A.H.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 2640/2025, 21/7/2026
print
Τίτλος:
A.H.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 2640/2025, 21/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υποθ. Αρ.: 2640/2025

21 Ιουλίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ-KΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με τo άρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

A.H.I. από τη Σομαλία και τώρα στην Αμμόχωστο

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Βασιλόπουλος Γιώργος, Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Άρτεμις Πάλλη/Αντιγόνη Παπαδοπούλου, Δικηγόροι για τους Καθ' ων η αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών.  Παρούσα  και  η Ζ. Αγαπίου  (κα) για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 08/10/2025, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 13/10/2025 και δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά του για παροχή διεθνούς προστασίας καθώς και η απόφαση επιστροφής ως άκυρες, παράνομες, αντισυνταγματικές και στερούμενες οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

Περαιτέρω αιτείται απόφασης του παρόντος δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή το καθεστώς Διεθνούς Προστασίας.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (εφεξής «Δ.Φ.») που κατατέθηκε στο πλαίσιο των Διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής ως Τεκμήριο 1, ο Αιτητής, υπήκοος Σομαλίας, υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 18/09/2024 ως ασυνόδευτος ανήλικος, η οποία καταχωρίστηκε στις 25/10/2024 από το Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα (ερ. 3-1 και 8 του Δ.Φ.).

Στις 04/10/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή σχετικά με την εξακρίβωση της ηλικίας του (ερ. 41-32 Δ.Φ.).

Στις 24/10/2024 ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση σχετικά με τον προσδιορισμό της ηλικίας του Αιτητή, εισηγούμενος να αντιμετωπιστεί ως ενήλικος (ερ. 56 Δ.Φ.).

Στις 24/10/2024 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση και στις 25/10/2024 ενημερώθηκε ο Αιτητής σχετικά με την εξακρίβωση της ηλικίας του από τον λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (ερ. 56 και ερ. 58-57 Δ.Φ.).

Ο Αιτητής παρέστη στην προγραμματισμένη πρωτοβάθμια συνέντευξή του την 29/07/2025 (ερ. 73-70 του Δ.Φ.). Η συνέντευξη διεξήχθη από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 02/10/2025 υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας (ερ. 188-171 του Δ.Φ.).

Στις 08/10/2025 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και την επιστροφή του στην Σομαλία. (ερ. 189 του Δ.Φ.).

Ακολούθως, στις 13/10/2025, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή την 21/10/2025, παραλήφθηκε δε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ. 191 Δ.Φ.).

Στη συνέχεια, την 23/10/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), προσβάλλοντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου (ερ. 203-193 Δ.Φ.).

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Στο δικόγραφο της αίτησης ακύρωσης ο συνήγορος του Αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, εκ των οποίων προωθεί με την γραπτή του αγόρευση τους εξής νομικούς λόγους:

Α. Την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης υπό καθεστώς πραγματικής πλάνης.

Β. Την έλλειψη διεξαγωγής δέουσας έρευνας ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, τον βάσιμο φόβο του και τους πραγματικούς λόγους που τον εξώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του.

Γ. Την έλλειψη δέουσας και/ή επαρκούς αιτιολογίας της απόφασης, κατά παράβαση του περί Προσφύγων Νόμου, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται ευχερής ο δικαστικός έλεγχος.

Δ. Την πλημμελή ή λανθασμένη υπαγωγή των γεγονότων στα κριτήρια που θέτει ο νόμος περί της συμπληρωματικής προστασίας.

Συμπερασματικά, ο συνήγορος του Αιτητή, επικαλούμενος ενδεικτικά την αυστριακή ACCORD (Αύγουστος 2024) και την νομολογία του ΔΔΔΠ 691/22 (05-09-24), 5152/22 (07-10-24), 4725/22 (06-12-24) και 5333/22 (31-10-25), η οποία επιβεβαιώνει την έκρυθμη κατάσταση στην Σομαλία λόγω της δράσης της Al Shabaab, καταλήγει στο ότι η περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής πλήττεται από εσωτερική ένοπλη σύρραξη που δύναται να τον θέσει σε κίνδυνο βλάβης αμάχου λόγω αδιάκριτα ασκούμενης βίας και εισηγείται όπως παραχωρηθεί στον Αιτητή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Οι Καθ' ων η αίτηση στην Ένστασή τους υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης, υποστηρίζοντας ότι ελήφθη από αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, των αρχών του Διοικητικού Δικαίου και τις διατάξεις του Περί Προσφύγων Νόμου, μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση της εξουσίας που παρέχει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά, είναι δε επαρκώς και/ ή δεόντως αιτιολογημένη.

Στην γραπτή τους αγόρευση, οι Καθ’ ων η αίτηση επαναλαμβάνουν την θέση τους περί ορθότητας και νομιμότητας της επίδικης απόφασης. Αντικρούοντας τους λόγους ακύρωσης που εκτέθηκαν από τον συνήγορο του Αιτητή, υποστηρίζουν πως οι λόγοι που επικαλέστηκε ο Αιτητής ως προς την ουσία του αιτήματός του δεν συνάδουν με τις προϋποθέσεις του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να αποδείξει βάσιμους λόγους δίωξης όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου, ή ότι μπορεί να τύχει του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας όπως προβλέπεται στο άρθρο 19 (2) του ίδιου Νόμου. Υποστηρίζουν πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη και εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας Περαιτέρω, τοποθετούνται στο ότι ορθώς συνεκτιμήθηκαν οι προσωπικές περιστάσεις και το προφίλ του Αιτητή και ορθώς ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα της μη υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, έχοντας προβεί στην απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα, συνοδεύοντάς την από πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Καταληκτικά, οι Καθ’ ων η αίτηση εισηγούνται όπως η υπό εξέταση προσφυγή απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως. 

Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστόλογοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα ή έλλειψη δέουσας έρευνας κλπ. Ο συνήγορος του Αιτητή εν προκειμένω αναφέρεται με γενικό τρόπο στους λόγους χωρίς να τεκμηριώνει πως αυτοί υφίστανται και χωρίς να υποδεικνύει τα σημεία της διοικητικής διαδικασίας όπου αυτές οι αρχές καταπατώνται. Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση της δικηγόρου του Αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί-ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σύμφωνα με την  Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»

«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56

Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και  αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία στις 18/09/2024, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής κατέγραψε ότι στην χώρα του σκοτώνονται έφηβοι και για τον λόγο αυτόν η οικογένειά του τον συμβούλευσε να εγκαταλείψει την χώρα και να αναζητήσει προστασία (ερυθρό 1 του  «Δ.Φ.»).

Στη συνέχεια, στις 20/09/2024 διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας του Αιτητή, από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, μέσα από σχετική συνέντευξη, παρουσία λειτουργού της Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας, η οποία παρίστατο ως εκ του νόμου κηδεμόνας (“Legal Guardian”). Στο σχετικό πεδίο του εντύπου αξιολόγησης ευαλωτότητας και ειδικών συνθηκών υποδοχής, η αρμόδια λειτουργός επεσήμανε ότι η περίπτωση της ευαλωτότητας του Αιτητή άπτεται της κατηγορίας «Ασυνόδευτοι ανήλικοι» και σημείωσε την ανάγκη τήρησης διαδικαστικών εγγυήσεων και υποδοχής (ερ. 20-11 του Δ.Φ).

Εν συνεχεία, στις 04/10/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη για την αξιολόγηση της ηλικίας του Αιτητή (ερ. 41-32 Δ.Φ.). H αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενημέρωσε τον Αιτητή ότι θα του τεθούν ερωτήσεις σχετικά με το προφίλ του και την ζωή του στην χώρα καταγωγής του και στη συνέχεια του παρασχέθηκαν πληροφορίες σχετικά με την διαδικασία εκτίμησης της ηλικίας του. Κατά την συνέντευξη, ο Αιτητής συνοδευόταν από λειτουργό της Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας της Λευκωσίας, η οποία παρίστατο ως κηδεμόνας του. Στις ερωτήσεις που του τέθηκαν στην συνέχεια από την αρμόδια λειτουργό, ο Αιτητής δήλωσε πως είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννήθηκε στις 05/11/2008 στην πόλη Galkayo στο Mudug της Σομαλίας και πως στη συνέχεια μεγάλωσε και διέμενε στην περιοχή Warta Nabada του Mogadishu μέχρι που αναχώρησε από την χώρα καταγωγής του (ερ. 73 2χ και ερ. 36 1χ - 4χ του Δ.Φ.). Αναφορικά με την οικογένειά του, ισχυρίστηκε πως και οι δύο γονείς του βρίσκονται εν ζωή, όπως και τα 2 αδέρφια του, τα οποία διαμένουν στο Mogadishu μαζί με την μητέρα τους, μιας και οι γονείς του Αιτητή είναι διαζευγμένοι και ο πατέρας του ζει στο Galkayo, Mudug. Πρόσθεσε, δε, πως διατηρεί τακτική επικοινωνία μαζί τους (ερ. 73 5χ και ερ. 38 1χ-2χ και ερ. 37 1χ του Δ.Φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε πως δεν ολοκλήρωσε το σχολείο, παρά μόνο παρακολούθησε δύο χρόνια εκμάθησης του Κορανίου σε θρησκευτικό σχολείο (ερ. 37 5χ-7χ του Δ.Φ.). Στη συνέχεια, ο Αιτητής δήλωσε πως αναχώρησε από την χώρα του στις 11/09/2024, όντας 16 ετών, και αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία δια μέσου Κωνσταντινούπολης και των μη ελεγχόμενων από την Δημοκρατία περιοχών στις 13/09/2024, εξηγώντας πως οι γονείς του κάλυψαν το κόστος του ταξιδιού και προσθέτοντας πως δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα κατά την διάρκεια του ταξιδιού του (ερ. 35 1χ-4χ του Δ.Φ.). Τέλος, ο Αιτητής ενημερώθηκε από την λειτουργό πως προέκυψαν αμφιβολίες σχετικά με την ηλικία του και πως, ελλείψει άλλου εγγράφου ταυτοπροσωπίας, η εκτίμηση της ηλικίας του χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Στη συνέχεια, ο Αιτητής, αφού παρείχε την σχετική συγκατάθεσή του (ερ. 34 και 44 Δ.Φ.),  παραπέμφθηκε για ιατρικές εξετάσεις προς τον σκοπό του προσδιορισμού της ηλικίας του, τα αποτελέσματα των οποίων συνέκλιναν, βάσει των επιστημονικών ευρημάτων, στο ότι ο Αιτητής είναι ενήλικος (ερ. 49-47 Δ.Φ.).

Στη συνέχεια, κατόπιν της από 24/10/2024 Τελικής Έκθεσης-Αξιολόγησης για τον προσδιορισμό της ηλικίας και την συνακόλουθη έγκριση από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (ερ. 56 Δ.Φ.) και την ενημέρωση του Αιτητή (ερ. 58 Δ.Φ.), διενεργήθηκε η συνέντευξη ουσίας επί του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή στις 29/07/2025 (ερ. 73-69 Δ.Φ.).

Κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξη η οποία διεξήχθη την 29/07/2025 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς την 05/11/2005 [σ.σ. όπως επανα-ορίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου] στην περιοχή Mudug, Galkayo της Σομαλίας, η οποία αποτέλεσε τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 48 2χ του Δ.Φ.). Δήλωσε επίσης ότι ανήκει στην φυλή Shiikhaal και είναι Μουσουλμάνος ως προς το θρήσκευμα (ερ. 50 3χ του Δ.Φ).

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και δη κατά το σκέλος της ελεύθερης αφήγησής του, ο Αιτητής δήλωσε πως έφυγε για λόγους ασφάλειας, προσθέτοντας πως η οικογένειά του τον παρότρυνε να εγκαταλείψει την χώρα προκειμένου να είναι ασφαλής (ερ. 71 1χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς, στη συνέχεια, να εξειδικεύσει τι εννοεί με τους λόγους ασφάλειας, ο Αιτητής ανέφερε πως κάποια τυχαία άτομα μπορεί να ζητήσουν από άλλους να πράξουν κάτι, το οποίο, εάν αρνηθούν να το πράξουν τους απειλούν με θάνατο. Πρόσθεσε περαιτέρω πως δεν γνωρίζει ποια είναι αυτά τα άτομα και εάν βρίσκονται ακόμα στην περιοχή του (ερ. 71 3χ-4χ Δ.Φ.).

Ερωτηθείς εάν ο ίδιος ή η οικογένειά του έχουν αντιμετωπίσει προσωπικά κάποια από τα ζητήματα ασφαλείας που ανέφερε, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά (ερ. 71 5χ-6χ Δ.Φ.). Σε αντίστοιχες ερωτήσεις του λειτουργού, ο Αιτητής, επίσης, δήλωσε πως δεν γνωρίζει εάν θα καταφέρει να βρει δουλειά σε περίπτωση επιστροφής του, πως δεν γνωρίζει ποιος έχει τον έλεγχο της περιοχής καταγωγής του, ενώ, περαιτέρω, στην ερώτηση τι πιστεύει ότι θα του συνέβαινε σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε εξίσου πως δεν γνωρίζει, προσθέτοντας πως δεν επιθυμεί να επιστρέψει (ερ. 70 2χ-3χ Δ.Φ.).

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή o αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος (1ος) αφορούσε το προφίλ του Αιτητή τα προσωπικά του στοιχεία και την χώρα καταγωγής του και ο δεύτερος (2ος) αφορούσε τον επικαλούμενο λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε την Σομαλία, ήτοι εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας (ερ. 185 Δ.Φ.).

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, οι απαντήσεις του Αιτητή σχετικά με την υπηκοότητα, τον τόπο γέννησης και διαμονής του όπως και το προφίλ του, κρίθηκαν ως επαρκώς λεπτομερείς, ενώ σημειώθηκε πως απάντησε συνεκτικά και ως προς τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι την περιφέρεια του Hodan Banadir στο οποίο ανήκει η περιοχή διαμονής του Warta Nabada. Συμπερασματικά, δεδομένου ότι οι δηλώσεις του στοιχειοθετούν την εσωτερική αξιοπιστία και συνάδουν με αντίστοιχες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό (ερ. 184-183 Δ.Φ.).

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε την Σομαλία και δεν επιθυμεί να επιστρέψει λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας, ο λειτουργός έκρινε πως οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνται επάρκειας πληροφοριών και εσωτερικής συνοχής, δεδομένου ότι ο Αιτητής απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν πως δεν γνωρίζει και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες. Ο λειτουργός αποφαίνεται πως δεν διαφάνηκε από τις απαντήσεις πως ο Αιτητής υπέστη την οποιαδήποτε μορφή δίωξης που να συνδέεται με οποιοδήποτε πραγματικό κίνδυνο για τη ζωή του ή σοβαρής βλάβης που να δικαιολογεί την απόφασή του να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έκρινε πως οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης, συμπερασματικά, δεδομένης της έλλειψης στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο λειτουργός απορρίπτει τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό (ερ. 183 και ερ. 182 Δ.Φ.).

 

 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής στα πλαίσια του ισχυρισμού που έγινε δεκτός. Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμήθηκαν οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή όπως και η επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα. Ειδικότερα, ο λειτουργός παραθέτει και επικαλείται εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Σομαλία και συγκεκριμένα από την έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Άσυλο του 2023 και του 2025, εκθέσεις του Γ.Γ. του ΟΗΕ για την περίοδο Μαΐου 2021- Αυγούστου 2022 που χαρακτηρίζει την κατάσταση στην Σομαλία ως «ασταθή», όπως και το RULAC, ενώ επίσης αναφέρει και τα περιστατικά ασφαλείας που καταγράφονται από το ACLED.

 

Κατά το στάδιο της νομικής ανάλυσης, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω ευρημάτων, των ισχυρισμών, του προφίλ του Αιτητή, και της αξιολόγησης κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος στον Αιτητή, δεδομένου ότι στο πρόσωπό του δεν τεκμηριώθηκε ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα μέλους σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή τις πολιτικές πεποιθήσεις, όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στο άρθρο 3 και 3Δ του Περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, ως προς την αναγνώριση συμπληρωματικής προστασίας στο πρόσωπο του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο ότι:

Α) Σε περίπτωση επιστροφής στην Σομαλία, ο Αιτητής   δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ως το άρθρο 19 (2) (α) προνοεί.

Β) Σε περίπτωση επιστροφής στην Σομαλία, ο Αιτητής  δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ως το άρθρο 19 (2) (β) προνοεί.

Ως προς το άρθρο 19 (2) (γ), ο λειτουργός προβαίνει σε ανάλυση των επιμέρους στοιχείων του άρθρου, προκειμένου να αξιολογήσει εάν συντρέχουν βάσιμοι/εύλογοι λόγοι να πιστεύεται πως ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στην περιοχή Mogadishu, Banadir region θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Προς επίρρωση της αξιολόγησής του, ο αρμόδιος λειτουργός ανέλυσε τα επιμέρους στοιχεία του άρθρου 15 (γ) που συνθέτουν τα κριτήρια παροχής συμπληρωματικής προστασίας, ήτοι τα στοιχεία περί εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αδιάκριτης άσκησης βίας και σοβαρής και προσωπικής απειλής, συνεκτιμώντας και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για νεαρό άνδρα, άμαχο πολίτη, ο οποίος, λόγω του βιοτικού του δεσμού με την περιοχή Mogadishu, κρίνεται πως είναι σε θέση να αναγνωρίζει και να αποφεύγει τους κινδύνους. Ο λειτουργός σημειώνει επίσης πως ο Αιτητής δεν έχει πληγεί στο παρελθόν από τις συγκρούσεις ή από αδιάκριτα ασκούμενη βία στην περιοχή, ενώ επισημαίνει πως διαθέτει ισχυρό οικογενειακό δίκτυο. Επιπρόσθετα, στη βάση των επικαλούμενων ευρημάτων από τις εξωτερικές πηγές, ο λειτουργός διαπιστώνει πως παρατηρείται φθίνουσα πορεία περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή Banadir και πως ο συνολικός πληθυσμός της περιφέρειας εν σχέσει με τα καταγεγραμμένα περιστατικά ασφαλείας δεν αποδεικνύουν ότι ο Αιτητής εκ μόνης της παρουσίας του στην περιοχή είναι εύλογα πιθανό να καταστεί θύμα αδιάκριτης βίας. Στη βάση όλων των ανωτέρω, ο λειτουργός κατέληξε στο ότι δεν συντρέχουν στοιχεία τα οποία να εντείνουν τον κίνδυνο ζωής του Αιτητή ή τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν δυσμενώς το επίπεδο διαβίωσής του σε περίπτωση επιστροφής και ως εκ τούτου εισηγείται πως ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (ερ. 176- 172 Δ.Φ.).

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσω  ότι η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τον λειτουργό είναι ορθή και στα πλαίσια του νόμου, η περαιτέρω υπαγωγή των αποδεκτών ισχυρισμών προς εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι εκ του νόμου προϋποθέσεις για την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ήτοι η αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3 ή παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το αρ. 19 του περί Προσφύγων Νόμου, ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία έχω ενώπιον μου συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο  Άρθρο  3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

 Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων και έχοντας ενώπιόν μου το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης καθώς και την ίδια την επίδικη απόφαση δεν διαπιστώνω να υφίσταται οποιαδήποτε πλημμέλεια σε σχέση με αυτήν, καθώς ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό, ή στοιχείο το   οποίο θα δικαιολογούσε την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου πιο πάνω.

Επιπλέον, ορθά κρίθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Γουινέα, δεν θα κινδυνεύσει με θανατική ποινή ή εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000.

Εν πάση περιπτώσει  κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή  και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ.  υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08  Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει  να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".

Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.

Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει πειστικές και σαφείς απαντήσεις  στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό. Εξάλλου απάντησε ευθέως πως δεν του συνέβη οτιδήποτε.

Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619 όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v.  Staats-secretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[1]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).

Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας  στην διοικητική περιφέρεια Banadir στην οποία ανήκει και η πρωτεύουσα Mogadishu, η οποία αποτέλεσε τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, το Δικαστήριο υιοθετεί την έρευνα του αρμόδιου λειτουργού, η οποία θεωρείται επαρκής και επικαιροποιημένη, και συντάσσεται με τα συμπεράσματα του λειτουργού σχετικά με τον μελλοντοστραφή κίνδυνο που σχετίζεται με τους εν λόγω ισχυρισμούς (βλ. ερυθρά 179-178 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, το Δικαστήριο προέβη σε δική του έρευνα σχετικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας, διαπιστώνοντας ότι το συμπέρασμα του λειτουργού επιβεβαιώνεται και από πιο πρόσφατες πηγές:

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, όπου παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην διοικητική περιφέρεια Banadir, σημειώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 17/04/2026 και περίοδο αναφοράς από 17-04-2025 έως 17-04-2026), καταγράφηκαν 538 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 232 ανθρώπινες απώλειες.[2]

Σημειώνεται περαιτέρω ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις τις οποίες παραθέτει ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο στην από τον Μάιο του 2025 Έκθεσή του για την Σομαλία[3], στην πόλη Mogadishu, συμπεριλαμβανομένων των 20 διοικητικών της περιοχών, ο πληθυσμός στις αρχές του 2025 ανερχόταν σε 2,846,000 κατοίκους. [4]

Δεδομένων των πιο πάνω, καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του.

Τα εν λόγω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Στη βάση των παραπάνω δεν προκύπτει ότι με την επιστροφή του στο τόπο συνήθους διαμονής του ο Αιτητής θα έλθει αντιμέτωπος με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19 (2) (γ).

Εν κατακλείδι επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα του Αιτητή για την παροχή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας ,  εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν το αποτέλεσμα ορθής αξιολόγησης όλων των στοιχείων και δεδομένων, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και λήφθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, το Σύνταγμα και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Συνεπώς, κρίνω, με βάση τα ανωτέρω, ότι οι λόγοι ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ευσταθούν.

Υπό το φως των πιο πάνω η  προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

                                      

 

                                         Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2025). 

[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Banadir, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026).

[3] EUAA, COI Report - Somalia: Country Focus, May 2025, διαθέσιμο στο' 2.1.1. Overview ', (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026).

[4] World Populatioon Review: Mogadishu, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/somalia/mogadishu  (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο