ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 3538/24
24 Ιουλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
E.N.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
..................................................
Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Ζωή Ποντίκη για Αλ Τάχερ, Μπενέτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόρος για τον αιτητή
Αφροδίτη Αναστασιάδη, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
[Παρούσα η μεταφράστρια κυρία Μαρίνα Κατσατριάν για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε αγγλικά και αντίστροφα].
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 30/06/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Ρουάντα και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 22/5/2024, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στη συνέχεια, ο αιτητής παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 4/06/2024 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή. Στις 30/06/2024, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Στις 9/08/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου η συνήγορος του αιτητή απέσυρε όλους τους ισχυρισμούς, προωθώντας μόνο το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, υποστηρίζει, αφενός, ότι οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης παρατίθενται με τρόπο αόριστο, και αφετέρου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα, χωρίς να έχει υπάρξει κατάχρηση εξουσίας ή ουδεμία πλάνη και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της που θεμελιώνουν το αίτημα της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για να σπουδάσει. Ολοκλήρωσε το πρώτο έτος των σπουδών του με την οικονομική υποστήριξη της αδελφής του, η οποία δεν τον υποστήριζε πλέον οικονομικά γιατί δεν ήταν σίγουρος για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Όπως δήλωσε προσπάθησε να επιβιώσει, να πληρώσει λογαριασμούς και δίδακτρα αλλά ήταν δύσκολο γιατί όλα είναι πολύ ακριβά. Έτσι αποφάσισε να εισέλθει στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές για να σπουδάσει και να εργαστεί. Θα πρέπει να αναφερθεί πως έγινε συνέντευξη για σκοπούς αξιολόγησης της ευαλωτότητας του αιτητή όπου κρίθηκε ότι θα έπρεπε να χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι είναι άγαμος και γεννήθηκε στο Gasabo-kimihurura του Kigali, της Ρουάντα. Όπως ισχυρίστηκε, ο τόπος γέννησης και μόνιμης διαμονής του είναι το Masoro του Kigali στη Ρουάντα, όπου έζησε μέχρι και τη μέρα που εγκατέλειψε τη χώρα του στις 06/03/2022. Η μητρική του γλώσσα είναι τα Kinyarwanda και μιλά και Αγγλικά. Ως προς το θρήσκευμα, δήλωσε ότι είναι Καθολικός Χριστιανός. Σε σχέση με το μορφωτικό του επίπεδο ο αιτητής δήλωσε πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στη χώρα του έχει εργαστεί για περίοδο τριών μηνών στη διάρκεια του 2018 ως τεχνικός ηλεκτρολόγος σε κατοικίες.
Σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής δήλωσε ότι βρίσκεται στην Κύπρο για να σπουδάσει. Όπως ανέφερε, μετέβη στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές της Κύπρου για πανεπιστημιακές σπουδές και τα δίδακτρα, καθώς και τα έξοδα διαβίωσής του, καλύπτονταν από την αδελφή του, η οποία διαμένει στην Ολλανδία. Ένα χρόνο αργότερα, η αδελφή του δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει να τον στηρίζει οικονομικά. Εξαιτίας της οικονομικής δυσχέρειας και της ανεργίας, αποφάσισε να μεταβεί στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής διευκρίνισε, σε πρόσθετη ερώτηση του λειτουργού, ότι εγκατέλειψε τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε. Όπως ανέφερε, η αδελφή του διέκοψε την αποστολή χρημάτων προς αυτόν, επειδή την ενημέρωσε για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Συγκεκριμένα, της ανέφερε ότι δεν τον ελκύουν οι γυναίκες αλλά οι άνδρες και ότι είναι ομοφυλόφιλος, και από εκείνη τη στιγμή άρχισε να απορρίπτει τις τηλεφωνικές του κλήσεις.
Ερωτηθείς σχετικά με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ο αιτητής δήλωσε ότι είχε σχέση με έναν άνδρα για διάστημα ενός μήνα, τον οποίο γνώρισε στο πανεπιστήμιο και ο οποίος καταγόταν από το Καμερούν. Όταν ρωτήθηκε πότε συνειδητοποίησε ότι είναι ομοφυλόφιλος, απάντησε ότι, όταν φιλήθηκε με τον σύντροφό του, θεώρησε ότι αυτό ήταν κάτι φυσιολογικό. Η σχέση τους διήρκεσε ένα μήνα, καθώς ανακάλυψε ότι εκείνος τον απατούσε με μία γυναίκα. Όπως ανέφερε, τότε συνειδητοποίησε ότι είναι ομοφυλόφιλος και από τότε, δεν έχει συνάψει άλλη σχέση. Πρόσθεσε ότι, πριν από τη σχέση του ενός μήνα με τον συγκεκριμένο άνδρα, διατηρούσε σχέση με μία κοπέλα κατά τη διάρκεια των σχολικών του χρόνων. Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν τον ελκύουν οι γυναίκες, απάντησε ότι, αυτή τη στιγμή, τον ελκύουν οι άνδρες, επειδή ερωτεύτηκε. Στη συνέχεια πρόσθεσε ότι επιθυμεί πρώτα να αποκαταστήσει τη ζωή του, καθώς αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και ακολούθως θα ασχοληθεί με το ζήτημα του σεξουαλικού του προσανατολισμού.
Του ζητήθηκε να αναφέρει τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και ο ίδιος δήλωσε ότι θα αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες, καθώς δεν έχει κανένα πρόσωπο να τον στηρίζει και η αδελφή του δεν τον υποστηρίζει πλέον οικονομικά. Ο αρμόδιος λειτουργός του επισήμανε ότι ούτε στην Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει κάποιο πρόσωπο που να τον στηρίζει, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει και του ζήτησε να διευκρινίσει γιατί θεωρεί ότι η κατάσταση στην Κύπρο είναι ευνοϊκότερη σε σχέση με τη χώρα καταγωγής του. Τότε ο αιτητής διευκρίνισε ότι στην Κυπριακή Δημοκρατία είναι ευκολότερο να βρει εργασία. Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετώπιζε οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα πέραν των οικονομικών δυσκολιών, απάντησε ότι μόνο αυτό τον προβληματίζει. Τέλος, ο αιτητής δήλωσε ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής του, ότι οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν να επιστρέψει και ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει, λόγω της υψηλής ανεργίας που επικρατεί εκεί.
Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του αιτητή κατά τη συνέντευξή της, διέκρινε στην έκθεση-εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς που αφορούν 1) τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του αιτητή και 2) το ότι ο αιτητής αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του, καθώς έκρινε ότι οι δηλώσεις του ήταν συγκεκριμένες και συνεπείς και επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή ήταν συγκεκριμένες ως προς τα γεγονότα που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τόσο τη Ρουάντα όσο και αργότερα τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, παρότι κρίθηκε πως τα κίνητρα και οι συνθήκες της αναχώρησής του δεν αποδόθηκαν με πλήρη σαφήνεια. Ειδικότερα αναφέρεται ότι δήλωσε πως οι γονείς του απεβίωσαν όταν ήταν παιδί, πως απομακρύνθηκε από τη μεγαλύτερη αδελφή του, ότι τέθηκε υπό την κηδεμονία της αδελφής της μητέρας του, ενώ η μεγαλύτερη αδελφή του υιοθετήθηκε από άλλο πρόσωπο. Μετά την αποφοίτησή του συνέχισε να λαμβάνει οικονομική υποστήριξη από την αδελφή του και τους φίλους του. Όπως δήλωσε, το ενοίκιο και τα καθημερινά έξοδα διαβίωσης καλύπτονταν από την αδελφή του και έναν φίλο. Πρόσθετα, ανέφερε πως προτού εγκαταλείψει τη Ρουάντα είχε εργαστεί μόνο για περίπου τρεις μήνες το 2018 ως τεχνικός ηλεκτρολόγος ενώ και τα έξοδα μετάβασής του στην Κύπρο καλύφθηκαν εξ ολοκλήρου από την αδελφή του. Ο αιτητής ανέφερε πως στη χώρα του μόνο όσοι έχουν σπουδάσει μπορούν να έχουν υψηλά εισοδήματα και όσοι δεν είναι σπουδασμένοι παραμένουν άνεργοι. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδης ισχυρισμού τεκμηριώθηκε.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός, επισημαίνει ότι, λόγω της προσωπικής φύσης των περιστατικών που περιγράφει ο αιτητής, η εξωτερική αξιοπιστία δεν μπορεί να βασιστεί σε ανεξάρτητη επιβεβαίωση των ατομικών του εμπειριών. Ο αρμόδιος λειτουργός προέβηκε σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη γενική οικονομική κατάσταση και την αγορά εργασίας στη Ρουάντα, από την οποία προέκυψε πως η ανεργία μεταξύ νέων με βασική εκπαίδευση αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια, μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας στη Ρουάντα εξακολουθεί να βρίσκεται στον άτυπο τομέα, και σημαντικό ποσοστό του εργατικού δυναμικού παραμένει χωρίς εργασία ή απασχολείται σε χαμηλής παραγωγικότητας θέσεις. Ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε πως οι νέοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης σε σταθερή και ποιοτική απασχόληση και καταγράφει πως οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας επηρεάζονται από τις μεταβολές της παγκόσμιας οικονομίας. Ο αρμόδιος λειτουργός καταλήγει πως οι πληροφορίες αυτές συμβαδίζουν με τους ισχυρισμούς του αιτητή σχετικά με τις δυσκολίες εύρεσης εργασίας και τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του. Κατα συνέπεια, αποδέχτηκε τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό στο σύνολό του.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς και συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, την δυνατότητα οικονομικής του επιβίωσης σε περίπτωση επιστροφής του και την γενικότερα την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα του, στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Διαπιστώνω ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, καθόσον έγινε αποδεκτός ο τόπος καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή, οι σχετικές δε δηλώσεις του κρίθηκαν ακριβείς και συμβατές με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός επίσης έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου, εφόσον κρίθηκε αξιόπιστος στις δηλώσεις του ο αιτητής όταν δήλωσε πως βρίσκεται στην Δημοκρατία για να σπουδάσει, να εργαστεί και να αντιμετωπίσει τις οικονομικές του δυσκολίες. Κατά συνέπεια, οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του αιτητή γίνονται στο σύνολό τους αποδεκτοί.
Σε σχέση με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, τους οικονομικού περιεχομένου λόγους, σύμφωνα με την παράγραφο 62 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες: «62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.»
Στην πιο πάνω παράγραφο, το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων που εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες προβαίνει σε ένα διαχωρισμό μεταξύ μεταναστών και προσφύγων. Κάποιες φορές ο διαχωρισμός αυτός μπορεί να είναι ασαφής όπως διαπιστώνεται στην παράγραφο 63 του ίδιου εγχειριδίου. Η παρούσα περίπτωση όμως δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία ως προς την ιδιότητα του αιτητή, εφόσον ο ίδιος ο αιτητής ανέφερε πως υπέβαλε αίτημα ασύλου για να παραμείνει νόμιμα στη Δημοκρατία λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει.
Όπως έχει κατ’ επανάληψην νομολογηθεί, οι οικονομικοί μετανάστες δεν εμπίπτουν στην έννοια του πρόσφυγα (βλ. ενδεικτικά Md Jakir Hossain v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 2319/2006, ημερομηνίας 16/7/2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 883/2008, ημερομηνίας 10/2/2012, Irene Ferenko v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 1051/2010, ημερομηνίας 21/12/2011).
Εκ του περισσού σκόπιμο είναι να σημειωθεί πως ααφορικά με τον ισχυρισμό του αιτητή περί του σεξουαλικού του προσανατολισμού, ο οποίος ορθά δεν σχηματίστηκε από τον αρμόδιο λειτουργός ως ουσιώδης ισχυρισμός, εφόσον ο ίδιος ο αιτητής δεν εξέφρασε με σαφήνεια τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, ούτε τον πρόβαλε σαν πρόβλημα σε περίπτωση επιστροφής του, θα πρέπει να επισημανθεί πως οι σχετικές δηλώσεις του δεν παρουσιάζουν τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά συνοχής, σαφήνειας και εσωτερικής συνέπειας, ώστε να γίνουν αποδεκτές ως αξιόπιστες. Ειδικότερα, ο αιτητής συνέδεσε την ανακάλυψη του σεξουαλικού του προσανατολισμού αποκλειστικά με μία σχέση διάρκειας ενός μηνός, χωρίς να είναι σε θέση να περιγράψει με επαρκή λεπτομέρεια τη διαδικασία προσωπικής συνειδητοποίησης ή την εξέλιξη της ταυτότητάς του. Αρκέστηκε στο να αναφέρει πως συνειδητοποίησε πως είναι ομοφυλόφιλος όταν φίλησε τον σύντροφό του. Επιπλέον, ερωτηθείς κατά πόσον τον ελκύουν οι γυναίκες, απάντησε ότι «αυτή τη στιγμή» τον ελκύουν οι άνδρες επειδή ερωτεύτηκε, απάντηση η οποία δεν συνάδει με σταθερό και σαφώς διαμορφωμένο ισχυρισμό περί σεξουαλικού προσανατολισμού και συγκεκριμένα με τον ισχυρισμό ότι είναι ομοφυλόφιλος. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται επίσης στο γεγονός ότι, ερωτηθείς σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε φόβο δίωξης ή κακομεταχείρισης λόγω του ισχυριζόμενου σεξουαλικού του προσανατολισμού, αλλά περιορίστηκε αποκλειστικά στις οικονομικές δυσχέρειες και στην ανεργία.
Ως προς την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ρουάντα, η ετήσια έκθεση της Human Rights Watch του Φεβρουαρίου 2026, με περίοδο αναφοράς το έτος 2025, αναφέρει πως, κατ’ αρχήν, η έννομη τάξη της Ρουάντας δεν ποινικοποιεί τις συναινετικές σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου ούτε την μη κανονιστική έκφραση ταυτότητας ή φύλου.[1] Ωστόσο, η έκθεση σημειώνει πως τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αναφέρουν ότι εξακολουθούν να υφίστανται κοινωνικό στιγματισμό και διακρίσεις.[2] Το γερμανικό ινστιτούτο έρευνας Bertelsmann Stiftung, στην από την έκθεσή του (έτος 2026) για το κράτος δικαίου και την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη στην Ρουάντα, που καλύπτει την περίοδο Φεβρουαρίου 2023- Ιανουαρίου 2025, αναφέρει επίσης πως στην Ρουάντα παρατηρείται η ύπαρξη κοινωνικών διακρίσεων, οι οποίες, ωστόσο «σπάνια εκδηλώνονται ανοιχτά».[3] Ενδεικτικά, όπως παραθέτει η πηγή, η κυβέρνηση της Ρουάντας δεν εφαρμόζει επισήμως διακριτική μεταχείριση εις βάρος των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, ενώ έχει συνυπογράψει τη Δήλωση των Ηνωμένων Εθνών του 2011, με την οποία καταδικάζεται η βία κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων.[4] Ωστόσο, όπως σημειώνει, εξακολουθεί να επικρατεί εκτεταμένος κοινωνικός στιγματισμός σε βάρος των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, ο οποίος, σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει εκδηλωθεί με στοχοποίησή τους από τις αρχές, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας.[5] Υπό το φως των ανωτέρω, διαπιστώνω πως ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν τεκμηριώνεται κατά τρόπο επαρκή και αξιόπιστο και ούτως ή άλλως δεν προωθείται από τον αιτητή ούτε από τη συνήγορο του.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Όπως καταγράφεται στην έκθεση του International Crisis Group, από τον Φεβρουάριο του 2026, [άτυπη μετάφραση] «η κλιμάκωση του πολέμου στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) έχει οξύνει τις εντάσεις μεταξύ του Μπουρούντι και της Ρουάντας, οι οποίες συσσωρεύονταν επί μία δεκαετία.».[6] Η έκθεση εξηγεί πως αμφότερες οι γειτονικές αυτές χώρες συνορεύουν με τη ΛΔΚ και διατηρούν στρατιωτική παρουσία στο έδαφός της, με το Μπουρούντι να έχει αναπτύξει στρατεύματα προς υποστήριξη του στρατού του Κονγκό στον αγώνα ενάντια στους αντάρτες του M23, ενώ οι δυνάμεις της Ρουάντας υποστηρίζουν τον M23.[7] Η συνεργασία της Ρουάντα με τις δυνάμεις του M23 κατά μήκος των συνόρων μεταξύ της ΛΔΚ και του Μπουρούντι, «δημιουργεί τον κίνδυνο επέκτασης των συγκρούσεων στο έδαφος του Μπουρούντι».[8] Τον Ιανουάριο του 2025, οι M23 και οι δυνάμεις της Ρουάντας κατέλαβαν την Goma, πρωτεύουσα της επαρχίας North Kivu, και λίγο αργότερα την Bukavu, πρωτεύουσα της επαρχίας South Kivu.[9] Στη συνέχεια, οι αντάρτες επεκτάθηκαν σταδιακά προς νότο, απειλώντας την Uvira, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του South Kivu, η οποία αποτελεί ζωτικής σημασίας κόμβο για το Μπουρούντι, καθώς μέσω της πόλης αυτής πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών του από τη ΛΔΚ.[10]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), όπου παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας ανά περιοχή, στην περιοχή της πρωτεύουσας της Rwanda, Kigali, στην οποία ανήκει διοικητικά το Masoro, τόπος πρότερης συνήθους διαμονής του Αιτητή πριν εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 22/07/2026), καταγράφηκαν 3 περιστατικά ασφαλείας συνολικά, εκ των οποίων δεν φέρεται να προκλήθηκε κάποια ανθρώπινη απώλεια.[11] Από τα σημειωθέντα δε περιστατικά στην περιοχή Kigali κανένα δεν καταγράφηκε ως περιστατικό πολιτικής βίας (Ο όρος «Political violence» περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες).[12] Σημειώνεται, περαιτέρω, πως ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kigali για το έτος 2026 εκτιμάται στους 1,373,440 κατοίκους.[13]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, ενήλικας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με φιλικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα. Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς το αίτημα του αιτητή για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος του αιτητή, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] HRW (Human Rights Watch), World Report 2026; Rwanda, 4 February 2026, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/rwanda, (ημερομηνία πρόσβασης 23/07/2026).
[2] HRW (Human Rights Watch), World Report 2026; Rwanda, 4 February 2026, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/rwanda, (ημερομηνία πρόσβασης 23/07/2026).
[3] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Rwanda, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_RWA.pdf, σελ. 15
[4] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Rwanda, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_RWA.pdf, σελ. 15
[5] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Rwanda, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_RWA.pdf, σελ. 15
[6] International Crisis Group, Seven Peace and Security Priorities for Africa in 2026 , 9 February 2026, https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2026-02/b209-seven-priorities-africa-2026.pdf, σελ. 7 ημερομηνία πρόσβασης 23/07/2026).
[7] International Crisis Group, Seven Peace and Security Priorities for Africa in 2026 , 9 February 2026, https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2026-02/b209-seven-priorities-africa-2026.pdf, σελ. 7 ημερομηνία πρόσβασης 23/07/2026).
[8] International Crisis Group, Seven Peace and Security Priorities for Africa in 2026 , 9 February 2026, https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2026-02/b209-seven-priorities-africa-2026.pdf, σελ. 7 ημερομηνία πρόσβασης 23/07/2026).
[9] International Crisis Group, Seven Peace and Security Priorities for Africa in 2026 , 9 February 2026, https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2026-02/b209-seven-priorities-africa-2026.pdf, σελ. 8 ημερομηνία πρόσβασης 23/07/2026).
[10] International Crisis Group, Seven Peace and Security Priorities for Africa in 2026 , 9 February 2026, https://www.crisisgroup.org/sites/default/files/2026-02/b209-seven-priorities-africa-2026.pdf, σελ. 8 ημερομηνία πρόσβασης 23/07/2026).
[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Rwanda, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Kigali city, Political violence, Kigali city, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 23/07/2026).
[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Rwanda, Events / Fatalities, All Events, Past Year, Kigali city, Political violence, Kigali city, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 23/07/2026).
[13] Ιστότοπος World Population Review/ Rwanda/ Cities in Rwanda/ Kigali, διαθέσιμος σε https://worldpopulationreview.com/cities/rwanda/kigali (ημερομηνία πρόσβασης 23/07/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο