξυλοδαρμό και αναφορικά με την διαφυγή του, δήλωσε ότι κατέστρεψαν τη πόρτα της οικία και στη συνέχεια τράπηκαν σε φυγή.

 

Από τις απαντήσεις του Αιτητή ο λειτουργός αποδέχθηκε μερικώς τον ισχυρισμό του Αιτητή, που αφορούσε το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τον τόπο τελευταίας διαμονής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, τη περιοχή Makala της περιφέρειας Funa, στη Kinshasa (πρώτος ισχυρισμός), απορρίπτοντας ωστόσο, το μέρος των ισχυρισμών του που αφορά την επαγγελματική του ιδιότητα ως νοσηλευτής καθότι διαπιστώθηκαν ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασυνέπειες και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Σημειώθηκε επί τούτου ως ελλιπής η απάντηση του για τα διαλύματά που αποτελείται ο ενδοφλέβιος ορός, ανεπαρκής στις απαντήσεις του για τις δεξιότητες του ως νοσηλευτής, αναμενόταν να περιγράψει με περισσότερη λεπτομέρεια για τα φάρμακα που χρησιμοποιούσε ως νοσηλευτής (περιορίστηκε μόνο σε τρείς ουσίες παυσίπονα/αναλγητικά), περιέπεσε και σε χρονικές ασυνέπειες και αντιφάσεις για τα έτη και χώρους εργασίας του (ερυθρά 78-75 ΔΦ).  

 

Απορρίφθηκε, όμως, στο σύνολό του και ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή, ήτοι ότι κατηγορήθηκε από την κυβέρνηση ότι περιέθαλπε μέλη των ανταρτών της Μ23. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά με την κατηγορία που του προσάφθηκε υποπίπτοντας σε αντιφάσεις και ασυνέπειες. Κρίθηκε ανεπαρκής ως προς τον τρόπο που οι κρατικές αρχές διώκουν τους νοσηλευτές που περιθάλπουν τους αντάρτες της Μ23, παρατηρήθηκε ασυνέπεια μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή κατά την υποβολή της αίτησής του και των ισχυρισμών που πρόβαλε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του. Ενώ στην αίτηση του ανέφερε ότι οι μυστικές υπηρεσίες τον κατηγορούσαν πως ήταν πληροφοριοδότης των ανταρτών, κατά τη συνέντευξη δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά σε πρόβλημα με τις μυστικές υπηρεσίες και, όταν ερωτήθηκε εάν του είχε συμβεί οτιδήποτε άλλο, απάντησε αρνητικά. Κληθείς να εξηγήσει την ασυνέπεια, δήλωσε ότι το είχε ήδη αναφέρει στην αίτησή του και ότι κατά τη συνέντευξη αισθανόταν συγχυσμένος, χωρίς ωστόσο να παρέχει επαρκή εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Επιπλέον, κρίθηκε ως αντίφαση στις δηλώσεις του σχετικά με τον τελευταίο τόπο διαμονής του πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, αρχικά ανέφερε ότι διέμενε στην πόλη Kinshasa, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι διέμενε στην περιοχή Goma πριν εγκαταλείψει τη χώρα. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έλαβε υπόψη πληροφορίες της χώρας καταγωγής που επιβεβαίωναν τη δράση και παρουσία του Κινήματος Μ23, και άλλων ένοπλων ομάδων, ωστόσο, κρίθηκε ότι οι πληροφορίες αυτές δεν αρκούσαν για να τεκμηριώσουν την προσωπική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή. Συνεπώς, και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω έλλειψης επαρκών λεπτομερειών, συγκεκριμένων πληροφοριών και τεκμηρίωσης (ερυθρά 75-74 ΔΦ).

 

Από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή και των όσων τέθηκαν τόσο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και του Δικαστηρίου υπό μορφή δηλώσεων/εγγράφων επί της ιδιότητας του και του δεύτερου ισχυρισμού του που είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με κατ΄ ισχυρισμό φόβο δίωξης, διαπιστώνω ότι δε θεμελιώνεται η αξιοπιστία του αφηγήματος του. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των όλων των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[1], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Από τις ελλιπέστατες απαντήσεις του, κατά τη διαδικασία της συνέντευξης, διαπιστώνεται ότι δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια και πληροφορίες (βλέπε σχετικά Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131 – Βλέπε επίσης, §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Σε αρκετές διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων δεν ήταν ικανός να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες[2] και υπήρξε αντιφατικός, ενώ αρκετά στοιχεία του φακέλου του προκύπτει αριθμός ανακριβειών που οδηγούν σε έλλειψη αληθοφάνειας του αιτήματος του σε σχέση με τον μελλοντοστραφή κίνδυνο με την επάνοδο στην χώρα του. Ως προκύπτει, πρόσθετα των ευρημάτων και συμπερασμάτων του λειτουργού, ουδόλως προκύπτουν στοιχεία ότι αποτέλεσε στο παρελθόν αντικείμενο δίωξης (αρκούντως σοβαρής) από τις αρχές της χώρας του ούτε θα αποτελεί αντικείμενο ο ίδιος δίωξης με την επιστροφή του. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Μπορεί να αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα, αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του. Αυτά τα στοιχεία εμφανώς δεν ικανοποιούνται ολιστικά από την συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής αφού: (α) υπήρξε ανεπαρκής στις περιγραφές του αναφορικά με την ιδιότητα του ως νοσηλευτής – ισχυρισμός άμεσα συνυφασμένος με τον δεύτερο ισχυρισμό του για δίωξη του από τις αρχές, (β) υπήρξε αντιφατικός στις δηλώσεις του ως καταγράφεται ανωτέρω για τα περιστατικά δίωξης του, (γ) υπάρχει εμφανέστατη ελλιπής περιγραφή για τα περιστατικά της κατηγορίας από τις αρχές ότι δεν υπάκουσε την εντολή του κυβερνήτη να μην περιθάλπει πρόσωπα της ομάδας Μ23, (δ) μη επαρκείς και λεπτομερείς προκύπτουν οι αναφορές του για την σύλληψη, κράτηση και τον τρόπο διαφυγής του. Ούτε θεωρώ ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υποδείχθηκαν επαρκή σημεία επί της συνέντευξης του Αιτητή ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του σε σχέση με την παροχή σε αυτόν προσφυγικού καθεστώτος. Ούτε με βάση τις πρόνοιες της νομοθεσίας μπορεί να ενταχθεί ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας στην χώρα καταγωγής του. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) καθώς ο σχετικός  ισχυρισμός του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος και/ή δεν κατάφερε γενικώς να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής, υπάρχει κίνδυνος δίωξής του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.

 

Ως προς το εάν η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίστατο. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηρίωνε την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να θεωρείτο ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβαλλόταν σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημείωσε ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιωνόταν ότι στην περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν παρατηρούνταν συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων (ερυθρό 71 ΔΦ). Από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ανευρέθηκε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Kinshasa, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της χώρας[3], ενώ από τη βάση δεδομένων ACLED προκύπτει ότι τα περιστατικά  ασφαλείας που αφορούν συνολικά την Kinshasa παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα[4] (ως και τα συμπεράσματα του λειτουργού), έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Εξάλλου, ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία του Αιτητή, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στον τόπο διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.

 

Απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί επί της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή, αφού αυτή διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά τη συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες του, ωστόσο, με τις απαντήσεις του δεν αποδείχθηκε ή τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης ή βλάβης και με την αποδοχή μερικώς του πρώτου ισχυρισμού του. Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503). Η δε επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερ. 24/07/09

[2] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123

[3] War Watch, Geneva Academy, Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, Reporting Period: July 2024 – June 2025 διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un_documents_type/security-council-resolutions/?ctype=Democratic%20Republic%20of%20the%20Congo&cbtype=democratic-republic-of-the-congo , καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html , USAID, Democratic Republic of the Congo – Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο σε διεύθυνση της ιστοσελίδας reliefweb: https://reliefweb.int/report/democratic-republic-congo/democratic-republic-congo-complex-emergency-fact-sheet-3-fiscal-9 και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo

[4] Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 25/06/26) στην περιφέρεια Kinshasa της Λ.Δ.Κ. (τόπος διαμονής του αιτητή), σημειώθηκαν συνολικά 60 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατ' αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 40 ανθρώπινες απώλειες.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο