ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
31 Ιουλίου 2026
[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.K.J.I. από τη Δημοκρατία του Μπουρούντι
τώρα στη Λευκωσία
Αιτήτρια
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Αιτήτρια παρίσταται αυτοπροσώπως.
Νικόλαος Νικολάου, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Ζ. Αγαπίου, Διερμηνέας, παρούσα για πιστή μετάφραση από την Ελληνική στη Γαλλική και αντίστροφα.
Α Π Ο Φ Α ΣΗ
Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 15/09/2025, η οποία της κοινοποιήθηκε την 03/10/2025 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά της για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής Δ.Φ.) που βρίσκονται ενώπιόν μου, η Αιτήτρια, υπήκοος Δημοκρατίας του Μπουρούντι υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας την 17/03/2023, η οποία καταχωρίστηκε αυθημερόν, από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα (ερ. 3-1 και 10 του Δ.Φ.).
Στις 28/07/2025 πραγματοποιήθηκε η πρωτοβάθμια συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (εφεξής EUAA), προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία (ερ. 54- 35 Δ.Φ).
Στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός στις 22/08/2025 συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας (ερ. 100-80 Δ.Φ.).
Στις 15/09/2025, η δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και την επιστροφή της στην χώρα καταγωγής της (ερ. 101 Δ.Φ.).
Ακολούθως, στις 03/10/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασης, σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια αυθημερόν (ερ. 103 Δ.Φ.).
Στις 06/10/2025, η Αιτήτρια καταχώρισε αυτοπροσώπως την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ
Εκ προοιμίου, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια, στο πλαίσιο του εισαγωγικού δικογράφου της παρούσας διαδικασίας που υπέβαλε αυτοπροσώπως, καταγράφει στην αγγλική γλώσσα πως κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξής της δεν έγιναν δεκτά από τον αρμόδιο λειτουργό τα αποδεικτικά έγγραφα που επιθυμούσε να προσκομίσει, ως μη απαραίτητα, και πως οι συνθήκες διεξαγωγής της συνέντευξης δεν πληρούσαν τα εχέγγυα μιας δίκαιης και ολοκληρωμένης ακρόασης, και κατά συνέπεια παραβιάστηκαν οι κατά νόμο προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις. Ως προς τους ουσιώδεις λόγους για τους οποίους προσφεύγει κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια δήλωσε πως φοβάται πως θα υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής της στο Μπουρούντι, στη βάση του σεξουαλικού της προσανατολισμού, καθώς η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται και διώκεται στην χώρα καταγωγής της και η ενδεχόμενη επιστροφή της θα την έθετε σε κίνδυνο να υποστεί βλάβη ή απάνθρωπη μεταχείριση. Περαιτέρω, δήλωσε πως αιτείται είτε να της χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας, είτε να επανεξεταστεί στην ουσία η υπόθεσή της με δίκαιους όρους (ερ. 138 Δ.Φ.). Κατά την προσφυγή της η Αιτήτρια κατέθεσε, δυνάμει της από 06/10/2025 Ενόρκου Δηλώσεως, έξι (6) σελίδες στιγμιότυπων οθόνης που περιέχουν άρθρα από την πηγή του δημοσιογραφικού πρακτορείου του Reuters αναρτημένα στο διαδίκτυο και/ή σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ερ. 146 και ερ. 145-140 Δ.Φ.). Ένα εκ των άρθρων αναφέρει ως ημερομηνία δημοσίευσης την 30 Δεκεμβρίου 2023 και αφορά την δήλωση του Προέδρου του Μπουρούντι, Ndayishimiye που υποκινεί τους πολίτες να προβούν σε βία δια λιθοβολισμού ενάντια σε άτομα που ανήκουν στην κοινότητα των ΛΟΑΤΚΙ. (Reuters- ερ. 144- 141 Δ.Φ.).
Ωστόσο, δεδομένου του γεγονότος ότι η Αιτήτρια εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου άνευ συνηγόρου, προσωπικά, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωσή της. Αυτό συνεπάγεται ότι η Αιτήτρια δεν είναι υποχρεωμένη να θέσει με την προσφυγή της τα νομικά σημεία επί των οποίων αυτή στηρίζεται και να τα αιτιολογήσει πλήρως.
Στη συνέχεια, ενώπιον του Δικαστηρίου, με την προφορική της αγόρευση, η οποία έλαβε χώρα στις 03/04/2026, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού και του γεγονότος ότι διατηρούσε σχέση με την κόρη ενός συνταγματάρχη, φοβάται πως, εάν επιστρέψει στην χώρα καταγωγής της, είτε θα την σκοτώσουν, είτε θα φυλακιστεί. Πρόσθεσε, επίσης, πως είχε λάβει και κλήση από την αστυνομία και εξ αυτού του λόγου φοβήθηκε και έφυγε από την χώρα της. Ερωτηθείσα γιατί δεν την κατέθεσε νωρίτερα ως τεκμήριο, η Αιτήτρια απάντησε πως της ειπώθηκε από τον λειτουργό πως δεν ήταν απαραίτητο να την καταθέσει. [σ.σ. Η Αιτήτρια φέρεται να έχει αναφέρει στην ελεύθερη αφήγησή της ότι εκδόθηκε κλήση προς εμφάνιση εναντίον της στις 18/02/2023 (βλ. ερ. 44 1χ Δ.Φ.). Περαιτέρω, σημειώνεται πως στο ερ. 37 1χ του Δ.Φ. η Αιτήτρια ερωτάται πότε εκδόθηκε αυτή η κλήση προς εμφάνιση, απαντάει την 18/01/2023, με κατηγορία για συμμετοχή στην ομάδα του Rainbow Candlelight και ερωτηθείσα εάν έλαβε ποτέ ιδιοχείρως την κλήση αυτή, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά, καθώς είχε φύγει από το σπίτι της προκειμένου να μην συλληφθεί].
Οι Καθ’ ων η Αίτηση μέσω της ένστασής τους αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ορθή, σύμφωνη με τις νομοθετημένες διατάξεις και της αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, δεόντως και/ή επαρκώς αιτιολογημένη και προϊόν ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους ίδιους, υποστηρίζουν δε ότι η επίδικη απόφαση ελήφθη κατόπιν διεξαγωγής δέουσας έρευνας, αφού εξετάσθηκαν όλα τα στοιχεία και γεγονότα της υπόθεσης. [σ.σ. ο συνήγορος των καθ’ ων εντοπίζει ότι στην ερώτηση εάν έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εις βάρος της, η Αιτήτρια είχε απαντήσει αρνητικά στον λειτουργό (ερ. 37 3χ Δ.Φ.). Ωστόσο η Αιτήτρια δεν φέρεται να έχει κάνει αναφορά σε ένταλμα σύλληψης, παρά μόνο σε μια κλήση προς εμφάνιση (“convocation letter”) και όχι σε “arrest warrant”]
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων η Αιτήτρια δήλωσε τόσο με την αίτηση της για διεθνή προστασία όσο και κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλει με την παρούσα Προσφυγή.
Κατά τo στάδιο υποβολής του αιτήματός της για διεθνή προστασία στις 17/03/2023, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, η Αιτήτρια κατέγραψε πως εγκατέλειψε το Μπουρούντι επειδή δεν ένιωθε ασφαλής, λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, προσθέτοντας πως αυτοπροσδιορίζεται ως ομοφυλόφυλη και τα άτομα σαν την ίδια απειλούνται στην χώρα καταγωγής της (ερυθρό 1 του «Δ.Φ.»).
Αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε υπήκοος Δημοκρατίας του Μπουρούντι, γεννηθείσα στην Musaga Bujumbura την 03/10/2002, ομιλεί γαλλικά, είναι άγαμη, και ως προς το θρήσκευμα Χριστιανή (ερ. 3 Δ.Φ.).
Εν συνεχεία, την 20/03/2023 διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας της Αιτήτριας, από αρμόδιο λειτουργό της EUAA, μέσα από σχετική συνέντευξη. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αυτής, η Αιτήτρια δήλωσε πως αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού, σημειώνοντας πως ο Πρόεδρος της χώρας έχει δηλώσει πως τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα δεν έχουν θέση στην χώρα, διώκονται με φυλάκιση. Ως προς την ίδια, δήλωσε πως έχει δεχθεί απειλές για βασανιστήρια και απειλές κατά της ζωής της από την οικογένεια της συντρόφου της, διευκρινίζοντας πως δεν υπέστη σωματική βία πριν αναχωρήσει από την χώρα της (ερ. 23-21 Δ.Φ.).
Στο σχετικό πεδίο του εντύπου αξιολόγησης ευαλωτότητας και ειδικών συνθηκών υποδοχής, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι η περίπτωση της ευαλωτότητας της Αιτήτριας άπτεται της των κατηγοριών των προσώπων που έχουν υποστεί ψυχολογική/συναισθηματική βία (απειλές) και των προσώπων που προσδιορίζονται ως ανήκοντα στην ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα (ερ. 19 Δ.Φ.). Σημείωσε δε ως χαμηλή την πιθανότητα συνδρομής σοβαρού κινδύνου για την προσωπική ασφάλειά της (ερ. 23 Δ.Φ.).
Η Αιτήτρια, κατά την διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης την 28/07/2025 επιβεβαίωσε τα προσωπικά στοιχεία που είχε καταγράψει κατά το στάδιο της υποβολής, και επιπλέον δήλωσε πως μητρική της γλώσσα είναι τα Kirundi ενώ επιπλέον ομιλεί μέτρια τα αγγλικά και τα Swahili, ανήκει στην φυλή των Tutsi και έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. (ερ. 49 Δ.Φ.). Ως προς την οικογένειά της δήλωσε πως έχει τρεις αδελφές και την μητέρα της που ζουν στη Musaga, ενώ ο πατέρας της απεβίωσε το 2014 από φυσικά αίτια. Δήλωσε πως διατηρεί καλή επικοινωνία με τα μέλη της οικογένειάς της, όπως και με την νονά της στην Ngagara (ερ. 51 2χ, 3χ και ερ. 50 1χ, 2χ Δ.Φ.). Ως προς την επαγγελματική της απασχόληση, η Αιτήτρια δήλωσε πως εργαζόταν σε φαρμακείο από το 2021 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2023 που εγκατέλειψε το Μπουρούντι, ενώ διαθέτει επίσης πιστοποίηση ως ακτιβίστρια από συνέδρια ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων που παρακολούθησε (ερ. 48 1χ, 2χ Δ.Φ.). Η περιοχή Kajaga όπου διέμενε με την οικογένειά της από το 2017 μέχρι και το 2023 αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της στην χώρα καταγωγής της. Εγκατέλειψε δε το Μπουρούντι την 03/02/2023 και έφτασε στις μη ελεγχόμενες από την κυπριακή κυβέρνηση περιοχές στις 04/02/2023, ενώ στις 28/02/2023 εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία, δηλώνοντας πως δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα κατά την έξοδό της από την χώρα ούτε κατά την διάρκεια του ταξιδιού της (ερ. 47 και 46 2χ Δ.Φ.).
Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, και ειδικότερα κατά την ελεύθερη αφήγηση της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού και ειδικότερα εξαιτίας της σχέσης που είχε συνάψει από τον Μάιο του 2019 με μια φίλη της, την οποία επεδίωκαν να κρατούν κρυφή, λόγω του ότι οι ομόφυλες σχέσεις διώκονται βάσει νόμου στο Μπουρούντι (ερ. 46 και ερ. 45 1χ-2χ Δ.Φ.). Όταν, στη συνέχεια, ανακάλυψαν την οργάνωση Rainbow Candlelight που ενδυνάμωνε τα άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, αποφάσισαν να συμμετάσχουν μαζί με την φίλη της και παρακολούθησαν σεμινάρια, από τα οποία έλαβαν πιστοποιητικό τον Σεπτέμβριο του 2021. Όπως περιέγραψε η Αιτήτρια, ο πατέρας της φίλης της, ο οποίος ήταν συνταγματάρχης, παρατήρησε το πιστοποιητικό από την Rainbow Candlelight που είχε η κόρη του στο δωμάτιό της και μέσω πιέσεων, την ανάγκασε να παραδεχτεί ότι διατηρούσε ομόφυλη σχέση. Έτσι, ανακαλύπτοντας πως η Αιτήτρια ήταν η σύντροφος της κόρης του, ο πατέρας της φίλης της απείλησε την Αιτήτρια ότι θα το μετανιώσει που σύστησε στην κόρη του εκείνη την οργάνωση (ερ. 45 3χ- 5χ Δ.Φ.). Μία εβδομάδα μετά, η Αιτήτρια ανέφερε πως, καθώς πήγαινε στην νυχτερινή βάρδια στο φαρμακείο όπου έκανε την πρακτική της, δέχθηκε επίθεση από άγνωστα άτομα και κατέληξε όμηρος σε άγνωστη τοποθεσία, κατόπιν εντολής του συνταγματάρχη. Κατόρθωσε να αποδράσει την επόμενη ημέρα με την βοήθεια του ενός φύλακα, που έτυχε να είναι φίλος της. Όταν η αστυνομία κατηγόρησε και συνέλαβε και την μητέρα της για υπόθαλψη ομοφυλόφιλου ατόμου, η Αιτήτρια μετέβη στην νονά της όπου λίγες ημέρες αργότερα έμαθε ότι εστάλη κλήση προς εμφάνιση στο σπίτι της με ημερομηνία 18/01/2023 και κατηγορία συμμετοχής στην οργάνωση Rainbow Candlelight. Τότε η μητέρα της αντιλήφθηκε την σοβαρότητα των κατηγοριών και βοήθησε την Αιτήτρια να διαφύγει από την χώρα (ερ. 45 6χ-7χ και ερ. 44 1χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον μελλοντικό φόβο δίωξης, η Αιτήτρια δήλωσε πως σε περίπτωση επιστροφής της στο Μπουρούντι, θα έχανε την ζωή της ή θα φυλακιζόταν, στη βάση των εξαγγελιών του Προέδρου της χώρας της από τις 21/09/2023 που παρότρυνε τους πολίτες να θανατώνουν δια λιθοβολισμού τα άτομα που εντοπίζουν ως ομοφυλόφιλα (ερ. 44 2χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον χρόνο συνειδητοποίησης της σεξουαλικότητάς της, η Αιτήτρια δήλωσε πως συνέβη όταν ήταν 14 ετών, όταν διαπίστωσε ότι αισθανόταν διαφορετικά με τα κορίτσια από ό,τι με τα αγόρια και δεν ενδιαφερόταν να συνάψει σχέση με αγόρι, συμπληρώνοντας πως τα συναισθήματα που της προξενούνταν αφορούσαν κυρίως την ανάγκη να κρυφτεί, ενώ όταν αισθάνθηκε έλξη προς την φίλη της, κυριάρχησε το συναίσθημα της ντροπής, λόγω του ότι μεγάλωνε σε μια προτεσταντική οικογένεια όπου οι ομόφυλες σχέσεις δεν ήταν αποδεκτές (ερ. 43 1χ-2χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με την αποκάλυψη του προσανατολισμού της, η Αιτήτρια δήλωσε πως το μοιράστηκε πρώτα με την φίλη της σε ηλικία 17 ετών, το 2019 και έπειτα με την μητέρα της. Πρόσθεσε δε, πως η συνειδητοποίηση του σεξουαλικού της προσανατολισμού επηρέασε την συμπεριφορά της ως προς το ότι δεν αισθανόταν ελεύθερη να εκφραστεί, δεν μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά της και να ζήσει όπως επιθυμούσε, αντίθετα, προσπαθούσε να σταματήσει τα συναισθήματά της, λόγω του ότι η ομοφυλοφιλία προσλαμβάνεται ως αμαρτία από την κοινωνία (ερ. 43 2χ-3χ Δ.Φ.).
Ερωτηθείσα σχετικά με την σχέση της, η Αιτήτρια περιέγραψε πως διήρκεσε από το 2019 μέχρι τον Δεκέμβριο 2022-Ιανουάριο 2023 οπότε ο πατέρας της φίλης της ανακάλυψε την σχέση τους, εξηγώντας πως δεν μπορούσαν να ευχαριστηθούν ούτε να εκφράσουν ελεύθερα την σχέση τους πριν γνωριστούν με τα άτομα της Rainbow Candlelight, τα οποία τις ενδυνάμωσαν και τις κινητοποίησαν. Μέχρι τότε βρίσκονταν κυρίως στα σπίτια τους, χωρίς να γνωρίζουν οι γονείς τους ότι διατηρούν δεσμό, και σύχναζαν στο μπαρ The mith House που φιλοξενούσε κατά κύριο λόγο άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας (ερ. 42 1χ-3χ Δ.Φ.). Σχετικά με την κατάληξη της σχέσης, η Αιτήτρια δήλωσε πως, μετά το τηλεφώνημα που δέχτηκε από τον πατέρα της φίλης της, φοβήθηκε τόσο που σταμάτησε για ένα διάστημα να πηγαίνει στην δουλειά. Όταν, δε, συνήλθε και ξεκίνησε να βγαίνει έξω, προσπάθησε να καλέσει την φίλη της αλλά δεν την βρήκε (ερ. 42 2χ Δ.Φ.). Ερωτηθείσα σχετικά με την εξέλιξη της σχέσης, η Αιτήτρια περιέγραψε τον χαρακτήρα της φίλης της και το ότι αισθανόταν πλήρης και ασφαλής μαζί της, ότι η σχέση παρέμεινε κρυφή εκ των πραγμάτων γιατί, λόγω της απαγόρευσης, ο κόσμος δύσκολα υποψιάζεται ότι δύο άτομα μπορεί να βρίσκονται σε ομόφυλη σχέση, και εξήγησε ότι αισθάνθηκαν πως η σχέση τους απέκτησε νόημα όταν γνωρίστηκαν με άτομα της οργάνωσης Rainbow Candlelight και αντιλήφθηκαν ότι υπήρχαν κι άλλα άτομα όπως οι ίδιες (ερ. 42 3χ και 41 1χ Δ.Φ.).
Ως προς τον κοινωνικό στιγματισμό που η ομοφυλοφιλία συνεπάγεται στο Μπουρούντι, η Αιτήτρια δήλωσε πως η χριστιανική κοινωνία αντιλαμβάνεται την ομοφυλοφιλία σαν κάτι σατανικό και ως αμαρτία, πιστεύοντας πως τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αξίζουν τον θάνατο. Πρόσθεσε πως η μητέρα της, μόλις της το αποκάλυψε, σταμάτησε να της μιλάει αρχικά, ωστόσο στη συνέχεια την αποδέχτηκε, λέγοντας πως η Αιτήτρια είναι το παιδί της και δεν μπορεί να την αλλάξει (ερ. 41 2χ Δ.Φ). Σχετικά με την αντιμετώπιση που είχε από την κοινωνία, η Αιτήτρια υποστήριξε πως οι φίλοι της απομακρύνθηκαν, ενώ περαιτέρω υπέστη διακριτική μεταχείριση και στον χώρο εργασίας της, όπου, αφού οι συνάδελφοί της διαπίστωσαν μέσω του προφίλ της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (facebook) ότι ανήκει στην Rainbow Candlelight, την απέφευγαν κατά το διάλειμμα, διέσπειραν φήμες για εκείνη και την χλεύαζαν (ερ. 41 3χ και 40 1χ Δ.Φ.). Σε επόμενες ερωτήσεις του λειτουργού σχετικά με το προφίλ της στο facebook, το περιεχόμενό του και τον τρόπο με το οποίο οι συνάδελφοί της έμαθαν ότι σχετίζεται με την ΛΟΑΤΚΙ οργάνωση, η Αιτήτρια απάντησε πως, ως ακτιβίστρια της οργάνωσης, μοιραζόταν ιστορίες από έναν ανώνυμο λογαριασμό στο facebook και από τον προσωπικό της λογαριασμό στο whatsapp και πως οι συνάδελφοί της το αντιλήφθηκαν από τον λογαριασμό της στο whatsapp. Επισημαίνοντας την ασυνέπεια μεταξύ του ισχυρισμού ότι την ανακάλυψαν μέσω του facebook και του ισχυρισμού ότι το διαπίστωσαν μέσω του whatsapp, η Αιτήτρια αρνήθηκε ότι δήλωσε πως την ανακάλυψαν μέσω του προφίλ της στο facebook, υποστηρίζοντας πως εξ αρχής είχε δηλώσει το whatsapp (ερ. 39 1χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με την βλάβη που ισχυρίστηκε ότι υπέστη στην χώρα της, η Αιτήτρια περιέγραψε το περιστατικό στις 15/01/2023 κατά το οποίο, γυρνώντας σπίτι της από την δουλειά, κατά τις 10 μ.μ., αφού κατέβηκε από το λεωφορείο, δέχτηκε χτύπημα («one person slapped me») και έπεσε κάτω, διακρίνοντας δύο φιγούρες πριν χάσει τις αισθήσεις της. Όταν τις ανέκτησε, βρισκόταν σε ένα ημιτελές οίκημα, ανεπίπλωτο, χωρίς πόρτες και παράθυρα, στρωμένο με τσιμέντο, με μόνη πηγή φωτός ένα κερί. Κατά τη διάρκεια της νύχτας της εξαπέλυαν λεκτικές προσβολές, την έφτυναν στο πρόσωπο, χαρακτηρίζοντάς την διάβολο και στη συνέχεια, ο πατέρας της φίλης της κάλεσε το ένα άτομο και, μέσω ανοιχτής ακρόασης απηύθυνε απειλές προς την Αιτήτρια, λέγοντας πως θα πραγματοποιήσει αυτό που της είχε πει, ώστε να παύσει να διατηρεί δεσμό με την κόρη του (ερ. 39 2χ-3χ Δ.Φ.). Συμπλήρωσε πως κρατήθηκε εκεί για μια νύχτα, την οποία πέρασε γονατιστή και δεμένη πισθάγκωνα, ενώ την επόμενη ημέρα της είχαν πει πως θα έρθει κάποιος να τερματίσει την ζωή της. Ερωτηθείσα εάν δέχθηκε σωματική βία ή κακοποίηση κατά την κράτησή της, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας πως δεν το κατήγγειλε στην αστυνομία το γεγονός, καθώς είχε στοχοποιηθεί από συνταγματάρχη και δεν πίστευε ότι θα την βοηθούσαν, λόγω διαφθοράς (ερ. 38 Δ.Φ.). Ως προς την απόδρασή της, η Αιτήτρια περιέγραψε πως την επόμενη ημέρα, το άτομο που ήρθε τύχαινε να είναι γνωστός της, την λυπήθηκε και την άφησε να φύγει. Ζητηθείσα να εξηγήσει γιατί νωρίτερα είχε δηλώσει πως τα δύο άτομα αντικαταστάθηκαν από άλλα άτομα την επόμενη ημέρα, ενώ έπειτα δήλωσε πως ο γνωστός της ήταν μόνος του, η Αιτήτρια απάντησε πως ουδέποτε ανέφερε περισσότερα του ενός άτομα (ερ. 38 3χ Δ.Φ.)
Ως προς την κλήση προς εμφάνιση (convocation letter) που δήλωσε ότι εκδόθηκε από την αστυνομία, η Αιτήτρια διευκρίνισε πως εκδόθηκε στις 18/01/2023 με την κατηγορία της συμμετοχής της στην οργάνωση, προσθέτοντας πως δεν την έλαβε ποτέ στα χέρια της, γιατί δεν βρισκόταν σπίτι, φοβούμενη μην συλληφθεί ή σκοτωθεί. Στο μεταξύ, όπως δήλωσε, κατά την απελευθέρωσή της στις 16/01/2023, μετά την απαγωγή της, διαπίστωσε πως η μητέρα της είχε συλληφθεί με την κατηγορία ότι υπέθαλπε ομοφυλόφιλο άτομο χωρίς να το καταγγείλει στην αστυνομία, ωστόσο την άφησαν στις 17/01/2023, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων (ερ. 37 Δ.Φ.).
Αναφορικά με την οργάνωση Rainbow Candlelight, η Αιτήτρια δήλωσε πως την ανακάλυψε μέσω του facebook και πως ο ρόλος που ανέλαβε στην οργάνωση ήταν να κινητοποιεί και να ενδυναμώνει άτομα της κοινότητας σε ανώνυμη σφαίρα, προωθώντας ζητήματα υγείας και ενημερώνοντας τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα ότι δεν είναι μόνα τους. Συγκεκριμένα, εξήγησε πως δημιουργούσε περιεχόμενο για σεμινάρια, μαζί με άλλα μέλη και ερωτηθείσα να εξειδικεύσει το περιεχόμενο που διαμόρφωνε, επανέλαβε πως εργαζόταν με άλλα μέλη και πως έγραφε πώς να προστατεύονται τα άτομα από τον ιό HIV, πώς να διαχειρίζονται τις διακρίσεις και να αισθάνονται περήφανα (ερ. 37 και ερ 36 1χ-2χ Δ.Φ.).
Σχετικά, επίσης, με την εναλλακτική επιλογή της εσωτερικής μετεγκατάστασης, η Αιτήτρια δήλωσε πως δεν θα μπορούσε να μετοικήσει μόνη της σε άλλη πόλη, για παράδειγμα στο Ngozi, καθώς δεν είναι παντρεμένη και ο πατέρας της φίλης της είναι συνταγματάρχης. Εξήγησε πως το Μπουρούντι είναι μια μικρή χώρα και όλα γίνονται εύκολα γνωστά και μπορεί να την εντοπίσουν γρήγορα (ερ. 36 3χ Δ.Φ.).
Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης της Αιτήτριας και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε τέσσερις (4) ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, το προφίλ και την χώρα καταγωγής και τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της, ο δεύτερος αφορούσε τον ισχυρισμό ότι είναι ομοφυλόφιλη, ο τρίτος αφορούσε τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια δέχθηκε επίθεση και απήχθη από άγνωστα άτομα και ο τέταρτος την ενεργό συμμετοχή της Αιτήτριας στην οργάνωση Rainbow Candlelight για ΛΟΑΤΚΙ άτομα (ερ. 98 Δ.Φ.).
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως η Αιτήτρια απάντησε με ακρίβεια και παρείχε επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητά της, την χώρα της, το προφίλ της και τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έλαβε υπόψιν το πρωτότυπο διαβατήριο που προσκόμισε η Αιτήτρια, καθώς και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις της σχετικά με τα προσωπικά της στοιχεία, την φυλή της όπως και τους διαδοχικής διαμονής της στο Μπουρούντι. Συμπερασματικά, ο λειτουργός κατέληξε ότι στοιχειοθετείται η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός που αφορά στα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ της Αιτήτριας γίνεται αποδεκτός (ερ. 96 του Δ.Φ.).
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά στον σεξουαλικό προσανατολισμό της Αιτήτριας ως ομοφυλόφιλης, ο λειτουργός ακολούθησε το ειδικό ερωτηματολόγιο DSSH Model, το οποίο υιοθετείται τόσο από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) όσο και από την EUAA κατά την εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας που αφορούν στον σεξουαλικό προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου. Το εν λόγω μοντέλο είναι ειδικά διαμορφωμένο για άτομα που ανήκουν στην ομάδα LGBTQI+ και στηρίζεται στο ότι τα χαρακτηριστικά της διαφορετικότητας (difference), στίγματος (stigma), ντροπής (shame) και βλάβης (harm) απαντώνται στην μεγάλη πλειοψηφία των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων σε κάποιο βαθμό. Στη συνέχεια, ο λειτουργός παρέθεσε τον ορισμό του σεξουαλικού προσανατολισμού όπως διατυπώνεται στις Αρχές της Yogyakarta (Yogyakarta Principles).
Αναφορικά με την διαφορετικότητα, ο λειτουργός σημείωσε πως η Αιτήτρια περιέγραψε με ασαφή και μη λεπτομερή τρόπο την διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού, χωρίς να παράσχει πληροφορίες από συγκεκριμένα περιστατικά ή εμπειρίες προς επίρρωση των δηλώσεών της, ενώ επέμεινε σε απαντήσεις που στερούνται του αναμενόμενου από ένα μορφωμένο άτομο επιπέδου εξειδίκευσης και συνοχής. Εξίσου έλλειψη λεπτομερειών παρατηρεί ο λειτουργός ως προς τα συναισθήματα που δήλωσε η Αιτήτρια ότι της προκάλεσε η εσωτερική αυτή συνειδητοποίηση, σημειώνοντας πως η Αιτήτρια απάντησε μερικώς στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, με μειωμένο βαθμό εξειδίκευσης, λεπτομέρειας και συνοχής ως προς κομβικές στιγμές της ζωής της, όπως φιλίες, ερωτικές έλξεις ή κοινωνικές προσδοκίες, ενώ ευλόγως θα αναμενόταν να είναι σε θέση να εξειδικεύσει σκέψεις, συναισθήματα και εμπειρίες, δεδομένων των ισχυρισμών της ότι η συνειδητοποίηση και αποδοχή του προσανατολισμού της έγινε σε νεαρή ηλικία (ερ. 94-93 Δ.Φ).
Αναφορικά με το στίγμα και την ντροπή, ο λειτουργός έκρινε πως η Αιτήτρια αναφέρθηκε με σαφήνεια στον τρόπο που η κοινωνία και το κράτος αντιμετωπίζει τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, όπως και στον φόβο που την διακατείχε σχετικά με το να αποκαλύψει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Ο λειτουργός, περαιτέρω, σημείωσε πως, ως προς την ντροπή που αισθανόταν αναφορικά με την ομόφυλη σχέση της, η Αιτήτρια δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες από περιστατικά, ενώ οι εξηγήσεις που έδινε σχετικά με την ντροπή ή τον φόβο που αισθανόταν, αξιολογήθηκαν ως επαναλαμβανόμενου και όχι πληροφοριακού χαρακτήρα. Ως προς την πορεία και την εξέλιξη της σχέσης της, ο λειτουργός υποστηρίζει πως η Αιτήτρια παρείχε χρονική ακολουθία γεγονότων, όπως και συγκεκριμένα γεγονότα και τοπόσημα (το μπαρ όπου βρίσκονταν, την οργάνωση στην οποία συμμετείχαν), ωστόσο οι πληροφορίες δεν κρίθηκαν επαρκώς λεπτομερείς. Τέλος, ως προς το βίωμα του κοινωνικού στιγματισμού, ο λειτουργός έκρινε πως η Αιτήτρια απάντησε μεν στις ερωτήσεις, ωστόσο οι απαντήσεις της αναπτύχθηκαν μερικώς και χαρακτηρίζονταν από έλλειψη εξειδίκευσης και συνοχής. Επιπλέον, ο λειτουργός κατέγραψε αντιφάσεις στα λεγόμενα της Αιτήτριας, η οποία δεν κατόρθωσε να αποσαφηνίσει εάν η διακριτική μεταχείριση που βίωνε από τους συναδέλφους και τους φίλους της συνδεόταν με την αποκάλυψη του σεξουαλικού της προσανατολισμού και τη συσχέτισή της με την ΛΟΑΤΚΙ οργάνωση και εάν η αποκάλυψη έγινε μέσω του προφίλ της στο facebook ή μέσω του Whatsapp,όπως δήλωσε στη συνέχεια (ερ. 92-91 Δ.Φ.).
Αναφορικά με την βλάβη, ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώνει πως οι απειλές που αναφέρει η Αιτήτρια ότι δέχθηκε από τον πατέρα της φίλης της, στερούνται λεπτομερειών και εξειδίκευσης, όπως αντίστοιχα και οι ισχυρισμοί της περί της απαγωγής της από άτομα σχετιζόμενα με τον συνταγματάρχη πατέρα της φίλης της. Κρίθηκε επίσης ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε καμία λεπτομέρεια σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η μητέρα της συνελήφθη εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Επιπρόσθετα, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας πως η κλήση της αστυνομίας αφορούσε μόνο την συμμετοχή της στην ΛΟΑΤΚΙ οργάνωση, δεν συνάδει και βρίσκεται σε ασυνέπεια με τον ισχυρισμό ότι μία ημέρα πριν την έκδοση της κλήσης προς εμφάνιση (18/01/2023) η μητέρα της είχε συλληφθεί με την κατηγορία ότι η κόρη της ήταν ομοφυλόφιλη. (ερ. 91-90 Δ.Φ.).
Περαιτέρω, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός σημειώνει ότι η φύση των ισχυρισμών της Αιτήτριας είναι εγγενώς υποκειμενική, κατόρθωσε ωστόσο να εντοπίσει σχετικές εξωτερικές πηγές, οι οποίες επαληθεύουν τις δηλώσεις της Αιτήτριας. Προς τον σκοπό αυτόν, παρέθεσε γενικές πληροφορίες από το Human Dignity Trust που επιβεβαιώνει πως το Μπουρούντι ποινικοποιεί τις ομόφυλες σχέσεις επιβάλλοντας ποινή διετούς φυλάκισης και πρόστιμο, συμπληρώνοντας πως υπάρχουν ενδείξεις για την πρακτική εφαρμογή και ισχύ του νόμου όπως και για το γεγονός ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα υφίστανται συστηματικά διακρίσεις και βία Ωστόσο, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, καθώς κρίθηκε ότι τα λεγόμενα της Αιτήτριας δεν είχαν τον απαιτούμενο βαθμό λεπτομέρειας, συνοχής και εξειδίκευσης και ως εκ τούτου, μολονότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν την μεταχείριση των ΛΟΑΤΚΙ από το κράτος και την κοινωνία, όπως διηγήθηκε και η Αιτήτρια, δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της (ερ. 89 Δ.Φ.). [σ.σ. Ο λειτουργός κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας αναφέρει πως προσκομίστηκαν έγγραφα κατά την προφορική συνέντευξη της Αιτήτριας, τα οποία τυγχάνουν απλές φωτοτυπίες και ως εκ τούτου δεν καθίσταται δυνατή η επαλήθευση της γνησιότητάς τους. Ωστόσο, δεν διαπιστώνεται να έχουν παρατεθεί τα ερυθρά στα οποία αναφέρεται, ούτε ανευρέθη περιγραφή των εγγράφων αυτών ή του περιεχομένου τους (ερ. 90-89 Δ.Φ.)]
Παρατηρώ πως η παραπομπή στην σχετική πηγή (υποσημείωση-footnote) δεν φέρεται να αντιστοιχεί στην αναφερόμενη πηγή Human Dignity Trust (ερ. 89, και σελ 12 εισηγητικής έκθεσης)]
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι δέχθηκε επίθεση και απήχθη από αγνώστους, ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώνει πως, μολονότι η Αιτήτρια παρείχε λεπτομερή χρονική ακολουθία των γεγονότων, η περιγραφή των γεγονότων παρέμεινε επιφανειακή. Συγκεκριμένα, δεν κατόρθωσε να περιγράψει με λεπτομέρεια ούτε τους απαγωγείς της ούτε τα στοιχεία που συνθέτουν τα περιστατικά που διηγήθηκε. Ως προς την κλήση που δέχθηκε μέσω του απαγωγέα από τον πατέρα της φίλης της και την απειλή που της απηύθυνε, κρίθηκε πως δεν κατόρθωσε να την εντάξει με ευλογοφάνεια στο διαδραματιζόμενο συγκείμενο, ενώ, λόγω της σοβαρότητας του περιστατικού, θα αναμενόταν μεγαλύτερος βαθμός λεπτομέρειας ως προς τα περιγραφόμενα. Παρ’όλο που ο λειτουργός διαπιστώνει πως η Αιτήτρια παρείχε λεπτομέρειες ως προς την περιγραφή του περιβάλλοντος χώρου, έκρινε πως οι λεπτομέρειες δεν ήταν επαρκείς και εξειδικευμένες. Περαιτέρω, ο λειτουργός εντόπισε αντιφάσεις σχετικά με τις δηλώσεις της για το εάν οι απαγωγείς τής έδωσαν το τηλέφωνο για να μιλήσει ή ένα το κράτησαν μπροστά της επειδή ήταν δεμένη, και για τον τρόπο διαφυγής της, τις οποίες δεν κατόρθωσε να αντικρούσει ικανοποιητικά, με συνοχή και επαρκείς λεπτομέρειες, γεγονός που, κατά τον λειτουργό, πλήττει την συνέπεια και την συνοχή των ισχυρισμών της. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι από το 2015 αρκετοί πολιτικοί αντίπαλοι και ακτιβιστές έχουν εξαφανιστεί χωρίς ίχνη στο Μπουρούντι, καταγράφοντας πως σημειώνεται ένα μοτίβο απαγωγών ακτιβιστών, όπως επικαλέστηκε και η Αιτήτρια. Ωστόσο, αν και οι πηγές επαληθεύουν τις περιγραφές της Αιτήτριας, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται από τον λειτουργό, ως στερούμενος εσωτερικής αξιοπιστίας (ερ. 88-87 Δ.Φ.).
Ως προς τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι σχετίζεται με την οργάνωση Rainbow Candlelight για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, ο λειτουργός διαπιστώνει πως οι περιγραφές της ήταν γενικές, ασαφείς και επαναλαμβανόμενες. Συγκεκριμένα, ο λειτουργός έκρινε πως η απάντηση της Αιτήτριας σχετικά με τις δραστηριότητες που είχε αναλάβει ήταν ασαφείς καθώς δεν εξειδίκευσε το περιεχόμενο των μηνυμάτων που κοινοποιούσε ανώνυμα στο διαδίκτυο. Επίσης, σχετικά με τις ιστορίες που δήλωσε ότι αναρτούσε, και πάλι ο λειτουργός αναφέρει πως ναι μεν προσομοιάζει η δράση με ακτιβισμό, αλλά δεν μένει ικανοποιημένος από τις λεπτομέρειες της δήλωσης, σημειώνοντας ότι ελλείπει η συχνότητα, οι αντιδράσεις κλπ, γεγονός που μειώνει την ευλογοφάνεια και έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της περί αφοσιωμένης της συμμετοχής. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της ότι μόνο τα μέλη της οργάνωσης και η φίλη της γνώριζαν τον δεύτερο λογαριασμό της, στερείται ευλογοφάνειας ως προς το πώς κατόρθωνε με αυτόν τον τρόπο να έχει ευρεία κοινωνική απήχηση ο ακτιβισμός της και να ευαισθητοποιεί κόσμο με καμπάνιες (ερ. 87 Δ.Φ.). Κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές (Immigration and Refugee Board of Canada), ο λειτουργός εντοπίζει την οργάνωση Rainbow Candlelight με έδρα την Bujumbura που συνηγορεί υπέρ των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, ωστόσο κρίνει πως δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία λόγω γενικόλογων, επαναλαμβανόμενων και αντιφατικών δηλώσεων, συνεπώς δεν κάνει δεκτό τον υπό εξέταση ισχυρισμό (ερ. 86 Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο λειτουργός της EUAA προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια στο πλαίσιο των ισχυρισμών που έγιναν δεκτοί, ήτοι στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών της στοιχείων, του προφίλ της και της χώρας καταγωγής της. Ο λειτουργός αρχικά αξιολόγησε τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, και παρέθεσε ευρήματα από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Μπουρούντι, και τις εξαναγκαστικές εξαφανίσεις πολιτών, παρά το προστατευτικό νομοθετικό πλαίσιο, πληροφορίες που επιβεβαιώνονται και από την έκθεση της Human Rights Watch που καλύπτει το έτος 2025. Συνεκτιμώντας το προφίλ της Αιτήτριας ως γυναίκας, ο λειτουργός παρέθεσε επίσης πληροφορίες από την έκθεση της Human Rights Watch του 2025 σχετικά με την κατάσταση των δικαιωμάτων των γυναικών, οι οποίες καταγράφουν ότι το κράτος του Μπουρούντι δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την έμφυλη βία ούτε τον εξαναγκαστικό γάμο ανηλίκων, ενώ προβαίνει σε πρακτικές που υπαγορεύονται από την «ηθική και χριστιανική τάξη». Τέλος, συνεκτιμώντας την κατάσταση ασφαλείας στο Burundi και ειδικότερα στην Bujumbura, ο λειτουργός, συμβουλευόμενος τα ευρήματα από την ίδια πηγή “World Report 2025- Burundi, Human Rights Watch”, κατέληξε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στο Burundi και ειδικότερα στην Bujumbura, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (ερ. 84-82 του Δ.Φ.).
Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ της Αιτήτριας, της αξιολόγησης κινδύνου και της νομικής ανάλυσης, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, το άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και το άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου. (ερ. 134 Δ.Φ.)
Περαιτέρω, ο λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (ερ. 133 Δ.Φ.).
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, πληροφορίες από την χώρα καταγωγής στις οποίες ανέτρεξε και το ίδιο το Δικαστήριο για την πληρότητα της έρευνας καταγράφουν πως η ομοφυλοφιλική σεξουαλική δραστηριότητα απαγορεύεται σύμφωνα με το άρθρο 567 του Ποινικού Κώδικα του Μπουρούντι.[1] Η διάταξη αυτή προβλέπει μέγιστη ποινή φυλάκισης δύο ετών.[2] Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες ποινικοποιούνται σύμφωνα με αυτόν τον νόμο.[3] Ο Ποινικός Κώδικας αναθεωρήθηκε το 2017, ωστόσο η διάταξη που ποινικοποιεί τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις διατηρήθηκε.[4]
Άρθρο του Radio France International (RFI), δημοσιευθέν τον Μάρτιο του 2023 αναφέρει ότι οι αστυνομικές αρχές του Μπουρούντι συνέλαβαν στην Gitega 24 άτομα στα τέλη Φεβρουαρίου και μετά από δέκα ημέρες ανακρίσεων και οι 24 κατηγορήθηκαν για «ομοφυλοφιλικές πρακτικές και υποκίνηση σε ομοφυλοφιλικές πρακτικές».[5] Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας αναφέρει ότι στη συνέχεια προστέθηκαν άλλα δύο άτομα στο κατηγορητήριο το οποίο προέβλεπε ποινική δίωξη για «ομοφυλοφιλία» και «υποκίνηση σε ακολασία».[6] Τον Ιανουάριο, το Εφετείο της Gitega αθώωσε και τους 26 κατηγορούμενους για την κατηγορία της «ομοφυλοφιλίας».[7] Πέντε άτομα κρίθηκαν ένοχα για «υποκίνηση σε ακολασία» και καταδικάστηκαν σε ένα έτος φυλάκισης και πρόστιμο.[8] Τον Φεβρουάριο αφέθηκαν ελεύθεροι.[9] Ένας ακτιβιστής που αθωώθηκε πέθανε πριν αποφυλακιστεί.[10]
Σημειώνεται ότι δεν βρέθηκαν νεότερες ή πιο σχετικές και συγκεκριμένες πληροφορίες στις πλατφόρμες αναζήτησης ecoi-net, Refworld, EUAA COI Portal, καθώς και στο Διαδίκτυο αναφορικά με περιστατικά σύλληψης και καταδίκης ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στο Μπουρούντι.
Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της αιτούσας αναφορικά με τη μεταχείριση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στο Μπουρούντι, σημειώνονται τα εξής:
Σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία, την 1η Μαρτίου 2023, ο Πρόεδρος Évariste Ndayishimiye προέβη σε ομοφοβικές δηλώσεις, εισάγουσες διακριτική μεταχείριση, κατά τη διάρκεια του εθνικού πρωινού προσευχής, χαρακτηρίζοντας την “ομοφυλοφιλία” ως “κατάρα”. Στις 29 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους δήλωσε ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα που εντοπίζονται στο Μπουρούντι «θα πρέπει να λιθοβολούνται». Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών εξέφρασε ανησυχία για καταγγελίες υποκίνησης μίσους και βίας κατά ατόμων λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων όπου εμπλέκονται κρατικές αρχές και πολιτικοί ηγέτες, καλώντας την κυβέρνηση να καταργήσει νομικές διατάξεις που εισάγουν διακριτική μεταχείριση, όπως και να διερευνήσει και να ασκήσει ποινική δίωξη στους υπευθύνους για περιστατικά διακριτικής μεταχείρισης και βίας.[11]
Ως προς την ισχύουσα νομοθεσία σχετικά με τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στο Burundi, το νομικό πλαίσιο προβλέπει ποινικοποίηση των ομόφυλων σχέσεων, καθώς το άρθρο 590 του Ποινικού Κώδικα επιβάλλει ποινές φυλάκισης έως δύο έτη.[12]
Παράλληλα, η νομοθεσία δεν απαγορεύει διακρίσεις στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου.[13]
Όσον αφορά στην πρακτική εφαρμογή της νομοθεσίας, έχουν καταγραφεί συλλήψεις ατόμων κατηγορούμενων για “ομοφυλοφιλία”, καθώς και περιορισμοί στην ελευθερία έκφρασης και οργάνωσης ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, ενώ οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό συχνά αποφεύγουν την επίσημη εγγραφή τους λόγω φόβου δίωξης. Συγκεκριμένα, η Διεθνής Αμνηστία στην από τον Αύγουστο του 2024 έκθεσή της αναφέρει ότι, στις 22 Φεβρουαρίου 2023, 24 άτομα συνελήφθησαν στην πολιτική πρωτεύουσα Gitega, ενώ συμμετείχαν σε εργαστήριο οικονομικής ένταξης που διοργανώθηκε από οργανισμό με αντικείμενο το HIV/AIDS. Κατηγορήθηκαν για “ομοφυλοφιλία” βάσει του άρθρου 590 του Ποινικού Κώδικα, ενώ ορισμένα μέλη της ομάδας κατηγορήθηκαν επίσης για “υποκίνηση σε ανηθικότητα” (άρθρο 562). Δύο επιπλέον άτομα προστέθηκαν μεταγενέστερα στη δικογραφία κατά τη διάρκεια της δίκης, χωρίς να έχουν ανακριθεί ή επισήμως κατηγορηθεί. Τόσο η κατηγορούσα αρχή όσο και η υπεράσπιση άσκησαν έφεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου. Τον Ιανουάριο του 2024, το Εφετείο της Gitega αθώωσε και τους 26 κατηγορουμένους ως προς την κατηγορία της “ομοφυλοφιλίας”. Πέντε άτομα κρίθηκαν ένοχα για υποκίνηση σε ανηθικότητα και καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και χρηματική ποινή. Ολοκλήρωσαν την ποινή τους στις 21 Φεβρουαρίου και στη συνέχεια αποφυλακίστηκαν.[14]
Σύμφωνα με την έκθεση του Bertelsmann Stiftung του 2024, οι νόμοι που ποινικοποιούν τις ομόφυλες σεξουαλικές σχέσεις περιορίζουν στην πράξη την ελευθερία δημόσιας έκφρασης σε ζητήματα που αφορούν τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα. Οργανώσεις που απευθύνονται σε ΛΟΑΤΚΙ+ πρόσωπα δεν εγγράφονται ρητά ως τέτοιες, προκειμένου να αποφύγουν τη δίωξη. Η δυνατότητα διοργάνωσης δημόσιων εκδηλώσεων σχετικά με ζητήματα ενδιαφέροντος για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα παραμένει περιορισμένη. Παράλληλα, αναφέρεται ότι οι ΛΟΑΤΚΙ+ πολίτες εξακολουθούν να υφίστανται διακρίσεις, ενώ νομοθετικές διατάξεις που τέθηκαν σε ισχύ από το 2022 ποινικοποιούν τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα και τη σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου.[15]
Παράλληλα, διεθνείς οργανισμοί, όπως η International Lesbian, Gay, Bisexual, Trans and Intersex Association (ILGA), αναφέρουν ότι η αποποινικοποίηση δεν αποτελεί προτεραιότητα για το κράτος και ότι οι αρχές έχουν προβεί σε ενέργειες καταστολής και συλλήψεων ακτιβιστών. Ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα εξέφρασε ανησυχία για την αυξανόμενη υποκίνηση κατά των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Παρότι δεν υπήρχαν εκτεταμένες διώξεις για ομόφυλες σχέσεις κατά ορισμένες περιόδους, αναφέρθηκε ότι κρατικοί παράγοντες ανέχονταν ή ενθάρρυναν τη βία, χωρίς να λαμβάνονται μέτρα λογοδοσίας.[16]
Η Διεθνής Αμνηστία στην τελευταία της έκθεση σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Burundi που καλύπτει το έτος 2024, επιβεβαιώνει πως υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν βίαιη και προκλητική ρητορική ενάντια στα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, με τον Πρόεδρο να επαναλαμβάνει δημόσια και το 2024 την φράση πως «οι ομοφυλόφιλοι θα πρέπει να λιθοβολούνται δημόσια»[17]
Η πρόσφατη έκθεση του Bertelsmann Stiftung του 2026 σχετικά με το κράτος δικαίου και την σταθερότητα των δημοκρατικών θεσμών, επιβεβαιώνει την εξακολούθηση του φαινομένου των δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων και την εφαρμογή του νόμου του 2022 που ποινικοποιεί τις ομόφυλες σχέσεις.[18]
Ως προς τις παρεχόμενες κρατικές υπηρεσίες προς τους πολίτες, η ίδια έκθεση αναφέρει πως το κράτος του Μπουρούντι παρέχει βασικές δημόσιες υπηρεσίες σχετικά ομοιόμορφα σε ολόκληρη τη χώρα, ωστόσο αυτές παραμένουν ανεπαρκείς λόγω αναποτελεσματικότητας, περιορισμένης διοικητικής ικανότητας και πόρων, καθώς και διαφθοράς. Οι εν λόγω περιορισμοί επιδεινώνονται από τις ασαφείς σχέσεις μεταξύ του κράτους και των παραδοσιακών αρχών (bashingantahe).[19]
Αναφορικά δε με την εν λόγω οργάνωση στην οποία συμμετείχαν όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, αυτή και η φίλη της, το Δικαστήριο προέβηκε σε δική του έρευνα και διαπίστωσε τα εξής :
Σύμφωνα με πληροφορίες οι οργανώσεις ΛΟΑΤ λειτουργούν «κρυφά» στο Μπουρούντι, με την Rainbow Candle Light να αποτελεί μια εκ των οργανώσεων που καταχωρήθηκε επίσημα το έτος 2012 υπό το πρίσμα της καταπολέμησης του HIV/AIDS (ανεπίσημη μετάφραση).[20] Το Μπουρούντι απαγορεύει την εγγραφή μη κερδοσκοπικών οργανώσεων εάν οι στόχοι τους αντιβαίνουν στο νόμο, και οι οργανώσεις της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ έχουν απορριφθεί όταν προσπάθησαν να εγγραφούν.[21] Σύμφωνα με πιο πρόσφατες πληροφορίες είναι οργανισμός συνδεδεμένος με τη ΛΟΑΤ κοινότητα.[22]
Τον Μάιο του 2011, τέσσερις ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις, μεταξύ των οποίων και η Rainbow Candle Light, άνοιξαν το Κοινοτικό Κέντρο Remuruka στην Bujumbura για την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στο Μπουρούντι και προσέφεραν ψυχολογική υποστήριξη, απλή ιατρική περίθαλψη, εθελοντικές εξετάσεις, συμβουλευτική, υπηρεσίες κοινωνικής ένταξης και ψυχαγωγικές δραστηριότητες. Μετά το τέλος οικονομικής υποστήριξης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το Κοινοτικό Κέντρο Remuruka, τον Μάιο του 2012, οι ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις: Humure, Rainbow Candle Light, MOLI και TWR κινητοποιήθηκαν για την επιβίωση του Κοινοτικού Κέντρου Remuruka.[23] Σύμφωνα με πίνακες που είναι αναρτημένοι στην ίδια πηγή, η Rainbow Candle Light, έχει ως ομάδες στόχου “target groups”, ΛΟΑΤΚΙ άτομα και άνδρες και τρανσέξουαλ άτομα οι οποίοι απασχολούνται στον τομέα των σεξουαλικών υπηρεσιών.[24]
Ωστόσο δεν εντόπισα συγκεκριμένες πληροφορίες για δίωξη των μελών της συγκεκριμένης ομάδας, ωστόσο υπάρχει καταγραφή ενός περιστατικό το 2023 άλλης ΜΚΟ.
Καταληκτικά, από τα στοιχεία της συνέντευξης, διαπιστώνω ότι πράγματι η Αιτήτρια δεν ανταπεξήλθε επαρκώς στο βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της και δεν μπόρεσε να θεμελιώσει την εσωτερική της αξιοπιστία, καίτοι της δόθηκε η δυνατότητα μέσα από πλείονες και πολύμορφες ερωτήσεις. Παρότι δεν αναμενόταν από την Αιτήτρια να εισέλθει σε πολύ προσωπικές περιγραφές, κάτι το οποίο άλλωστε αποφεύγεται στην αξιολόγηση ισχυρισμών τέτοιας φύσης, και πάλι τα όσα κατέθεσε εκτέθηκαν με τρόπο αόριστο και μη συγκεκριμένο, χωρίς τον απαιτούμενο βαθμό ευκρίνειας και επάρκειας λεπτομερειών, όπως θα αναμενόταν από κάποιον/α του/της οποίου η αφήγηση αντικατοπτρίζει πραγματικές βιωματικές εμπειρίες οι οποιες να χαρακτηρίζονται ευλογοφανής. Οπως προκύπτει η εν λόγω οργάνωση μπορεί να συνδέεται με πρόσωπα ΛΟΑΤΚΙ ωστόσο φαίνεται πως επίσημα λειτουργεί διακριτικά και έμμεσα μέσω προγραμμάτων υγείας και δεν έχει προκύψει απο επίσημες πηγές πως τα μέλη της διώκονται . Συνεπώς οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας κρίνονται αντιφατικοί καθότι δεν μπορεί να κριθεί ως ευλογοφανής ο ισχυρισμός της οτι ενώ τα μέλη της εν λόγω οργάνωσης διώκονται η σύντροφος της ανάρτησε πιστοποιητικό στον τοίχο του δωμάτιου της το οποίο ευλογα θα εντόπιζαν τα μέλη της οικογένειας της. Περαιτέρω δεν εξήγησε ποιος την κατάγγειλε στις αρχές.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του Νόμου, εναπόκειται στην Αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτηση της για διεθνή προστασία και εν προκειμένω η Αιτήτρια με τα όσα δήλωσε στη συνέντευξη της αλλά και όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και καταγράφονται στην έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, ουδόλως την ενέτασσαν στις περιπτώσεις της αναγκαιότητας παροχής του καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας. Εν προκειμένω, ορθά κρίθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί οτιδήποτε εκ μέρους της Αιτήτριας που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό της για βάσιμο φόβο ότι αυτός θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Περαιτερω ενώ είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει το υλικό για το οποίο παραπονέθηκε πως δεν έγινε αποδεκτό απο τον λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν το έπραξε.
Συνεπώς, υπό το φως των ανωτέρω, τάσσομαι υπέρ της κρίσης της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν πληρείται η γενική αξιοπιστία της Αιτήτριας και δεν θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης, ώστε να υπαχθεί αυτός στο προσφυγικό καθεστώς βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, από το σύνολο των στοιχείων του προφίλ της Αιτήτριας και των προσωπικών της περιστάσεων, δεν προκύπτει περίπτωση υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας βάσει του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, αφού ο κίνδυνος που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της στο Μπουρούντι δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης (σύμφωνα και με το άρθρο 15(α) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), ή πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας για τον Αιτητή (σύμφωνα και με το άρθρο 15(β) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ).
Αναλύοντας δε, τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας, σημειώνεται ότι πρόκειται για νεαρό άτομο, μορφωμένο, με υποστηρικτικό δίκτυο στην χώρα καταγωγής και επομένως θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις συνθήκες διαβίωσης στη χώρα καταγωγής της.
Περαιτέρω, θα εξετάσω ενδεχόμενη υπαγωγή του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου (αντίστοιχο άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), παραθέτοντας επικαιροποιημένες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής.
Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Burundi και ειδικότερα στην περιοχή της Bujumbura τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας στην χώρα καταγωγής της, το Δικαστήριο υιοθετεί το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο αρμόδιος λειτουργός, ήτοι ότι δεν κρίνεται ως εύλογη η πιθανότητα να διατρέξει η Αιτήτρια κίνδυνο σοβαρής βλάβης ως άμαχη λόγω αδιάκριτης βίας, σε περίπτωση επιστροφής της στην εν λόγω περιοχή (βλ. εισηγητική έκθεση σελ. 19-20, ερυθρά 82-81 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, το Δικαστήριο προέβη σε δική του έρευνα σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας, διαπιστώνοντας ότι το συμπέρασμα του λειτουργού επιβεβαιώνεται και από πιο πρόσφατες πηγές:
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή της Bujumbura, και συγκεκριμένα στην συνοικία Kajaga, Kinyinya, η οποία αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, πριν αναχωρήσει από την χώρα καταγωγής της. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην περιοχή της Bujumbura, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01/05/2026), καταγράφηκαν 50 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 4 ανθρώπινες απώλειες.[25] Ως προς την συνοικία Kajaga, Kinyinya συγκεκριμένα, δεν σημειώθηκαν, βάσει των καταγραφέντων δεδομένων, περιστατικά ασφαλείας κατά την ίδια περίοδο αναφοράς.
Σημειώνεται δε πως ο πληθυσμός της πόλης Bujumbura για το έτος 2026 εκτιμήθηκε στους 1,426,040 κατοίκους.[26]
Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα δεδομένα για την κατάσταση ασφαλείας πιο πάνω, καθώς και τo ατομικό προφίλ της Αιτήτριας, με βάση και τον ορισμό της «αδιάκριτης βίας» (ως η σχετική νομολογία του ΔΕΕ σύμφωνα με την απόφαση C-465/07 - Elgafaji, σκέψη 37), διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτή, σε περίπτωση επιστροφής της στο τοπο συνήθους διαμονής της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος πολίτης, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Β. Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] WIPO, Law No. 1/05 of April 22, 2009, on the Revision of the Criminal Code (Criminal Code), Burundi, art. 567, https://www.wipo.int/wipolex/en/legislation/details/13386 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026)
[2] WIPO, Law No. 1/05 of April 22, 2009, on the Revision of the Criminal Code (Criminal Code), Burundi, art. 567, https://www.wipo.int/wipolex/en/legislation/details/13386 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026)
[3] Human Dignity Trust, Burundi, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/burundi/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026)
[4] Human Dignity Trust, Burundi, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/burundi/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026); Burundi Code penal, Loi n°1/27 du 29 Décembre 2017, art. 590, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/sites/default/files/2025-10/burundi-code-2017-penal.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026)
[5] Radio France International (RFI), Burundi charges 24 people with 'homosexual practices' in anti-gay crackdown, 9 Μαρτίου 2023, https://www.rfi.fr/en/africa/20230309-burundi-charges-24-people-with-homosexual-practices-in-anti-gay-crackdown (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026)
[6] Amnesty International, The State of the World’s Human Rights – Burundi, Απρίλιος 2025, σελ. 113, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/WEBPOL1085152025ENGLISH.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026)
[7] Amnesty International, The State of the World’s Human Rights – Burundi, Απρίλιος 2025, σελ. 113, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/WEBPOL1085152025ENGLISH.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026)
[8] Amnesty International, The State of the World’s Human Rights – Burundi, Απρίλιος 2025, σελ. 113, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/WEBPOL1085152025ENGLISH.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026)
[9] Amnesty International, The State of the World’s Human Rights – Burundi, Απρίλιος 2025, σελ. 113, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/WEBPOL1085152025ENGLISH.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026)
[10] Civicus, BURUNDI: ‘Human rights activism can hardly be carried out openly anymore’, 11 Ιανουαρίου 2024, https://civicus.org/index.php/media-resources/news/interviews/6774-burundi-human-rights-activism-can-hardly-be-carried-out-openly-anymore (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 12/01/2026)
[11] Amnesty International, The State of the World's Human Rights; Burundi 2023, April 2024, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2107851.html [ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026]
[12] Human Rights Watch, World Report 2025 – Burundi, January 2025, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2120063.html [ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026]
[13] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Burundi, April 2024, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2107633.html [ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026]
[14] Amnesty International, Burundi: Rhetoric Versus Reality Repression Of Civil Society Continues Under President Ndayishimiye’s Government, August 2024, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2114085/AFR1682922024ENGLISH.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026] και
Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Burundi 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124611.html [ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026]
[15] BTI, 2024 Country Report Burundi, March 2024, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2105821/country_report_2024_BDI.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026]
[16] EUAA, COI Query, Situation of LGBTIQ persons in Burundi, March 2023, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2089803/2023_03_Q7_EUAA_COI_Query_Response_Burundi_situation_of_LGBTIQ_persons.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026]
[17] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Burundi 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124611.html [ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026]
[18] Bertelsmann Stiftung: BTI 2026 Country Report - Burundi, 2026
https://www.ecoi.net/en/file/local/2138383/country_report_2026_BDI.pdf σελ. 13, 26 [ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026]
[19] Bertelsmann Stiftung: BTI 2026 Country Report - Burundi, 2026
https://www.ecoi.net/en/file/local/2138383/country_report_2026_BDI.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026]
[20]OSAR, Burundi : situation des personnes LGBTQI+, 28/10/2022, σελ. 20, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2085043/221028_BUR_LGBT.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 20/07/2026]
[21] Outright International, Burundi – Country Overview, Last Update: 12 Μαρτίου 2026, https://outrightinternational.org/our-work/sub-saharan-africa/burundi [ημερομηνία πρόσβασης 20/07/2026]
[22] Human Dignity Trust, Burundi – Country Profile, Last updated: 26 November 2025, https://www.humandignitytrust.org/country-profile/burundi/ [ημερομηνία πρόσβασης 20/07/2026]
[23] UHAI EASHRI., 2016, Turi Abande (Where do we belong?): A Landscape Analysis of the Human Rights of Sex Workers and LGBT Communities in Burundi, σελ.19, https://awdflibrary.org/index.php?p=show_detail&id=496[ημερομηνία πρόσβασης 20/07/2026]
[24] UHAI EASHRI., 2016, Turi Abande (Where do we belong?): A Landscape Analysis of the Human Rights of Sex Workers and LGBT Communities in Burundi, σελ.22,49 https://awdflibrary.org/index.php?p=show_detail&id=496[ημερομηνία πρόσβασης 20/07/2026]
[25] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Burundi, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Bujumbura, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026).
[26] Ιστότοπος World Population Review/ Burundi/ Population by city/ Cities in Burundi/ Bujumbura, διαθέσιμος σε: https://worldpopulationreview.com/countries/burundi (ημερομηνία πρόσβασης 07/05/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο