ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.4647/23
2 Ιουλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ. Ρ. Ν.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Ε. Μυριάνθους, Δικηγόρος για Αιτητή
Κα Λ. Γιάγκου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 17/11/23 δι’ επιστολής ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 28/09/19 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 03/10/19 (ερ.1-3, 51).
Στις 02/10/23 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.34-51). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 31/10/23 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.85-102).
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 17/11/23 στην μητρική του γλώσσα (ερ.103, 3).
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής εξαιτίας της «πολιτικής κρίσης», καθώς ήταν μεταξύ των δασκάλων που συμμετείχαν σε διαμαρτυρία στο νοτιοδυτικό Καμερούν κατά των χαμηλών μισθών, των κακών συνθηκών εργασίας και της περιθωριοποίησης των αγγλόφωνων δασκάλων και «όταν ξέσπασε ο πόλεμος» η κυβέρνηση κατηγόρησε τους αγγλόφωνους δασκάλους ότι ευθύνονται για τον πόλεμο και ο στρατός τους αναζητούσε. Πολλοί από τους συναδέλφους του αιτητή, ως αναφέρει, «είχαν συλληφθεί, κρατηθεί, απαχθεί και κάποιοι είχαν ακόμη σκοτωθεί», όταν δε ο ίδιος έμαθε γι’ αυτά διέφυγε προς δασώδεις περιοχές, όπου έμεινε για 3 μήνες, και όταν αυτός επέστρεψε στο χωριό του, οι αποσχιστές έψαχναν δασκάλους για να τους απαγάγουν με σκοπό να ζητήσουν λύτρα. Τότε ο αιτητής κατέφυγε στις γαλλόφωνες περιοχές, μετά από μερικές εβδομάδες ο στρατός εισέβαλε το χωριό του για να αναζητήσει αυτόν και άλλους συναδέλφους του και έκαψαν τα σπίτια τους, περιλαμβανομένων και των πιστοποιητικών και βεβαιώσεων του αιτητή και έτσι ήρθε στην Κύπρο για «ασφάλεια και προστασία και [εύχεται και προσεύχεται] αυτή η υπέροχη χώρα να [του] δώσει προστασία».
Κατά τη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στο Ekombe (SW), διέμενε για 18 χρόνια στην Kumba (SW), όπου ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση του και το «κολλέγιο δασκάλων» και τους τελευταίους 3 μήνες στο Mutengene (SW), είναι άγαμος, άτεκνος, η μητέρα του ζει σε δασώδεις περιοχές (bush) κοντά στο Ekombe, ο δε πατέρας του έχει αποβιώσει το 2018, αφού – ως ανέφερε– μετά που ο στρατός εισέβαλε στο χωριό του, το 2019, «μετά που [διέφυγαν] (σ.σ. οι δάσκαλοι τους οποίους αναζητούσαν) έκαψαν όλο το χωριό […] ο πατέρας [του αιτητή] είχε υψηλή (αρτηριακή) πίεση και το περιστατικό αυτό του προκάλεσε τον θάνατο λόγω του σοκ που υπέστη», ο ίδιος έχει 2 αδελφούς και 3 αδελφές, οι οποίοι διαμένουν με την μητέρα του στο δάσος, με τους οποίους ο ίδιος είχε τελευταία επικοινωνία το 2021.
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να φύγει από το Καμερούν ο αιτητής δήλωσε ότι στη χώρα του ήταν συμβασιούχος δάσκαλος, στις 02/09/16 οι δάσκαλοι και δικηγόροι συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες κατά της περιθωριοποίησης και των χαμηλών μισθών και η κυβέρνηση έκανε χρήση βίας προς τους αγγλόφωνους καθηγητές, αφού τους θεωρούσε πολίτες δεύτερης κατηγορίας, ως ανέφερε, ο ίδιος συνελήφθη, ωστόσο - με τη συνδρομή δικηγόρου - αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση. Τον Οκτώβριο 2017 ο αιτητής ήταν μεταξύ εκπαιδευτικών που απήχθησαν στο χωριό Ekombe από αυτονομιστές μαχητές, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα/κρησφύγετα (hideout camps), κρατήθηκαν για 4 μέρες σε άσχημες συνθήκες, αφού τους χτύπησαν, τους κακομεταχειρίστηκαν και τους απείλησαν να σταματήσουν να διδάσκουν. Με τη βοήθεια του δικηγόρου του αλλά και της οικογένειάς του, μετά από καταβολή λύτρων, ο αιτητής αφέθηκε ελεύθερος. Τότε ο στρατός διεξήγαγε ελέγχους στα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς που δεν ήταν παρόντες στις τάξεις και ο αιτητής κλητεύθηκε στο αρχηγείο στην Boya και του ζητήθηκε να επιστρέψει στα σχολεία και στην εκπαίδευση. Αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση και επέστρεψε στο χωριό Ekombe.
Το 2018 ο αιτητης όταν απείχε από τις κοινές εισαγωγικές εξετάσεις («Common Entrance Examination») ξανακλήθηκε από το αρχηγείο στην Boya, και τότε ο δικηγόρος του τον συμβούλεψε να κρυφτεί γιατί, ως του ανέφερε, είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Όταν ο στρατός εισέβαλε στο χωριό του (Ekombe) δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν και έκαψαν το πατρικό του σπίτι, με αποτέλεσμα ο πατέρας του να αποβιώσει. Ο αιτητής ακολούθως μετακόμισε στο Mutengene και συνέχισε να διδάσκει σε ιδιωτικό σχολείο. Τον Οκτώβριο 2018, όταν επέστρεψε στο σπίτι του, βρήκε ένα απειλητικό μήνυμα από τους αυτονομιστές μαχητές, οι οποίοι, ως ανέφερε, δεν ήθελαν να «επιστρέψει στα μαθήματα» και τότε ο δικηγόρος του τον συμβούλευσε να μετακομίσει στη Νιγηρία, στο χωριό, Ikom, το οποίο και έπραξε ο αιτητής, ενόσω δε βρισκόταν στη Νιγηρία, η κυβέρνηση κατέστειλε τους διαδηλωτές, περιλαμβανομένου του «ενδιάμεσου προέδρου του Νότιου Καμερούν», τα οποία «προκάλεσαν πανικό και φόβο σε πολλούς γιατί η περιοχή δεν ήταν ασφαλής» και τότε ο αιτητής, με τη βοήθεια του δικηγόρου του και ενός πράκτορα, εγκατέλειψε τη χώρα, «γιατί [ήταν] καταζητούμενος».
Ερωτηθείς τι είναι αυτό που φοβάται σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα ο αιτητής ανέφερε ότι εκκρεμούν εναντίον του εντάλματα σύλληψης από το 2017/2018, «τα οποία είναι ακόμη ενεργά» και φοβάται «τις δύο πλευρές, τους αποσχιστές και την κυβέρνηση», αφού το χωριό του κάηκε, η μητέρα του και τα αδέρφια του ζουν στο δάσος και ο λόγος που εγκατέλειψε το Καμερούν τη συγκεκριμένη στιγμή, ως ανέφερε, ότι ήταν εξαιτίας του ότι «[ήταν] και [εξακολουθεί] να [είναι] καταζητούμενο πρόσωπο από την κυβέρνηση».
Σε σειρά ερωτημάτων αναφορικά με την εργασία του ως δάσκαλος, την εκπαίδευσή του και σχετικά με τα προσόντα που κατείχε την θέση του συμβασιούχου δασκάλου ο αιτητής ανέφερε ότι εργαζόταν ως δάσκαλος στην 1η τάξη από το 2015 μέχρι 2016, ήθελε να είναι δάσκαλος γιατί αγαπά να μεταδίδει γνώση και για να προσληφθεί πέρασε εξετάσεις και ενός χρόνου εκπαίδευση στη θεωρεία και πρακτική. Ακολούθως, ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι, μετά την εκπαίδευση, για να διδάξει κάποιος, θα πρέπει να λάβει πιστοποιητικό ολοκλήρωσης της εκπαίδευσης του.
Σχετικά με τη διαδήλωση στις 02/09/16, όπου συμμετείχε, ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν μια ειρηνική διαμαρτυρία από εκπαιδευτικούς και δικηγόρους που έγινε στο νοτιοδυτικό και βορειοδυτικό Καμερούν. Ο λόγος που, ως ανέφερε, συμμετείχε στη διαμαρτυρία ήταν η περιθωριοποίηση που υφίστανται οι εκπαιδευτικοί. Αναφορικά με την σύλληψή του την μέρα της διαμαρτυρίας (02/09/16) ο αιτητής ανέφερε ότι η αντίδραση της κυβέρνησης με τη χρήση βίας ήταν έκπληξη, καθότι η διαμαρτυρία ήταν ειρηνική, η σύλληψη του έγινε στο χωριό Ekombe και η κατηγορία για την οποία τον συνέλαβαν ήταν γιατί προκάλεσαν βία αφού διατάραξαν τη δημόσια τάξη, τους αποκάλεσαν τρομοκράτες και τον συνέλαβε η εθνική χωροφυλακή της Kumba. Ζητήθηκε από τον αιτητή να περιγράψει τα πρόσωπα που τον συνέλαβαν και ανέφερε ότι φορούσαν μάσκες, δεν ήταν από το χωριό του και ότι μιλούσαν την γαλλική γλώσσα, την οποία δεν γνωρίζει. Καλούμενος να περιγράψει τις συνθήκες κράτησής ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν άσχημες, καθώς, ως ανέφερε, βρίσκονταν σε μικρό σκοτεινό δωμάτιο 22 άτομα.
Αναφορικά με την απαγωγή του στο χωριό Ekombe από Ambazonians τον Οκτώβριο του 2017 ο αιτητής διευκρίνισε ότι οι μαχητές απαγόρευσαν την λειτουργία των σχολείων σε συγκεκριμένα μέρη της χώρας. Κληθείς να περιγράψει την μέρα που απήχθη από τους Ambazonians ο αιτητής ανέφερε ότι βρισκόταν στην τάξη και έκαναν τις συνηθισμένες σχολικές δραστηριότητες, εισήλθαν οι αποσχιστές στο σχολείο και τους οδήγησαν στο δάσος. Καλούμενος να περιγράψει τους απαγωγείς του ο αιτητής ανέφερε ότι φορούσαν μάσκες και κρατούσαν όπλα και ότι αφέθηκε ελεύθερος μετά από διαπραγματεύσεις από μέρους του δικηγόρου του και την καταβολή λύτρων από την οικογένειά του.
Κληθείς να αναφέρει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την κλήση που έλαβε το 2017 ο αιτητής ανέφερε ότι την έλαβε από τον δικηγόρο του, ωστόσο δεν παρουσιάστηκε, γιατί ήταν σίγουρος ότι θα τον συλλάβουν.
Αναφορικά με την κλήση που έλαβε το 2018 ο αιτητής ανέφερε ότι αυτή αφορούσε την μη συμμετοχή του στις εξετάσεις «Common Entrance Examination» και ο δικηγόρος του τον συμβούλευσε να κρυφτεί, γιατί εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης και πρόσθεσε ότι εκκρεμούν 3 εντάλματα σύλληψης εναντίον του, ένα για την διαμαρτυρία, ένα για την άρνησή του στη συνέχιση της εκπαίδευσης και ένα γιατί δεν συμμετείχε στις εξετάσεις.
Σχετικά με την επιδρομή του στρατού και τον εμπρησμό του σπιτιού του ο αιτητής ανέφερε ότι ο στρατός έψαχνε τους πολίτες που συμμετείχαν σε διαμαρτυρίες και όταν δεν τους εντόπιζαν έκαιγαν την περιουσίας τους και ο ίδιος ήταν στόχος εξαιτίας των ανωτέρω. Ο ίδιος δεν βρισκόταν στο χωριό του όταν εισέβαλε ο στρατός, καθότι βρισκόταν κρυμμένος στο δάσος, τοποθετώντας χρονικά το περιστατικό τον Ιανουάριο 2018.
Ως προς το πως κατόρθωσε να εγκαταλείψει τη χώρα παρά το ότι είναι καταζητούμενος από τις Αρχές ο αιτητής ανέφερε ότι το έπραξε με τη βοήθεια του δικηγόρου του και των γνωριμιών που είχε. Αναφερόμενος στην κατάσταση που επικρατεί στο Ekombe ο αιτητής δήλωσε ότι δεν είναι καλή και οι πολίτες στην κοινότητά του από την μια αντιμετωπίζουν τους αποσχιστές και από την άλλη την κυβέρνηση και εξαιτίας τούτου οι πιο πολλοί είναι αναγκασμένοι να ζουν στο δάσος (bush). Τέλος, ερωτώμενος σχετικά, ο αιτητής δήλωσε ότι δεν έχει κάποιο ασφαλές μέρος όπου θα μπορούσε να επιστρέψει, δεδομένων και των ενταλμάτων που εκκρεμούν εναντίον του.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι ήταν δάσκαλος στο Ekombe Bonji
3. Ισχυρίστηκε ότι απήχθη από τους Ambazonians εξαιτίας του ότι ήταν δάσκαλος
4. Ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη από την Εθνική Χωροφυλακή στις 02/09/16 αλλά και μετέπειτα και είναι σήμερα καταζητούμενος από τις Αρχές του Καμερούν
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό απέρριψαν όμως τον 2ο, 3ο και 4ο των ως άνω ισχυρισμών, καθώς κρίθηκε ότι στερούνταν συνοχής και αξιοπιστίας.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι παρότι ο αιτητής παρείχε, εν μέρει, συγκεκριμένες πληροφορίες, όταν κλήθηκε να αναπτύξει περαιτέρω σημαντικά ζητήματα για την ιδιότητά του ως δάσκαλος, παρέθεσε μη λεπτομερείς και αόριστες πληροφορίες, αφού – ως περαιτέρω κρίθηκε - δεν ήταν συνεπής/λεπτομερής ως προς την εκπαίδευση που έλαβε για να είναι δάσκαλος, ούτε να αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα για το πρακτικό μέρος της εκπαίδευσης που ακολούθησε, εκ των οποίων ήταν κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς. Αναζητώντας πληροφορίες (ΠΧΚ) αναφορικά με τα προσόντα προσώπου οι καθ’ ων η αίτηση – ως καταγράφουν στην επίδικη έκθεση – εντόπισαν ότι υπάρχει ειδική και συγκεκριμένη εκπαίδευση και διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να διδάξει κάποιος, την οποία παραθέτουν, για να καταλήξουν ότι, δεδομένης της έλλειψης συνοχής που εντοπίστηκε στα λεγόμενα του αιτητή επί τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός και συνεπώς απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Σχετικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες και οι δηλώσεις του δεν ήταν συγκεκριμένες και συνεπείς, αφού δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με συνέπεια το περιστατικό της απαγωγής του και τα όσα ανέφερε επί τούτου ήταν γενικά, καθότι – ως κρίθηκε - αρκέστηκε να αναφέρει ότι οι Ambazonians εισήλθαν στο σχολείο και αποφάσισαν να απαγορεύσουν τη λειτουργία των σχολείων και ότι αυτοί ευθύνονται για την απαγόρευση και, παρότι του δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρει συγκεκριμένα για τη δική του απαγωγή, οι δηλώσεις του παρέμειναν γενικές και μη λεπτομερείς. Ακόμα αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να εισφέρει πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα τα οποία τον απήγαγαν, αφού ως ανέφερε ο αιτητής τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα με μάσκες, παρότι έδειξε σιγουριά ότι αυτά ήταν μαχητές, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει γιατί το πιστεύει αυτό. Επίσης ο αιτητής, ως κρίθηκε, δεν ήταν σε θέση να εκφράσει τα συναισθήματά του σχετικά με το περιστατικό της απαγωγής του. Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας του 3ου ισχυρισμού εντοπίστηκαν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν απαγωγές και καταχρήσεις και από τις Αρχές αλλά και από ομάδες αποσχιστών, τα οποία, ως καταγράφουν οι καθ’ ων η αίτηση – συνάδουν με μερικά από τα λεγόμενα του αιτητή, όμως, δεδομένων των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή των όσων ανέφερε, ο 3ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Αναφορικά με τον ως άνω 4ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει λεπτομερώς τα πρόσωπα που τον συνέλαβαν καθότι, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα με μάσκες, και δεν μπόρεσε με συνέπεια να αναφέρει τον λόγο που τον συνέλαβαν, αναφέροντας σχετικώς μόνο ότι ήταν ειρηνικές διαμαρτυρίες στις οποίες οι Αρχές χρησιμοποίησαν βία, καθότι δεν άφηναν τους πολίτες να ασκήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα, χωρίς να μπορέσει να παρέχει μια συνεκτική και πλήρη περιγραφή του περιστατικού που ανέφερε και – ομοίως – υπήρξε γενικώς και μη λεπτομερής σχετικά με τις συνθήκες της κράτησής του, όπου και, ερωτώμενος σχετικά, αποκρίθηκε μονολεκτικά ότι ήταν «φρικτές» («it was horrible»). Περαιτέρω αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι, σε σχετικές ερωτήσεις, δεν ήταν σε θέση να παρέχει λεπτομέρειες σχετικά με τη δήλωση του ότι καταζητείται ακόμα, δεδομένου ότι δεν κατάφερε να περιγράψει με εύλογη λεπτομέρεια το πως κατόρθωσε να φύγει από το Καμερούν ενόσω καταζητούνταν και, όταν κλήθηκε να εξηγήσει περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν ήταν ο ίδιος που διευθέτησε τα απαραίτητα γι’ αυτό, αλλά ήταν ο δικηγόρος του.
Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία αξιολογήθηκαν τα έγγραφα, που είχε προσκομίσει ο αιτητής. Επί του ερ.25 (αντίγραφο φερόμενου εντάλματος σύλληψης, εκδοθέν από The State Counsel Buea) και ερ.26 (αντίγραφο φερόμενου εντάλματος έρευνας, εκδοθέν από General Police of Buea), κρίθηκε ότι, παρότι ο αιτητής εδώ παρείχε πληροφορίες για το περιεχόμενο τους, εντούτοις η γνησιότητα τους δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί και συνεπώς εγείρονται «σημαντικοί προβληματισμοί για την αξιοπιστία και ακρίβεια του[ς]». Επί των ερ.29-31 (αντίγραφο δήλωσης από τον δικηγόρο του αιτητή) κρίθηκε ότι «αμφισβητείται η αυθεντικότητα λόγω της λανθασμένης καταγραφής του ονόματος του αιτητή». Επί των ερ.27-28 (μαυρόασπρες εκτυπώσεις φωτογραφιών που απεικονίζουν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, τον αιτητή να διδάσκει σε τάξη) κρίθηκε ότι η ταυτότητα του προσώπου που απεικονίζεται, ο τόπος και χρόνος που αυτές τραβήχτηκαν δεν μπορεί να διαπιστωθεί και γι’ αυτό «δεν θεωρούνται θετικά ευρήματα αξιοπιστίας».
Προχωρώντας σε εξέταση του εν λόγω ισχυρισμού επί της εξωτερικής συνοχής του οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν ότι εντοπίστηκαν πληροφορίες (ΠΧΚ) που κάνουν λόγο για αυθαίρετες συλλήψεις, βασανισμούς και δολοφονίες ατόμων από τις Αρχές αλλά και πλήθος άλλων σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες συνάδουν με τα λεγόμενα του αιτητή, εντούτοις, εξαιτίας της έλλειψης εσωτερικής συνοχής, ο 4ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, και επί τη βάσει του ισχυρισμού που έχει γίνει αποδεκτός, ήτοι ότι του προφίλ του, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Ekombe Bonji / Southwest), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι, δεδομένου του ότι ο αιτητής είναι νεαρός, υγιής και έχει επαρκή μόρφωση, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή.
Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Στα πλαίσια της προσφυγής καταγράφονται νομικά σημεία, ως γενικές αναφορές σε πλημμέλειες στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, χωρίς να εξειδικεύεται που εντοπίζονται και τι αφορούν αυτές οι πλημμέλειες.
Στα πλαίσια της αγόρευσης του η ευπαίδευτη συνήγορος του, μετά από αναφορές στην οικεία νομοθεσία, βιβλιογραφία και νομολογία και κατόπιν παράθεσης των όσων ο αιτητής ανέφερε, αναφέρει ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα, δεν αξιολογήθηκε ορθά το αφήγημα του, δεν εφαρμόστηκαν οι αρχές αξιολόγησης αξιοπιστίας και δεν έγινε εξατομικευμένη εδώ εξέταση των όσων ανέφερε, με αποτέλεσμα, ως εισηγείται, η προσβαλλόμενη απόφαση να έχει ληφθεί υπό καθεστώς πλάνης και – σε κάθε περίπτωση - δεν αιτιολογείται.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δεόντως δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και γι’ αυτό θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω, κάνοντας αναφορές στην οικεία νομοθεσία και νομολογία, αναφέρουν ότι τα ευρήματα τους στα πλαίσια της επίδικης αίτησης είναι εύλογα, ορθά και απολύτως αιτιολογημένα υπό το φως των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον τους ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία, η δε προσβαλλόμενη εδώ απόφαση είναι ορθή επί της ουσίας, προϊόν δέουσας έρευνας αλλά και πλήρως αιτιολογημένη.
Δεδομένου ότι οι άπαντες οι ισχυρισμοί συμπλέκονται και με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας», δεδομένου ότι ο έλεγχος ορθότητας τελείται κατά δέσμια αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, σε κάθε περίπτωση [βλ. αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, των λεγομένων του αιτητή κατά τη συνέντευξη, καθώς και των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα ευρήματα και κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου, 3ου και 4ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, ως αυτά ενδελεχώς αναφέρονται και αναλύονται στα ερ.90-96 της επίδικης έκθεσης, τα οποία καταγράφονται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, πλην ορισμένων σημείων, στα οποία και θα αναφερθώ πιο κάτω.
Κατ’ αρχή σημειώνω ότι το αφήγημα του αιτητή βρίθει κενών, ασαφειών και ελλείψεων και στερείται σε πολλά και καίρια σημεία αυτού ευλογοφάνειας, χρονικής αλλά και λογικής συνέπειας.
Ανατρέχοντας στα λεγόμενα του αιτητή στα πλαίσια του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, σημειώνω ενδεικτικά ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει εύλογα αναμενόμενες, πληροφορίες σχετικά με τις σπουδές του, τον τρόπο που προσλήφθηκε ως δάσκαλος, τα καθήκοντα και την καθημερινότητα του κατά την εξάσκηση των καθηκόντων του. Οι ως άνω ελλείψεις είναι θεωρώ αρκετές για να διαβρωθεί σημαντικά η εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή. Επιπροσθέτως δε των ως άνω παρατηρώ ότι ουδέν έγγραφο έχει προσκομίσει ο αιτητής, παρόλο που θα ήταν αναμενόμενο θεωρώ, λαμβανομένου υπόψη και ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου, η οικογένεια του (μητέρα/αδελφοί/αδελφές) διαμένουν στον τόπο διαμονής του (όπου έλαβαν χώρα και ορισμένα από τα περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε ο ίδιος και όπου – σύμφωνα με τα λεγόμενα του – δίδασκε) και ο ίδιος διατηρούσε επαφή μαζί τους μέχρι και το 2021 (κατ’ ελάχιστο, αν ήθελε κριθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί του αξιόπιστοι), χρόνο πολύ μεταγενέστερο της έλευσης του εδώ στη Δημοκρατία. Θα ήταν λοιπόν αναμενόμενο – κατά το ελάχιστο – να εξασφαλίσει μέσω της οικογένειας του ένα (έστω) έγγραφο που να αποδεικνύει ή να σχετίζεται με το επάγγελμα ή τις σπουδές του, επί του οποίου θα πρέπει να σημειώσω ότι δεν βρίσκω ευλογοφανή τον ισχυρισμό του ότι κάηκαν όλα όταν κάηκε το σπίτι τους, δεδομένου του ότι, τελικά, ο αιτητής προσκόμισε πλήθος εγγράφων, η δε απόκτηση ενός εγγράφου σχετικά με τις σπουδές/εργασία του θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει (ευλόγως) από το ίδρυμα όπου σπούδασε/εργαζόταν.
Επί του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού– ομοίως – θεωρώ ότι, σε συμφωνία και με τα όσα επί τούτου καταγράφονται στην επίδικη έκθεση, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ούτε την παραμικρή λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο τόσο αναφορικά με την απαγωγή του από τους Ambazonians, πως ακριβώς συνέβη το περιστατικό, που τον πήγαν, πως είχαν ζητήσει και πως τους δόθηκαν τα λύτρα και τι έγινε καθ’ όλη τη διάρκεια των όσων αυτός εξιστόρησε. Παρότι ρωτήθηκε επισταμένα επί όλων των ως άνω ο αιτητής απέτυχε στο να παραθέσει επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες επί τούτου, παραμένοντας γενικά ασαφής και εν πολλοίς μονολεκτικός στις αποκρίσεις του.
Επί δε του 4ου ουσιώδους ισχυρισμού, και πάλι ομοίως με τα ως άνω, ο αιτητής παρέμεινε γενικόλογος, χωρίς να είναι σε θέση να παρέχει συγκεκριμένες, εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες τόσο αναφορικά με τη σύλληψη και κράτηση του (2018), τη διαδικασία που αυτός αφέθηκε ελεύθερος, τα όσα ακολούθησαν αυτού, όσο και τις κλήσεις που, ως αυτός ισχυρίστηκε, λάμβανε – μέσω του δικηγόρου του – το γιατί δεν εντοπίστηκε, δεδομένου ότι ζούσε στο Καμερούν για αρκετό καιρό μετά τα εντάλματα τα οποία εκδόθηκαν εναντίον του (εξαιρουμένου απροσδιόριστου χρόνου στη Νιγηρία) και – κυρίως – το πως τελικά αυτός κατάφερε να φύγει από τη χώρα νομίμως, δι’ αεροδρομίου, χωρίς να εντοπιστεί και να συλληφθεί στη βάση των εκκρεμούντων εναντίον του ενταλμάτων, επί του οποίου τα όσα ανέφερε όταν ρωτήθηκε περί του ότι τα διευθέτησε ο δικηγόρος του, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει το πως, θεωρώ πως απέχουν από το να θεωρηθούν εύλογα και επαρκή υπό τις περιστάσεις.
Εκ των ως άνω θεωρώ πως διαβρώνεται σημαντικά η εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή, σε σημείο που οιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα συνιστούσε θεωρώ αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών οι οποίοι στερούνται κάθε ψήγματος ευλογοφάνειας, λεπτομερειών και εν γένει συνοχής. Επί των επιμέρους τρωτών σημείων των ισχυρισμών του αιτητή αρκεί η παραπομπή στα όσα επ’ αυτού καταγράφουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη εδώ έκθεση (ερ.90-96), ως ανωτέρω, στα πλαίσια της παρούσης παρατίθενται, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω και τα οποία υιοθετώ στα πλαίσια επί της ουσίας εξέτασης των ενώπιον μου στοιχείων.
Επί της εξωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή, πέραν των όσων και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν στην επίδικη έκθεση, εντοπίζω και τις εξής ΠΧΚ που σχετίζονται με τους 2ο, 3ο και 4ο ισχυρισμούς του αιτητή.
Η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch (HRW) κάνουν λόγο για μη τήρηση και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εκτεταμένο βαθμό στα πλαίσια της κρίσης στις Αγγλόφωνες επαρχίες.[1]
Αναφορά της οργάνωσης Human Rights Watch εκδοθείσα το 2018, ήτοι το χρόνο που κατ’ ισχυρισμό έλαβαν χώρα τα περιστατικά, αναφέρει την ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων ότι οι άμαχοι οι οποίοι εκλαμβάνονται ως συνεργαζόμενοι με την κυβέρνηση στοχοποιούνται από τους αποσχιστές για εκβιασμούς, βασανισμούς και δολοφονίες.[2] Βάσει αναφοράς του ανεξάρτητου ιδρύματος Bertelsmann Stiftung[3], οι αποσχιστές στοχοποιούν αμάχους μεταξύ άλλων ως αντίποινα για αποδιδόμενη συνεργασία με την κυβέρνηση.[4] Άρθρο της εφημερίδας The African Observer, του 2023, αναφέρει ότι οι ένοπλες ομάδες συχνά κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές ή και τραυματισμούς αμάχων, τους οποίους κατηγορούν ότι συνεργάζονται με τις αρχές του Καμερούν.[5]
Τα Ηνωμένα Έθνη σημειώνουν υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[6], ενώ το HRW, σε πρόσφατη Έκθεσή του, και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[7]. Επί τούτου καταγράφεται ότι «[σ]τις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[8].
Σε COI QUERY του EASO, ημ.14/06/21, αναφέρεται ότι ο εκτοπισμός πληθυσμού από τα σπίτια του είναι συχνό φαινόμενο λόγω της γενικευμένης βίας, οι οποίοι εκτοπισθέντες βρίσκουν συχνά καταφύγιο σε αγροτικές ή δασώδεις εκτάσεις κοντά στον τόπο διαμονής τους:
«According to OCHA 712 180 IDPs were within or displaced in the North-West and South-West regions as of March 2021. Violence in the aforementioned regions resulted in multiple population displacements and over 1 427 people were forced to flee their homes only in March 2021, seeking shelter and safety in nearby bushes, villages and towns. 71 More than 10 000 people, mainly in Menchum division in the North-West region, were forced to flee their villages in April 2021 and IDPs reached the number of 712 800.72 For the same reference period , a UNHCR map depicting the locations of UNHCR persons of concern mentions that as of April 2021 there were 1 032 942 internally displaced persons, the majority of whom seem to be situated in the Far North, North-West and South-West regions.73 »[9]
Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:
«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[10]
Έκθεση του Βρετανικού Home Office (Δεκέμβριος 2020) αναφέρει ότι οι αυτονομιστικές ομάδες ανακοίνωσαν μποϊκοτάζ στα σχολεία. Μέχρι τα μέσα του 2019 πάνω από το 80% των σχολείων παρέμειναν κλειστά, κυρίως λόγω βίας εναντίον δασκάλων και επιθέσεις σε σχολικά κτίρια από ένοπλους αυτονομιστές. Περίπου 850.000 παιδιά έχουν στερηθεί την εκπαίδευση για τα τρία τελευταία σχολικά έτη[11]. Από την ίδια πηγή διασταυρώνεται ότι η επακόλουθη σύγκρουση μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και μιας σειράς από ομάδες ένοπλων ανταρτών έχει επιφέρει εκτεταμένες καταχρήσεις εναντίον αμάχων. Οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν κατηγορηθεί για βασανιστήρια, εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις και πυρπόληση χωριών, ενώ αποσχιστικές ομάδες προέβησαν σε δολοφονίες, απαγωγές, ακρωτηριασμούς και επιθέσεις σε σχολεία και δασκάλους. [12]
Σε έκθεσή του 2020 σχετικά με το Καμερούν, ο Παγκόσμιος Συνασπισμός για Προστασία της Εκπαίδευσης από Επιθέσεις καταγράφει έξαρση επιθέσεων σε μαθητές σχολείων και πανεπιστημίων, στο προσωπικό και στις εκπαιδευτικές υποδομές των βορειοδυτικών και νοτιοδυτικών περιοχών του Καμερούν κατά την περίοδο 2017-2019, η οποία οδήγησε στον τραυματισμό, θάνατο ή κράτηση περί των 560 φοιτητών/μαθητών και εκπαιδευτικών σε όλη τη χώρα.[13]
Εκ των ως άνω ΠΧΚ καθίσταται σαφές ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής περί διώξεως του αγγλόφωνου πληθυσμού από τους αποσχιστές, αδιακρίτως ασκούμενης βίας στα πλαίσια συγκρούσεων των κυβερνητικών δυνάμεων με αποσχιστές και στοχοποιήσεις καθηγητών και μαθητών/φοιτητών σε σχολεία/πανεπιστήμια σε αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες, οι οποίες καταγράφουν μια έκρυθμη κατάσταση, με συχνές ένοπλες συγκρούσεις και σωρεία παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από αμφότερες τις μαχόμενες πλευρές.
Όμως στην παρούσα η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης των στοιχείων της υπόθεσης, αποβαίνει μοιραία για τη συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Διαφορετική προσέγγιση θεωρώ ότι θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται συνοχής αλλά και ευλόγως αναμενόμενων λεπτομερειών, ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση. Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι ισχυρισμοί ενός αιτητή πρέπει να διατηρούν επαρκή συνοχή και συνέπεια, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν το αφήγημα του, αφού είναι στη βάση αυτών που γίνεται η απαραίτητη σύνδεση των ΠΧΚ με το ιστορικό του. Σημειώνεται δε σχετικώς ότι, ως στο εγχειρίδιο (EASO) «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».
Θα συμφωνήσω και με την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι η διαβρωθείσα εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτητή δεν μπορεί παρά να είναι καταλυτική ως προς τη συνολική συνοχή του αφηγήματος του, ως και πιο πάνω εξηγώ, την οποία θεωρώ ορθή και εύλογη υπό τις περιστάσεις.
Λεχθέντων των ως άνω προχωρώ σε εξέταση των εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής κατά την επίδικη αίτηση (ερ.21-31).
Σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης εγγράφων κατατοπιστικά θεωρώ τα όσα γράφονται στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», 2018, σελ.107-108, όπου αναφέρονται τα εξής:
«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.
Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.
[…]
Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»
Προτού προχωρήσω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι καθ’ ων η αίτηση φαίνεται να μην εξέτασαν τα ερ.22-24, επί των οποίων ουδέν αναφέρουν στην επίδικη έκθεση (ερ.91). Σε κάθε περίπτωση βεβαίως, δεδομένου ότι το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκφέρει πρωτογενή ευρήματα επί των επίδικων ζητημάτων, αφού, ως ειπώθηκε στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε νομολογία επί του ζητήματος, «ο έλεγχος ουσίας […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία», το ότι εν προκειμένω δεν εξέφεραν κρίση οι καθ’ ων η αίτηση επί ορισμένων εκ των εγγράφων που προσκομίστηκαν, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα την επίδικη απόφαση, αφού θα ακολουθήσει πρωτογενής κρίση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος.
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία παρατηρώ τα εξής.
Επί των ερ.22-26, τα οποία αφορούν αντίγραφα φερόμενων ενταλμάτων σύλληψης και κλήσεων του ενώπιον των Αρχών, σημειώνω ότι, πέραν των αμφιβολιών που ευλόγως εγείρονται - δεδομένου ότι πρόκειται για αντίγραφα και όχι πρωτότυπα – ουδέν τελικά επί των εγγράφων αυτών ήταν σε θέση να αναφέρει ο αιτητής σχετικά με το πως περιήλθαν στην κατοχή του, πότε και γιατί αυτά διασώθηκαν από το κάψιμο της οικίας του και όχι τα έγγραφα που αφορούν το επάγγελμα και τις σπουδές του. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι στα πλαίσια συνολικής αποτίμησης και αξιολόγησης των στοιχείων που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, δεν μπορεί να αγνοηθεί και το ότι, ως και ανωτέρω αναφέρω, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πως, δεδομένου ότι τα ερ.22-26 έχουν φερόμενο χρόνο έκδοσης από 16/03/17 μέχρι 17/10/18, αυτός διέμενε στο Καμερούν και έφυγε δε μέσω αεροδρομίου (στις 29/09/19, περί τον 1 χρόνο μετά την έκδοση του τελευταίου εκ των προσκομισθέντων ενταλμάτων) ενόσω αυτά εκκρεμούσαν. Επίσης εδώ δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι στα ερ.22-23 ουδέν αναγράφεται για τους λόγους έκδοσης των ενταλμάτων αυτών, πέραν γενικών αναφορών περί «συνδρομή[ς] στους αυτονομιστές», χωρίς να καταγράφεται επ’ ουδενός των ερ.22-26 ο χρόνος που έγιναν τα αδικήματα για τα οποία κατ’ ισχυρισμό του ιδίου διώκεται.
Επί των ερ.27-28 αρκεί να ειπωθεί ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν σχετικώς στην επίδικη αίτηση (ερ.91), δεν είναι δυνατό να ταυτοποιηθεί το πρόσωπο που φαίνεται στις φωτογραφίες αυτές (ήτοι κατά πόσο πρόκειται για τον αιτητή), ούτε ο χρόνος και η τοποθεσία στην οποία αυτές λήφθηκαν. Προσθέτω ότι, δεδομένων και των όσων ως άνω αναφέρονται σε σχέση με την τρωθείσα εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή επί του συνόλου του αφηγήματος του αλλά και την αξιολόγηση των ερ.22-26, δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, η προσκόμιση δύο φωτογραφιών, να διαφοροποιήσει την κατάληξη επί της αξιοπιστίας των λεγομένων του αιτητή.
Επί δε των ερ.29-31 δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά, αφού, δεδομένου ότι στα ερυθρά αυτά περιέχεται αντίγραφο φερόμενης επιστολής από τους (φερόμενους ως) δικηγόρους του αιτητή το μόνο που κατ’ ουσία καταγράφεται είναι η (εξ ακοής) καταγραφή της ιστορίας του αιτητή, ως ειπώθηκε σ’ αυτούς, ως ο ίδιος ο φερόμενος συγγραφέας του εγγράφου σημειώνει στην 1η παράγραφο του, από την οικογένεια του αιτητή (η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου - ζει στο δάσος και ο ίδιος δεν διατηρεί επικοινωνία μαζί τους). Ας σημειωθεί ότι το έγγραφο δεν φέρει ημερομηνία σύνταξης, το οποίο και θεωρώ ότι διαβρώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του. Συνεπώς, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού εκεί καταγράφονται ισχυρισμοί οι οποίοι μεταφέρθηκαν στον (φερόμενο) εκδότη του από τρίτους, ουδεμία βαρύτητα θα μπορούσε να αποδοθεί σ’ αυτό.
Δεδομένης εδώ της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης της αξιοπιστίας εγγράφων, στη βάση και σε συνάρτηση και με τα λεγόμενα του αιτητή που περιβάλλουν τα έγγραφα αυτά, είναι αρκετά γίνει δεκτό ότι ουδέν εξ αυτών θα μπορούσε να υπερκεράσει εν προκειμένω τα πολλά και σημαντικά κενά που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή.
Ενόψει λοιπόν και των ως άνω διαπιστώσεων, στην απουσία εν προκειμένω περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και τις ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα τρωτά σημεία του αφηγήματος του αιτητή εδώ παραμένουν και – για τον λόγο αυτό - ουδείς εκ των ισχυρισμών του μπορεί να γίνει δεκτός, καθότι οι ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.
Ενόψει των ως άνω απομένει μια επικαιροποιημένη επισκόπηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Ekombe Bonji - Southwest).
Στη βάση δεδομένων ACLED, στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν (όπου βρίσκεται το χωριό Ekombe Bonji, τόπος διαμονής του αιτητή), κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25), καταγράφηκαν 450 περιστατικά πολιτικής βίας (περιλαμβάνει βία κατά αμάχων, απομακρυσμένη βία εκρήξεις, μάχες, εξεγέρσεις, διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 327 θάνατοι[14], στο Ekombe Bonji[15] καταγράφηκαν 10 περιστατικά ασφαλείας και 6 θάνατοι πολιτών (9 εξ αυτών καταγράφηκαν ως περιστατικά χρήσης βίας κατά πολιτών - με 2 θύματα - και 1 ως μάχη - με 4 θύματα. Ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας ανέρχεται περί το 1 ½ εκατομμύριο κατοίκων[16], του δε Ekombe Bonji περί τις 10.000[17].
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις, δεδομένης της απόρριψης του αφηγήματος του, που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[18] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Προς τα ως άνω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι υγιής, ενήλικας (περί των 34 ετών), με ικανότητα βιοπορισμού, ικανοποιητική μόρφωση (κατ’ ελάχιστο δευτεροβάθμια εκπαίδευση), χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, και έχει στον τόπο διαμονής του οικογενειακό δίκτυο (μητέρα/αδέλφια). Σημειώνω εδώ, σε σχέση με την οικογένεια του αιτητή, ότι – δεδομένης και της απόρριψης του αφηγήματος του – δεν γίνεται δεκτό ότι αυτοί διαμένουν τα τελευταία 6 και πλέον χρόνια στο δάσος, ως ο ίδιος ανέφερε, αλλά ούτε ότι, λαμβανομένων υπόψη και των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας, αυτός έχει από το 2021 να επικοινωνήσει μαζί τους. Καθίσταται εκ των ως άνω ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να είναι σε θέση να επικοινωνήσει μαζί με την οικογένεια του και να λάβει, κατ’ ελάχιστο, προσωρινή στήριξη ή και στέγαση, μέχρις ότου αυτός βιοποριστεί και είναι σε θέση να εξασφαλίσει τα αναγκαία χρειώδη.
Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ενόψει και των ως άνω διαπιστώσεων μου, ουδέν εντοπίζω στη βάση του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιστροφή του αιτητή θα συνιστούσε επαναπροώθηση (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ).
Τα ως άνω σφραγίζουν και την τύχη της παρούσης.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html ; Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html (accessed on 05/08/2022)
[2] HRW, ‘These Killings can be Stopped’ (2018),21-22 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/1438857/3175_1532282307_cameroon0718-web2.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/02/2024)
[3] Bertelsmann Foundation, ‘Bertelsmann Stiftung’ (χωρίς ημερομηνία), διαθέσιμο σε https://www.bfna.org/bertelsmann-stiftung/
[4] BTI, ‘Cameroon Country Report 2022’ (2022), διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/CMR (ημ. πρόσβασης 12/02/24)
[5] The African Observer, ‘30 Women Freed After Abduction by Separatists in Cameroon’s Anglophone Region’ (2023), διαθέσιμο σε https://theafricanobserver.com/30-women-freed-after-abduction-by-separatists-in-cameroons-anglophone-region/ (ημ. πρόσβασης 12/02/24)
[6] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En
[7] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html
[7] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[8] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[9] EASO, COI QUERY «Latest developments on security situation in Anglophone region between 1 January 2020 and 31 May 2021», σελ.8, available at: https://euaa.europa.eu/
[10] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf
[11] Home Office, Country Policy and Information Note Cameroon: North-West/South-West crisis, December 2020, διαθέσιμο σε https://www.justice.gov/eoir/page/file/1345186/download, pp 8, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 06/06/2024)
[12] Όππ, pp 19
[13] Global Coalition to Protect Education from Attack, Education Under Attack, Country Profiles, Cameroon, 2020, διαθέσιμο σε https://protectingeducation.org/wp-content/uploads/eua_2020_cameroon.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 06/06/2024)
[14] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest (Sud-Ouest) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).
[15]ACLED, με στοιχεία ανάλυσης ως εξής: ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: 03/02/2024 έως 31/0101/25, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: Battles / Violence against civilians / Explosions - Remote violence/ Riots/Battles; ΠΕΡΙΟΧΗ: Africa - Cameroon -Sud-ouest ; Ekombe Bonji https://acleddata.com/explorer/
[16] City Population, Cameroon, Sud-Ouest Region, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ [ημ. πρόσβασης 14/05/25]
[18] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο