ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 2794/2024
03 Ιουλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ.E.O. εκ Λευκωσίας
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Ν. Χαραλαμπίδου (κα) για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για την Αιτήτρια.
Λ. Γιάγκου (κα) για Α. Παπαδοπούλου, Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Αιτήτρια Παρούσα.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 25/06/24 (της κοινοποιήθηκε αυθημερόν), με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή ζητά την έκδοση νέας απόφασης για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαια υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 17/11/23 στις 07/06/24 διεξήχθη συνέντευξη και στις 13/06/24 ετοιμάστηκε σχετική εισηγητική έκθεση. Ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης στις 13/06/24 απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια υποστηρίζει μέσω Γραπτής Αγόρευσης της δικηγόρου της ότι παραβιάστηκαν τα Άρθρα 3, 17 και 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) καθότι δεν υπήρξε δέουσα έρευνα κατά την εξέταση του ισχυρισμού που αφορά τον κίνδυνο της Αιτήτριας από τον θείο της ο οποίος την εξέδιδε καθώς και ότι διώκεται από τις Αρχές και την κοινωνία της Νιγηρίας λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Είναι η θέση της ότι δεν διερευνήθηκαν επαρκώς, και μέσω εξατομικευμένων ερωτήσεων τα συναισθήματα και οι περιστάσεις που πλαισιώνουν την αποκάλυψη του σεξουαλικού της προσανατολισμού καθώς και την μη παραπομπή της Αιτήτριας σε ψυχιατρική παρακολούθηση/εξέταση κατά παράβαση των προνοιών της νομοθεσίας και/ή ανάγκη παροχής ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων (παραπέμποντας σε σχετικές διατάξεις και αποφάσεις). Θεωρεί ότι έχει τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της που αφορούν βάσιμο λόγο δίωξης λόγω της κακοποίησης που υπέστη και έχει παρουσιάσει όλα τα στοιχεία με πληρότητα και λεπτομέρεια σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό (παραπέμποντας σε σχετικά σημεία της συνέντευξης της). Παράλληλα αναφέρει ότι ελλείπει υπό τις περιστάσεις η δέουσα έρευνα και/ή αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης. Μέσω της Γραπτής Αγόρευσης γίνεται αναφορά ότι σύντροφος της Αιτήτριας (η J.K.E.) που ήλθε μαζί της στη Δημοκρατία αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας για τους ίδιους λόγους που επικαλείται η Αιτήτρια (ήτοι κακοποίησης από τον θείο της και λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού – επισύναψε δε επιστολή ημερομηνίας 15/01/25 της Υπηρεσίας Ασύλου που αναφέρει ότι η J.K.E. αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας) στοιχείο που έπρεπε κατά την εισήγηση της να ληφθεί υπόψη από την αρμόδια αρχή. Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων η συνήγορος της Αιτήτριας αποσύρε ρητά τους νομικούς λόγους ακύρωσης που αφορούν αναρμοδιότητα αποφασίζοντος οργάνου και περιορίστηκε στην ουσία της αίτησης διεθνούς προστασίας.
Οι Καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και υποστηρίζουν ότι το τεκμήριο της νομιμότητας και της κανονικότητας της πράξης δεν έχει ανατραπεί από την Αιτήτρια παρόλο που έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της. Αναφέρουν με παραπομπές σε σημεία συνέντευξης της Αιτήτριας ότι οι ισχυρισμοί της ορθώς κρίθηκαν ασυνεπείς, ανεπαρκείς, αόριστοι και ελλιπείς, και δικαίως η ίδια κρίθηκε ως αναξιόπιστη. Υποδεικνύουν ότι η επίδικη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου της Αιτήτριας αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί, ενώ οι νομικοί λόγοι που αφορούν αναρμοδιότητα αποφασίζοντος οργάνου έχουν ρητώς αποσυρθεί. Επί τούτου ούτε το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε αξιολόγηση ισχυρισμών και/ή εγγράφων και/ή μαρτυρίας που περιλαμβάνονται στην Γραπτή Αγόρευση (ήτοι το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α αυτής), καθότι έγγραφα ή στοιχεία ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία που προσκομίζονται κατά την καταχώριση της προσφυγής, παρατίθενται ή επισυνάπτονται ως τεκμήρια, ανάλογα, σε ένορκη δήλωση από την Αιτήτρια στην οποία εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης καθώς και τη συνάφειά τους με τα επίδικα θέματα (Κανονισμός 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019).
Ανεξάρτητα, όμως, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τους νομικούς ισχυρισμούς έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης στη βάση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «Δ.Φ.»). Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Προτού γίνει αξιολόγηση της ορθότητας και/ή ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας το Δικαστήριο αξιολογεί πρώτα την κατ’ ισχυρισμό παράβαση των διατάξεων που αφορούν ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις (ως οι αναφορές της συνηγόρου της Αιτήτριας). Βάσει των Άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτούντα άσυλο αφορά στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν: «(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας.». Στην παρούσα περίπτωση, ο λειτουργός δεν έκρινε σκόπιμο η Αιτήτρια να παραπεμφθεί σε ειδική εξέταση σε ιατρό ή ψυχολόγο ούτε αυτό εμπόδισε τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης. Όπως προκύπτει στο έντυπο «Referral Document for special needs for applicants of international protection» (ερυθρά 7 – 6 Δ.Φ.) δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, ούτε δε καταδείχθηκαν ειδικές ανάγκες υποδοχής. Καταληκτικά δεν καθορίζεται ειδικά οποιαδήποτε σύσταση για παραπομπή (ερυθρό 7 – 6 Δ.Φ.). Όπως προκύπτει, επίσης, στο έντυπο «Screening and Assessment Vulnerability Form» (ερυθρά 23 – 13 Δ.Φ.) καταγράφονται οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας (επί του σεξουαλικού της προσανατολισμού και/ή φόβου δίωξης), ότι δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας (εκτός του ότι είναι θετική στο μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης), ενώ δεν καταδείχθηκαν ειδικές ανάγκες υποδοχής. Καταληκτικά καθορίζεται ειδικά ΜΟΝΟ σύσταση για παραπομπή που αφορά παροχές κοινωνικής ευημερίας - υποδοχής (ερυθρό 18 Δ.Φ.) και όχι οτιδήποτε άλλο. Εξάλλου, κατά το στάδιο της συνέντευξής της, δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε ιατρικό πρόβλημα ή πρόβλημα με την υγεία της, ούτε ότι έχει οιεσδήποτε ειδικές ανάγκες (ερυθρό 44 Δ.Φ.). Σημειώνεται δε ότι ούτε η συνήγορος της Αιτήτριας υπέδειξε μέσω τεκμηριωμένων λόγων ακύρωσης κατά πόσο επηρεάστηκαν οι δηλώσεις της κατά την συνέντευξη λόγω δυσχερούς ψυχολογικής και/ή σωματικής κατάστασης και/ή ούτε υποδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και/ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Αιτήτρια χρήζει ψυχολογικής ή ψυχιατρικής παρακολούθησης ή νοσηλείας που τυχόν επηρέαζε την αξιολόγηση του αιτήματος της.
Κατά την υποβολή της αίτησής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού ως λεσβία, γεγονός ανεπίτρεπτο στην κουλτούρα της και λόγω του πάθους της για τις γυναίκες απειλήθηκε η ζωή της, καθώς και λόγω της σεξουαλικής της κακοποίησης που υπέστη από τον θείο της έπειτα του θανάτου των γονέων της το 2018, ο οποίος την εξέδιδε σε άλλους άντρες και την απειλούσε σε περίπτωση που ανέφερε την κατάσταση της, γεγονός που της προκάλεσε τραύμα εναντίων των ανδρών και διαταραχές άγχους. Κατά τη συνέντευξη της αίτησης ασύλου της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής της ήταν η Benin City της πολιτείας Edo State (ερυθρό 43/1Χ-3X Δ.Φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ερυθρό 41/4Χ Δ.Φ.). Ως προς το οικογενειακό της πλαίσιο, δήλωσε ότι οι γονείς της απεβίωσαν το 2018 από ατύχημα, έχει μια θεία στην Ιταλία και τον θείο και την κόρη της στην Νιγηρία (ερυθρό 42/1Χ-4Χ Δ.Φ.). Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη από τον θείο της και τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ως λεσβία. Η Αιτήτρια διέμενε με τον θείο της μετά τον θάνατο των γονέων της, ο θείος της όπως και ο πατέρας της την κακοποιούσαν σεξουαλικώς και την ανάγκασε να συνευρίσκεται με άνδρες επι πληρωμής. Ο θείος της φοβούμενος ότι η Αιτήτρια θα αποκαλύψει τι της συμβαίνει την απείλησε ότι θα την σκοτώσει. Λόγω των περιστατικών αυτών απέκτησε μίσος για τους άνδρες, ένιωθε ότι το δικό της φύλο μπορούσε να την κατανοήσει τα συναισθήματα της, όταν ο θείος της δε, έμαθε για την έλξη της αυτή βιαιοπράγησε εναντίον της και την απείλησε ότι θα αποκαλύψει το μυστικό της αν μιλήσει για το τι της συμβαίνει. Ακολούθως, τέθηκαν στην Αιτήτρια ερωτήσεις στη βάση του μοντέλου Difference, Stigma, Shame, Harm[1] - Διαφορετικότητα, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη (στο εξής «DSSH»). Στα πλαίσια των ερωτήσεων που της τέθηκαν, δήλωσε ότι προσδιορίζεται ως αμφιφυλόφιλη δηλώνοντας ότι δεν γνώριζε για τις ταυτότητες αυτές και ότι έλκεται μόνο στις γυναίκες, συναίσθημα που ένιωθε από μικρή, καθώς ελκόταν από τις συμμαθήτριες της στο σχολείο και το κατάλαβε με βεβαιότητα όταν ο πατέρας της την κακοποίησε σεξουαλικά (ερυθρό 37/4Χ-5Χ Δ.Φ.). Τοποθέτησε χρονικά την πρώτη της εμπειρία ως ομοφυλόφιλο άτομο, το 2023 με την φιλενάδα της (ερυθρό 36/4Χ Δ.Φ.). Ανέφερε δε ότι όταν ήταν 17 χρονών προσπάθησε να συνευρεθεί με άτομο του αντίθετου φύλου σε μία προσπάθεια να μην προέβη σε σεξουαλική πράξη λόγω εξαναγκασμού αλλά λόγω επιλογής της, πράξη που δεν την ικανοποίησε (ερυθρό 35/ 4Χ-5Χ Δ.Φ.) Ερωτηθείσα για την αποδοχή της ταυτότητας της ανέφερε ότι αρχικώς προσπάθησε να καταπιέσει τα συναισθήματα της, μετά τα γεγονότα με τον πατέρα της αποφάσισε να ζήσει όπως επιθυμεί (ερυθρό 36/1Χ Δ.Φ.). Σε ερωτήσεις αναφορικά με το πως γνωρίστηκε με την κοπέλα της, ανέφερε ότι την προσέγγισε σε ένα κατάστημα από το οποίο ψώνιζε η Αιτήτρια και της ζήτησε να γίνουν φίλες, άρχισαν να μιλούν και είχε παρόμοια ιστορία με την δική της, αποφάσισαν ότι επιθυμούν να είναι μαζί και ότι πρέπει να φύγουν από την χώρα για να είναι μαζί (ερυθρό 36/5Χ Δ.Φ.). Ερωτηθείσα για τη σχέση της ανέφερε ότι η κοπέλα της έχει παρόμοιες εμπειρίες κακοποίησης από τον θείο της και ότι δεν γνωρίζει για προηγούμενες σχέσεις της καθώς δεν τα έχει συζητήσει με την Αιτήτρια και τα θεωρεί ιδιωτικά θέματα (ερυθρό 33/3Χ-5Χ Δ.Φ.). Αναφορικά με τα συναισθήματα της στην χώρα της λόγω της ταυτότητας της ανέφερε ότι δεν ένιωθε καλά γιατί δεν την αποδέχεται η κοινωνία, ενώ η μητέρα της γνώριζε για τον σεξουαλικό προσανατολισμό της χωρίς ωστόσο να το αποδέχεται, πράγμα που δυσαρεστούσε την Αιτήτρια η οποία ήλπιζε ότι η μητέρα της θα την καταλάβαινε (ερυθρό 32/1Χ-4Χ Δ.Φ.). Ερωτηθείσα για το πως αντιμετωπίζει η θρησκεία της την ομοφυλοφιλία της, ανέφερε ότι δεν είναι αποδεκτό ανεξάρτητα από την θρησκεία και μπορεί να σε κτυπήσουν μέχρι θανάτου. Για να επιβιώσει η Αιτήτρια συμπεριφερόταν «φυσιολογικά» και φοβόταν. (ερυθρά 32/5Χ και 31/1Χ-2Χ Δ.Φ.). Ερωτηθείσα σχετικά με τις απειλές που έλαβε από τον πατέρα και τον θείο της ανέφερε ότι ο πατέρας της της απαίτησε να μην αναφέρει τίποτα στην μητέρα της ενώ ο θείος της την απείλησε ότι θα αποκαλύψει την σεξουαλικότητα της αν απευθυνθεί στην αστυνομία (ερυθρό 31/3Χ Δ.Φ.). Ως προς την σεξουαλική κακοποίηση από τον πατέρα της ανέφερε ότι σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις ο πατέρας, ο οποίος δεν γνώριζε τον σεξουαλικό προσανατολισμό της την βίαζε στο σπίτι τους όταν ήταν 13 με 14 χρονών. Μετά την πράξη πονούσε και ένιωθε σοκαρισμένη ενώ πίστευε ότι ήταν φυσιολογικό και όλες οι οικογένειές είναι ίδιες, εκμυστηρεύονταν το μόνο στην κοπέλα της (ερυθρά 30/3Χ-4Χ και 29/1Χ-6Χ Δ.Φ.). Ως προς την κακοποίηση που υπέστη από τον θείο της ανέφερε ότι ο θείος της της απαίτησε να γδυθεί και την κακοποίησε σεξουαλικώς στο σπίτι του, την πήγαινε δε σε άλλο σπίτι όπου την εξέδιδε επί πληρωμή σε άλλους άνδρες και κρατούσε αυτός όλα τα λεφτά, από αυτή την κατάσταση η Αιτήτρια έμεινε έγκυος από άγνωστο πατέρα και γέννησε ένα παιδί, το οποίο άφησε σε γνωστή της στην Νιγηρία (ερυθρά 29/5Χ και 28/1Χ-9Χ Δ.Φ.). Ερωτηθείσα για το τι μπορεί να της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα της ανέφερε ότι θα την σκοτώσουν γιατί ο θείος της θα έχει πει σε όλους ότι είναι λεσβία (ερυθρό 27 Δ.Φ.).
Αφού ο λειτουργός αξιολόγησε τα όσα καταγράφηκαν κατά την συνέντευξη αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως προς τα προσωπικά στοιχεία και το εν γένει προφίλ της. Απορρίφθηκε, όμως, ως εσωτερικά αναξιόπιστος, ο δεύτερος ισχυρισμός που αφορά τον φόβο λόγω του ότι ήταν θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα και τον θείο της και τρίτος ισχυρισμός σχετικά με τον φόβο ότι ήταν θύμα σεξουαλικής κακοποίησης, απέρριψε δε και τον τέταρτο ισχυρισμό που αφορά τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλο άτομο. Στη σχετική έκθεση/εισήγηση, καταγράφηκαν οι ασυνέπειες, η έλλειψη επάρκειας πληροφοριών και οι αντιφάσεις στα λεγόμενά της.
Ειδικότερα, ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση:
- να εξηγήσει με τρόπο συνεκτικό της ηλικία της όταν συνέβη η ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση από τον πατέρα της αναφέροντας αρχικώς ότι ήταν 12 χρονών και μετέπειτα 13 και 14 (ερυθρά 37/3χ και 30/3χ-4χ Δ.Φ.),
- να περιγράψει με επαρκείς πληροφορίες και με έλλειψη ευλογοφάνειας σχετικά με το περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης αναφέροντας ότι η μητέρα της δεν ήταν σπίτι και ο πατέρας της της ζητούσε να φέρει τον εαυτό της. Ανέφερε πως «επέβαλε τον εαυτό της πάνω της. Η μητέρα της δε όποτε προσπαθούσε να της μιλήσει έλεγε ότι ήταν απασχολημένη. Ο Λειτουργός καταγράφει ότι θα αναμενόταν η Αιτήτρια να αναφέρει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το περιστατικό αυτό και τον βιασμό καθώς και τι κρατούσε την μητέρα της απασχολημένη από τα 13 έως 20 χρονών (ερυθρά 37/1Χ-2Χ , 30/1Χ-4Χ και 29/1Χ-4Χ Δ.Φ.),
- ερωτηθείσα σχετικά με τα συναισθήματα της έπειτα από την πρώτη φορά που της συνέβη αυτό ανέφερε με έλλειψη επαρκών πληροφοριών ότι είχε πόνο και βρισκόταν σε σοκ, χωρίς να επεξηγεί τον πόνο και το σοκ αυτό (ερυθρό 30/1Χ και 29/1Χ Δ.Φ.),
- ερωτηθείσα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο επηρεάστηκε ο ψυχολογικός και συναισθηματικός της κόσμος απάντησε με έλλειψη επαρκών πληροφοριών ότι φοβόταν και ήταν σε σοκ. Ενώ κληθείσα να εξηγήσει τυχόν αλλαγές στην στις σκέψεις της, ανέφερε ότι πίστευε ότι ήταν φυσιολογικό αυτό που της συνέβαινε και έτσι συμβαίνει σε όλες τις κοπέλες γιατί οι άνδρες είναι έτσι. Θα αναμενόταν η Αιτήτρια να εξηγήσει με περισσότερες λεπτομέρειες γιατί το θεωρούσε φυσιολογικό και να περιγράψει με περισσότερη λεπτομέρεια τα συναισθήματα της (ερυθρά 29/2Χ-3Χ Δ.Φ.),
- ως προς την εξωτερική της αξιοπιστία σημειώθηκε ότι δεν παρέδωσε κάποιο σχετικό έγγραφο προς επίρρωση του ισχυρισμού της ο οποίος αφορά προσωπικό της βίωμα και δεν δύναται να τεκμηριωθεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση:
- να παρέχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά την κακοποίηση που υπέστη από τον θείο της αναφέροντας ότι της είπε να γδυθεί ενώ η ίδια ήταν σε σοκ, ανέφερε ότι ήταν γνώριμο για αυτήν όπως έκανε και ο πατέρας της αναφέροντας ότι μετά το γεγονός ένιωθε πολύ άσχημα. Θα αναμενόταν η Αιτήτρια να παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα γεγονότα που συνέβησαν πριν και μετά το ισχυριζόμενο περιστατικό (ερυθρό 29/5Χ Δ.Φ.),
- δεν μπορούσε να περιγράψει με επαρκείς πληροφορίες και με ευλογοφάνεια το περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης από τρίτους άνδρες που έφερνε ο θείος της στο σπίτι, επί πληρωμή. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν συνέβαινε συχνά από τον ίδιο αλλά την εξέδιδε σε τρίτους άνδρες. Σχετικά με τα συναισθήματα της έπειτα από την πράξη ανέφερε ανεπαρκώς ότι ένιωθε άσχημα Κληθείς να περιγράψει τα συναισθήματα της ανέφερε ότι ένιωθε πολύ άσχημα. Απέκτησε δε ένα παιδί από το περιστατικό αυτό, ερωτηθείσα για τον υπεύθυνο του τέκνου ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και ερωτηθείσα για την χρήση προστασίας από τους άνδρες η ίδια ανέφερε ότι χρησιμοποιούσαν και δεν γνωρίζει πως συνέβη αυτό (ερυθρό 28/1Χ-6Χ Δ.Φ.),
- υπέπεσε σε αντίφαση σχετικά με τον τόπο που έλαβε χώρα το γεγονός αυτό, καθώς αρχικώς είχε αναφέρει ότι ο θείος της έφερνε άνδρες σπίτι του ενώ μετέπειτα ανέφερε ότι την πήγαινε σε διαφορετική τοποθεσία σε άλλο σπίτι και σε συγκεκριμένο δωμάτιο οπού ερχόντουσαν οι άνδρες (ερυθρό 28/1Χ,2Χ,7Χ Δ.Φ.),
- υπέπεσε σε αντίφαση σχετικά με το παιδί της καθώς χωρίς ευλογοφάνεια είχε αρχικώς αναφέρει ότι το παιδί της το φροντίζει ο θείος της ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης ανέφερε ότι το κρατούσε φίλη της. Ερωτηθείσα σχετικά με το τέκνο της διαφοροποίησε το αφήγημα της αναφέροντας ότι ο θείος απήγαγε το τέκνο της από την φίλη της για να απειλήσει την Αιτήτρια και μετέπειτα χωρίς συνέπεια ανέφερε ότι επειδή ο θείος δεν μπορούσε να την προσέξει την επέστρεψε πίσω (ερυθρά 42/3Χ,4Χ και 28/8Χ-13Χ Δ.Φ.),
- ερωτηθείσα για το πως δραπέτευσε από τον θείο της απάντησε ότι ο θείος της την έστειλε να αγοράσει κάτι από τοπικό κατάστημα και αποφάσισε να διαφύγει. Ερωτηθείσα γιατί δεν το έπραξε νωρίτερα απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι δεν είχε την δυνατότητα αυτή. Ερωτηθείσα δε για το πως την επηρέασε η εμπειρία αυτή ανέφερε με τρόπο γενικό ότι την επηρέασε πολύ. Θα αναμενόταν η Αιτήτρια να παρέχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απόδραση της και γιατί δεν το έπραξε νωρίτερα (ερυθρά 27/1Χ-3Χ Δ.Φ.),
- ως προς την εξωτερική αξιοπιστία της σημειώθηκε ότι η Αιτήτρια δεν παρέδωσε κάποιο σχετικό έγγραφο προς επίρρωση του ισχυρισμού της ο οποίος αφορά προσωπικό της βίωμα και δεν δύναται να τεκμηριωθεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ως προς τον τέταρτο ισχυρισμό, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση:
- υπέπεσε σε αντίφαση σχετικά με την γνώση του πατέρα της ως προς τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, καθώς αρχικώς είχε αναφέρει ότι οι γονείς της γνώριζαν για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και δεν το ενέκριναν. Η Αιτήτρια σε άλλο σημείο της συνέντευξης ανέφερε ότι ο πατέρας της δεν γνώριζε για τον σεξουαλικό προσανατολισμό της μέχρι και τον θάνατο του (ερυθρά 42/6Χ,7Χ 31/3Χ και 29/6Χ Δ.Φ.),
- υπέπεσε σε αντίφαση σχετικά με τα συναισθήματα της απέναντι στο ανδρικό φύλο καθώς μετά την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον πατέρα της ανέφερε ότι ένιωθε μίσος απέναντι στους άνδρες ωστόσο σε ηλικία 17 ετών συνευρέθηκε με άντρα, κληθείς να εξηγήσει γιατί αποφάσισε να συνευρεθεί με άτομο του αντίθετου φύλου εφόσον είχε αυτή την άποψη για τους άνδρες και απάντησε ότι ήταν περίεργη και επιθυμούσε να δοκιμάσει χωρίς την επιβολή. Ανέφερε δε ότι δεν αισθανόταν καλά μετα την πράξη. Θα αναμενόταν δε η Αιτήτρια να διατηρήσει συνοχή στο αφήγημα της καθώς είχε αναφέρει με βεβαιότητα για τις απόψεις της και το εκδηλωμένο μίσος προς τους άνδρες (ερυθρά 38/1Χ 36/2Χ 37/4Χ,5Χ και 35/1Χ-9Χ Δ.Φ.),
- ανέφερε με έλλειψη επαρκών πληροφοριών ότι αποδέχτηκε τον εαυτό της έπειτα από το περιστατικό με τον πατέρα της όπου αποφάσισε να ζει όπως η ίδια επιθυμεί. Ανέφερε δε ότι ένιωθε έλξη για το ίδιο φύλο από μικρή ηλικία και προσπαθούσε να αποβάλει τα συναισθήματα αυτά. Σημειώθηκε ότι δεδομένου του ότι απορρίφθηκε ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της οι απαντήσεις της κρίνονται μη εύλογες (ερυθρά 38/1Χ και 36/1Χ-3Χ Δ.Φ.),
- απέτυχε να περιγράψει επαρκώς την σχέση της με την κοπέλα της, καθώς ανέφερε ότι την γνώρισε σε μικρό κατάστημα που είχε μετέβη για να αγοράσει κάτι για τα γενέθλια της, η κοπέλα αυτή την προσέγγισε είπε στην Αιτήτρια ότι της αρέσει και να γίνουν φίλες. Ερωτηθείσα πως γνώριζε η κοπέλα αυτή ανέφερε χωρίς συνοχή ότι συζητούσαν και της ανέφερε για την κατάσταση της. Ερωτηθείσα για την πρώτη της ερωτική εμπειρία με την κοπέλα της ανέφερε με τρόπο γενικό πως ήταν καλά. Σημειώθηκε, ταυτόχρονα ότι θα αναμενόταν η Αιτήτρια να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την κοπέλα της (ερυθρά 36/4Χ-6Χ 35/10Χ και 33/2Χ ΔΦ),
- περιέγραψε με έλλειψη επαρκών πληροφοριών σχετικά με την άρνηση της μητέρας της να αποδεχτεί την ταυτότητα της Αιτήτριας, καθώς ανέφερε ότι έπειτα από την άρνηση της μητέρας της ένιωσε άσχημα (ερυθρό 32/1Χ-4Χ Δ.Φ.),
- να εξηγήσει τα μέτρα που πήρε για την σχέση της με την κοπέλα της όταν ήταν μαζί σε δημόσιο χώρο, αναφέροντας με έλλειψη ευλογοφάνειας ότι προσπαθούσε να συμπεριφερθεί φυσιολογικά αν και φοβόταν, η κοπέλα της επιθυμούσε να συμπεριφέρονται φυσιολογικά σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Η απάντηση της Αιτήτριας κρίθηκε ότι παρουσιάζει αντίφαση καθώς είχε αναφέρει ότι στην χώρα της η ομοφυλοφιλία τιμωρείται μέχρι και με θανάτωση ωστόσο δεν παρείχε λεπτομέρειες για την εκδήλωση της σχέσης της δεδομένου ότι φοβόταν (ερυθρά 32/5Χ και 31/1Χ-2Χ Δ.Φ.)
- ως προς την εξωτερική αξιοπιστία ο ερευνώντας-λειτουργός προχώρησε σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την αποδοχή των σεξουαλικών μειονοτήτων στην Νιγηρία, σημειώνοντας ότι η ταυτότητα αυτή δεν είναι αποδεκτή και τα άτομα αυτά αντιμετωπίζουν δυσκολίες και διακρίσεις τόσο από το οικογενειακό όσο και από την κοινωνία ευρύτερα. Σημειώνει, ωστόσο, ότι λόγω της μη τεκμηριωμένης εσωτερικής αξιοπιστίας ο ισχυρισμός της δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ενώπιον του Δικαστηρίου[2], διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία της επί των ανωτέρων σημείων του αιτήματός της, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[3], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της σε σχέση με τον κατ’ ισχυρισμό σεξουαλικό της προσανατολισμό και την κατ΄ ισχυρισμό κακοποίησή της αλλά ούτε ότι υφίσταται δίωξη εναντίον της λόγω τούτου, ούτε παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, αλλά ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, βλέπε επίσης §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Από τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Η Αιτήτρια απέτυχε να εξηγήσει με λεπτομέρεια, σαφήνεια και επάρκεια τη διαφορετικότητα της όσον αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό της, αλλά ούτε και ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς οποιαδήποτε εμπειρία που παραπέμπει σε βιωματικό γεγονός κατά το οποίο η ίδια προσωπικά ένιωθε στιγματισμένη. Το δε αφήγημα του για το περιστατικό κακοποίησης της από τον πατέρα και τον θείο της θεωρώ ότι στερείται επάρκειας πληροφοριών και λεπτομερειών, ενδεικτικών μιας γνήσιας προσωπικής εμπειρίας. Τουναντίον, οι δηλώσεις της ήταν λακωνικές, συνοπτικές, ασαφείς και αόριστες. Ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της και τα όσα παρουσίασε, ότι έχει συλληφθεί/καταδικασθεί, ή καταζητείται/διώκεται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρο 3Α του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν. 6(I)/2000). Με την εικόνα που παρουσιάζει η Αιτήτρια με βάση τα πιο πάνω, δεν δύναται να πειστεί το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια και την αξιοπιστία των ισχυρισμών της, υπέπεσε σε αντιφάσεις (όπως λ.χ. σε σχέση με το ποιος έχει στην φύλαξη το τέκνο της), ως επίσης, σε ασυνέπειες και ασάφειες, ενώ οι πληροφορίες που έδωσε ήταν ελλιπείς και αντιφατικές - ούτε έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι πρόκειται για πρόσωπο που λόγω των περιστάσεων του χρήζει διεθνούς προστασίας. Σημειώνεται δε ότι, όταν παρουσιάζονται πληροφορίες που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των ισχυρισμών ενός αιτούντος άσυλο, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση των προβαλλόμενων ανακριβειών των ισχυρισμών του[4], ωστόσο, η Αιτήτρια με τις δηλώσεις της απέτυχε να δικαιολογήσει σωρεία αντιφάσεων και ανακριβειών. Ούτε φυσικά το ότι έτυχε αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας ομοεθνής πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι διατηρεί δεσμό (χωρίς οποιαδήποτε ενισχυτική μαρτυρία ή αποδεικτικά στοιχεία) μπορεί να οδηγήσει σε παραχώρηση σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα. Μέσα από έρευνα του Δικαστηρίου σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης, προκύπτει ότι: «Οι σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου απαγορεύονται στη Νιγηρία από νόμους σε ομοσπονδιακό και κρατικό επίπεδο. Η Νιγηρία είναι μια από τις χώρες όπου ποινικοποιείται ρητά η ερωτική επαφή μεταξύ γυναικών. Η νομοθεσία κατά των διακρίσεων δεν περιλαμβάνει τον σεξουαλικό προσανατολισμό ως ξεχωριστό λόγο προστασίας.» και ειδικότερα ότι: «Την περίοδο 2002-2023, το ILGA World κατέγραψε περισσότερες από 80 περιπτώσεις στις οποίες επιβλήθηκαν διάφοροι νόμοι κατά των ΛΟΑΤΚΙ και άτομα συνελήφθησαν με διάφορες κατηγορίες, όπως για ομοφυλοφιλικές σχέσεις […]» καθώς και «για το ότι ‘έδειχναν’ ως γκέι ή λεσβίες». [5] Στην ίδια πηγή καταγράφεται επίσης ότι: «Οι διακρίσεις κατά των σεξουαλικών μειονοτήτων στη Νιγηρία είναι ‘διάχυτες’, όπως αναφέρει το Freedom House. Η αυτολογοκρισία φέρεται να είναι κοινή μεταξύ των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων για λόγους ασφαλείας. Οι συντηρητικοί θρησκευτικοί κοινωνικοί κανόνες έχουν περιγραφεί ως ο κύριος λόγος πίσω από την ομοφοβία στη Νιγηρία, και θρησκευτικά ιδρύματα και πρόσωπα έχουν αναφερθεί ότι διαδίδουν ομοφοβικά μηνύματα.», ειδικότερα: «Σύμφωνα με το Equaldex, οι ομοφοβικές συμπεριφορές στη νιγηριανή κοινωνία είναι ‘βαθιά ριζωμένες’. Διάφορες έρευνες έχουν δείξει κυρίως αρνητικές στάσεις απέναντι σε ΛΟΑΤΚΙ» και επίσης, «πηγές ανέφεραν ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αντιμετωπίζουν βία από εγκληματικά άτομα και ομάδες.».[6] Συνακόλουθα, σε άλλη πηγή αναφορικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Νιγηρία κατά το έτος 2023, επιβεβαιώνεται ότι: «Ο νόμος ποινικοποιεί τους γάμους ομοφυλόφιλων, τις σχέσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, την ένταξη σε ΛΟΑΤΚΙ+ ομάδες δικαιωμάτων και τη δημόσια εκδήλωση ‘ερωτικής στοργής’ των ομοφυλοφίλων.», ενώ καταγράφεται επίσης ότι: «Οι ουδέτεροι για το πρόσωπο νόμοι, όπως αυτοί κατά της ‘παράνομης συγκέντρωσης’ και της ‘δημόσιας όχλησης’, εφαρμόστηκαν δυσανάλογα εναντίον των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων ή εκείνων που θεωρούνταν ότι είναι ΛΟΑΤΚΙ+.», «Τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ ανέφεραν βία, απειλές (συμπεριλαμβανομένου του εκβιασμού) και παρενόχληση με βάση τον πραγματικό ή αντιληπτό σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα ή έκφραση του φύλου, μεταξύ άλλων από κρατικούς παράγοντες» και «Άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ στοχοποιήθηκαν μέσω εφαρμογών μέσων κοινωνικής δικτύωσης από εγκληματίες», ενώ (συνάμα): «Ο νόμος δεν απαγόρευσε τις διακρίσεις από κρατικούς ή μη φορείς με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα ή έκφραση του φύλου ή τα χαρακτηριστικά του φύλου. Τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ ανέφεραν διακρίσεις στην απασχόληση, τη στέγαση και την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη με βάση τον πραγματικό ή αντιληπτό σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα ή έκφραση του φύλου τους. Ο νόμος ποινικοποίησε τους ομοφυλοφιλικούς γάμους και τις πολιτικές συνενώσεις.».[7] Παρόλο των πιο πάνω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης η εσωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας δεν τεκμηριώθηκε και/ή κρίθηκε αναξιόπιστη, συνεπώς, δεν θα μπορούσαν οι Καθ΄ ων η αίτηση, λόγω της επικρατούσας κατάστασης για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στη χώρα καταγωγής, να θεωρήσει εξ υπαρχής ότι έχει τον συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό. Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑148/13 έως C‑150/13 Α,Β,C v Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ημερ.02/12/2014, σκέψη 49[8] αναφέρθηκε ότι:
«Συναφώς, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες των κύριων δικών, κατά τους οποίους οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εξέταση αιτήσεως ασύλου στηριζόμενης σε φόβο διώξεως λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του αιτούντος άσυλο οφείλουν να θεωρήσουν τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό ως πραγματικό γεγονός που έχει αποδειχθεί αποκλειστικά και μόνον βάσει των δηλώσεων του ενδιαφερόμενου αιτούντος, οι οικείες δηλώσεις δεν μπορούν, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι αιτήσεις ασύλου, παρά να συνιστούν απλώς το σημείο αφετηρίας της διαδικασίας εξετάσεως των κρίσιμων γεγονότων και περιστάσεων την οποία προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/83.»
Πέραν των πιο πάνω, από τις σχετικές της δηλώσεις, διακρίνεται το γεγονός ότι η Αιτήτρια έφυγε από τη χώρα καταγωγής της νόμιμα μέσω του αεροδρομίου, χρησιμοποιώντας το διαβατήριο της χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε ζητήματα κατά την έξοδο της από τη Νιγηρία, ούτε αντιμετώπισε οποιαδήποτε προβλήματα κατά το ταξίδι της, ενώ ουδέποτε είχε συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής της για οιονδήποτε λόγο και οι αρχές της χώρας της θα της επέτρεπαν να επιστρέψει εκεί. Κρίνεται, συνεπώς, ότι δεν τεκμηρίωσε η Αιτήτρια με τους ισχυρισμούς της ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνοτική, φυλετική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής της, ούτε ότι καταζητείται και σε περίπτωση επιστροφής της θα διωχθεί, συλληφθεί ή καταδικασθεί λόγω του ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000).
Ούτε η περίπτωση της Αιτήτριας εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτήν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο η Αιτήτρια θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, βάσει του Άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν. 6(Ι)/2000). Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην πολιτεία Εdo, όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησης της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας λαμβάνουν χώρα κάποια περιστατικά πολιτικής βίας[9], ο αριθμός των επεισοδίων αυτών είναι χαμηλός – επομένως ο βαθμός αδιάκριτης βίας δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία της Αιτήτριας στο έδαφος της περιοχής την εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης. Συγκεκριμένα, από τα στοιχεία της ιστοσελίδας ACLED αναφορικά με ολόκληρη την πολιτεία Edo, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 26/06/26) εντοπίστηκαν στο σύνολο 99 περιστατικά πολιτικής βίας που είχαν ως αποτέλεσμα 59 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[10]
Απορρίπτονται και οι ισχυρισμοί επί της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, αφού αυτή διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Η Αιτήτρια ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και κατά τη συνέντευξη της έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές της περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί η ενδιαφερόμενη να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες της, ωστόσο, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με τις απαντήσεις της επαρκώς το αίτημα της. Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503). Η δε επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου της Αιτήτριας ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος της Αιτήτριας από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής της όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1600 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/EASO Evidence and Credibility Assesment_JA_EN.pdf, p.180.
[2] Βλέπε Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000)
[3] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), απόφαση της 24/09/2009 IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, σκέψη 11.
[4] Βλέπε απόφαση ΕΔΔΑ της 23ης Αυγούστου 2016, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 59166/12, σκέψη 93.
[5] EUAA, Nigeria - Country Focus (Country of Origin Information Report), July 2024, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2024_07_EUAA_COI_Report_Nigeria_Country_Focus.pdf, σελ.65-66
[6] Ibid 4, σελ.67-68
[7] U.S. Department of State, 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Nigeria, April 22, 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/nigeria/
[8] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, Feb.2023, σελ.116-117
[9] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[10] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Εdo) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 01/07/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο