H. A. B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4570/2024, 27/7/2026
print
Τίτλος:
H. A. B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4570/2024, 27/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση αρ.4570/2024

 

27 Ιουλίου 2026

[Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

H. A. B.

Αιτητή

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

 

Γεώργιος Βασιλόπουλος (κος) για Γεώργιος Βασιλόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή

Θ. Παπανικολάου (κα) για Αιγ. Κίτσιου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου, η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 11/10/2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2022 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος), (ΑΙΤΗΤΙΚΟ 1). Επίσης, αιτείται ομοίως την ακύρωση της απόφασης επιστροφής στη χώρα καταγωγής του (ΑΙΤΗΤΙΚΟ 2). Ταυτόχρονα αιτείται την έκδοση απόφασης από τον παρόν Δικαστήριο με την οποία να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας (ΑΙΤΗΤΙΚΟ 3).

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής κατάγεται από την Σομαλία. Εισήλθε παράνομα από τις κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 21/08/2024 και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας περί τις 26/08/2024. Στις 10/10/2024 διενεργήθηκε η συνέντευξη ουσίας του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 11/10/2024 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση Εισήγηση για απόρριψη της αίτησης προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία εγκρίθηκε αυθημερόν. Στις 12/11/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της, η οποία παρελήφθη και υπεγράφη από τον Αιτητή αυθημερόν.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, ο Aιτητής, ο οποίος τότε δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, δεν προέβαλε κανένα νομικό ισχυρισμό εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέροντας ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του καθότι λόγω των συγκρούσεων που υπάρχουν μεταξύ της Σομαλιλάνδης και της πολιτείας Khatumo ήθελαν να τον στρατολογήσουν για να πολεμήσει εναντίον της Σομαλιλάνδης. Κατόπιν διορισμού δικηγόρου στις 07/01/2025, ο συνήγορός του Αιτητή προέβη στην κατάθεση αίτησης τροποποίησης της προσφυγής στις 09/01/2025, η οποία εγκρίθηκε από το παρόν Δικαστήριο και επί της οποίας εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της προσφυγής στις 15/01/2025. Στις 23/01/2025 ο συνήγορος προχώρησε σε καταχώριση τροποποιημένης προσφυγής όπου περιλαμβάνονται πληθώρα λόγων ακύρωσης της επίδικης απόφασης, οι οποίοι δεν προωθούνται στην ολότητά τους κατά τη γραπτή του αγόρευση. Ακολούθως, ο Αιτητής διά του συνηγόρου προέβη στην κατάθεση της γραπτής του αγόρευσης, μέσω της οποίας προβάλει πλείονες νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Πιο συγκεκριμένα, ο Αιτητής προβάλει δια του συνηγόρου του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω πλάνης περί τα πράγματα, έλλειψης δέουσας έρευνας και απουσίας επαρκούς αιτιολογίας. Ως προς αυτό, ο συνήγορος του Αιτητή αναφέρει ότι ο αρμόδιος λειτουργός δεν γνώριζε τα πραγματικά γεγονότα προβαίνοντας σε υποθέσεις αυθαίρετα, ενώ θεωρεί πως δεν εξετάστηκε με ακρίβεια πότε στοιχειοθετείται η ύπαρξη αδιάκριτης βίας και παραπέμπει σε διαδικτυακούς υπερ-συνδέσμους που σχετίζονται με την κατάσταση ασφαλείας. Επίσης, ισχυρίζεται πως οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να εξετάσουν εάν ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Οι Καθ' ων η Αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας όπως προβλήθηκαν από τον συνήγορο του Αιτητή, οι Καθ' ων αρχικά υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τον Κανονισμό 7 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 λόγω μη εξειδίκευσης και αιτιολόγησης του εν λόγω λόγου ακύρωσης στο δικόγραφο της προσφυγής. Επιπροσθέτως, υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένοι νομικοί ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και αθεμελίωτοι, καθώς διενεργήθηκε πλήρης και επαρκής έρευνα και ότι ο Αιτητής εν προκειμένω δεν έχει τεκμηριώσει την κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή την ύπαρξη πλάνης στην κρίση των Καθ' ων. Ως προς την υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, οι Καθ' ων αντιτείνουν ότι δεν έχουν αναδειχθεί ατομικά χαρακτηριστικά που να αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ).

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Η αναγκαιότητα έγερσης των λόγων προσφυγής με ευκρίνεια και λεπτομέρεια είναι θεμελιώδους σημασίας διαφορετικά το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να τα εξετάσει αυτεπαγγέλτως, έστω και εάν έχουν εγερθεί με την αγόρευση.

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία.  Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως. 

«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ.  Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας.  Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009  ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και   Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:

Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως.  Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).

O συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγεί­ρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτρο­πής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:

«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύ­ρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγό­ρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σχετική είναι και  η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.

«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρό­τητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κά­ποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγό­μενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου. 

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».

Ως προς τους προωθούμενους λόγους προσφυγής είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής των λόγων προσφυγής. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει και την ουσιαστική ορθότητα της de novo και ex nunc. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελείς  χαρακτηρίζονται  οι λόγοι προσφυγής, οι οποίοι ακόμα και αν γίνουν δεκτοί δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

 Όπως επισημάνθηκε, αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγεται δε στην διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345).

Η γενική αυτή νομολογιακή αρχή θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω υπό το φως του ειδικού δικαίου που διέπει τη διαδικασία εξέτασης μίας αιτήσεως ασύλου και των αρχών που θεσπίζει τόσο η εθνική όσο και η ενωσιακή νομοθεσία. Συναφές εν προκειμένω είναι το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας των αιτητών ασύλου να τεκμηριώσουν με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή τους, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI:EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πλάνη, οι Καθ' ων αντιτάσσουν ότι η Υπηρεσία Ασύλου βασίστηκε σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναλύθηκαν και επεξηγήθηκαν από τον Αιτητή. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση εξέτασαν ουσιαστικά την αίτηση του Αιτητή και όλα όσα είχε θέσει ο Αιτητής με τους ισχυρισμούς του και στάθμισαν και αξιολόγησαν πλήρως τα ενώπιον τους δεδομένα και ουδέποτε ενήργησαν υπό πλάνη.

Έχει νομολογηθεί ότι δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η Διοίκηση σταθμίζει και αξιολογεί στοιχεία και γεγονότα όπως αυτά τίθενται ενώπιον της προς κρίση. Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.  Όταν η πλάνη του αρμόδιου οργάνου έγκειται στην λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου, τότε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου πάσχει διότι η πλάνη του αυτή οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και κατά συνέπεια με αυτό τον τρόπο συντρέχει πλάνη περί το Νόμο.

Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι  το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για ύπαρξη πλάνης το έχει ο Αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί νομικής και πραγματικής πλάνης ή ότι η απόφαση λήφθηκε υπό πεπλανημένα κριτήρια απορρίπτεται.

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα όσων ο Αιτητής  δήλωσε με την αίτησή του για διεθνή προστασία, κατά τη διάρκεια των  συνεντεύξεων  ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου  και όσων προβάλει με την παρούσα Προσφυγή.

Κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό, να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.

Κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή κατάγεται από τη περιοχή Las Anod, όπου βρίσκεται σε εξέλιξη πόλεμος και προσπάθησαν να τον στρατολογήσουν για να συμμετάσχει στον πόλεμο. Μη επιθυμώντας να στρατολογηθεί ο Αιτητής αναχώρησε από τη Σομαλία. (ερ. 1 του διοικητικού φακέλου).

Κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, εθνοτικής καταγωγής Dhulbahante και γεννήθηκε στη πόλη Burco, της επαρχίας Togdheer στη Somaliland, της Σομαλίας. Επιπλέον, έχει διαμείνει στην πόλη Budhodle και έπειτα περί το ένα έτος πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του διέμενε στην πόλη Las Anod της περιοχής Sool από τις 28/09/2023 έως τις 17/08/2024. Ως προς το θρήσκευμα του δήλωσε πως είναι Μουσουλμάνος. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έχει παρακολουθήσει για 5 έτη σχολείο για το Κοράνι και ομιλεί μόνο τη μητρική του γλώσσα, Σομαλί. Αναφορικά με το επάγγελμά του ανέφερε πως δεν έχει εργαστεί στη χώρα καταγωγής του, ενώ δεν εργάζεται ούτε στην Κυπριακή Δημοκρατία καθώς συντηρείται από κάποιο επίδομα που λαμβάνει από τις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος, ενώ έχει χάσει την επικοινωνία με τον πατέρα του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αντιθέτως, δήλωσε πως έχει καλή σχέση με τη μητέρα και τα πέντε αδέλφια, οι οποίοι διαμένουν στην πόλη Las Anod στην περιοχή Sool, ωστόσο συνομιλεί μόνο με τη μητέρα του επειδή τα αδέλφια του δεν έχουν κινητό. (ερ. 34 – 1Χ-2Χ, 32 – 11Χ-13Χ, 31 – 1Χ-13Χ, 30 – 1Χ-9Χ, 29 – 1Χ-12Χ και 28 – 1Χ-5Χ του διοικητικού φακέλου).

Αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής, κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής επανέλαβε τα όσα κατέγραψε στην αίτησή του. Συγκεκριμένα, ανέφερε πως οι στρατιώτες της πολιτείας Khatumo επιθυμούσαν να τον στρατολογήσουν και τον επισκέφθηκαν στην οικία του προς τούτο και ο ίδιος αρνήθηκε επειδή δεν ήτο κάτι το οποίο δεν επιθυμούσε καθώς ποτέ δεν είχε εμπλακεί σε κάτι σχετικό. Θεωρεί δε πως σε περίπτωση επιστροφής του θα κινδυνέψει η ζωή του εφόσον θα αρνηθεί την στρατολόγησή του. (ερ. 28 – 6Χ του διοικητικού φακέλου).

Στα πλαίσια των διευκρινιστικών ερωτήσεων ο Αιτητής ανέφερε πως στις 20/06/2024, εκπρόσωποι της πολιτείας Khatumo επισκέφθηκαν την οικία του Αιτητή για να ζητήσουν αγόρια από κάθε οικογένεια με σκοπό τη στρατολόγηση, καθώς υπήρχε προετοιμασία σύγκρουσης μεταξύ των Isaaq και της φυλής του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι όλες οι πόλεις ζητούσαν νέους στρατιώτες εκείνη την περίοδο και ότι ενημερώθηκε προσωπικά από την πολιτεία Khatumo πως ήθελαν να στρατολογηθεί και ο ίδιος. (ερ. 27 – 1Χ-4Χ του διοικητικού φακέλου). Κληθείς να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το προαναφερθέν περιστατικό, ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 20/06/2024 μέλη της πολιτείας Khatumo επισκέφθηκαν την οικία του όσο ο ίδιος βρισκόταν στην αγορά και ενημέρωσαν τη μητέρα του ότι ζητούσαν τον μεγαλύτερο γιο της, δηλαδή τον ίδιο, για στρατολόγηση. Η μητέρα του τον ενημέρωσε αργότερα σχετικά και επειδή δεν ήθελε να συμμετάσχει στις συγκρούσεις, έφυγε και πήγε στην οικία της γιαγιάς του σε αγροτική περιοχή της πόλης Buhodle, όπου παρέμεινε προσωρινά μέχρι να οργανώσει την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Στις 17/08/2024 επέστρεψε στην πόλη Las Anod και στη συνέχεια ταξίδεψε προς το Mogadishu, όπου έφτασε στις 19/08/2024. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν είχε αναφέρει νωρίτερα αυτές τις πληροφορίες, απάντησε ότι απλώς απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. (ερ. 27 – 5Χ-9Χ του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς σχετικά ο Αιτητής ανέφερε ότι μέλη της πολιτείας Khatumo επισκέφθηκε την οικία του μόνο μία φορά, στις 20/06/2024, όσο ο ίδιος βρισκόταν ακόμη στη χώρα, ενώ μετά την αναχώρησή του επέστρεψαν πολλές φορές. Για να προστατευτεί, κρυβόταν στο σπίτι της γιαγιάς του στην πόλη Buhodle από τις 20/06/2024 έως τις 17/08/2024. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα ή περιστατικό από εκείνους. (ερ. 27 – 10Χ-12Χ του διοικητικού φακέλου). Επίσης, ο Αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από την οικία της γιαγιάς του στο Buhodle επειδή επρόκειτο για μικρό αγροτικό χωριό και δεν μπορούσε να παραμείνει εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς η ζωή στο χωριό ήταν διαφορετική από την πόλη και παράλληλα φοβόταν μήπως κάποιος από την πολιτεία Khatumo τον εντόπιζε εκεί, καθώς η περιοχή ήταν υπό τον έλεγχό τους (ερ. 26 – 1Χ-2Χ του διοικητικού φακέλου). Ανέφερε ότι από τις 20/06/2024, όταν επισκέφθηκαν την οικία του, μέχρι τις 19/08/2024, όταν έφυγε από τη χώρα καταγωγής του, δεν του συνέβη κανένα περιστατικό και δεν στρατολογήθηκε τελικά ως στρατιώτης. Επιβεβαίωσε επίσης ότι παρέμεινε ασφαλής τόσο στη Las Anod όσο και στο Buhodle μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα τον Αύγουστο του 2024. (ερ. 26 – 3Χ-7Χ του διοικητικού φακέλου). Ο Αιτητής, ερωτηθείς σχετικά, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 19/08/2024 επειδή φοβόταν ότι θα εντοπιζόταν και θα στρατολογούνταν από τα μέλη της πολιτείας Khatumo, παρ’ όλο που δεν είχε υποστεί προσωπική βλάβη ούτε είχε ήδη στρατολογηθεί. Ανέφερε ότι αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος για τον οποίο αποφάσισε να αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής του τον Αύγουστο του 2024. (ερ. 26 – 8Χ-9Χ του διοικητικού οργανισμού). Ο Αιτητής δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του, φοβάται ότι η πολιτεία Khatumo θα τον εξαναγκάσει να γίνει στρατιώτης και ενδέχεται να τον σκοτώσει, θεωρώντας ντροπή για τη φυλή του το γεγονός ότι αρνήθηκε να πολεμήσει. Ανέφερε ότι θα μπορούσαν να τον εντοπίσουν επειδή στην πόλη του όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Εξήγησε επίσης ότι κατά τη διαφυγή του από την πόλη απέφυγε τους κανονικούς δρόμους και τα σημεία ελέγχου, ταξιδεύοντας μέσω αγροτικών περιοχών, ώστε να μην εντοπιστεί. (ερ. 26 – 10Χ-11Χ και 25 – 1Χ του διοικητικού φακέλου).

Σχετικά με το ενδεχόμενο μετεγκατάστασης του σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής ήταν αρνητικός αναφέροντας πως δεν μπορεί να διαμείνει σε άλλες περιοχές της χώρας, καθώς πολλές πόλεις και περιοχές κατοικούνται κυρίως από συγκεκριμένες φυλές. Ανέφερε επίσης ότι η μετάβασή του στο Mogadishu ήταν μόνο για σκοπούς ταξιδιού και ότι δεν παρέμεινε εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.(ερ. 25 – 2Χ-4Χ του διοικητικού κειμένου).

Ο πρώτος ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό λαμβάνοντας υπόψη τις διαθέσιμες πληροφορίες των εξωτερικών πηγών πληροφόρησης όπου διεξήγαγε έρευνα.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός που διέκρινε ο αρμόδιος λειτουργός αφορούσε το ότι οι στρατιώτες της πολιτείας Khatumo ήθελαν να τον στρατολογήσουν ως στρατιώτη για να πολεμήσει, αλλά εκείνος δεν ήθελε. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός αξιολόγησε ότι αυτός χαρακτηρίζεται από ασάφεια, ανεπάρκεια, έλλειψη πληροφοριών και αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, διακρίνονται τα κατωτέρω σημεία αναξιοπιστίας στην αφήγηση του Αιτητή:

Ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 20/06/2024 άτομα από την πολιτεία Khatumo πήγαν στην οικία του για να τον στρατολογήσουν ως στρατιώτη. Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε πώς γνώριζε ότι τον ήθελαν για στρατιώτη, δεν έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες, αναφέροντας μόνο ότι υπήρχε προετοιμασία για μάχη μεταξύ των Isaaq και της φυλής του και ότι υπήρχε γενική ανάγκη για νέους στρατιώτες. Κρίθηκε από τον λειτουργό ότι αναμενόταν να δώσει πιο συγκεκριμένες πληροφορίες για τον ισχυρισμό του. (ερ. 27 – 1Χ-2Χ του διοικητικού φακέλου).

Περαιτέρω ο Αιτητής ανέφερε ότι η πολιτεία Khatumo τον ενημέρωσε προσωπικά στις 20/06/2024 ότι τον ήθελε ως στρατιώτη, ωστόσο, όταν ερωτήθηκε γιατί επιλέχθηκε συγκεκριμένα ο ίδιος, δεν έδωσε επαρκή απάντηση, αναφέροντας μόνο ότι επισκέπτονταν κάθε οικία ζητώντας αγόρια από κάθε οικογένεια για στρατολόγηση. Κρίθηκε ότι αναμενόταν να παρέχει πιο συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες για τον λόγο που η πολιτεία Khatumo επιδίωκε να στρατολογήσει ειδικά εκείνον. (ερ. 27 – 3Χ-4Χ του διοικητικού φακέλου).

Επίσης, ο Αιτητής ανέφερε ότι, ενώ ο ίδιος ευρισκόταν στην αγορά κατ’ εκείνη την ημέρα, άτομα από την πολιτεία Khatumo επισκέφθηκαν την οικία του και ενημέρωσαν τη μητέρα του ότι χρειάζονταν τον μεγαλύτερο υιό της για στρατολόγηση, αναφερόμενοι σε εκείνον. Η μητέρα του τού μετέφερε αργότερα το μήνυμα και, επειδή ο ίδιος δεν ήθελε να γίνει στρατιώτης ή να συμμετάσχει σε μάχη, έφυγε και μετέβη στην οικία της γιαγιάς του στην αγροτική περιοχή της Buhodle. Ωστόσο, κρίθηκε ότι δεν εξήγησε επαρκώς με ποιον τρόπο ενημερώθηκε προσωπικά από την πολιτεία Khatumo ότι τον ήθελαν για στρατιώτη. (ερ. 27 – 5Χ-6Χ του διοικητικού φακέλου).

Κληθείς να εξηγήσει γιατί δεν ανέφερε εξαρχής ότι είχε μεταβεί στην οικία της γιαγιάς του στην περιοχή Buhodle, αλλά δήλωσε ότι τελευταίος τόπος διαμονής του πριν εγκαταλείψει τη χώρα ήταν η πόλη Las Anod, ο ίδιος ανέφερε ότι, μετά την προσπάθεια στρατολόγησής του, πήγε προσωρινά στην αγροτική περιοχή Buhodle μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες αναχώρησής του από τη χώρα και αργότερα επέστρεψε στη Las Anod πριν μεταβεί στο Μογκαντίσου. Ωστόσο, η εξήγησή του κρίθηκε μη ικανοποιητική και αναμενόταν να αιτιολογήσει με επαρκέστερο τρόπο γιατί παρέλειψε αρχικά να αναφέρει τη διαμονή του στην οικία της γιαγιάς του. (ερ. 29 – 2Χ, 4Χ, 28 – 6Χ και 27 – 7Χ του διοικητικού φακέλου).

Αν και δόθηκε στον Αιτητή η ευκαιρία να εξηγήσει γιατί δεν ανέφερε νωρίτερα συγκεκριμένες πληροφορίες, παρότι είχε τη δυνατότητα να το πράξει, δεν παρείχε επαρκή εξήγηση, δηλώνοντας μόνο ότι απάντησε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Η αδυναμία του να εξηγήσει την παράλειψη αυτή κρίθηκε ότι επηρεάζει την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του και τον πυρήνα του αιτήματός του. (ερ. 27 – 8Χ-9Χ του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς εάν η επίσκεψη της 20/06/2024 ήτο η μοναδική, ο Αιτητής το επιβεβαίωσε, ενώ μετά την αναχώρησή του πήγαν πολλές φορές ως ισχυρίστηκε. Όταν ερωτήθηκε τι έκανε για να προστατευθεί πριν αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι κρυβόταν στην οικία της γιαγιάς του στην Buhodle από τις 20/06/2024 έως τις 17/08/2024. Ωστόσο, κρίθηκε ότι δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες που έκανε ο ίδιος για την προστασία του πριν εγκαταλείψει τη χώρα. (ερ. 27 – 10Χ-11Χ του διοικητικού φακέλου).

Ο Αιτητής ερωτηθείς σχετικά δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην οικία της γιαγιάς του στην Buhodle δεν του συνέβη τίποτα από μελη της  πολιτείας Khatumo. Όταν ρωτήθηκε γιατί τότε επέστρεψε στη Las Anod, ανέφερε ότι η Buhodle ήταν μια μικρή αγροτική περιοχή όπου δεν μπορούσε να παραμείνει περισσότερο και ότι φοβόταν μήπως τον εντοπίσουν, δήλωση που κρίθηκε ανεπαρκής. (ερ. 27 – 12Χ και 26 – 1Χ του διοικητικού φακέλου).

Ακολούθως, ο Αιτητής κλήθηκε να σχολιάσει αντίφαση στις δηλώσεις του σχετικά με τον έλεγχο της περιοχής όπου διέμενε στη Las Anod, καθώς αρχικά ανέφερε ότι η περιοχή βρισκόταν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης της Somaliland, ενώ αργότερα δήλωσε ότι ελεγχόταν από την πολιτεία Khatumo. Σε απάντησή του στην εν λόγω αντίφαση, ανέφερε μη ικανοποιητικά και ασαφώς μόνο ότι η περιοχή Buhodle βρισκόταν υπό τον έλεγχο της πολιτείας Khatumo. (ερ. 29 – 10Χ-11Χ και 26 – 2Χ του διοικητικού φακέλου).

Επίσης, όταν ερωτήθηκε πώς κατάφερε να μεταβεί από τη Las Anod στο Μογκαντίσου για να ταξιδέψει, ανέφερε γενικά ότι ταξίδεψε με αυτοκίνητο, χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τη διαδρομή, δήλωσε ότι ενημερώθηκε στην Buhodle πως τα ταξιδιωτικά του έγγραφα ήταν έτοιμα, μετέβη οδικώς από την Buhodle στη Las Anod και στη συνέχεια μέσω άλλων πόλεων έφτασε στο Μογκαντίσου, περνώντας από πολλά σημεία ελέγχου, ωστόσο με την απάντησή του δεν εξήγησε επαρκώς και συγκεκριμένα πως τα κατάφερε να περάσει από τα σημεία ελέγχου αφού τον αναζητούσαν για να στρατολογηθεί. (ερ. 28 – 1Χ, 27 – 7Χ και 26 – 3Χ-4Χ του διοικητικού φακέλου).

Ο Αιτητής δήλωσε ότι από τις 20/06/2024 έως την αναχώρησή του στις 19/08/2024 δεν του συνέβη τίποτα, ότι δεν στρατολογήθηκε από την πολιτεία Khatumo και ότι έζησε με ασφάλεια σε Las Anod και Buhodle, αναφορές αντιφατικές με τον ισχυρισμό του ότι ευρισκόταν σε κίνδυνο λόγω της άρνησης του να στρατολογηθεί (ερ. 27 – 1Χ, 5Χ, 26 – 5Χ-7Χ του διοικητικού φακέλου). Ακόμη, ερωτήθηκε γιατί εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του συγκεκριμένα στις 19/08/2024, αφού είχε δηλώσει ότι δεν του συνέβη τίποτα και ότι δεν στρατολογήθηκε από την πολιτεία Khatumo, ο ίδιος απάντησε ότι, αν δεν κρυβόταν, θα τον έβρισκαν και θα τον στρατολογούσαν, χωρίς να δώσει περαιτέρω επαρκή εξήγηση, επαναλαμβάνοντας ότι αναχώρησε για αυτόν τον λόγο μη αιτιολογώντας έτσι με επάρκεια τον ισχυρισμό του περί αναχώρησης. (ερ. 27 – 8Χ και 26 – 5Χ-6Χ, 8Χ-9Χ του διοικητικού φακέλου).

Ο Αιτητής, επίσης, ανέφερε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του θα τον αναγκάσουν να γίνει στρατιώτης και θα τον σκοτώσουν, επειδή θεωρεί ότι θα τον στιγματίσουν ως ντροπή για τη φυλή του λόγω της άρνησης συμμετοχής του σε μάχη. Όταν ερωτήθηκε πώς θα πληροφορηθεί η πολιτεία Khatumo την επιστροφή του, απάντησε ότι όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, ενώ για το πώς κατάφερε να διαφύγει χωρίς να τον εντοπίσουν ανέφερε ότι ταξίδευε αποφεύγοντας τους κανονικούς δρόμους και τα σημεία ελέγχου. Οι απαντήσεις του κρίθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό μη επαρκείς και ασυνεπείς, ιδίως σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι δεν είχε προηγουμένως στρατολογηθεί ή αντιμετωπίσει προβλήματα. (ερ. 26 – 10Χ-11Χ, 25 – 1Χ του διοικητικού φακέλου).

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν θα μπορούσε να ζήσει σε άλλη περιοχή της χώρας, χωρίς να δώσει επαρκή εξήγηση. Συγκεκριμένα, όταν του επισημάνθηκε ότι είχε ήδη ζήσει στη Las Anod και για περίπου δύο μήνες στην Buhodle χωρίς να του συμβεί κάτι, ενώ είχε και δυνατότητα μετακίνησης προς το Μογκαντίσου, ο ίδιος απάντησε ότι δεν μπορεί να μείνει αλλού λόγω φυλετικών συνθηκών και ότι στο Μογκαντίσου πήγε μόνο για ταξίδι. Ο Αιτητής δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση προς τούτο, καθώς δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί δεν θα μπορούσε να διαμείνει σε άλλη περιοχή της Σομαλίας αλλά αρκέστηκε σε γενικές τοποθετήσεις. (ερ. 30 – 9Χ, 25 – 2Χ-3Χ, 26 – 5Χ-6Χ και 27 – 7Χ, 11Χ του διοικητικού φακέλου).

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε μέσω της έρευνάς του ότι υφίστανται περιστατικά ασφαλείας στην περιοχή όπου εμπλέκεται η πολιτεία Khamuto, ωστόσο οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν εναρμονίζονται με τα όσα ο ίδιος δήλωσε, αλλά και δεδομένου ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν ασυνεχείς, ασυνεπείς, αντιφατικές και χωρίς επαρκείς πληροφορίες ο ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

Εν συνεχεία ο αρμόδιος λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Ο λειτουργός εξέτασε την γενική επικρατούσα κατάσταση στη Σομαλία καθώς και τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, στη πόλη Las Anod, επαρχία Sool, στη Somaliland της Σομαλίας, επισημαίνοντας ότι η Al Shabab δεν ελέγχει την Somaliland, και ειδικά την περιοχή Sool, και δεν καταγράφονται επιθέσεις από την εν λόγω οργάνωση στη περιοχή, καθώς και ότι η περιοχή θεωρείται η πιο σταθερή και ασφαλής στη Σομαλία. Μάλιστα, παρέθεσε αριθμητικά στοιχεία των περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή. Ως εκ τούτων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παρά την ύπαρξη κάποιων περιστατικών ασφαλείας, η άσκηση βίας δεν φτάνει σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνει αποδεκτό πως υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται πως ο Αιτητής θα κινδυνέψει μόνο με την παρουσία του εκεί. Αναφορικά με τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν έχει αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δίωξη, είναι ενήλικο νεαρής ηλικίας άτομο, υγιής, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, μορφωμένο, με υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον τα μέλη της οικογένειάς του στη περιοχή καταγωγής. Εν κατακλείδι, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην επαρχία Sool, στη Somaliland, της Σομαλίας δεν υπάρχει εσωτερική ένοπλη σύρραξη ή αδιάκριτη άσκησης βίας και συνεπώς δεν υπάρχει κίνδυνος για τη σωματική του ακεραιότητα λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας.

 

Υπό το φως των ανωτέρω και προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε προσφυγικό καθεστώς, καθώς δεν θεμελιώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους στο άρθρο 1(Α)(2) της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων και στο άρθρο άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου [Ν.6(Ι)/2000].

Εξετάζοντας δε ενδεχόμενη υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, ήτοι το προσωπικό του προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου ότι:

 

(α) δεν θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) , του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

(β) δεν θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (β), του περί Προσφύγων Νόμου. σε περίπτωση που επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του και

 

(γ) συνεκτιμώντας τη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο τελευταίας διαμονής του, σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ του Αιτητή κρίθηκε δεν διατρέχει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας.

 

Ενόψει των ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επί τη βάσει του άρθρου 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018) και ενόψει τούτου να κρίνω αν ορθά το αρμόδιο όργανο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

 

Αρχικά, συντάσσομαι με τους Καθ' ων η Αίτηση ως προς τον τρόπο που σχημάτισαν τους ισχυρισμούς του Αιτητή.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψιν τις δηλώσεις του καθ' όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός του, παρατηρώ εκ προοιμίου ότι η γενική αξιοπιστία του δεν συνηγορεί στην υποστήριξη των ισχυρισμών του. Αφενός, κομβικά σημεία της αφήγησης του διέπονται από ανακολουθίες, αντιφάσεις και ασάφειες, αφετέρου οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται επαρκείς προς στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών του καθ’ότι οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονται από γενικότητα και εκλείπει το βιωματικό στοιχείο, ενώ δεν επιβεβαιώνονται από τις εξωτερικές πηγές κατ’ απόλυτο τρόπο. (βλ. ερ. 117 και 112 – 113 του διοικητικού φακέλου).

 

Προχωρώντας εξ' υπαρχής στην εξέταση της υπόθεσης και στην αξιολόγηση του πρώτου ισχυρισμού, συντάσσομαι με την αξιολόγηση και την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση και κρίνεται αποδεκτός.

 

Όσον αφορά στην αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του, συντάσσομαι με τους Καθ' ων η αίτηση, στο ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ορθά δεν έγινε αποδεκτός. Οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται ικανοποιητικές ενώ του δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσει στις διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού. Ειδικότερα όσον αφορά τον ισχυρισμό του περί προσπάθειας στρατολόγησής του από μέλη της πολιτείας Khatumo ώστε να συμμετάσχει σε εχθροπραξίες, συντάσσομαι με τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι αυτός δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του για του λόγους που ευκρινώς καταγράφονται στις σελίδες 8 – 13 της έκθεσης εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς και με την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού του (ερ.112 – 117 του διοικητικού φακέλου).

 

Περαιτέρω το Δικαστήριο αφού προέβη σε δική του έρευνα διαπιστώνεται πως υπάρχουν κάποιες εχθροπραξίες στην περιοχή, όπως και ο λειτουργός στην έκθεσή του κατέγραψε, (βλ. ερ. 112 – 113 του διοικητικού φακέλου), ωστόσο δεν είναι δυνατόν να ανευρεθούν πληροφορίες σε σχέση με τα περιστατικά που επικαλείται ο Αιτητής ένεκα του προσωπικού χαρακτήρα αυτών.

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία πάρα το ότι το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί για την αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή προέβη σε δική του έρευνα . Βάσει έκθεσης της E.U.A.A. αναφορικά με την κατάσταση στη Σομαλία γενικότερα χρονολογούμενη το 2025, η Al - Shabaab και ο  Εθνικός Στρατός της Σομαλίας (SNA), στρατολογούν άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ενίοτε με τη βία.[1] Σύμφωνα με έτερη έκθεση με ημερ. δημοσίευσης 04/04/2025 υπήρξαν καταγγελίες στη χώρα για στρατολόγηση ανήλικων αγοριών στον στρατό, την αστυνομία και τις πολιτοφυλακές. Οι πρεσβύτεροι των φυλών συχνά υποχρεώνονταν να παρέχουν νεαρούς άνδρες και συνήθως συνεργάζονταν, επειδή η άρνηση μπορούσε να έχει συνέπειες.

 

Δεν έχουν εντοπιστεί πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν τους  ισχυρισμούς του Αιτητή.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται η αξιοπιστία του Αιτητή αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό.

 

Αξιολογώντας το μελλοντικό κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στην πατρίδα του, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ο μόνος αποδεκτός ισχυρισμός του, ήτοι αυτός αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία καθώς και στοιχεία για τον τόπο καταγωγής και ειδικότερα συνήθους και τελευταίας διαμονής του (Law Anod, Sool Region, Somaliland στη Σομαλία). Λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του, κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής στον τόπο καταγωγής του, ο Αιτητής δεν θα κινδυνεύσει να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης και ως εκ τούτου δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο ώστε να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθεί σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Περί προσφύγων Νόμου.

 

Αρχικά, δεν επικαλέστηκε πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας στην χώρα καταγωγής του, δυνάμει του άρθρου 19(2), εδάφια (α) και (β), του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

Περαιτέρω, αναφορικά με το κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας το Άρθρο 15(γ) της Οδηγίας για αναγνώριση προσώπων ως δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου διαλαμβάνει πως «σοβαρή απειλή» σημαίνει η «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης

Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν τη διάταξη και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για να τύχει εφαρμογής η εν λόγω πρόνοια. Η ευρωπαϊκή οδηγία δεν παρέχει ορισμό του στοιχείου της «διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης», εντούτοις στην υπόθεση Aboubacar Diakite ν. Commissaire general aux refugies et aux apatrides, C-285/12 το ΔΕΕ ερμηνεύοντας την έννοια «ένοπλη σύρραξη» κατέληξε πως πρέπει να δοθεί μια ερμηνεία, αυτόνομη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, καθώς επίσης έθεσε ένα κατώτατο επίπεδο/όριο (low hreshold) ως προς το κατά πόσο μια «ένοπλη σύρραξη» λαμβάνει χώρα, αναφέροντας στη σκέψη 35:

«[.] το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/83 έχει την έννοια ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως πρέπει να γίνεται δεκτή, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, όταν οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή όταν δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της συρράξεως αυτής ως ένοπλης συρράξεως που δεν έχει διεθνή χαρακτήρα, υπό την έννοια του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και χωρίς η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργανώσεως των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων ή η διάρκεια της συρράξεως να αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς εκτιμήσεως σε σχέση με την εκτίμηση του βαθμού βίας που δεσπόζει στην οικεία επικράτεια.»

Περαιτέρω όμως, μια επιπλέον και καθοριστική προϋπόθεση για τη εφαρμογή του άρθρου 15 (γ) είναι η ύπαρξη «αδιάκριτης άσκησης βίας» αφού όπως αναφέρθηκε η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» αποτελεί μεν αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση όπως τονίζεται και στη δικαστική ανάλυση του EASO. Θα πρέπει συνεπώς να εκτιμάται τόσο η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης (διεθνούς ή εσωτερικής) όσο και ο βαθμός της βίας, αφού όπως επισημάνθηκε από το ΔΕΕ, στην απόφαση του στην Diakité (σκέψη 30):

«Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η ύπαρξη εσωτερικής ένοπλης συρράξεως μπορεί να συνεπάγεται την παροχή της επικουρικής προστασίας μόνο στο μέτρο που οι συγκρούσεις μεταξύ των τακτικών δυνάμεων ενός κράτους και ενός ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ενόπλων ομάδων θεωρούνται κατ' εξαίρεση ότι συνεπάγονται σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του αιτούντος την επικουρική προστασία, υπό την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γ), της οδηγίας 2004/83, διότι ο βαθμός της αδιάκριτης ασκήσεως βίας που τις χαρακτηρίζει είναι τόσο μεγάλος ώστε υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί την εν λόγω απειλή (βλέπε, υπό την έννοια αυτή, Elgafaji, σκέψη 43).»

Σε σχέση με τον ορισμό της «αδιάκριτης άσκησης βίας» στην απόφαση του ΔΕΕ που εκδόθηκε στην υπόθεση Elgafaji αποφάνθηκε ότι ο όρος «αδιάκριτη» σημαίνει ότι η βία «μπορεί να επεκταθεί σε άτομα ανεξαρτήτως των προσωπικών περιστάσεών τους». Το ΔΕΕ έχει επισημάνει ότι απαιτείται η ύπαρξη «εξαιρετικής κατάστασης» για την εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο γ) στους αμάχους εν γένει.

Στη σκέψη 35 της απόφασης Elgafaji, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι για να ισχύει κάτι τέτοιο:

«[.] ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη . [πρέπει να] είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας.»

Στη σκέψη 39 το ΔΕΕ τόνισε την ίδια στιγμή πως θα:

"[.] πρέπει να διευκρινισθεί ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.»

Παραδείγματα πράξεων αδιακρίτως ασκούμενης βίας μπορεί να είναι τα εξής: μαζικές στοχευμένες βομβιστικές επιθέσεις, αεροπορικοί βομβαρδισμοί, επιθέσεις ανταρτών, παράπλευρες απώλειες σε άμεσες ή τυχαίες επιθέσεις σε περιοχές πόλεων, πολιορκία, καμένη γη, ελεύθεροι σκοπευτές, τάγματα θανάτου, επιθέσεις σε δημόσιους χώρους, λεηλασίες, χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών κ.λπ.

Με βάση και τις σκέψεις 35, 39 και 43 του ΔΕΕ, στην υπόθεση Elgafaji, η EASO αναφέρει πως εκεί όπου υφίσταται «αδιάκριτη άσκηση βίας» μπορεί να γίνει η ακόλουθη διαφοροποίηση σε δύο κατηγορίες ως προς το βαθμό της:

1. Εδάφη όπου ο βαθμός βίας φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας

2. Εδάφη όπου λαμβάνει χώρα αδιάκριτη άσκηση βίας, εντούτοις δεν φθάνει σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, και σε σχέση με την οποία περαιτέρω ατομικά χαρακτηριστικά θα πρέπει να αποδειχθούν

Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία θα πρέπει να αναφερθεί ότι βάσει του άρθρου 15 στοιχείο γ), ένα πρόσωπο που διατρέχει γενικό κίνδυνο δεν αποκλείεται να διατρέχει και ειδικό κίνδυνο, και το αντίστροφο. Πράγματι, το ΔΕΕ διατύπωσε την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» ('sliding scale'), σύμφωνα με την οποία:

«όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας (Elgafaji, σκέψη 39· Diakité, σκέψη 31).»

Όπως αναφέρεται και στη σχετική δικαστική ανάλυση του EASO για το Άρθρο 15 στοιχείο γ) εν σχέση με τις ενδείξεις αδιάκριτης άσκησης βίας θα πρέπει να εξετάζεται από τα δικαστήρια τι προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία. Τα «κριτήρια Sufi και Elmi» βάσει της απόφασης του ΕΔΔΑ είναι (χωρίς να αποτελούν εξαντλητικό κατάλογο):

·         οι αντιμαχόμενες πλευρές και η αντίστοιχη στρατιωτική τους ισχύς

·         οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι και τακτικές πολέμου (κίνδυνος θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού)

·         το είδος των χρησιμοποιούμενων όπλων

·         η γεωγραφική έκταση των μαχών (τοπικές ή εκτεταμένες)·

·         ο αριθμός νεκρών, τραυματιών και εκτοπισμένων αμάχων ως αποτέλεσμα των μαχών.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προέβη εκ νέου σε έρευνα αναφορικά με την πατρίδα και ειδικότερα με τους τόπους διαμονής του Αιτητή. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 15 (γ) του κατά πόσον υφίσταται ένοπλη σύρραξη στη Σομαλία και την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή, αναφέρονται τα κατωτέρω:

Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή, και συγκεκριμένα στην επαρχία Togdheer, πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο αναφέρει ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 21ης Μαρτίου 2025, το ACLED κατέγραψε 21 περιστατικά ασφάλειας στην περιοχή Togdheer (χωρίς την περιφέρεια Buhodle), συμπεριλαμβανομένων μαχών και βίας κατά αμάχων, που προκάλεσαν 17 θανάτους. Σε επίπεδο περιφέρειας, το Burao κατέγραψε τα περισσότερα περιστατικά ασφάλειας (13 περιστατικά), ακολουθούμενο από την περιφέρεια Owdweyne (8 περιστατικά). Αναφορικά με τον σχετικό με τις συγκρούσεις πληθυσμιακό εκτοπισμό, η ίδια πηγή αναφέρει ότι, μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 16ης Μαρτίου 2025, 7 712 άτομα εκτοπίστηκαν εκ νέου από την περιοχή Togdheer (χωρίς την περιφέρεια Buhodle) λόγω σύγκρουσης ή ανασφάλειας, σύμφωνα με το UNHCR PRMN. Από αυτή την ομάδα, 7 518 άτομα εκτοπίστηκαν εντός της ίδιας διοικητικής περιοχής (χωρίς την Buhodle), και από αυτά τα 7 008 άτομα εκτοπίστηκαν εντός του Burao. Αναφορικά με τις επιπτώσεις στη ζωή αμάχων, η ανωτέρω πηγή επισημαίνει ότι, καταγράφηκαν έξι περιστατικά παρεμπόδισης ανθρωπιστικής πρόσβασης στην περιοχή Togdheer (συμπεριλαμβανομένης της περιφέρειας Buhodle) κατά την περίοδο από τον Απρίλιο έως τον Δεκέμβριο του 2023, και άλλα έξι το 2024. Για παράδειγμα, την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2024, η περιοχή «βίωσε σημαντικές λεηλασίες επισιτιστικής βοήθειας, γεγονός που οδήγησε στην αναστολή μιας επιχείρησης υπό την ηγεσία του ΟΗΕ σε περιοχές που διοικούνται από το SSC-Khaatumo».[2]

 

Στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι διαπιστώνεται πως η ορθή ονομασία του τελευταίου τόπου διαμονής του Αιτητή είναι και Laascanood, αλλά και Las Anod, όπως καταγράφεται στον διοικητικό φάκελο. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο ένα έτος περίπου, σημειώθηκαν 20 περιστατικά στην περιοχή Sool, όπου ανήκει η πόλη Laascanood ή Las Anod, τα οποία οδήγησαν σε 13 ανθρώπινες απώλειες.[3] Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι o πληθυσμός της περιοχής Sool σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση (2026) ανέρχεται στα 877.835.[4]

 

Εν προκειμένω, πρόκειται για έναν Αιτητή νέο σε ηλικία, υγιή, είναι ικανό να εργαστεί, ο οποίος διαθέτει υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο και το κυριότερο είναι σε θέση να αντιληφθεί την επέλευση του κινδύνου και να προφυλαχθεί δεόντως. Για τους λόγους αυτούς φρονώ ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τα στοιχεία που θα επέτειναν τον κίνδυνό του.

Συνεπώς και με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Κρίνω ότι με σαφήνεια καταδεικνύεται και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν τις υπό του Περί Προσφύγων Νόμου (άρθρα 3-3Δ) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, αναγκαίες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του εν λόγω Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα. Ο Αιτητής δεν στοιχειοθέτησε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως αυτοί οι λόγοι εξαντλητικά προνοούνται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επίσης, δεν δύναται να του αποδοθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου άρθρο 19(1) του προαναφερθέντος πάνω Νόμου, καθότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη με την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2) του ιδίου Νόμου.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1.500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.

 

 

 

Βούλα Κουρουζίδου – Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] E.U.A.A. (European Union Agency for Asylum), “Country focus: Somalia”, May 2025, p. 18 – 22, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Country_Focus.pdf (assessed on 27/05/2026)

[2] EUAA – European Union Agency for Asylum, Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, σελ. 143-144, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (assessed on 19/05/2026)

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Region: Sool, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, (last updated on 08/05/2026) διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (assessed on 20/05/2026)

 

[4] World Population Review, Somalia: Sool, https://worldpopulationreview.com/cities/somalia/sool (assessed on 20/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο