F.Z.B. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 306/26, 7/7/2026
print
Τίτλος:
F.Z.B. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 306/26, 7/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 306/26

 

7 Ιουνίου, 2026

 

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

 

Μεταξύ:

 

 

1.     F.Z.B.

2.     V.P.E.

                                                                                                               Αιτητών

 

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η αίτηση

 …………………….

 

Μ. Μπαγιαζίδου, για τους Αιτητές

 

Χ. Σκουλιά (κα), για τους Καθ΄ων η αίτηση

 

 

 

 

Αίτηση ημερομηνίας 4.3.2026 για αναστολή εκτέλεσης της επίδικης διοικητικής πράξης

 

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση, ημερομηνίας 4.3.2026, οι Αιτητές αιτούνται την ακόλουθη θεραπεία:

 

«Α. Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της Απόφασης των Καθ’ ων ημερ. 23/01/2026 με την οποία έπαυσαν το καθεστώς επικουρικής διεθνούς προστασίας των Αιτητών και απέρριψαν το αίτημα τους για διεθνή προστασία, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας Προσφυγής και/ή μέχρι οποιαδήποτε άλλη προθεσμία κρίνει δίκαιη, εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις το σεβαστό Δικαστήριο.

 

 

 

Β. ΚΑΙ/Η Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αποκαθίστανται οι Αιτητές στην προηγούμενη νομική κατάσταση τους, ήτοι υπό καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, ώστε να μην υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία, ήτοι να απωλέσουν δικαιώματα όπως της πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη και σε ελεύθερη αγορά εργασίας.

 

Γ. ΚΑΙ/Η Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ’ ων η Αίτηση όπως επιτρέψουν και/ή παραχωρήσουν άδεια στους Αιτητές να παραμείνουν στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που απολάμβαναν πριν την απόφαση ανάκλησης μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας Προσφυγής και/ή μέχρι οποιαδήποτε άλλη προθεσμία κρίνει δίκαιη, εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις το σεβαστό Δικαστήριο.

 

Δ. Η αναστολή να ισχύει μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της προσφυγής των Αιτητών και/ή μέχρι την εκδίκαση της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης και/ή μέχρι οποιαδήποτε άλλη προθεσμία κρίνει δίκαιη, εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις το σεβαστό Δικαστήριο.

 

Ε. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιη, εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις.».

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση, στους οποίους η ενδιάμεση αίτηση επιδόθηκε, δήλωσαν ότι δεν φέρουν ένσταση στην έκδοση απόφασης ως το αιτητικό της ενδιάμεσης αίτησής.

 

Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται:

 

«[…] στα άρθρα 2, 11, 12 και 15 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), στους Κανονισμούς 2, 3, 7, 8, 9, 10 και 11 του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019, στους Κανονισμούς 7, 9, 10, 11, 12, 13, 17, 18, 19 και 22 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, στο άρθρο 12 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015 (Ν.131(Ι)/2015), στους Κανονισμούς 2 και 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ. 1) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, κανονισμούς 1, 2, 6, 7, 13, 16, 20, 22, 23, 25, 31, 32, 38, 39 και 60, στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 1Α, 11, 12, 15, 28, 30, 33, 35, 54, 61, 136, 152, 169(3), 179 και 146 του Συντάγματος, στα άρθρα 8, 12, 13 και 14 της ΕΣΔΑ, στα άρθρα 8, 19, 21Β του περί Προσφύγων Νόμου, στον περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμο [89(Ι)/2001], στα άρθρα 16, 19, 26 και 30 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, στο άρθρο 46, παράγραφος 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, στις Αρχές της επιείκειας και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, καθώς και στις αρχές της επιείκειας (equity), στη νομολογία, την πρακτική, τη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.».

 

Σύμφωνα με τη θέση των Αιτητών, όπως αυτή καταγράφεται στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας 1, η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση προς υποστήριξη του αιτήματος αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, η επίδικη απόφαση, ημερομηνίας 23.1.2026, με την οποία ανακλήθηκε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που είχε προηγουμένως παραχωρηθεί στους Αιτητές, και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής στο Καμερούν, είναι παράνομη και εσφαλμένη. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η ανάκληση στηρίχθηκε σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι οι Καθ’ ων η αίτηση εσφαλμένα θεώρησαν ότι επήλθε μεταβολή των πραγματικών περιστατικών αναφορικά με τη σχέση της Αιτήτριας με τον πατέρα του ανήλικου τέκνου της, ενώ το στοιχείο αυτό ήταν ήδη γνωστό στη Διοίκηση κατά την αρχική παραχώρηση του καθεστώτος προστασίας και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούσε νέο πραγματικό δεδομένο ικανό να δικαιολογήσει την ανάκληση του καθεστώτος.

 

Περαιτέρω, οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι οι Καθ’ ων παρέβλεψαν ότι η Αιτήτρια είχε ήδη αναγνωρισθεί από τους ίδιους ως θύμα εμπορίας προσώπων (trafficking) με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας της ως αξιόπιστης και καταπιστευτικής. Κατά τη θέση τους, η ιδιότητα αυτή εξακολουθεί να δημιουργεί αντικειμενικό κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής στο Καμερούν και δεν εξαλείφεται από την οικογενειακή της κατάσταση. Υποστηρίζουν ακόμη ότι η επίδικη απόφαση βασίσθηκε σε αυθαίρετη επανεξέταση ζητημάτων τα οποία είχαν ήδη εξετασθεί και γίνει δεκτά κατά την αρχική παραχώρηση της διεθνούς προστασίας, κατά παράβαση της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.

 

Ως προς την ανάγκη χορήγησης αναστολής, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα τους προκαλέσει άμεση και ανεπανόρθωτη βλάβη. Ειδικότερα, η Αιτήτρια 1 αναφέρει ότι εργάζεται ως υπάλληλος πλήρους απασχόλησης σε υπεραγορά και ότι, λόγω του περιοριστικού πλαισίου που ισχύει για τους αιτητές ασύλου, η ανάκληση του καθεστώτος συνεπάγεται αυτομάτως την απώλεια της εργασίας της, ζημία η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν δύναται να αποκατασταθεί ούτε σε περίπτωση μεταγενέστερης ευδοκίμησης της προσφυγής. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η εκτέλεση της απόφασης θα επιφέρει τη διαγραφή τόσο της ίδιας όσο και του ανήλικου τέκνου της από το Γενικό Σύστημα Υγείας, στερώντας τους την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς τους, συνιστά ανεπανόρθωτη βλάβη, ιδίως σε σχέση με το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου και το δικαίωμά του στην υγεία.

 

Τέλος, οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής δεν προκαλεί οποιαδήποτε βλάβη στη Διοίκηση, ενώ αντιθέτως η μη χορήγηση αναστολής θα οδηγήσει σε πλήρη απώλεια των δικαιωμάτων και της πραγματικής τους κατάστασης πριν το Δικαστήριο αποφανθεί επί της ουσίας της προσφυγής. Για τους λόγους αυτούς ζητούν την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της επίδικης απόφασης μέχρι την τελική εκδίκαση της προσφυγής.

 

Στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης που καταχώρισαν οι Αιτητές, κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, προβάλλουν ότι η υπό κρίση προσφυγή εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και παρουσιάζει βάσιμες προοπτικές επιτυχίας (arguable case), καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από πρόδηλη παρανομία. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι η ανάκληση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, καθώς στηρίχθηκε σε πραγματικά περιστατικά που ήταν ήδη γνωστά στη Διοίκηση κατά την αρχική παραχώρηση του καθεστώτος και, συνεπώς, δεν συνιστούσαν μεταβολή ικανή να δικαιολογήσει την εφαρμογή του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν ήταν γνωστά στη Διοίκηση, οι Καθ’ ων όφειλαν να εξετάσουν τη δυνατότητα επιστροφής της Αιτήτριας με τον ανήλικο υιό της χωρίς τον πατέρα του παιδιού, του οποίου η προσφυγή εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά τη θέση τους, η ανάκληση χωρίς ουσιώδη μεταβολή των πραγματικών περιστατικών συνιστά επίσης καταχρηστική άσκηση διοικητικής εξουσίας.

 

Περαιτέρω, οι Αιτητές επαναλαμβάνουν ότι η Διοίκηση είχε ήδη αναγνωρίσει την Αιτήτρια ως θύμα εμπορίας προσώπων (trafficking), γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς τους, συνιστά αυτοτελή λόγο διεθνούς προστασίας και δεν ήταν επιτρεπτό να παραγνωρισθεί χωρίς την ύπαρξη νέων πραγματικών δεδομένων. Υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση αντιφάσκει προς τα προηγούμενα πορίσματα της Διοίκησης και εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα.

 

Ως προς την ανεπανόρθωτη βλάβη, οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι η εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα οδηγήσει σε άμεση και οριστική απώλεια της νόμιμης εργασίας της Αιτήτριας, η οποία εργάζεται στην υπεραγορά «Σκλαβενίτης», δεδομένου ότι, μετά την ανάκληση του καθεστώτος προστασίας, θα υπαχθεί στο περιοριστικό καθεστώς απασχόλησης των αιτητών ασύλου που προβλέπεται από την Κ.Δ.Π. 312/2023. Επισημαίνουν ότι το καθεστώς αυτό αποκλείει την απασχόληση στο λιανικό εμπόριο και περιορίζει σημαντικά τις επιτρεπόμενες επαγγελματικές δραστηριότητες σε συγκεκριμένους τομείς χειρωνακτικής εργασίας, με αποτέλεσμα η απώλεια της υφιστάμενης εργασίας να είναι αυτόματη, άμεση και οριστική. Κατά την άποψή τους, η ζημία αυτή υπερβαίνει την οικονομική απώλεια και συνεπάγεται σοβαρή υποβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των Αιτητών.

 

Περαιτέρω, προβάλλουν ότι η ανάκληση του καθεστώτος προστασίας επιφέρει την αυτόματη διαγραφή τους από το Γενικό Σύστημα Υγείας (ΓεΣΥ), στερώντας τους την πλήρη πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και περιορίζοντάς τους αποκλειστικά στην παροχή επείγουσας φροντίδας. Υποστηρίζουν ότι η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες τόσο για τον ανήλικο Αιτητή 2, ο οποίος θα στερηθεί την αναγκαία προληπτική και τακτική παιδιατρική παρακολούθηση, όσο και για την Αιτήτρια 1, η οποία, ως αναγνωρισμένο θύμα εμπορίας προσώπων, έχει ανάγκη συνεχούς ιατρικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης. Προβάλλουν ακόμη ότι η στέρηση της πλήρους πρόσβασης στο ΓεΣΥ συνιστά ανεπανόρθωτη βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί εκ των υστέρων με την ενδεχόμενη επιτυχία της προσφυγής.

 

Επιπροσθέτως, οι Αιτητές επικαλούνται το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, υποστηρίζοντας ότι, λόγω της εκκρεμούς προσφυγής του πατέρα του παιδιού, η άμεση εκτέλεση της επίδικης απόφασης ενδέχεται να οδηγήσει σε βίαιο διαχωρισμό της οικογένειας, με δυσμενείς συνέπειες για τη συναισθηματική ανάπτυξη του ανηλίκου.

 

Τέλος, αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος μέχρι την οριστική εκδίκαση της προσφυγής δεν προκαλεί ουσιώδη βλάβη στη Διοίκηση, ενώ η άρνηση χορήγησης αναστολής θα επιφέρει σε αυτούς ανεπανόρθωτες συνέπειες, ιδίως ως προς την απώλεια της εργασίας, της πρόσβασης στην υγεία και της οικογενειακής τους συνοχής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, εισηγούνται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης μέχρι την εκδίκαση της κυρίας προσφυγής.

Το εφαρμοστέο κανονιστικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την εξέταση της παρούσας αίτησης έχει ως ακολούθως:

Επισημαίνεται καταρχάς ότι οι περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί, δεν ρύθμιζαν ούτε κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αίτησης (25.11.2025), ούτε ρυθμίζουν και σήμερα ειδικώς το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της επίδικης διοικητικής πράξης.

Εφαρμοστέος είναι ο Κανονισμός 2 των πιο πάνω Κανονισμών, ο οποίος προέβλεπε ότι:

 

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ. 1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις/προσθήκες που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ' ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές, εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

 

Η νομολογία αναγνώρισε τον Κανονισμό 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 (εφεξής «ο Κανονισμός 13») ως τη βάση για την έκδοση διατάγματος αναστολής διοικητικής πράξης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 3/2020 Δημοκρατία ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 28.1.2022). O Κανονισμός 13 ότι:

«13.-(1) Προς πλήρη απονομήν της δικαιοσύνης το Δικαστήριον ή εις περιπτώσεις διαδικασίας συμφώνως προς το Άρθρον 146 οιοιδήποτε δύο Δικασταί ενεργούντες εκ συμφώνου, δύνανται, καθ’ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας, είτε αυτεπαγγέλτως είτε τη αιτήσει οιοιδήποτε διαδίκου, να εκδώσωσι προσωρινόν διάταγμα το οποίον όμως δεν θα διαγιγνώσκη την ουσίαν της υποθέσεως.

 

(2) Προσωρινόν διάταγμα εκδιδόμενον συμφώνως προς τον κανονισμόν τούτον δύναται είτε συνεπεία επειγούσης ανάγκης είτε συνεπεία άλλων ειδικών περιστάσεων να εκδοθή άνευ ειδοποιήσεως και υφ’ οίους όρους ήθελε θεωρηθή πρέπον υπό τας περιστάσεις.

 

Ειδοποίησις δέον να επιδίδεται παρευθύς πάντας τους διαδίκους, οίτινες επηρεάζονται συνεπεία διατάγματος εκδοθέντος δυνάμει της παραγράφου ταύτης, διά να δυνηθώσιν ούτοι να ενιστάσωσι κατ’ αυτού. Άμα τη τοιαύτη ενστάσει το Δικαστήριον, αφού ακούσει τους ισχυρισμούς των διαδίκων ή των συνηγόρων αυτών, δύναται είτε να ακυρώσει είτε να τροποποιήση είτε να επικυρώση το τοιούτον διάταγμα υφ’ οίους όρους ήθελε θεωρήσει πρέποντας.».

 

Οι νομολογιακές αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής εκτέλεσης διοικητικής πράξης είναι πλέον παγίως διαμορφωμένες και συνοψίστηκαν πρόσφατα από το Διοικητικό Εφετείο στις υποθέσεις Οργανισμός Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας ν. Chateau Status Hotel Ltd, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 31/2025, ημερ. 7.4.2026, και Κοινοτικό Συμβούλιο Μιτσερού κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 15/2026, ημερ. 16.6.2026.

 

Ειδικότερα, έχει νομολογηθεί ότι η αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης αποτελεί εξαιρετικής φύσεως θεραπεία, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση ότι δεν θα ματαιωθεί ο σκοπός του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής και ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Η σχετική διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ενεργοποιείται μόνον όταν καταδεικνύεται είτε έκδηλη παρανομία της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης είτε σοβαρή πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτητή σε περίπτωση μη χορήγησης της αναστολής (βλ. ενδεικτικά Moyo and Another v. Republic (1988) 3 Α.Α.Δ. 1203, Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης-Κύπρος Λτδ ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 71, Δημοκρατία μέσω Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 3/2020, ημερ. 28.1.2022).

 

Περαιτέρω, η έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας διαφέρει ουσιωδώς από την έκδοση συντηρητικού διατάγματος ιδιωτικού δικαίου δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και διέπεται από αυτοτελείς αρχές (Gamage v. Republic (2008) 3 Α.Α.Δ. 463).

 

Ως προς την πρώτη διαζευκτική προϋπόθεση, έχει παγίως κριθεί ότι η «έκδηλη παρανομία» δεν ταυτίζεται με την απλή παρανομία. Απαιτείται η παραβίαση να είναι προφανής, αυταπόδεικτη και αντικειμενικά αναμφισβήτητη, ώστε να αναδύεται άμεσα από το υφιστάμενο υλικό χωρίς να απαιτείται διερεύνηση αμφισβητούμενων πραγματικών περιστατικών ή επίλυση σύνθετων νομικών ζητημάτων (βλ. Κροκίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857, Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ. (1992) 4 Α.Α.Δ. 3959, Economides v. Republic (1982) 3 C.L.R. 837, Frangos and Others v. Republic (1982) 3 C.L.R. 53, καθώς και Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. NewCytech Business Solutions Ltd, Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 13/2024 και 14/2024, ημερ. 18.7.2024).

 

Ως προς τη δεύτερη διαζευκτική προϋπόθεση, το βάρος τόσο της επίκλησης όσο και της απόδειξης της ανεπανόρθωτης βλάβης φέρει ο αιτητής. Η βλάβη πρέπει να είναι άμεση, συγκεκριμένη και προσωπική, να αποδεικνύεται με επαρκή στοιχεία ή να προκύπτει από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και να πιθανολογείται σε επίπεδο σοβαρής πιθανότητας. Ζημία η οποία μπορεί να αποτιμηθεί και να αποκατασταθεί σε χρήμα δεν θεωρείται, κατ' αρχήν, ανεπανόρθωτη, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι η χρηματική αποκατάσταση είναι αδύνατη ή ότι η ζημία επιφέρει άλλες μη αναστρέψιμες συνέπειες για τον αιτητή (βλ. Sofocleous v. Republic (1971) 3 Α.Α.Δ. 345, Μαρκουλλίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1989) 3(Ε) Α.Α.Δ. 3413, Κοινοπραξία Poseidon Grand Marina of Paphos κ.ά. ν. Cybarco Plc κ.ά. (2009) 3 Α.Α.Δ. 513, Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης-Κύπρος Λτδ ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)).

 

Τέλος, ακόμη και όταν πιθανολογείται η ύπαρξη ανεπανόρθωτης βλάβης, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, εφόσον κρίνει ότι η χορήγησή του θα δημιουργούσε σοβαρά ή ανυπέρβλητα εμπόδια στη λειτουργία της Διοίκησης ή θα έθιγε το δημόσιο συμφέρον, κατόπιν της αναγκαίας στάθμισης μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου συμφέροντος (βλ. Λοϊζίδης ν. Υπουργού Εξωτερικών (1995) 3 Α.Α.Δ. 233, Kadivari v. Republic (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, Γρηγόρης Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ. 1556, καθώς και τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου της 7.4.2026 και της 16.6.2026).

 

Υπό το φως των ανωτέρω νομολογιακών αρχών, κρίνεται ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αναστολής δεν συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση.

 

Καταρχάς, ως προς τη δεύτερη διαζευκτική προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης βλάβης, οι επικαλούμενες συνέπειες δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν ως ανεπανόρθωτες κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας. Ειδικότερα, η απώλεια της υφιστάμενης εργασίας της Αιτήτριας 1, ως συνέπεια της επαναφοράς της στο καθεστώς του αιτητή διεθνούς προστασίας, δεν συνιστά, αφ' εαυτής, ανεπανόρθωτη ζημία, καθόσον, σε περίπτωση ευδοκίμησης της προσφυγής, η Αιτήτρια 1 δύναται να επανέλθει στο προηγούμενο καθεστώς προστασίας και, συνακόλουθα, να αποκατασταθεί η δυνατότητα απασχόλησής της υπό τους ίδιους όρους. Περαιτέρω, ούτε προκύπτει ότι στερείται πλήρως της δυνατότητας νόμιμης απασχόλησης, αφού ως αιτήτρια διεθνούς προστασίας εξακολουθεί να έχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας, έστω υπό τους περιορισμούς που προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία.

 

Ομοίως, οι ισχυρισμοί περί απώλειας της πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη δεν έχουν επαρκώς στοιχειοθετηθεί καίτοι η ίδια φέρει το βάρος απόδειξης. Η Αιτήτρια 1 δεν εξειδικεύει ποια συγκεκριμένη θεραπεία ή φαρμακευτική αγωγή λαμβάνει και το κόστος αυτής, ούτε αποδεικνύει ότι αυτή δεν θα είναι διαθέσιμη υπό το καθεστώς των υλικών συνθηκών υποδοχής που παρέχονται στους αιτητές διεθνούς προστασίας. Αντιθέτως, από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο προκύπτει ότι οι αιτητές διεθνούς προστασίας εξακολουθούν να απολαμβάνουν των υλικών συνθηκών υποδοχής, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαίας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των περί Προσφύγων Νόμων του του 2000 έως 2025. Ως εκ τούτου, δεν έχει αποδειχθεί, στο απαιτούμενο επίπεδο σοβαρής πιθανολόγησης, ότι επίκειται ανεπανόρθωτη βλάβη.

 

Ούτε, εξάλλου, ο ισχυρισμός περί έκδηλης παρανομίας δύναται, στο παρόν στάδιο, να γίνει δεκτός. Οι αιτιάσεις των Αιτητών αφορούν, κατ' ουσίαν, την ορθότητα της εκτίμησης των Καθ’ ων η αίτηση ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και προϋποθέτουν αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης. Πρόκειται για ζητήματα τα οποία άπτονται της ουσίας της προσφυγής και δεν αναδεικνύουν, εκ πρώτης όψεως, παρανομία πρόδηλη, αυταπόδεικτη και αντικειμενικά αναμφισβήτητη, κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω, από το διαθέσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε σοβαρή διαδικαστική πλημμέλεια, όπως παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης ή άλλη εμφανής παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, η οποία να δύναται να θεμελιώσει έκδηλη παρανομία.

 

Τέλος, επισημαίνεται ότι αμφότεροι οι Αιτητές, μετά την ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, επανέρχονται στο καθεστώς του αιτητή διεθνούς προστασίας και, συνεπώς, διατηρούν το δικαίωμα νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία μέχρι την οριστική εκδίκαση της παρούσας προσφυγής. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα άμεσης απομάκρυνσής τους από τη Δημοκρατία πριν από την τελική κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της προσφυγής, ούτε διακυβεύεται η αποτελεσματική άσκηση του ένδικου βοηθήματος.

 

Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί απορρέουσες από τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων

 

Ως εκ τούτου, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα.

 

 

 

        Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.         


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο