ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 4178/2023
15 Ιουλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
N.T.S.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
...........................
Η Αιτήτρια εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου
Ορέστης Ηλιάδης, για Αγγελική Λαζάρου, Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Ιωάννα Χαραλάμπους, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
[Παρούσα η κα Μαρίνα Κατσατριάν για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως].
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως προσφεύγει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 29/09/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η Αιτήτρια είναι υπήκοος του Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 29/10/2019, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 31/10/2019, παρέλαβε τη Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»). Στις 27/09/2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος, στις 29/09/2023, ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας. Αυθημερόν, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας. Στις 10/10/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια αυθημερόν. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, μέσω της συνηγόρου της, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, κατά την δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησής της, η Αιτήτρια προέβαλε ότι ορισμένα φιλικά της πρόσωπα την πληροφόρησαν πως θα ταξίδευαν στην Ιταλία ώστε να συνεχίσουν τις σπουδές τους εξαιτίας της απουσίας εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στο νοτιοδυτικό μέρος της χώρας όπου διαβιούσαν και πως ένας άνδρας Λιβυκής καταγωγής, ο οποίος εργαζόταν στην Sonara, πρότεινε στον πατέρα τους να οργανώσει την μεταφορά τους εκεί. Η Αιτήτρια, η οποία θεώρησε την πρόταση ενδιαφέρουσα, το συζήτησε με τον πατέρα της ο οποίος ακολούθως συνομίλησε με τον πατέρα των φίλων της Αιτήτριας, ο οποίος με τη σειρά του ήλθε σε επαφή με τον άντρα Λιβυκής καταγωγής. Η Αιτήτρια δεν γνώριζε τίποτα περαιτέρω, την διακατείχε μονάχα περιέργεια για το γεγονός ότι θα συνέχιζε τις σπουδές της στην Ιταλία. Ωστόσο, ανακάλυψε ότι ο λόγος ήταν διαφορετικός (ερ. 1 του δ.φ.).
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με επιστολή των αστυνομικών αρχών προς τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης και της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 17/02/2021, η Αιτήτρια εξετάσθηκε από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων και δεν αναγνωρίσθηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων (ερ. 15 δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε στην Douala, σε ηλικία των 6 ετών μετοίκησε στην Ekona και ακολούθως μετοίκησε στην Buea, το 2017 – 2018, για σκοπούς φοίτησης στο ομώνυμο πανεπιστήμιο, όπου παρέμεινε ένα έτος. Η εν λόγω περιοχή συνιστά τον τόπο προηγούμενης διαμονής της (ερ. 25/1Χ – 3Χ, 5Χ του δ.φ.). Όσον αφορά την οικογένειά της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι έχασε την μητέρα της το 2017 από πυρά στρατιωτικών στην αγορά της Ekona, ο αδελφός της σκοτώθηκε επίσης το 2017 από μαχητές των Αμπαζόνιανς που εισέβαλαν στην οικία τους ένα βράδυ, και δεν γνωρίζει εάν ο πατέρας της βρίσκεται εν ζωή. Η Αιτήτρια ανετράφη από την μητριά και τον πατέρα της (ερ. 24/1Χ, 6Χ, 7Χ, 9Χ – 11Χ του δ.φ.). Δεν γνωρίζει που βρίσκεται η μητριά της και δήλωσε πως δεν διαθέτει άλλα συγγενικά πρόσωπα με τα οποία διατηρεί σχέση στη χώρα καταγωγής της (ερ. 22 του δ.φ.).
Σε σχέση με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 2012 στην Mutengene και ακολούθως, περί το 2016 – 2017, παρακολούθησε σπουδές Διοίκησης για ένα έτος στο πανεπιστήμιο της Buea –μέχρι το 2018– τις οποίες δεν ολοκλήρωσε εξαιτίας της κρίσης (ερ. 22/2Χ – 6Χ του δ.φ.). Σε σχέση με το επαγγελματικό της προφίλ, η Αιτήτρια ανέφερε πως δεν εργαζόταν στη χώρα καταγωγής της και πως ο πατέρας της την υποστήριζε οικονομικά (ερ. 21/1Χ του δ.φ.). Ομιλεί αγγλικά και κατανοεί και την γαλλική γλώσσα (ερ. 22/1Χ του δ.φ.). Η Αιτήτρια δήλωσε ότι ένας συνάδελφος του πατέρα της εξέδωσε τα ταξιδιωτικά της έγγραφα με σκοπό να ταξιδέψει η Αιτήτρια προς την Ιταλία ώστε να συνεχίσει τις σπουδές της στο τμήμα της Διοίκησης, δεν γνωρίζει ωστόσο σε ποια πόλη της Ιταλίας θα μετέβαινε, το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο θα φοιτούσε, και εν γένει πληροφορίες για τη χώρα (ερ. 26/6Χ – 8Χ, 10Χ – 13Χ του δ.φ.). Ερωτηθείσα για το όνομα αυτού του άνδρα, απάντησε ότι ονομαζόταν Ahmed (ερ. 25/6Χ του δ.φ.).
Ως προς το ταξίδι της στην Δημοκρατία, η Αιτήτρια ανέφερε πως εγκατέλειψε τη χώρα από τον αερολιμένα της Douala με δύο φιλικά πρόσωπα και με τον συνάδελφο του πατέρα της. Μετέβησαν την Κωνσταντινούπολη όπου παρέμειναν για λίγες ώρες προτού αναχωρήσουν και αφιχθέντες στην επόμενη τοποθεσία, ο εν λόγω άνδρας τις πληροφόρησε πως θα διέμεναν εκεί ένα βράδυ και την επόμενη ημέρα θα μετέβαιναν αεροπορικώς στην Ιταλία. Μεταφέρθηκαν σε ένα ξενοδοχείο και ο άνδρας αυτός αφαίρεσε τα έγγραφά τους. Η Αιτήτρια παρέμεινε κλειδωμένη σε ένα δωμάτιο επί 6 ημέρες στη διάρκεια των οποίων διαφορετικά άτομα την βίαζαν καθημερινώς. Την 7η ημέρα, ένας άνδρας, ο οποίος είχε αρχικά σκοπό να βιάσει μία από τις φίλες της Αιτήτριας αλλά δεν το έπραξε όταν την είδε ταραγμένη, να κλαίει και εκείνη του εξήγησε την κατάσταση, απελευθέρωσε την ίδια και τις φίλες της διότι, ως δήλωσε, εάν παρέμεναν εκεί, θα έχαναν την ζωή τους. Ο άνδρας αυτός τις μετέφερε σε άγνωστη τοποθεσία και τις συμβούλεψε να αποταθούν στις αστυνομικές αρχές. Στη συνέχεια, αφού παρέμειναν για λίγες ώρες σε μία εκκλησία, απευθυνθήκαν στις αστυνομικές αρχές (ερ. 21/2Χ – 4Χ, 7Χ – 9Χ, 20/2Χ – 4Χ του δ.φ.). Δεν έχει συναντήσει τον Ahmed από τότε που κατέφθασαν στην χώρα, δεν γνωρίζει τη χώρα καταγωγής του μήτε πληροφορίες για εκείνον∙ ομοίως, και εκείνος δεν την γνωρίζει επαρκώς (ερ. 21/6Χ, 19/5Χ, 6Χ του δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της για να συνεχίσει τις σπουδές της (ερ. 19/1Χ του δ.φ.) και επιβεβαίωσε πως δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα της (ερ. 19/3Χ του δ.φ.). Σε σχέση με τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της, δήλωσε πως θα πεθάνει εξαιτίας της επικρατούσας κατάστασης στη χώρα καταγωγής (ερ. 18 του δ.φ.).Ερωτηθείσα εάν αντιμετώπισε κάποιο περιστατικό προσωπικά ως απόρροια της κατάστασης στη χώρα της, απάντησε θετικά και συμπλήρωσε, σε επόμενη ερώτηση, πως μία ημέρα, όταν μετέβαινε στην αγορά, έλαβαν χώρα πυροβολισμοί, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να λάβει καταφύγιο στο δάσος για 2 – 3 ημέρες (ερ. 18/6Χ, 7Χ του δ.φ.). Διευκρίνισε πως δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό (ερ. 18/8Χ του δ.φ.).
Κληθείσα να εξηγήσει τον λόγο που στην αίτηση διεθνούς προστασίας είχε καταγράψει πως ο πατέρας των φίλων της μεσολάβησε για το ταξίδι της προς την Ιταλία και πως ο άνδρας που την μετέφερε εκτός της χώρας ήταν Λιβυκής καταγωγής ενώ κατά την συνέντευξη υποστήριξε πως δεν γνωρίζει την χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι όλοι εργάζονταν στην ίδια εταιρία, ονόματι Sonara, και δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει (ερ. 18/5Χ του δ.φ.).
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε στην Έκθεση – Εισήγησή του τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς ως κατωτέρω: 1) Αγγλόφωνη Καμερουνέζα Υπήκοος, περιοχή καταγωγής, Douala, και περιοχή διαμονής της μέχρι και την αναχώρησή της από τη χώρα, Buea, Fako Division, Southwest Region, Cameroon, 2) Για λόγους ακαδημαϊκού περιεχομένου, και 3) Η Αιτήτρια ως πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Όσον αφορά την οικογένειά της, διαπιστώθηκε πως η μητέρα και ο αδελφός της απεβίωσαν το 2017 εξαιτίας επιθέσεων γενικής φύσεως, όχι στοχευμένων επιθέσεων και επομένως, δεν κρίθηκε αναγκαία η περαιτέρω διερεύνηση του εν λόγω ισχυρισμού.
Ομοίως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός περί του ότι εγκατέλειψε τη χώρα της για ακαδημαϊκούς λόγους έγινε δεκτός από τον λειτουργό, ο οποίος κατέγραψε, σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία, ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Στοιχειοθετηθείσης της αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ο λειτουργός τον έκανε αποδεκτό.
Ο τρίτος ισχυρισμός της Αιτήτριας έτυχε απόρριψης από τον αρμόδιο λειτουργό, ο οποίος κατέγραψε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας διέπονταν από αντιφάσεις ενώ σημειώθηκε έλλειψη συνοχής, διαφάνειας και πληροφοριών. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες για τον λόγο που ο Ahmed πρότεινε ως προορισμό την Ιταλία ώστε να συνεχίσουν τις σπουδές τους, αναφέροντας μονάχα πως καθότι γνώριζε την αραβική γλώσσα, θα ήταν πιο εύκολο να εκδώσει άδεια για σκοπούς φοίτησης στην Αιτήτρια. Όπως ανέφερε δέχθηκε να μεταβεί συγκεκριμένα στην Ιταλία για σπουδές, δεν γνώριζε πληροφορίες για την χώρα και το ίδρυμα στο οποίο θα φοιτούσε ενώ δεν αιτιολογείται επαρκώς ο λόγος για τον οποίο αποφάσισε να ταξιδέψει με τον εν λόγω άνδρα για τον οποίο δεν γνώριζε πληροφορίες, πλην του ότι ήταν συνάδελφος του πατέρα της.
Έλλειψη συνοχής παρατηρείται ως προς τον λόγο που ο άγνωστος άνδρας βοήθησε την ίδια και τις φίλες της να αποδράσουν από το μέρος όπου κρατούντο και περαιτέρω έλλειψη συνέχειας αφού δήλωσε ότι ο άγνωστος αυτός άνδρας εξιστόρησε σε εκείνες τα πεπραγμένα, αφότου τις αποδέσμευσε, χωρίς ωστόσο εν τέλει να επεξηγεί τι είχε λάβει χώρα και το τι ειπώθηκε από εκείνον τον άνδρα. Αντίφαση σημειώθηκε στις δηλώσεις της μεταξύ της αίτησης διεθνούς προστασίας και της συνέντευξης όσον αφορά την χώρα καταγωγής του Ahmed καθώς και σε σχέση με τα άτομα τα οποία είχαν επιληφθεί του σχεδίου να μεταβεί η ίδια και οι φίλες της στην Ιταλία. Τέλος, καθώς η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν βρίσκεται σε επικοινωνία ούτε με τον Ahmed ούτε με τις φίλες της και δεν γνωρίζει πολλές πληροφορίες για εκείνον, ούτε εκείνος για την ίδια, κρίθηκε πως δεν διαφαίνεται ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να αντιμετωπίσει κάποια βλάβη από εκείνον.
Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια έτυχε αξιολόγησης από το Τμήμα Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας Κύπρου, μέσω σχετικών συνεντεύξεων και διερεύνησης της υπόθεσης, και δεν αναγνωρίσθηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Συνεπεία των ανωτέρω και μη στοιχειοθετηθείσης της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός δεν αποδέχτηκε τον εν λόγω ισχυρισμό.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, έλαβε υπόψη του τον πρώτο αποδεκτό ισχυρισμό, συνυπολογίζοντας το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας και το γεγονός πως η μητέρα και ο αδελφός της έχασαν τη ζωή τους το 2017 στην Ekona σε μία τυχαία επίθεση και πως το περιστατικό αυτό δεν συνδέεται με την απόφασή της να εγκαταλείψει τη χώρα και παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής της και στη Νοτιοδυτική περιοχή (Southwest region) και ειδικότερα στην Buea, Fako Division, Southwest Region, τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής της, όπου διαφαίνεται ότι η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή είναι δύσκολη.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ο λειτουργός έκρινε, συνεκτιμώντας το γεγονός ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της για ακαδημαϊκούς λόγους, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Επιπλέον, κρίθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια δεν θα κινδυνεύσει με θανατική ποινή ή εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία δυνάμει του άρθρου 19 (2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Αναφορικά δε με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με τις αγγλόφωνες περιοχές στις οποίες παρατηρούνται συνθήκες εσωτερικών ένοπλων συρράξεων, μία εκ των οποίων και η Νοτιοδυτική περιοχή όπου διέμενε η Αιτήτρια πριν την αναχώρησή της από τη χώρα και συνεκτιμώντας τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, κατέληξε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή λόγω της παρουσίας της και μόνο στη συγκεκριμένη περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει. Ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας απορρίφθηκε. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης, εξέτασε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου και απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους της, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο αλλά και τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι οποίοι ορθά έγιναν αποδεκτοί από την Υπηρεσία Ασύλου, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι δεν αμφισβητήθηκαν.
Κρίνω ότι ορθώς δεν έγινε αποδεκτός ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας, καθότι οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις αντιφάσεις, έλλειψη συνοχής και ανεπαρκή πληροφόρηση ως προς κρίσιμα στοιχεία του αφηγήματός της. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκή και πειστική εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο ο Ahmed επέλεξε την Ιταλία ως προορισμό για τις σπουδές της. Παράλληλα, δήλωσε ότι αποδέχθηκε να ταξιδέψει σε χώρα και εκπαιδευτικό ίδρυμα για τα οποία δεν γνώριζε ουσιαστικά τίποτε, συνοδευόμενη από πρόσωπο για το οποίο επίσης διέθετε ελάχιστες πληροφορίες, πέραν του ότι ήταν συνάδελφος του πατέρα της, χωρίς να παρέχει εύλογη αιτιολόγηση για την επιλογή αυτή.
Περαιτέρω, το αφήγημά της παρουσιάζει έλλειψη συνοχής ως προς τις συνθήκες της διαφυγής της, καθώς δεν εξήγησε πειστικά τους λόγους για τους οποίους άγνωστος άνδρας βοήθησε την ίδια και τις φίλες της να αποδράσουν, ούτε διευκρίνισε το περιεχόμενο όσων, κατά τους ισχυρισμούς της, τους ανέφερε μετά την αποδέσμευσή τους. Επιπλέον, διαπιστώνονται ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ της αίτησης διεθνούς προστασίας και της προφορικής συνέντευξης ως προς τη χώρα καταγωγής του Ahmed και ως προς τα πρόσωπα που είχαν οργανώσει τη μετάβασή της στην Ιταλία. Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι η ίδια δήλωσε πως δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Ahmed ούτε με τις φίλες της, ενώ ανέφερε ότι αμφότεροι γνωρίζουν ελάχιστα στοιχεία ο ένας για τον άλλο, καταλήγω ότι δεν τεκμηριώνεται, σε εύλογο βαθμό, η ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου να υποστεί βλάβη από το εν λόγω πρόσωπο. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια έτυχε αξιολόγησης από το Τμήμα Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας Κύπρου, μέσω σχετικών συνεντεύξεων και διερεύνησης της υπόθεσης, και δεν αναγνωρίσθηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Κατά συνέπεια η εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.
Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του αφηγήματος της αιτήτριας διεξήγαγα έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της αιτήτριας. Σχετικά με την κοινωνική μεταχείριση θυμάτων εμπορίας προσώπων στο Καμερούν, σύμφωνα με έκθεση που περιλαμβάνει τα ευρήματα ενός εργαστηρίου (workshop) που διοργανώθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στην Yaoundé το 2024 και στο οποίο συμμετείχαν ειδικοί από διαφόρους φορείς, σχετικά την αξιολόγηση της τρέχουσας κατάστασης στον αγώνα κατά της εμπορίας ανθρώπων στη χώρα, αναφέρεται η έλλειψη αναλυτικών στατιστικών στοιχείων που να αποτυπώνουν τις επιπτώσεις της εμπορίας ανθρώπων σε διαφορετικές κατηγορίες θυμάτων, όπως γυναίκες/κορίτσια, άνδρες/αγόρια, βρέφη και αλλοδαποί.[1] Επίσης, οι συμμετέχοντες κατέγραψαν τους ακόλουθους λόγους για τον περιορισμένο βαθμό συνεργασίας των θυμάτων με τις αρχές και τις υπηρεσίες.[2] Για τις γυναίκες το φόβο αντιποίνων και κοινωνικού στιγματισμού, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σεξουαλικής βίας και για τους άνδρες τον κοινωνικό στιγματισμό και την απογοήτευση λόγω των κοινωνικών προσδοκιών για επιτυχία και οικονομική ανεξαρτησία.[3] Επίσης, αναφέρθηκαν ως καλές πρακτικές η πολιτική επιθυμία της κυβέρνησης για συνεργασία και δράσεις για την καταπολέμηση της εμπορίας.[4]
Σε μια μαρτυρία της, η Francisca Awah, πρώην θύμα σεξουαλικής εμπορίας και ιδρύτρια του Δικτύου Επιζησάντων (Survivors' Network), μιας ΜΚΟ που παρέχει υποστήριξη σε θύματα εμπορίας στο Καμερούν, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά την επιστροφή της στη χώρα.[5] Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η ίδια υπήρξε στόχος στιγματισμού ακόμα και από την οικογένειά της, γεγονός που επιδείνωσε την ήδη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόταν. [6]
Άρθρο δημοσιευθέν τον Μάρτιο 2025 σε ιστοσελίδα ενημέρωσης για θέματα της καθολικής εκκλησίας με την ονομασία «Crux» καταγράφει πως «σύμφωνα με την Καθολική εκκλησία η εμπορία προσώπων αποτελεί αυξανόμενο πρόβλημα στη χώρα και αναφέρει πως το κοινωνικό στίγμα, οι περιορισμένοι πόροι και η ασαφής νομοθεσία συνεχίζουν να αποτελούν εμπόδια στην καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων στο Καμερούν».[7]
Σε σχέση με την ύπαρξη δικτύων υποστήριξης/μη κυβερνητικές οργανώσεις και υπηρεσίες στις οποίες μπορούν να απευθυνθούν τα θύματα εμπορίας, θα πρέπει να αναφερθεί πως τον Φεβρουάριο του 2021, η UNICEF συνεργάστηκε με το Ίδρυμα Μνήμης Martin Luther Jr. King– Cameroon (LUKMEF)[8] και την οργάνωση Street Child,[9] για την ενίσχυση της γνώσης και των δράσεων σχετικά με τις «παρεμβάσεις προστασίας παιδιών σε επίπεδο κοινότητας».[10]
Το Redemption Center for Persons in Distress (RECEPEDIS) είναι μια μη κυβερνητική οργάνωση που επικεντρώνεται στη βελτίωση της ψυχικής ευημερίας των κοινωνικά λιγότερο προνομιούχων ατόμων, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον αγώνα κατά της εμπορίας ανθρώπων.[11] Παρέχει ασφαλή καταλύματα, ψυχολογική υποστήριξη και επαγγελματική κατάρτιση στα θύματα εμπορίας ανθρώπων. [12] Επίσης δημοσίευμα του οργανισμού IOM αναφέρει πως η συνεργασία του οργανισμού με την κυβέρνηση του Καμερούν οδήγησε στη δημιουργία και τα εγκαίνια μιας τηλεφωνικής γραμμής 1503 για την καταγγελία υποθέσεων και για τα θύματα να αναζητήσουν βοήθεια.[13]
Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει ότι η εμπορία προσώπων εξακολουθεί να αποτελεί υπαρκτό ζήτημα στο Καμερούν, ενώ τα θύματα ενδέχεται να αντιμετωπίζουν κοινωνικό στιγματισμό και φόβο αντιποίνων, στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την προθυμία τους να συνεργαστούν με τις αρχές ή να αναζητήσουν βοήθεια. Παράλληλα, οι διαθέσιμες πηγές καταδεικνύουν ότι υφίστανται κυβερνητικές και μη κυβερνητικές πρωτοβουλίες για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων, καθώς και μηχανισμοί υποστήριξης των θυμάτων, όπως οργανώσεις που παρέχουν ψυχοκοινωνική συνδρομή, ασφαλή στέγαση, επαγγελματική κατάρτιση και τηλεφωνική γραμμή καταγγελιών. Ωστόσο, οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου εξακολουθεί να δυσχεραίνεται από παράγοντες όπως ο κοινωνικός στιγματισμός, οι περιορισμένοι διαθέσιμοι πόροι και οι ελλείψεις στο θεσμικό πλαίσιο. Συνεπώς, οι πληροφορίες αυτές παρέχουν γενική εικόνα της κατάστασης στη χώρα, χωρίς αφ' εαυτών να επιβεβαιώνουν την αξιοπιστία των ατομικών ισχυρισμών της αιτήτριας, η οποία πρέπει να αξιολογείται αυτοτελώς βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης.
Σε σχέση με την κρατική προστασία αναφέρεται ότι το Καμερούν εξακολουθεί να κατατάσσεται στη «Λίστα Παρακολούθησης Βαθμίδας 2» του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο 2024.[14] Η κατηγορία αυτή αφορά χώρες των οποίων οι κυβερνήσεις δεν πληρούν πλήρως τα ελάχιστα πρότυπα της Πράξης για την Προστασία των Θυμάτων Εμπορίας και Βίας του 2000 (Victims of Trafficking and Violence Protection Act – TVPA), καταβάλλουν, όμως, σημαντικές προσπάθειες για την επίτευξη συμμόρφωσης.[15] Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει η προαναφερθείσα ως άνω έκθεση του 2024, η κυβέρνηση του Καμερούν παρουσίασε αυξημένες προσπάθειες σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς, ενισχύοντας μεταξύ άλλων τις έρευνες και τις καταδίκες δραστών εμπορίας, προωθώντας τη διεθνή συνεργασία σε διασυνοριακές υποθέσεις και εκπονώντας νέο Εθνικό Σχέδιο Δράσης, το οποίο, κατά τον χρόνο σύνταξης της παρούσας έκθεσης, τελούσε υπό τελική έγκριση.[16] Ωστόσο, διαπιστώθηκαν σημαντικές ελλείψεις σε κρίσιμους τομείς.[17]
Παρόλο που υπάρχουν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την κατάσταση που επικαλείται η αιτήτρια αυτή δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η έλλειψη εσωτερικής συνοχής στους ισχυρισμούς της και η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και βιωματικών περιγραφών στην αφήγηση της είναι τέτοια που στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων της υπόθεσης, δεν επαρκεί για να δοθεί καθεστώς. Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, απαιτείται να συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό της. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της, εφόσον προέβη σε γενικές και αόριστες αναφορές κατά το αφήγημά της, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός στο σύνολό του.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στην αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σύμφωνα με την αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) με περίοδο αναφοράς μεταξύ 1 Ιανουαρίου και 31 Μαρτίου 2026, η ανθρωπιστική κατάσταση στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές παρέμεινε σοβαρή, λόγω των ένοπλων συγκρούσεων, της ανασφάλειας και της επιδείνωσης των συνθηκών προστασίας των αμάχων.[18] Οι συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSF) και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAG) συνεχίστηκαν στο μεγαλύτερο μέρος των διοικητικών περιφερειών.[19] Οι άμαχοι εκτίθεντο τακτικά σε βία, εκφοβισμό και μέτρα εξαναγκασμού που επιβάλλονταν από ένοπλους παράγοντες.[20] Οι συγκρούσεις προκάλεσαν μαζικό εκτοπισμό και εγκατάλειψη χωριών και οι πληγέντες είχαν περιορισμένη πρόσβαση σε βασικές ανάγκες και υπηρεσίες.[21]
Οι Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές αντιμετωπίζουν επίσης φυσικούς κινδύνους, κυρίως έντονες βροχοπτώσεις που συχνά προκαλούν κατολισθήσεις, και παρά το γεγονός ότι σχετικά μικρός αριθμός ανθρώπων επηρεάζονται από αυτές και οι επιπτώσεις είναι τοπικές, τα φαινόμενα αυτά δημιουργούν προκλήσεις σε τοπικές κοινότητες και στην πρόσβαση σε ανθρωπιστική βοήθεια.[22]
Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 6/07/2026), στη Νοτιοδυτική περιοχή, όπου ανήκει η πόλη Buea, τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καταγράφηκαν 1,237 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 806 θάνατοι.[23] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την πόλη Buea, σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026, ανέρχεται σε 139,418 κατοίκους.[24]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της αιτήτριας όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, παρατηρώ ότι αυτή είναι γυναίκα, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανή προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Η αιτήτρια δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα. Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων της αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς το αίτημα της αιτήτριας για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος της αιτήτριας, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Pelican, et al. Gender Dynamics in the Fight against Trafficking in Persons in Cameroon: Policy Brief Based on Workshop, Ministry of Justice, Yaoundé, 25.7.2024. University of Cologne, Global South Studies Center, 23 Οκτωβρίου 2024, https://socialinequalities.uni-koeln.de/sites/socialinequalities/Events/HumanTrafficking_PolicyBrief_Pelican-Kembo_2024.pdf, σελ. 1
[2] Pelican, et al. Gender Dynamics in the Fight against Trafficking in Persons in Cameroon: Policy Brief Based on Workshop, Ministry of Justice, Yaoundé, 25.7.2024. University of Cologne, Global South Studies Center, 23 Οκτωβρίου 2024, https://socialinequalities.uni-koeln.de/sites/socialinequalities/Events/HumanTrafficking_PolicyBrief_Pelican-Kembo_2024.pdf, σελ. 1, 2
[3] Pelican, et al. Gender Dynamics in the Fight against Trafficking in Persons in Cameroon: Policy Brief Based on Workshop, Ministry of Justice, Yaoundé, 25.7.2024. University of Cologne, Global South Studies Center, 23 Οκτωβρίου 2024, https://socialinequalities.uni-koeln.de/sites/socialinequalities/Events/HumanTrafficking_PolicyBrief_Pelican-Kembo_2024.pdf, σελ. 1, 2
[4] Pelican, et al. Gender Dynamics in the Fight against Trafficking in Persons in Cameroon: Policy Brief Based on Workshop, Ministry of Justice, Yaoundé, 25.7.2024. University of Cologne, Global South Studies Center, 23 Οκτωβρίου 2024, https://socialinequalities.uni-koeln.de/sites/socialinequalities/Events/HumanTrafficking_PolicyBrief_Pelican-Kembo_2024.pdf, σελ. 2, 2
[5] UNODC (United Nations Office on Drugs and Crime), Survival Stories, Survival Stories
[6] UNODC (United Nations Office on Drugs and Crime), Survival Stories, Survival Stories
[7] Crux, Human trafficking a rising problem in Cameroon, Catholic Church says, 13 Μαρτίου 2025, https://cruxnow.com/church-in-africa/2025/03/human-trafficking-a-rising-problem-in-cameroon-catholic-church-says
[8]LUKMEF Cameroon, About us, https://lukmef.org/about/
[9] Street Child Cameroon, About us, https://street-child.org/aboutus/
[10] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report No. 2, 24 Φεβρουαρίου 2021, Cameroon-Humanitarian-SitRep-February-2021.pdf
[11] People Trafficking in Cameroon (RECEPEDIS), 16 Οκτωβρίου 2024, διαθέσιμο σε: https://liluye.org/people-trafficking-in-cameroon-recepedis/
[12] People Trafficking in Cameroon (RECEPEDIS), 16 Οκτωβρίου 2024, διαθέσιμο σε: https://liluye.org/people-trafficking-in-cameroon-recepedis/
[13] IOM, Combatting Human Trafficking: Effective Awareness at Yaoundé and Douala International Airports, 17 Απριλίου 2024, https://www.iom.int/news/combatting-human-trafficking-effective-awareness-yaounde-and-douala-international-airports
[14] United States Department of State (USDOS), 2024 Trafficking in Persons Report: Cameroon, 24 Ιουνίου 2024, https://www.state.gov/reports/2024-trafficking-in-persons-report/cameroon/
[15] United States Department of State (USDOS), Report to Congress on 2024 Trafficking in Persons Interim Assessment Pursuant to the Trafficking Victims Protection Act, 6 Φεβρουαρίου 2024, https://www.state.gov/report-to-congress-on-2024-trafficking-in-persons-interim-assessment-pursuant-to-the-trafficking-victims-protection-act/
[16] United States Department of State (USDOS), 2024 Trafficking in Persons Report: Cameroon, 24 Ιουνίου 2024, https://www.state.gov/reports/2024-trafficking-in-persons-report/cameroon/
[17] United States Department of State (USDOS), 2024 Trafficking in Persons Report: Cameroon, 24 Ιουνίου 2024, https://www.state.gov/reports/2024-trafficking-in-persons-report/cameroon/
[18] Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA), Cameroon: North-West and South-West Situation Report No. 85, 1 January to 31 March 2026, 30 Απριλίου 2026, https://reliefweb.int/attachments/01cdfc1f-2a87-4b65-bb0c-89f6ae2bd1f2/NWSW%20SITREP%20-%20January%20to%20March%202026%20final.pdf, σελ. 2
[19] Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA), Cameroon: North-West and South-West Situation Report No. 85, 1 January to 31 March 2026, 30 Απριλίου 2026, https://reliefweb.int/attachments/01cdfc1f-2a87-4b65-bb0c-89f6ae2bd1f2/NWSW%20SITREP%20-%20January%20to%20March%202026%20final.pdf, σελ. 2
[20] Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA), Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.85, 1 January to 31 March 2026, 30 Απριλίου 2026, https://reliefweb.int/attachments/01cdfc1f-2a87-4b65-bb0c-89f6ae2bd1f2/NWSW%20SITREP%20-%20January%20to%20March%202026%20final.pdf, σελ. 2
[21] Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA), Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.85, 1 January to 31 March 2026, 30 Απριλίου 2026, https://reliefweb.int/attachments/01cdfc1f-2a87-4b65-bb0c-89f6ae2bd1f2/NWSW%20SITREP%20-%20January%20to%20March%202026%20final.pdf, σελ. 2
[22] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (OCHA), Cameroon Humanitarian Needs and Response Plan, Φεβρουάριος 2026, https://www.unocha.org/attachments/6dbff1e2-5ed0-4731-b7f5-85ab6cad3cd0/HNRP_2026_Template_EN_CMR_to_publish.pdf, σελ. 9
[23] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Cameroon, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer
[24] World Population Review, Cameroon – Buea, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο