K.N.J. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 3388/2024, 16/7/2026
print
Τίτλος:
K.N.J. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 3388/2024, 16/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 

Υπόθεση Αρ. 3388/2024

 

16 Ιουλίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

K.N.J.

                                                                                                                   Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω  Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

.......................................................

 

Ο αιτητής παρουσιάζεται προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Ορέστης Ηλιάδης για Χριστίνα Λαζάρου, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Θεοφανώ Βασιλάκη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

[Παρούσα η κ. Ella Zacharoudes για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα]

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 09/07/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:  Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 20/01/2022 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημέρα, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection). Ακολούθως κλήθηκε τηλεφωνικώς στις 11/10/2023 και 13/10/2023 ώστε να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του. Στις 17/10/2023 κλήθηκε με επιστολή ώστε να παρευρεθεί σε διευθετημένη συνέντευξη για τις 17/11/2023. Παρά τις προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας και την αποσταλείσα επιστολή δεν ήταν εφικτή η πραγματοποίηση συνέντευξης του προς εξέταση του αιτήματος του για διεθνή προστασία.

 

Την 01/12/2023 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του αιτητή και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του. Συνεπώς, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι ο αιτητής σιωπηρά έχει αποσύρει την αίτηση του ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν.  Την 01/12/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την έκθεση-εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου/διακοπή της διαδικασίας του αιτητή. Την 01/12/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία στάλθηκε ταχυδρομικώς στον αιτητή στις 22/12/2023. Στις 21/12/2023, ο αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του, για παροχή διεθνούς προστασίας.

 

Στις 08/03/2024, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ετοίμασε σημείωμα εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του αιτητή για παροχή διεθνούς προστασίας με το οποίο εφαρμόστηκε αυτόματο επανάνοιγμα του φακέλου. Στις 20/06/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου. Στις 02/07/2024, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του αιτητή στις 09/07/2024.

 

Στις 20/08/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή την ίδια ημέρα. Στη συνέχεια, καταχωρήθηκε από το συνήγορο του αιτητή η υπό εξέταση προσφυγή στο  Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, μέσω της οποίας αμφισβητεί την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. 

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, κατά τη δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί μόνο το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, ο αιτητής δήλωσε ότι αρχικά απορρίφθηκε από την οικογένεια της μητέρας του και στη συνέχεια, δεν έγινε αποδεκτός ούτε από την οικογένεια του πατέρα του λόγω της εξωτερικής του εμφάνισης, καθώς γεννήθηκε με ασυνήθιστα μεγάλο κεφάλι. Ανέφερε ότι ο ίδιος και η μητέρα του ζούσαν στον δρόμο μέχρι το 2019, όταν η μητέρα του γνώρισε έναν άνδρα ο οποίος επιθυμούσε να την παντρευτεί. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο εν λόγω άνδρας απεβίωσε το 2021 και ο θάνατός του προκλήθηκε από μέλη της οικογένειάς του. Μετά τον θάνατό του, η οικογένεια του άνδρα άρχισε να απειλεί τον ίδιο και τη μητέρα του με θάνατο. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι τον Μάιο του 2021 η μητέρα του δηλητηριάστηκε από μέλη της οικογένειας του άνδρα και απεβίωσε. Ανέφερε επίσης ότι τα ίδια πρόσωπα τον καταδίωκαν και επιθυμούσαν να τον σκοτώσουν, όπως έπραξαν, κατά τους ισχυρισμούς του, και με τη μητέρα του, προκειμένου να ιδιοποιηθούν την περιουσία που είχε αφήσει ο άνδρας που ζούσε  μαζί τους. Για τους λόγους αυτούς δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπου υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου και μετάφραση αυτού στο ερυθρό 16).

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, με τόπο καταγωγής και διαμονής την πρωτεύουσα Κινσάσα, και συγκεκριμένα τη κοινότητα Kasa-vubu. Ως προς το θρήσκευμα του δήλωσε ότι είναι  Μουσουλμάνος, ανήκει στην εθνοτική φυλή Swahili και ομιλεί τη διάλεκτο Lingala και Γαλλικά και Αγγλικά.

  

Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στο εκπαιδευτικό ίδρυμα Complexe Scolaire Kanda στην κοινότητα Kasa-vubu της πρωτεύουσας Κινσάσα, τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο College John Labuidi στην περιοχή Gombe στην πρωτεύουσα Κινσάσα, ενώ στη συνέχεια το 2014 μετακόμισε στη Νότια Αφρική και φοίτησε στο College of Johannesburg και ακολούθησε τον κλάδο του πολιτικού μηχανικού εντούτοις δεν το ολοκλήρωσε. Ο αιτητής δεν εργάστηκε ποτέ στη χώρα καταγωγής του. Ως προς το οικογενειακό του περιβάλλον, μεγάλωσε με τη μητέρα του και διέμεναν στην Χριστιανική Εκκλησία ενώ τον πατέρα του δεν τον συνάντησε ποτέ. Η μητέρα του απεβίωσε και ο ίδιος έχει επικοινωνία με τον καλύτερο του φίλο, ο οποίος εργάζεται ως ιατρός.

 

Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του νόμιμα από το αεροδρόμιο Ndjili, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα με διαβατήριο και φοιτητική βίζα. Στη συνέχεια από σταθμό στην Κωνσταντινούπολη, έφτασε στο αεροδρόμιο Ercan και μετέπειτα εισήλθε παράνομα στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.

 

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ισχυρίστηκε ότι μετά τον θάνατο της μητέρας του βρέθηκε χωρίς οικογένεια, καθώς δεν γνώριζε την οικογένεια του πατέρα του. Ανέφερε ότι, όταν επέστρεψε από τη Νότια Αφρική, διαπίστωσε ότι η μητέρα του είχε παντρευτεί εκ νέου και ότι η οικογένειά της δεν αποδεχόταν αυτή την κατάσταση, επειδή θεωρούσε ότι ο αιτητής θα διεκδικούσε την κληρονομιά του συζύγου της μητέρας του. Δήλωσε ότι δεν ήταν βέβαιος, ωστόσο φίλοι της μητέρας του, του είχαν αναφέρει πως η οικογένεια του άνδρα αυτού δηλητηρίασε τη μητέρα του. Κατόπιν του θανάτου της μητέρας του, μία φίλη της τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα, καθώς γνώριζε ότι δεν είχε άλλο μέρος να μεταβεί ή κάποιον να τον φροντίσει. Ο αιτητής δήλωσε πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ότι δεν γνωρίζει με ποιον θα μπορούσε να διαμείνει ή ποιος θα μπορούσε να τον υποστηρίξει.

 

Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει κατά πόσο είχε υποστεί ο ίδιος οποιοδήποτε προσωπικό περιστατικό ή βλάβη στη χώρα καταγωγής του, απάντησε ότι μεγάλωσε βιώνοντας αισθήματα απογοήτευσης και απόρριψης, ενώ ανέφερε ότι είχε τύχει αρνητικής μεταχείρισης και στο σχολικό του περιβάλλον. Περαιτέρω, ερωτηθείς εάν θα επέστρεφε στη χώρα του σε περίπτωση που διέθετε κατάλληλο τόπο διαμονής, απάντησε καταφατικά, υπό την προϋπόθεση ότι θα διέμενε μακριά από τα μέλη της οικογένειας του συζύγου της μητέρας του και εφόσον κάποιος θα τον βοηθούσε να εξασφαλίσει στέγη και τη δυνατότητα να συνεχίσει τις σπουδές του.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων και κληθείς να διευκρινίσει την αντίφαση που πρόκυπτε μεταξύ της αίτησής του για διεθνή προστασία, όπου ανέφερε ότι διέμενε στον δρόμο μέχρι τον γάμο της μητέρας του, και των δηλώσεών του κατά τη συνέντευξη, σύμφωνα με τις οποίες διέμενε σε Χριστιανική Εκκλησία, απάντησε ότι κατά τη συμπλήρωση της αίτησης τους είχε υποδειχθεί να μην καταγράψουν πολλές λεπτομέρειες. Περαιτέρω, κληθείς να εξηγήσει γιατί δεν είχε αναφέρει την περιοχή Gombe Commune στους τόπους διαμονής του, παρά το γεγονός ότι εκεί φοιτούσε, απάντησε ότι δεν διέμενε στην εν λόγω περιοχή αλλά μετέβαινε εκεί αποκλειστικά για τις σπουδές του, χρησιμοποιώντας λεωφορείο για τις μετακινήσεις του.

 

Κληθείς να αναφέρει εάν επιθυμούσε να προσθέσει οτιδήποτε περαιτέρω, δήλωσε ότι η οικογένεια της μητέρας του δεν τον αποδεχόταν. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι όταν η μητέρα του ήταν έγκυος, μετέβη στην οικία του πατέρα του μέχρι να γεννήσει, ωστόσο τα μέλη της οικογένειας του πατέρα του δεν τον συμπαθούσαν, επειδή θεωρούσαν ότι είχε ασυνήθιστα μεγάλο κεφάλι. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι είχε εγγραφεί σε πανεπιστήμιο στην Πάφο, πλην όμως, λόγω του υψηλού κόστους των διδάκτρων, αποφάσισε να εργαστεί και να προσπαθήσει εκ νέου να συνεχίσει τις σπουδές του σε μεταγενέστερο στάδιο (ερυθρό 53 του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε ο αιτητής κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως κατωτέρω:  (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή, (2) Συνθήκες διαβίωσης του αιτητή.  Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, καθώς οι δηλώσεις του κρίθηκαν συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αξιολογώντας το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ο λειτουργός κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του αιτητή διέκρινε ότι υπέπεσε σε αντίφαση σε σχέση με την αίτηση διεθνούς προστασίας και τη συνέντευξη του, όπου στην αίτηση δήλωσε ότι διέμενε στους δρόμους, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δήλωσε ότι διέμενε στην Χριστιανική Εκκλησία μέχρι που η μητέρα του γνώρισε το σύντροφο της και παντρεύτηκε. Επισημάνθηκε η αντίφαση στον αιτητή με τον ίδιο να δηλώνει πως στη διαδικασία συμπλήρωσης της αίτησής του, του ζήτησαν να μην καταγράψει πολλά γεγονότα.

 

Ο αιτητής υπέπεσε σε αντίφαση όταν αρχικά δήλωσε πως η γυναίκα που τον βοήθησε είναι πολύ καλή φίλη της μητέρας του διότι μεγάλωσαν μαζί, ενώ μετέπειτα ανέφερε πως δεν μεγάλωσαν μαζί, αλλά σπούδασαν μαζί. Θα αναμενόταν από τον αιτητή εφόσον η γυναίκα αυτή ήταν ένα σημαντικό άτομο που τον βοήθησε να αναχωρήσει από τη χώρα, να είναι σε θέση να αναφέρει την ακριβή σχέση της με τη μητέρα του.

 

Ερωτηθείς τι μπορεί να συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του, ο αιτητής δήλωσε πως δεν έχει που να διαμείνει. Εύλογα θα αναμενόταν από τον αιτητή να αναφέρει για τον πιθανό κίνδυνο που μπορεί να διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής του και όχι για το χώρο διαμονής, εφόσον για τόσα χρόνια διέμενε στην Εκκλησία και θα ήταν ένας χώρος όπου θα μπορούσε να διαμείνει με την επιστροφή του στη χώρα του.  Κληθείς να αναφέρει τι νομίζει ότι θα του συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα του, ο αιτητής δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας αντιμετώπισε πολλές προκλήσεις και απογοητεύσεις. Ανέφερε πως στο σχολείο ένιωθε απομονωμένος.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή, ο λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο αιτητής κατά τη συνέντευξή του αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός του. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν τη διεξαγωγή περαιτέρω ανάλυσης ή επαλήθευσης των εν λόγω ισχυρισμών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, καθότι τα εξεταζόμενα περιστατικά αφορούν γεγονότα προσωπικής φύσεως, τα οποία δεν είναι αντικειμενικά επαληθεύσιμα μέσω διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής ή άλλων ανεξάρτητων πηγών. Κατά συνέπεια ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.

 

Υπό το φως των αποδεκτών ισχυρισμών του αιτητή, την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση μελλοντοστραφούς κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, ότι δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα, ο αιτητής να υποστεί μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Όπως καταδεικνύεται από επίσημες πηγές πληροφόρησης, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, παρατηρείται εσωτερική ένοπλη σύρραξη καθώς και αδιάκριτη άσκηση βίας στις ανατολικές περιοχές της χώρας. Σε ότι αφορά στην περίπτωση του αιτητή, αυτός πρόκειται για πρόσωπο που κατάγεται και διέμενε στην πόλη Κινσάσα, όπου δεν προκύπτει ότι υφίσταται ενεργή ένοπλη σύρραξη ή παρουσία οργανωμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων και όπου αναμένεται να εγκατασταθεί σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  Στη συνέχεια, διαπίστωσε πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου, καθότι με βάση έρευνα που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση στον τόπο καταγωγής του, στην οποία βρίσκεται ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, δεν χαρακτηρίζεται από διεθνή ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση και ως εκ τούτου, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ. Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό και αξιολογώντας το σύνολο των δηλώσεων του αιτητή, συμφωνώ με την εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του.

 

Ειδικότερα, ο αιτητής υπέπεσε σε ουσιώδη αντίφαση αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσής του κατά την παιδική και εφηβική του ηλικία. Συγκεκριμένα, στην αίτησή του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι διέμενε στους δρόμους, ενώ κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης ανέφερε ότι διέμενε σε Χριστιανική Εκκλησία μέχρι τη στιγμή που η μητέρα του συνήψε σχέση και τέλεσε γάμο. Όταν η αντίφαση αυτή επισημάνθηκε, ο αιτητής δεν έδωσε ικανοποιητική απάντηση. Η εξήγηση αυτή δεν κρίνεται επαρκής για να δικαιολογήσει τη διαφοροποίηση μεταξύ δύο εκδοχών που αφορούν βασικό στοιχείο του προσωπικού του ιστορικού.

 

Επιπλέον, όταν ρωτήθηκε σχετικά με το ενδεχόμενο επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και τους κινδύνους που ενδέχεται να αντιμετωπίσει, δεν προσδιόρισε οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης, αλλά περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι δεν θα είχε που να διαμείνει. Η απάντηση αυτή δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο της ερώτησης και παραπέμπει κυρίως σε ανησυχίες που σχετίζονται με τις συνθήκες διαβίωσης και όχι με φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ίδιος δήλωσε πως διέμενε επί σειρά ετών σε Εκκλησία, δεν παρείχε επαρκή εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους η επιλογή αυτή δεν θα ήταν πλέον διαθέσιμη σε περίπτωση επιστροφής του. Περαιτέρω, αντί να αναφερθεί σε μελλοντικούς κινδύνους ή περιστάσεις που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν ανάγκη διεθνούς προστασίας, αναφέρθηκε σε δυσκολίες, απογοητεύσεις και αισθήματα απομόνωσης που βίωσε κατά την παιδική του ηλικία. Η απάντηση αυτή δεν συνδέεται άμεσα με το αντικείμενο της ερώτησης και δεν συμβάλλει στην τεκμηρίωση του προβαλλόμενου φόβου επιστροφής.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αντιφάσεις, ασυνέπειες και ελλείψεις συνοχής σε ζητήματα που αφορούν τον πυρήνα των ισχυρισμών του, κρίνω ότι η εσωτερική αξιοπιστία του αιτητή δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς. Ως εκ τούτου, συμφωνώ με το συμπέρασμα των Καθ’ ων η αίτηση ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ως αξιόπιστοι.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή περί κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης δεν υποστηρίζονται από επαρκή, συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία. Αντιθέτως, προκύπτει ότι οι ανησυχίες που εξέφρασε συνδέονται κυρίως με τις γενικότερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τις δυσκολίες διαβίωσης που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του, οι οποίες δεν επαρκούν για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης.

 

Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των δηλώσεων και των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας, διαπιστώνεται ότι η εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτητή δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς. Ειδικότερα, ο πυρήνας του αιτήματός του βασίστηκε σε δηλώσεις που παρουσίαζαν ασυνέπειες, ασυνέχειες και αντιφάσεις, οι οποίες δεν κατέστη δυνατό να αρθούν ή να εξηγηθούν με τρόπο ικανοποιητικό. Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, διαπιστώνω ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς θεμελίωση του αιτήματός του. Περαιτέρω, δεν συνέτρεχαν λόγοι περαιτέρω επαλήθευσης των προβαλλόμενων ισχυρισμών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, καθότι αυτοί αφορούσαν περιστατικά αμιγώς προσωπικής φύσεως, μη επιδεχόμενα αντικειμενικής επιβεβαίωσης μέσω πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής ή άλλων ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός στο σύνολό του.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Το War Watch [πρώην Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC)] της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, στην επισκόπησή του για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ ανέφερε ότι η χώρα εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στο έδαφός της εναντίον ορισμένων ένοπλων ομάδων καθώς και σε διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις.[1] Στις 2 Φεβρουαρίου 2026, η κυβέρνηση της ΛΔΚ και η οργάνωση M23 υπέγραψαν στη Doha τους όρους αναφοράς για την εφαρμογή εκεχειρίας.[2] Παρά την συμφωνία στη Doha, η κυβέρνηση του Κονγκό και η M23 συνέχισαν να ανταλλάσσουν κατηγορίες για παραβιάσεις.[3] Η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και των δύο μερών.[4] Παρά την συμφωνία, αμφότερα μέλη αλληλοκατηγορήθηκαν για παραβίαση της συμφωνίας∙ στην Uvira, πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο ώστε να αποφύγουν τις εχθροπραξίες.[5] Σύμφωνα με ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, δυνάμεις Wazalendo που υποστηρίζουν το Κονγκό συγκρούστηκαν με μαχητές Twirwaneho που υποστηρίζονται από το M23 στο ανατολικό τμήμα της χώρας.[6] Άρθρο τοπικού τύπου, δημοσιευθέν στις 26 Φεβρουαρίου 2026, αναφέρει ότι οι μαχητές της M23 ανακατέλαβαν δύο χωριά στο North Kivu, μία ημέρα αφότου είχαν απωλέσει τον έλεγχό τους.[7]

 

Άρθρο που δημοσιεύθηκε από το πρακτορείο Al Jazeera τον Απρίλιο του έτους 2026 αναφέρει ότι αμφότερα τα μέρη συμφώνησαν να διευκολύνουν την παράδοση της ανθρωπιστικής βοήθειας και να απελευθερώσουν κρατούμενους, δεσμεύτηκαν επίσης να μην στοχεύουν αμάχους και να διευκολύνουν την παροχή ιατρικής περίθαλψης στους τραυματίες και τους ασθενείς.[8]  Σύμφωνα με τα μηνιαία δελτία παρακολούθησης συγκρούσεων του International Crisis Group, δεν διαφαίνεται να έχουν σημειωθεί περιστατικά στην Kinshasa από τον Ιανουάριο του 2025.[9]

 

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 22/06/2026), στην επαρχία Kinshasa, καταγράφηκαν 56 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 47 θάνατοι.[10] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την Kinshasa σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026 ανέρχεται σε 21,852,144 κατοίκους.[11]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για άμαχο πολίτη, ενήλικα άνδρα νεαρής ηλικίας, άγαμο, χωρίς προβλήματα υγείας ή άλλα στοιχεία που να υποδηλώνουν ιδιαίτερη ευαλωτότητα. Ως προς τη δυνατότητα επιβίωσης του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, λαμβάνεται υπόψη το γενικό προσωπικό του προφίλ, η ηλικία, η καλή κατάσταση της υγείας του, καθώς και το μορφωτικό και γλωσσικό του υπόβαθρο.

 

Ο αιτητής έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και παρακολούθησε επί τρία έτη πανεπιστημιακές σπουδές στη Νότια Αφρική στον τομέα των πολιτικών επιστημών. Τα χαρακτηριστικά αυτά ενισχύουν την ικανότητά του να προσαρμοστεί στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της περιοχής επιστροφής και να αναζητήσει μέσα βιοπορισμού.  Επιπλέον, ισχυρισμοί περί πλήρους έλλειψης υποστηρικτικού δικτύου αποδυναμώνονται από τη δική του αναφορά ότι διατηρεί επαφή με τον καλύτερό του φίλο, ο οποίος εργάζεται ως ιατρός, καθώς και με το ζευγάρι που τον βοήθησε να διαφύγει από την χώρα καταγωγής του. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι ο αιτητής δεν είναι πλήρως αποκομμένος από κοινωνικά δίκτυα και διαθέτει πρόσβαση σε κάποιο βαθμό κοινωνικής υποστήριξης, έστω και περιορισμένης έκτασης. Περαιτέρω, ο ίδιος έχει αναγνωρίσει ότι έλαβε βοήθεια από την Εκκλησία στο παρελθόν στην Κινσάσα, γεγονός που υποδηλώνει ότι διατηρεί έναν σύνδεσμο με το εκκλησιαστικό του περιβάλλον.

 

Ενόψει των πιο πάνω είναι η κατάληξή μου πως, παρά τις όποιες ενδεχομένως ιδιαίτερες αντιξοότητες αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, συνεπεία του προφίλ του ως πιο πάνω περιγράφεται, δεδομένης της ύπαρξης κοινωνικού δικτύου, του γεγονότος ότι γνωρίζει καλά τη Κινσάσα, που αποτελεί τον τόπο καταγωγής και διαμονής του, διαθέτει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, είναι ενήλικας, υγιής, χωρίς άλλα στοιχεία ευαλωτότητας και ικανός για εργασία, δεν θεωρώ ότι οι αντιξοότητες είναι τέτοιες που θα καθιστούσαν την ζωή του ανυπόφορη και θα τον εξέθεταν σε κινδύνους τέτοιους που υπερβαίνουν τον μέσο κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο τοπικός πληθυσμός στην καθημερινότητα του εξαιτίας των κακών οικονομικών και άλλων συνθηκών. Αν και οι δυσκολίες επιβίωσης που πιθανώς θα αντιμετωπίσει ο αιτητής είναι υπαρκτές, αυτές δεν ισοδυναμούν με δίωξη που θα του προσέδιδε το καθεστώς πρόσφυγα, ούτε με επικίνδυνες συνθήκες που θα καθιστούσαν την επιστροφή του ασύμβατη με την αρχή της μη επαναπροώθησης.

 

Αφού έχω μελετήσει τα πιο πάνω, καθώς και των συνθηκών που επικρατούν στην Κινσάσα, διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο αιτητής θα αδυνατεί να εξασφαλίσει τα βασικά μέσα διαβίωσής του. Αντιθέτως, εκτιμάται ότι οι συνθήκες που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής δύνανται να του εξασφαλίσουν επαρκές επίπεδο διαβίωσης, χωρίς να συντρέχουν λόγοι που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα περιέλθει σε κατάσταση ακραίας υλικής στέρησης ή εξαθλίωσης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

  

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή. 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] War Watch, Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Reporting period: July 2023 - June 2025, τελευταία ενημέρωση 28 Ιανουαρίου 2026, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-cong.

[2] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php

[3] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php

[4] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php

[5] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/

[6] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/

[7] Actualite.cd, Masisi: les rebelles de l'AFC/M23 reprennent le contrôle de Kasenyi et Luke après de violents combats, 26 Φεβρουαρίου 2026, https://actualite.cd/2026/02/26/masisi-les-rebelles-de-lafcm23-reprennent-le-controle-de-kasenyi-et-luke-apres-de

[8] Al Jazeera, DRC government, M23 rebels commit to protect civilians, aid deliveries, 19 Απριλίου 2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/4/19/drc-government-m23-rebels-commit-to-protect-civilians-aid-deliveries

[10] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Democratic Republic of the Congo, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer

[11] World Population Review, DR Congo - Kinshasa,  https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο