E.B.R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2338/2024, 23/7/2026
print
Τίτλος:
E.B.R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2338/2024, 23/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 2338/2024

 

23 Ιουλίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

  

E.B.R.

                                                                                                                   Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

....................

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Ζωή Ποντίκη για Χριστίνα Λαζάρου, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Θεοχάρια Παπανικολάου για Νικόλα Κουρσάρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

[Παρούσα η μεταφράστρια κυρία Μαρίνα Κατσατριάν για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε αγγλικά και αντίστροφα].

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 29/03/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:  Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λιβερίας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 12/03/2024 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.  Ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection) από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα.

 

Στις 26/03/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου και στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με την συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, στις 29/03/2024 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του αιτητή.  Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή.  Ακολούθως, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατά τη δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως διατηρεί και προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Κατά την καταγραφή του αιτήματός του ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για να σπουδάσει και να εργαστεί στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να υποστηρίξει την οικογένειά του.  Ωστόσο, δήλωσε πως αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες  και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα έξοδα των σπουδών του (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Λιβερίας, γεννηθείς στην πόλη Gbarnga της επαρχίας Bong και όπως ανέφερε, πριν την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, διέμενε στη Μονρόβια μαζί με τη μητέρα του και τον σύζυγό της. Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Πεντηκοστιανός και ανήκει στην εθνοτική ομάδα Kpelle. Ανέφερε περαιτέρω, ότι δεν γνώρισε τον βιολογικό του πατέρα, καθότι αυτός εγκατέλειψε την οικογένεια πριν από τη γέννησή του, ενώ η μητέρα του τέλεσε δεύτερο γάμο. Ο αιτητής είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί την αγγλική γλώσσα καθώς και τη διάλεκτο Kpelle.

 

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά την ελεύθερη αφήγησή του δήλωσε ότι βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για να σπουδάσει και να εργαστεί και πρόσθεσε πως επιθυμεί να υποστηρίξει την οικογένειά του οικονομικά.  Ο αιτητής επιβεβαίωσε μέσα από απαντήσεις που έδωσε σε ερωτήσεις που του τέθηκαν πως αυτός είναι και ο μοναδικός λόγος που βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία.  Ο αιτητής ανέφερε πως ουδέποτε έχει κρατηθεί ή συλληφθεί στη χώρα καταγωγής του και πρόσθεσε πως σε περίπτωση επιστροφής του οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την είσοδο.  Επιπλέον δήλωσε πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες γιατί στη χώρα του δεν υπάρχουν ευκαιρίες απασχόλησης.

 

Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην Έκθεση - Εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή, ως κατωτέρω: (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή και (2) Για λόγους οικονομικού περιεχομένου

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και το προσκομισθέν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου από τον αιτητή πρωτότυπο διαβατήριο αυτού, εκδοθέν από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, ο οποίος επίσης έχει γίνει αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου αφορά τους οικονομικούς λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.  Ο αιτητής ανέφερε πως εγκατέλειψε τη χώρα του για να εργαστεί και να υποστηρίξει οικονομικά την οικογένεια του και για να σπουδάσει.  Σε περίπτωση επιστροφής του υποστήριξε πως θα αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες.  Αξιολογήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του και κρίθηκε ότι τεκμηριώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του αφηγήματός του.

 

Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών του, ο αρμόδιος λειτουργός σημειώνει πως οι δηλώσεις του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που να επιβεβαιώσουν τα λεγόμενά του. Στη βάση των προαναφερόμενων δεδομένων ο αρμόδιος λειτουργός αποδέχτηκε τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό στο σύνολό του.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς και συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, την δυνατότητα οικονομικής του επιβίωσης σε περίπτωση επιστροφής του και την γενικότερα επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα του και συγκεκριμένα στην ευρύτερη περιοχή που συνιστά την περιοχή καταγωγής του αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. 

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Διαπιστώνω ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, καθόσον έγινε αποδεκτός ο τόπος καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή, οι σχετικές δε δηλώσεις του κρίθηκαν ακριβείς και συμβατές με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.  Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός επίσης έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, εφόσον κρίθηκε αξιόπιστος στις δηλώσεις του ο αιτητής όταν δήλωσε πως βρίσκεται στην Δημοκρατία για να σπουδάσει, να εργαστεί και να αντιμετωπίσει τις οικονομικές του δυσκολίες.  Κατά συνέπεια, οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του αιτητή γίνονται στο σύνολό τους αποδεκτοί.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός του, να προσκομίσει νέα στοιχεία τα οποία πιθανόν να του δημιουργούσαν πρόβλημα σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς.  Ο κατ' ουσίαν έλεγχος που διενεργεί το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν συνεπάγεται υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβεί σε αυτεπάγγελτη αναζήτηση στοιχείων.  Στα πλαίσια του κατ' ουσίαν ελέγχου εξετάζω όλα τα ζητήματα με τον τρόπο που αυτά τίθενται από το συνήγορο του αιτητή χωρίς να υπερβαίνω βεβαίως τα όρια της διοικητικής διαδικασίας.

 

Σε σχέση με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, τους οικονομικού περιεχομένου λόγους, σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες«62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.»

 

Στην πιο πάνω παράγραφο, το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες προβαίνει σε ένα διαχωρισμό μεταξύ μεταναστών και προσφύγων.  Κάποιες φορές ο διαχωρισμός αυτός μπορεί να είναι ασαφής όπως διαπιστώνεται στην παράγραφο 63 του ίδιου εγχειριδίου. Η παρούσα περίπτωση όμως δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία ως προς την ιδιότητα του αιτητή, εφόσον ο ίδιος ο αιτητής ανέφερε πως υπέβαλε αίτημα ασύλου για να παραμείνει νόμιμα στη Δημοκρατία λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει.

 

Όπως έχει κατ’ επανάληψην νομολογηθεί, οι οικονομικοί μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του πρόσφυγα (βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16/7/2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10/2/2012, Irene Ferenko v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21/12/2011).

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Ως αναφέρει το Freedom House (2025) στην έκθεση του αναφορικά με τα γεγονότα του 2024, από τη λήξη του δεύτερου εμφυλίου πολέμου το 2003, η Λιβερία απολαμβάνει δύο δεκαετίες ειρήνης και σταθερότητας, σημειώνοντας σημαντική πρόοδο στην αποκατάσταση της κυβερνητικής ικανότητας, στην επανακαθιέρωση του κράτους δικαίου και στην εξασφάλιση των πολιτικών δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών των πολιτών.[1] Το 2017, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η χώρα γνώρισε ειρηνική μεταβίβαση εξουσίας μεταξύ εκλεγμένων ηγετών, και οι ιδιαίτερα ανταγωνιστικές εκλογές του 2023 οδήγησαν σε άλλη μία δημοκρατική παράδοση εξουσίας στις αρχές του 2024.[2] Ωστόσο, επίμονα προβλήματα παραμένουν, όπως η διαφθορά, η ατιμωρησία, οι πιέσεις στην ελευθερία του Τύπου και η βία κατά των γυναικών.[3]

 

Σύμφωνα με την έκθεση του ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung (2026) που καλύπτει τα γεγονότα από 1 Φεβρουαρίου 2023 έως 31 Ιανουαρίου 2025, οι προσπάθειες του κράτους για τη διατήρηση της τάξης και της ασφάλειας αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς, ενώ οι τοπικοί μηχανισμοί διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαφύλαξη της ασφάλειας.[4] Επίσης, υφίστανται πολλές ανταγωνιστικές εθνοτικές ταυτότητες οι οποίες αποδυναμώνουν την εθνική ταυτότητα της χώρας.[5] Παρότι οι νομικές υπηρεσίες είναι θεωρητικά διαθέσιμες τόσο στις αστικές, όσο και στις αγροτικές περιοχές, είναι δαπανηρές και παρεμποδίζονται από τη διαφθορά.[6] Σε σχέση με τις διαθέσιμες υπηρεσίες, η προαναφερόμενη έκθεση καταγράφει πως εκτός της πρωτεύουσας, οι αποστάσεις ακόμη και προς τα πιο βασικά ιδρύματα υγειονομικής περίθαλψης είναι συχνά μεγάλες, ενώ το φάσμα των διαθέσιμων υπηρεσιών και φαρμάκων περιορίζεται στις βασικές ανάγκες.[7] Το επίσημο ποσοστό ανεργίας μειώθηκε ελαφρώς στο 2,9% κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ωστόσο τα χαμηλά εισοδήματα και η γενική υποαπασχόληση αποτελούν μεγαλύτερες προκλήσεις για την κοινωνική πρόνοια.[8]

 

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 6/07/2026), στην πόλη Monrovia, στην οποία αναμένεται να επιστρέψει ο αιτητής, καταγράφηκαν 12 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 5 θάνατοι.[9] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πόλης Monrovia, σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026, ανέρχεται σε 2,396,360 κατοίκους.[10]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, ενήλικας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του.  Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

  

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς το αίτημα του αιτητή για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος του αιτητή, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή. 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Freedom House, Freedom in the World 2025: Liberia, https://freedomhouse.org/country/liberia/freedom-world/2025

[2] Freedom House, Freedom in the World 2025: Liberia, https://freedomhouse.org/country/liberia/freedom-world/2025

[3] Freedom House, Freedom in the World 2025: Liberia, https://freedomhouse.org/country/liberia/freedom-world/2025

[4] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report — Liberia. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_LBR.pdf, σελ. 7

[5] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report — Liberia. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_LBR.pdf, σελ. 7

[6] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report — Liberia. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_LBR.pdf, σελ. 7

[7] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report — Liberia. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_LBR.pdf, σελ. 21

[8] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report — Liberia. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_LBR.pdf, σελ. 22

[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Liberia, Events/Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer

[10] World Population Review – Liberia – Monrovia, https://worldpopulationreview.com/cities/liberia/monrovia


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο