S. U. W. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2587/23, 17/7/2026
print
Τίτλος:
S. U. W. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2587/23, 17/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.2587/23

 

17 Ιουλίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

S. U. W.

                                                                                                                        Αιτήτρια

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Γ. Βασιλόπουλος, Δικηγόρος για Αιτήτρια

Κα Λ. Βελίκοβα, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου «που αναφέρεται στην επιστολή των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 07/07/23», η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) «έκδοση νέας εκτελεστής απόφασης […] επί της ουσίας του αιτήματος […] η οποία να αντικαθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, η αιτήτρια κατάγεται από τη Νιγηρία, εισήλθε ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές από τα κατεχόμενα στις 02/11/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 06/12/21 (ερ.1-3, 52).

Στις 13/06/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία, όπου δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.37-52). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 30/06/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.74-89). Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης στην αιτήτρια για την απόφαση της Υπηρεσίας, που δόθηκε διά χειρός στις 07/07/23, στην μητρική της γλώσσα (ερ.90, 3).

Στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη Νιγηρία λόγω του ότι είναι «ομοφυλόφιλη με άλλα λόγια [είναι] λεσβία», ελκύεται από το ίδιο φύλο, ήταν «έτσι απ’ όταν [ήταν] παιδί», υπέστη εκφοβισμό (bullying) και επικρίσεις στο σχολείο και απ’ την κοινότητα της και – εξαιτίας αυτού αλλά και της νομοθεσίας της Νιγηρίας – δεν αποκάλυπτε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Περαιτέρω, ως αναφέρει η αιτήτρια, υπέστη επίθεση και βιασμό από άτομα της κοινότητας της κατά την αποφοίτηση της από το λύκειο και αποφάσισε, μαζί με τον αδελφό της, που είναι και αυτός ομοφυλόφιλος, να το πουν στην μητέρα τους, η οποία «φοβήθηκε για τις ζωές [τους]», τους έδωσε χρήματα και τους έστειλε εκτός Νιγηρία «για να [ζήσουν] ελεύθερα της ζωές [τους]».

Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμεινε όλη της τη ζωή στην πολιτεία Kaduna είναι άγαμη, άτεκνη, υγιής, ολοκλήρωσε δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έλαβε πτυχίο βιομηχανικής μηχανικής (από ίδρυμα στα κατεχόμενα) το 2015, εργάστηκε περί τα 10 χρόνια ως κομμώτρια, ο πατέρας της μένει στην Kaduna, η μητέρα της (είναι διαζευγμένοι οι γονείς της) μένει με τη θεία της (αιτήτριας) στην πολιτεία Benue, δεν ξέρει όμως σε ποια πόλη, ως ανέφερε η αιτήτρια, παρόλο που – ως η ίδια ανέφερε – της μίλησε πριν μια βδομάδα (από τη συνέντευξη) και είναι καλά. Η αιτήτρια έχει ένα αδελφό ο οποίος είναι αιτητής ασύλου στη Δημοκρατία. Η αιτήτρια σπούδασε και διέμενε για 10 χρόνια στα κατεχόμενα, όπου «δεν [αντιμετώπισε] κάποιο πρόβλημα» κατά το ταξίδι της εκεί από τη Νιγηρία και «[έφυγε] από τη Νιγηρία για εκπαιδευτικούς λόγους, για να [σπουδάσει] στην Κύπρο», ήρθε δε στις ελεύθερες περιοχές γιατί άκουσε ότι «σ’ αυτό το κομμάτι της Κύπρου είναι αποδεκτό το δικό της είδος σεξουαλικότητας, [είναι] ομοφυλόφιλη, και γι’ αυτό [ήρθε] σ’ αυτό το κομμάτι» (σ.σ. στις ελεύθερες περιοχές), αναφέροντας περαιτέρω ότι «[φύλαξε] χρήματα και όταν είδε την ευκαιρία [ήρθε] εδώ» (ερ.47-48).

Ερωτώμενη σχετικά με τους λόγους που έφυγε από τη Νιγηρία η αιτήτρια ουσιαστικά επανέλαβε όσα κατέγραψε στην αίτηση της, ήτοι ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού και της συμπεριφοράς που δέχθηκε στο σχολείο και από την κοινότητα της. Ως ανέφερε είχε δεχθεί επίθεση και βιάσθηκε μετά την τελετή αποφοίτησης της, όπου αρκετά άτομα της επιτέθηκαν και τη βίασαν. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι δεν θυμάται πόσα άτομα ήταν, ποιοι ήταν αυτοί και ούτε αν της είπαν κάτι πριν την επίθεση. Κατάφερε να διαφύγει και το μόνο άτομο που γνωρίζει για αυτό το συμβάν είναι ο αδελφός της, καθώς – ως ανέφερε – δεν κατάγγειλε το συμβάν στις Αρχές και δεν πήγε σε νοσοκομείο. Τότε ήταν που αποφάσισε να φύγει από τη Νιγηρία. Όταν η αιτήτρια ρωτήθηκε σχετικά ανέφερε ότι σε περίπτωση επιστροφής της φοβάται ότι θα την βιάσουν ξανά ή θα τη σκοτώσουν, χωρίς εντούτοις να της έχει συμβεί κάτι από τότε που έφυγε.

Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό από παιδί, στο δημοτικό σχολείο, ελκυόταν από κοπέλες και είχε κρυφό δεσμό με μια συνομήλικη της κοπέλα σε ηλικία 11-12 ετών, την οποία γνώριζε από 5 ετών, με την οποία και έβγαιναν μαζί, φιλιόντουσαν και κρατούσαν χέρια στα κρυφά, χωρίς να θυμάται πόσο καιρό ήταν μαζί της, με την οποία χώρισαν όταν αυτή μετοίκησε σε άλλη πολιτεία.

Ερωτώμενη σχετικά με τα συναισθήματα της όταν συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό η αιτήτρια ανέφερε ότι είχε την τάση να συμπεριφέρεται σαν άνδρας, να έχει τον έλεγχο, έβλεπε τους άνδρες ως φίλους και δεν ελκυόταν απ’ αυτούς, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει πότε ακριβώς άρχισε να συμπεριφέρεται έτσι. Ερωτώμενη τι εννοεί με αυτό η αιτήτρια ανέφερε ότι ήθελε να αγοράζει σνακ για την κοπέλα με την οποία είχε δεσμό και ήταν αυτή που πήρε την πρωτοβουλία για να αρχίσει η σχέση τους. Ως η αιτήτρια ανέφερε, επειδή ήξερε ότι δεν επιτρεπόταν (να είναι ομοφυλόφιλη) το έκρυβε και άρχισε να είναι εσωστρεφής, το είπε μόνο στον αδελφό της και – ως περαιτέρω ανέφερε – δεν είχε άλλο δεσμό στη Νιγηρία, ερωτώμενη δε τον λόγο γι’ αυτό, δεδομένου ότι, ως είχε αναφέρει, ο δεσμός της με την κοπέλα τελείωσε όταν ήταν 12 ετών και έφυγε από τη Νιγηρία όταν ήταν 18 ετών, η αιτήτρια ανέφερε ότι το έκρυβε και ήθελε να αφομοιωθεί με την κοινωνία.

Ερωτώμενη αναφορικά με τον εκφοβισμό που κατ’ ισχυρισμό υπέστη η αιτήτρια ανέφερε ότι ο περίγυρος της έλεγε σ’ αυτήν να αρχίσει να συμπεριφέρεται σαν γυναίκα και να πάει να παίξει με κορίτσια, καθώς αυτή έπαιζε ποδόσφαιρο και σύχναζε με αγόρια και έπαιζε μ’ αυτά, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει πόσο συχνά υπόκειτο σε εκφοβισμό ή και το πότε άρχισε αυτό. Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι στην Κύπρο (κατεχόμενα και ελεύθερες περιοχές) είχε περίπου 6 σχέσεις με γυναίκες, με την μικρότερη να διαρκεί λίγους μήνες και την μεγαλύτερη περίπου 2 χρόνια, δεν είναι σε σχέση σήμερα (κατά τη συνέντευξη) δεν γνωρίζει που συχνάζουν άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στη Δημοκρατία, ούτε οργανισμούς είτε ομάδες που προωθούν τα δικαιώματα τους. Ερωτώμενη εκ νέου για τα προβλήματα που αντιμετώπισε στο σχολείο η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν είχε κάποιο σημαντικό πρόβλημα, απλά αισθανόταν απομονωμένη και εσωστρεφής.

Ερωτώμενη αναφορικά με τον κατ’ ισχυρισμό βιασμό της η αιτήτρια ανέφερε ότι μια μέρα προηγουμένως έστειλαν ένα γράμμα στο σπίτι της που έλεγε ότι δεν πρέπει να πάει στην αποφοίτηση της. Το βράδυ, καθώς επέστρεφε σπίτι από την αποφοίτηση της, κάποιοι της επιτέθηκαν, δεν γνωρίζει ποιοι και πόσοι, καθώς δεν είχε φως ο δρόμος, και άρχισαν να της λένε ότι πρέπει να συμπεριφέρεται σαν κοπέλα, όχι σαν αγόρι, και την κακοποίησε ένα άτομο, αυτή τον χτύπησε και πήγε σπίτι. Ερωτώμενη γιατί προηγουμένως είχε πει ότι δεν θυμάται αν της είπαν κάτι ενώ τώρα ανέφερε τι της είπαν η αιτήτρια ανέφερε ότι τα γεγονότα «είναι θολά», όμως της είπαν «κάτι για τη σεξουαλικότητα» της. Ερωτώμενη εκ νέου για την ταυτότητα και αριθμό των ατόμων που της επιτέθηκαν η αιτήτρια δεν έδωσε περαιτέρω πληροφορίες, σημειώνοντας ότι δεν κατάγγειλε το συμβάν γιατί δεν ήθελε να το πει πουθενά, καθώς αισθανόταν ντροπή.

Ερωτώμενη πότε σκέφτηκε για πρώτη φορά να ζητήσει διεθνή προστασία αντί να πάει πίσω στη Νιγηρία η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν το 2021, όταν έμαθε ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός της είναι αποδεκτός στη Δημοκρατία και ήταν τότε που, ερευνώντας, έμαθε ότι μπορεί να λάβει κάποιος προστασία για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, αφού - ως αυτή ανέφερε – μέχρι τότε θεωρούσε ότι προστασία δίδεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως πόλεμος. Ερωτώμενη δε ανέφερε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη Νιγηρία γιατί δεν θα μπορεί να ζει ελεύθερα.

Οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν και εξέτασαν τους κάτωθι ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής της αιτήτριας

2.    Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι διώχθηκε λόγω του ότι είναι ομοφυλόφιλη

Επί των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος ουσιώδης ισχυρισμός, απορρίφθηκε όμως ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός, ως αναξιόπιστος.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε η αιτήτρια επί του σεξουαλικού της προσανατολισμού, των όσων υπέστη εκ τούτου αλλά και του συμβάντος που αφορά τον κατ’ ισχυρισμό βιασμό της, ως και όλες οι απαντήσεις της στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν σχετικά υπήρξαν ασαφής, γενικόλογες, στερούμενες λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, τόσο αναφορικά με τον προσανατολισμό της αλλά και τις εμπειρίες που αφηγήθηκε. Ως κρίθηκε, κατόπιν παράθεσης των κατευθυντήριων επί του τρόπου εξέτασης αιτήσεων βασιζόμενων στον σεξουαλικό προσανατολισμό, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει ικανοποιητικά τον χρόνο και τη διεργασία μέσα από την οποία συνειδητοποίησε τη διαφορετικότητα της, δεν έδωσε επαρκής λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία αναφορικά με την ισχυριζόμενη σχέση της με κοπέλα σε ηλικία 11 ετών, η οποία ήταν και η πρώτη και η μόνη – ως ανέφερε – που είχε στη Νιγηρία. Περαιτέρω δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το στίγμα και τον εκφοβισμό που κατ’ ισχυρισμό αυτή υπέστη εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού, αφού, ερωτώμενη σχετικά, ήταν γενικόλογη και ασαφής, αναφέροντας ότι της έλεγαν να παίζει με κορίτσια και ότι πρέπει να συμπεριφέρεται σαν γυναίκα, χωρίς τελικά να είναι σε θέση να περιγράψει σαφή και συγκεκριμένα συμβάντα επί τούτου ή να αναφέρει τα άτομα που την εκφόβιζαν και την κατέκριναν. Ακόμα και η αναφορά της στο ότι ντυνόταν σαν άνδρας θεωρήθηκε ασαφής, αφού – ερωτώμενη σχετικά – δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί από το ότι ντυνόταν η ίδια με «ανδρικά» τζιν και μπλούζες διέφερε από τα άλλα κορίτσια. Επίσης, ερωτώμενη σχετικά, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει λεπτομέρειες αναφορικά με τους ισχυρισμούς της ότι η νομοθεσία απαγορεύει την ομοφυλοφιλία στη Νιγηρία και δεν γνώριζε τόπους ή και οργανώσεις όπου συχνάζουν άτομα ΛΟΑΤΚΙ ή οι οποίες ασχολούνται και προωθούν τα δικαιώματα των ατόμων ΛΟΑΤΚΙ. Επί των όσων είχε αναφέρει περί επίθεσης και βιασμού της κρίθηκε ότι δεν παρείχε εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες ή και βιωματικά στοιχεία για το κατ’ ισχυρισμό συμβάν και ουδέν ανέφερε ως προς τον λόγο που θεωρεί ότι αυτό συνδέεται με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και δεν εξήγησε γιατί έλαβε γράμμα την προηγούμενη μέρα που της έλεγε να μην πάει στην αποφοίτηση της.

Επί της εξωτερικής συνοχής του ως άνω ισχυρισμού αξιολογήθηκε εκτύπωση αριθμού φωτογραφιών (ερ.35-36) οι οποίες απεικονίζουν την ίδια με άλλα πρόσωπα (γυναίκες και άνδρες), που, ως κρίθηκε, δεν προσθέτουν στα ως άνω και δεν προκύπτουν εξ αυτών στοιχεία που θα τεκμηρίωναν ή θα ενίσχυαν τους ισχυρισμούς της. Ακολούθως, κατόπιν εκτεταμένης έρευνας που έγινε εντοπίστηκαν διαθέσιμες πληροφορίες που δεικνύουν ότι άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας είναι ευάλωτα σε πράξεις διώξεως, σεξουαλικής και άλλες μορφές βίας, διακρίσεις και κοινωνικό αποκλεισμό, τόσο από τον κοινωνικό περίγυρο αλλά και από τις ίδιες τις Αρχές ή και με ανοχή αυτών, κατά δε των πράξεων αυτών δεν παρέχεται προστασία, η δε ομοφυλοφιλία συνιστά ποινικό αδίκημα. Εκ τούτου κρίθηκε ότι πληρούται η εξωτερική συνοχή του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού όμως, δεδομένων των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση αναζήτησαν πληροφορίες, εκ των οποίων και κατέληξαν ότι, δεδομένου του ότι ο τόπος διαμονής της (πόλη Kaduna, πολιτεία Kaduna) δεν επηρεάζεται από ένοπλη σύρραξη, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποβληθεί σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της εκεί.

Ενόψει των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά της αιτήτριας απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.

Στην παρούσα προσφυγή καταγράφονται πλήθος νομικών σημείων.

Στις αγορεύσεις του ο συνήγορος της αιτήτριας αναπτύσσει ισχυρισμούς περί του ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα των ισχυρισμών της στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, τα ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των λεγομένων της, εκ των οποίων, ως  ο συνήγορος της εισηγείται, δεικνύεται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης, είναι λανθασμένα, η δε προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν πλάνης, ελήφθη χωρίς να προηγηθεί εξατομικευμένη εξέταση των όσων η αιτήτρια ανέφερε και, επιπροσθέτως, δεν αιτιολογείται επαρκώς. Προς επίρρωση των ως άνω παραθέτει πλήθος αποσπασμάτων από την οικεία νομοθεσία και νομολογία, σημειώνοντας ότι, ως αναφέρεται και σε σχετική έκθεση του EASO (σελ.1-2 απαντητικής αγόρευσης) γίνεται συχνά πλημμελής εφαρμογή του μοντέλου DSSH, ως έγινε και στην προκείμενη περίπτωση, ως εισηγείται, η οποία καθιστά την επίδικη απόφαση ακυρωτέα.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δεόντως δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και γι’ αυτό θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω δε αναφέρουν, κάνοντας παραπομπές στους επιμέρους ισχυρισμούς της αιτήτριας κατά την επίδικη συνέντευξη και παραθέτοντας σχετική νομολογία, εισηγούνται ότι η επίδικη εδώ απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, όπως και τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας, ουδεμία δε ανάγκη προκύπτει, ως αναφέρουν, διεθνούς προστασίας εν προκειμένω.

Δεδομένου ότι άπαντες οι προωθούμενοι εκ της αιτήτριας ισχυρισμοί άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, προχωρώ εδώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].

Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και επί της ουσίας εξέταση αυτών.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στη δε σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.204, αναφέρονται, τα εξής:

«Όσον αφορά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, οι αιτήσεις που βασίζονται σε γενετήσιο προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες στον χειρισμό, επειδή οι λόγοι της αίτησης συνδέονται με ευαίσθητες και προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής. Οι αιτούντες ενδέχεται να νιώθουν στιγματισμένοι, να ντρέπονται και/ή να αρνούνται την πραγματικότητα· ενδέχεται επίσης να έχουν υποστεί απόρριψη και/ή κακομεταχείριση από την οικογένεια και/ή την κοινότητά τους. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να καθιστούν δύσκολη για τους αιτούντες την αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών με σαφή και συνεκτικό τρόπο και, ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζουν μπορεί να γνωστοποιούνται με καθυστέρηση, να είναι ελλιπή και να περιέχουν ανακολουθίες.

Ένα από τα μοντέλα που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, το μοντέλο DSSH υπ’ αριθ. 2 [Difference, Stigma, Shame, Harm (Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη)], βασίζεται στην αντίληψη ότι υπάρχουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία τα οποία είναι πιθανό να είναι κοινά σε άτομα που αναγνωρίζουν ένα φύλο ή μια σεξουαλική ταυτότητα που δεν συνάδει με τις ετεροκανονικές κοινωνίες στις οποίες ζουν (όπου ο κανόνας είναι η ταύτιση του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου και η ετεροφυλοφιλία). Το μοντέλο προτείνει μια διαρθρωμένη μεθοδολογία για την αξιολόγηση αιτήσεων, η οποία βασίζεται στο φύλο και στη σεξουαλική ταυτότητα και εξηγείται, με πρακτικά παραδείγματα, στον δεύτερο τόμο του εγχειριδίου με τίτλο Credibility assessment training manual της Ουγγρικής Επιτροπής του Ελσίνκι.

[…]

Η ύπαρξη ή μη ορισμένων στερεοτυπικών συμπεριφορών ή εμφανίσεων δεν θα πρέπει να αποτελεί βάση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο αιτών έχει ή δεν έχει ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό και/ή ορισμένη ταυτότητα φύλου. Δεν υπάρχουν καθολικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που τυποποιούν τα άτομα ΛΟΑΔΜ (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και μεσοφυλικά άτομα), όπως δεν υπάρχουν και για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. Οι εμπειρίες της ζωής τους μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ακόμη και αν προέρχονται από την ίδια χώρα.»

Σημειώνω βεβαίως ότι στα πλαίσια της εξέτασης ισχυρισμών που αφορούν σεξουαλικό προσανατολισμό δεν χωρούν τυποποιημένες προσεγγίσεις, η δε αξιολόγηση αξιοπιστίας δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικά πρότυπα (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, C-148/13, C-150/13, A. B. C., ημ.02/12/14) και δεν πρέπει να ζητείται από τον αιτητή να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες για σεξουαλικές εμπειρίες ή να προσφέρει σχετικά στοιχεία ή άλλης μορφής μαρτυρία. Αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί ότι το μοντέλο DSSH, του οποίου έγινε χρήση κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης, αποτελεί πλέον αντικείμενο προβληματισμού[1], ως βασιζόμενο επί στερεοτυπικών αντιλήψεων, και γι’ αυτό θεωρώ ότι η χρήση του θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.

Στην απόφαση Α. Β. C. (ανωτέρω) αναφέρονται σχετικά τα εξής κατατοπιστικά.

 «61. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να προβαίνουν στην αξιολόγησή τους συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος και ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85 απαιτεί από τις ίδιες αυτές αρχές να διεξάγουν τη συνέντευξη συνεκτιμώντας τις προσωπικές ή γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση ασύλου.

62. Μολονότι η υποβολή ερωτήσεων που αφορούν στερεοτυπικές αντιλήψεις ενδέχεται να συνιστά χρήσιμο στοιχείο στη διάθεση των αρμόδιων αρχών προκειμένου να προβούν στη σχετική αξιολόγηση, εντούτοις η εκτίμηση των αιτήσεων για την παροχή του καθεστώτος πρόσφυγα η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στερεοτυπικές αντιλήψεις συνδεόμενες με τους ομοφυλόφιλους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, στο μέτρο που δεν παρέχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη την ατομική κατάσταση του οικείου αιτούντος άσυλο.

63. Επομένως, η αδυναμία ενός αιτούντος άσυλο να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήσεις δεν μπορεί να συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή λόγο για να συναχθεί η αναξιοπιστία του αιτούντος, στο μέτρο που η προσέγγιση αυτή είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 καθώς και του άρθρου 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85.

64. Δεύτερον, μολονότι οι εθνικές αρχές βασίμως προβαίνουν, κατά περίπτωση, σε υποβολή ερωτήσεων προκειμένου να εκτιμήσουν τα γεγονότα και τις περιστάσεις σχετικά με τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό των αιτούντων άσυλο, εντούτοις οι ερωτήσεις που αφορούν τις λεπτομέρειες των σεξουαλικών πρακτικών του οικείου αιτούντος άσυλο προσβάλλουν τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει ο Χάρτης και, ειδικότερα, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που προβλέπει το άρθρο του 7.

65. Όσον αφορά, τρίτον, τη δυνατότητα των εθνικών αρχών να κρίνουν παραδεκτή, όπως πρότειναν ορισμένοι αναιρεσείοντες των κύριων δικών, την τέλεση ομοφυλοφιλικών πράξεων, την ενδεχόμενη υποβολή τους σε «τεστ» προκειμένου να αποδείξουν την ομοφυλοφιλία τους ή ακόμη την οικειοθελή εκ μέρους τους προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων όπως είναι οι βιντεοσκοπημένες λήψεις των ερωτικών τους συνευρέσεων, υπογραμμίζεται ότι, πλην του ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν έχουν κατ’ ανάγκη αποδεικτική αξία, ενδέχεται περαιτέρω να συνεπάγονται και προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο σεβασμός της οποίας κατοχυρώνεται από το άρθρο 1 του Χάρτη.

66.  Επιπλέον, αν θεωρηθεί ότι επιτρέπεται ή κρίνεται παραδεκτή η χρήση τέτοιου είδους αποδείξεων, τούτο θα αποτελέσει κίνητρο και για άλλους αιτούντες και θα ισοδυναμεί, de facto, με εξαναγκασμό των προσώπων αυτών να προσφύγουν στη χρήση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων.

[…]

Το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/83, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε πρακτική κατά την οποία οι αρμόδιες εθνικές αρχές, στο πλαίσιο της εν λόγω εκτιμήσεως, κρίνουν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία όπως είναι η τέλεση ομοφυλοφιλικών πράξεων από τον αιτούντα άσυλο, η υποβολή του σε «τεστ» προκειμένου να αποδείξει την ομοφυλοφιλία του ή ακόμα οι εκ μέρους του προσκομιζόμενες βιντεοσκοπημένες λήψεις τέτοιων πράξεων.»

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών θα συμφωνήσω εδώ με όλα τα ευρήματα και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς, ως και στην επίδικη έκθεση ενδελεχώς καταγράφεται, το αφήγημα της αιτήτριας παρουσιάζει εν προκειμένω καταφανή κενά, σημαντικές ελλείψεις σε εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και αοριστίες, που πλήττουν - αναπόφευκτα - την εσωτερική συνοχή όλων ανεξαιρέτως των δηλώσεων της αναφορικά τόσο με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και τα όσα αναφέρει για τις εμπειρίες της στην πορεία της, τη σχέση της με φίλη της από το σχολείο, τα κατ’ ισχυρισμό υποτιμητικά σχόλια που δεχόταν, το πως περνούσε τον χρόνο της μ’ αυτήν, που, πότε και πόσο συχνά βρίσκονταν μαζί, όσο και τον κατ’ ισχυρισμό βιασμό της, τι προηγήθηκε, τι έγινε κατά τη διάρκεια της κατ’ ισχυρισμό επίθεσης που δέχθηκε, την ταυτότητα αλλά και τον αριθμό των προσώπων τα οποία της επιτέθηκαν και το πως συνδέεται αυτό με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό.

Περαιτέρω η αιτήτρια, ως και πάλι οι καθ’ ων η αίτηση ορθώς και υποδειγματικά – θεωρώ – εντόπισαν και ενδελεχώς κατέγραψαν στην επίδικη αίτηση (ερ.77-84), δεν ήταν σε θέση να περιγράψει καμία λεπτομέρεια για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, τις εμπειρίες της, τα βιώματα και τα συναισθήματα της μετά και τη συνειδητοποίηση της ταυτότητας της και τα όσα βίωσε, τόσο στο σχολείο όσο και ακολούθως και ούτε να τοποθετήσει χρονικά όσα ανέφερε, περιλαμβανομένου του πότε συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, μέσα από ποια διεργασία, πως το εξέφραζε. Επιπροσθέτως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει μέρη που συχνάζουν άτομα ΛΟΑΤΚΙ ή οργανώσεις που σχετίζονται με τα δικαιώματα τους. Ερωτώμενη δε γιατί αποφάσισε να έρθει στις ελεύθερες περιοχές μετά από 10ετή παραμονή της στα κατεχόμενα, όπου πήγε ανέφερε πως ήταν καθαρά για εκπαιδευτικούς λόγους, επειδή, κατόπιν έρευνας, εντόπισε ότι παρέχεται προστασία στις ελεύθερες περιοχές σε άτομα ΛΟΑΤΚΙ, πράγμα που, ενόψει και των ως άνω κενών στα λεγόμενα της, εγείρει περαιτέρω αμφιβολίες για τα κίνητρα της αιτήτριας.

Σημειώνω περαιτέρω ότι επί όλων των δηλώσεων της αλλά και σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σχετικά η αιτήτρια παρέμεινε παντελώς ασαφής, χωρίς να παραθέτει το παραμικρό ψήγμα βιωματικών στοιχείων ή σε κάποιο ιδιαίτερο γεγονός ή εμπειρία που εντυπώθηκε στη μνήμη της, έστω φωτογραφικά, από τα όσα αυτή βίωσε στα πλαίσια των σχέσεων στις οποίες αναφέρθηκε, τα οποία θα ήταν απολύτως ευλόγως αναμενόμενο να είναι σε θέση να περιγράψει και θα έδιναν θεωρώ την αναμενόμενη βιωματική διάσταση στο αφήγημα της.  

Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου προχωρώ σε αξιολόγηση των εγγράφων που προσκόμισε η αιτήτρια (ερ.35-36).

Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων […] δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών ουδέν περαιτέρω χρειάζεται να ειπωθεί επί των προσκομισθέντων εγγράφων πέραν όσων καταγράφονται σχετικώς στο ερ.79, τα οποία παρατίθενται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης. Σημειώνω απλά ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, δεδομένου του ότι στα ερ.35-36 περιέχονται απλά εκτυπώσεις φωτογραφιών της αιτήτριας με άλλα άτομα, σε κοινωνικές στιγμές (σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι φωτογραφίες οι οποίες αποτυπώνουν άλλες μορφές επαφής δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές – βλ. A.B.C., ανωτέρω), ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί σ’ αυτά, καθώς ουδέν δύναται να συναχθεί εξ αυτών επί της αξιοπιστίας του 2ου ισχυρισμού της αιτήτριας, τον οποίον ουδόλως τεκμηριώνουν ή ενισχύουν.

Αναφορικά τώρα με την εξωτερική συνοχή των ισχυρισμών της αιτήτριας σημειώνω ότι οι καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε αξιολόγηση πληροφοριών που εντόπισαν σχετικά με την μεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Νιγηρία, στη βάση των οποίων διαπιστώθηκε ότι τα όσα ανέφερε συνάδουν με τις διαθέσιμες πληροφορίες (ερ.77-79). Τα σχετικά ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επιβεβαιώνονται άλλωστε και από πιο πρόσφατο εγχειρίδιο της EUAA «NigeriaCountry Focus», Ιούλιος 2024, σελ.65-71. Δεδομένου τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά, καθότι αρκεί εν προκειμένω το ότι τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ αντιμετωπίζουν όντως κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης από τις Αρχές αλλά και το κοινωνικό σύνολο, κακομεταχείρισης, κοινωνικού αποκλεισμού αλλά και φυλάκισης, ως και οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν.

Όμως, ενόψει εδώ της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής, το γεγονός και μόνο ότι τέτοια φαινόμενα απαντώνται στη χώρα καταγωγής, δεν αρκεί για να υπερκερασθούν οι πολλές και σημαντικές ελλείψεις αυτές και ούτε βεβαίως να οδηγήσει σε αποδοχή κατά τα τ’ άλλα παντελώς ελλιπών ισχυρισμών, οι οποίοι εδώ περιέχουν κενά, αντιφάσεις και ασάφειες, των οποίων τυχόν αποδοχή θα ήταν ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση τους. Ως δε και στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».

Συμφωνώ λοιπόν με όλα τα συμπεράσματα των καθ’ ων η αίτηση, όπως καταγράφονται στην επίδικη έκθεση, ως αυτά καταγράφονται και ανωτέρω, στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία και υιοθετώ, χωρίς να είναι θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω στο σημείο αυτό.

Η κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας (Kaduna) έχει ως εξής.

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 10/07/26) σημειώθηκαν 370 περιστατικά ασφαλείας (“political violence”: περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) στην πολιτεία Kaduna, με αποτέλεσμα 502 θανάτους. Στην πόλη Kaduna σημειώθηκαν 5 περιστατικά πολιτικής βίας, με αποτέλεσμα 3 θανάτους.[2] Ο πληθυσμός της πολιτείας Kaduna ανέρχεται περί τα 10 εκατομμύρια κατοίκων, της δε ομώνυμης πόλης περί τις 600.000.[3]

Εκ των ως άνω δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της εκεί και δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις – δεδομένης της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος της, ως ανωτέρω εξηγείται - που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για γι’ αυτήν, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [4] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN). Σημειώνω ότι παρόλο που στην ευρύτερη πολιτεία σημειώνεται σχετικά υψηλός αριθμός περιστατικών ασφαλείας, εντούτοις, στην ομώνυμη πόλη, όπου διέμενε η αιτήτρια (ερ.48) ο αριθμός είναι ουσιωδώς χαμηλότερος.

Συνυπολογίζω επί των ως άνω ότι η αιτήτρια είναι υγιής, 32 ετών σήμερα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας (δεδομένου ότι ο σεξουαλικός της προσανατολισμός δεν έγινε αποδεκτός), με πανεπιστημιακή μόρφωση και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, διαθέτει οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής της (πατέρα – η δε μητέρα της, με την οποία έχει επικοινωνία, μένει σε άλλη πολιτεία), όπου αυτή έχει ζήσει όλη της τη ζωή, τα οποία και συνηγορούν υπέρ του ότι, παρά τις όποιες προκλήσεις ενδεχομένως ήθελε αυτή αντιμετωπίσει με την επιστροφή της, αναμένεται ευλόγως να έχει, κατ’ ελάχιστο, στήριξη, μέχρι να ορθοποδήσει και βιοποριστεί και εξασφαλίσει τα αναγκαία χρειώδη.

Έπεται ότι δεν τεκμηριώθηκε εν προκειμένω βάσιμος φόβος «καταδίωξης [της αιτήτριας] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να καταδεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της είναι αντίθετη με την εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ κατοχυρωμένη Αρχή της μη Επαναπροώθησης.

Σημειώνεται ότι η Νιγηρία έχει καθοριστεί στην Κ.Δ.Π. 242/2026, η οποία και έχει εκδοθεί δυνάμει του αρ.12Βτρις του Νόμου, ως ασφαλής χώρα ιθαγενείας και ουδέν στοιχείο έχει  προσκομιστεί, στη βάση του οποίου θα μπορούσε να «θεωρηθεί ότι […] δεν είναι ασφαλής […] στη συγκεκριμένη περίπτωσή», στη βάση των όσων διαλαμβάνονται από το αρ.12Βτρις (6).

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Βλ. Zisakou S (2021) Credibility Assessment in Asylum Claims Based on Sexual Orientation by the Greek Asylum Service: A Deep-Rooted Culture of Disbelief. https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fhumd.2021.693308/full

[2] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (τελευταία πρόσβαση 16/07/2026).

[3] City Population, KadunaNigeria, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA019__kaduna

[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο