Β.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 5124/24, 28/7/2026
print
Τίτλος:
Β.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 5124/24, 28/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 5124/24

28 Ιουλίου, 2026

 [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Β.M. (ΧΧΧ) από τη Ουγκάντα  

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Ο Αιτητής παρών

Ε. Χαραλάμπους (κα) για Λάζου-Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή.

Ε. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 13/12/24, η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Ουγκάντας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 19/11/24. Ακολούθως, στις 26/11/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του, ακολούθησε Έκθεση/Εισήγηση ημερομηνίας 12/12/24 και αυθημερόν απορρίφθηκε η αίτηση του, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής μέσω της συνηγόρου του αμφισβητεί τα ευρήματα της αρμόδιας αρχής αναφορικά με την εσωτερική αξιοπιστία επί των λόγων που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει την χώρα του. Ειδικότερα, υποστηρίζει, ότι δεν έγινε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης του, πάσχει ως προς το ζήτημα διαδικασίας αξιολόγησης της ευαλωτότητας του και/ή μη συμμόρφωσης της αρμόδιας αρχής με τις πρόνοιες του Άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000). Αναφέρει ότι δεν ακολουθήθηκαν τα σχετικά καθοδηγητικά εγχειρίδια της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο και/ή η νομολογία σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία που οδηγούν σε αξιοπιστία ή όχι του αιτούντα άσυλο και/ή εφαρμόστηκαν με λανθασμένο και πεπλανημένο τρόπο, ούτε έγινε επαρκής και/ή ορθή αξιολόγηση κινδύνου του Αιτητή. Πρόσθετα, καταγράφει συγκεκριμένες δηλώσεις του Αιτητή όπως αυτές φαίνονται στην συνέντευξη/έκθεση-εισήγηση σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι ήταν σε θέση να δώσει πολύ συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τον πυρήνα του αιτήματος του για την πολιτική του δραστηριότητα και τους λόγους δίωξης του στη χώρα καταγωγής, ενώ θα έπρεπε λόγω της λεπτομέρειας των ισχυρισμών του να του δοθεί το ευεργέτημα αμφιβολίας. Παραπέμπει δε σε πηγές πληροφόρησης (Human Rights Watch, Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ) οι οποίες ως αναφέρει ενισχύουν το αφήγημα και/ή την εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή και/ή ότι οι διαπιστώσεις της αρμόδιας αρχής ήτο πεπλανημένες. Υποδεικνύει, ακόμα, ότι η παραβίαση διαδικαστικών εγγυήσεων ως προς το ζήτημα της ευαλωτότητας του Αιτητή (στη βάση των Άρθρων 9ΚΓ, 9ΚΔ, 10Α, 15 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000) και/ή όπως αυτές αναφύονται σε αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας) και/ή του γεγονότος ότι έχει υποστεί βασανιστήρια και/ή των δηλώσεων του ότι πάσχει από διαταραχή μετατραυματικού στρές (με καταγραφή στη Γραπτή Αγόρευση ότι μόλις καταστεί εφικτό θα προσκομιστεί σχετικό έγγραφο ψυχιατρικής κατάστασης) θα πρέπει να οδηγήσει είτε σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ή να γίνει παραπομπή επί τούτου από το ίδιο το Δικαστήριο. Παράλληλα, προβάλλεται η θέση για μελλοντοστραφή κίνδυνο δίωξης του Αιτητή λόγω παρελθούσας δίωξης και/ή ως θύμα βασανιστηρίων που θα οδηγήσει σε περίπτωση επιστροφής του σε παραβίαση του Άρθρου 3 και 13 της ΕΣΔΑ, καθώς και αποφάσεων του ΕΔΑΔ. Καταλήγει ότι θα πρέπει να παραχωρηθεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα λόγω πολιτικών πεποιθήσεων ή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας ως πρόσωπο που θα υποστεί σοβαρή αδικαιολόγητη βλάβη και/ή θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

 

Οι Καθ' ων η αίτηση απαντώντας στα επιχειρήματα του Αιτητή υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η απορριπτική απόφαση επί της αίτησης ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Αναφορικά με το ζήτημα κατ΄ ισχυρισμού παραβίασης διαδικαστικών εγγυήσεων τονίζουν ότι ο Αιτητής δεν έχει καταφέρει να καταδείξει ότι εμπίπτει στην κατηγορία ευάλωτων προσώπων και/ή ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για εφαρμογή διαδικαστικών εγγυήσεων και/ή ούτε τεκμηρίωσε (μετά από ερωτήσεις του λειτουργού) με τους ισχυρισμούς του ότι έχει υποστεί βασανιστήρια. Υποστηρίζουν, ότι ο Αιτητής κρίθηκε αναξιόπιστος καθώς δεν ήταν σε θέση να θεμελιώσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για υπαγωγή του είτε στο καθεστώς πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Προτού το Δικαστήριο προβεί σε εξέταση της ουσίας της υπόθεσης προχωρεί σε εξέταση αναφορικά με τον νομικό ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή περί παράλειψης αξιολόγησης ευαλωτότητας του και/ή παράβασης των Άρθρων 9ΚΓ, 9ΚΔ, 10Α, 15 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000) και/ή ότι δεν ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις που αφορούν ευάλωτα πρόσωπα όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο (στο εξής «ΔΦ») από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας.

 

Μετά από έλεγχο των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης είναι εμφανής η απουσία οποιουδήποτε εντύπου αξιολόγησης ευαλωτότητας στη βάση του Άρθρου 9ΚΔ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000). Διαπιστώνεται ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας —τόσο κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας όσο και μεσούσης της διαδικασίας της συνέντευξης στις 26/11/24 — η αρμόδια αρχή παρέλειψε να θέσει σε εφαρμογή τον μηχανισμό διαδικαστικών εγγυήσεων για ευάλωτα πρόσωπα, δεδομένο, όμως, που από μόνο του δεν μπορεί να επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της διοικητικής διαδικασίας. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της πλευράς του Αιτητή, η μη ρητή ενεργοποίηση του μηχανισμού διαδικαστικών εγγυήσεων κατά την υποβολή της αίτησης ή κατά την συνέντευξη, δεν συνιστά αυτοτελώς παραβίαση ουσιώδους τύπου ικανή να συμπαρασύρει σε ακύρωση την τελική πράξη. Η μόνη αναφορά σε σχέση με το Άρθρο 9ΚΓ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), είναι ότι «Κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9Α μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους την ειδική κατάσταση των ευάλωτων προσώπων, όπως οι ανήλικοι, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες, οι ηλικιωμένοι, οι εγκυμονούσες, οι μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα παιδιά, τα θύματα εμπορίας προσώπων, τα πρόσωπα με σοβαρές ασθένειες, τα πρόσωπα με πνευματικές διαταραχές και τα άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, φυσικής ή σεξουαλικής βίας, όπως γυναίκες θύματα ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων». Αυτό βεβαίως αφορά πρωτίστως τις ειδικές ανάγκες υποδοχής και όχι αναγκαία την κατ΄ ουσία συνέντευξη ως προκύπτει σαφώς και από το Άρθρο 9ΚΔ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) όπου ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι οι εκτιμήσεις, ειδικών αναγκών, διενεργούνται χωρίς επηρεασμό της εκτίμησης των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ότι οι ατομικές εκτιμήσεις που αναφέρονται διενεργούνται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος κατά τα αρχικά στάδια υποβολής της αίτησης, χωρίς η εμβέλεια αυτής της εκτίμησης να περιορίζεται κατ’ ανάγκην στο ειδικό έντυπο, είναι δε στην διακριτική ευχέρεια της Υπηρεσίας Ασύλου αν το κρίνει αναγκαίο εάν ο ενδιαφερόμενος είναι πρόσωπο με ειδικές ανάγκες υποδοχής ενώ καθίσταται σαφές ότι οι διατάξεις της νομοθεσίας εφαρμόζονται και σε περίπτωση που οι ειδικές ανάγκες υποδοχής ή/και διαδικαστικές ανάγκες εμφανιστούν σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας διεθνούς προστασίας. Συνεπώς, ως τα διαλαμβανόμενα του πιο πάνω άρθρου η μη συμπλήρωση του εντύπου δεν καθιστά άκυρη ολόκληρη την διοικητική ενέργεια, ούτε βεβαίως αποτελεί ουσιώδη παράβαση τύπου. Είναι θεωρώ ζήτημα το οποίο συναξιολογείται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα στοιχεία του αιτήματος διεθνούς προστασίας για να καθοριστεί κατά πόσο η παράλειψη να τύχει ο Αιτητής των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και/ή μηχανισμών προστασίας επέφερε ουσιωδώς αρνητικές επιπτώσεις στο σύνολο αξιολόγησης του αιτήματος διεθνούς προστασίας αυτού. Επί αυτού, σημαντικές είναι και οι πρόνοιες του Άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), οι οποίες ορίζουν ιατρική και ψυχολογική εξέταση αιτούντα άσυλο όπου αφορά περιπτώσεις όπου υπάρχουν: «(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας». Στην παρούσα περίπτωση, ο λειτουργός ουδέποτε αποδέχθηκε τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή για δίωξη του στη χώρα καταγωγής αλλά ούτε έκρινε σκόπιμο να παραπεμφθεί σε ειδική εξέταση σε ιατρό ή ψυχολόγο/ψυχίατρο ούτε αυτό εμπόδισε τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης. Ως δε κρίθηκε στην EMMAH ANDOH EVA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 137/2023, 21/5/25 «η λήψη ή μη απόφασης παραπομπής αιτούντος άσυλο προσώπου σε ιατρό και/ή ψυχολόγο, δυνάμει του Άρθρου 15 του Νόμου, συνιστά απόφαση δυνητική, ανήκουσα στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε αρμόδιου λειτουργού και δεν αποτελεί δέσμια υποχρέωση του». Εξάλλου, κατά το στάδιο της συνέντευξής του, δήλωσε ότι είναι σε καλή κατάσταση για διενέργεια της συνέντευξης του, ενώ η τοποθέτηση του ότι πάσχει από PTSD (Post Traumatic Stress Disorder -διαταραχή μετατραυματικού στρες) δεν υποστηρίχθηκε από περαιτέρω πληροφορίες (έγγραφα/ιατροφαρμακευτική αγωγή) (ερυθρό 31 ΔΦ). O εν λόγω ισχυρισμός του επί της ψυχικής του υγείας είναι άμεσα συνυφασμένος με την κατ΄ ισχυρισμό δίωξη του, όπου με ερωτήσεις που διενεργήθηκαν από τον λειτουργό κρίθηκε συνολικά ως εσωτερικά αναξιόπιστος. Επί τούτου, λήφθηκε δεόντως υπόψη (στα πλαίσια συνέντευξης και σύνταξης της έκθεσης/εισήγησης) ότι, ενώ ο Αιτητής επικαλέστηκε κατά την έναρξη της συνέντευξης ότι πάσχει από διαταραχή μετατραυματικού στρες, ο ίδιος δήλωσε αργότερα ότι μετά την αποθεραπεία του συνέχισε να εργάζεται και να δραστηριοποιείται πολιτικά χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς, ενώ επισημάνθηκε το σημαντικό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των γεγονότων του 11ου/2020 και της αναχώρησής του από τη χώρα τον 11ο/2024, χωρίς να τεκμηριωθεί επαρκώς η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ του πυρήνα του αιτήματος του (από το 2020) και και της απόφασής του να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του το 2024. Ούτε, θεωρώ, η συνήγορος του Αιτητή υπέδειξε μέσω τεκμηριωμένων λόγων ακύρωσης και/ή μαρτυρίας κατά πόσο επηρεάστηκαν οι δηλώσεις του κατά την συνέντευξη λόγω δυσχερούς ψυχολογικής και/ή σωματικής κατάστασης και/ή ούτε υποδείχθηκαν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας και/ή οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο Αιτητής πάσχει από PTSD και/ή χρήζει ψυχολογικής ή ψυχιατρικής παρακολούθησης ή νοσηλείας που τυχόν επηρέαζε ουσιωδώς την αξιολόγηση του αιτήματος του. Επί τούτου, αποτελεί ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο το γεγονός ότι, παρά τον ισχυρισμό του Αιτητή περί βασανιστηρίων και PTSD, ουδέποτε προσκομίστηκε σχετική επιστημονική μαρτυρία. Ειδικότερα, ενώ στη Γραπτή του Αγόρευση καταγράφηκε ρητά ότι θα υποβληθεί ψυχιατρική γνωμάτευση/μαρτυρία μόλις αυτό καταστεί εφικτό, καμία τέτοια έκθεση ή ιατρικό έγγραφο δεν παρουσιάστηκε. Επιπλέον, δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο αναφορικά με τυχόν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που λαμβάνει, μέχρι και την ημερομηνία των Διευκρινίσεων/Ακρόασης στις 22/05/26. Επισημαίνεται ότι το κενό αυτό παραμένει παρά το γεγονός ότι η προσφυγή καταχωρίστηκε από τις 30/12/24, παρέχοντας στον Αιτητή επαρκές χρονικό περιθώριο σχεδόν ενάμισι έτους για την εξασφάλιση των εν λόγω αποδείξεων. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί παραβίασης των διαδικαστικών εγγυήσεων λόγω προφορικής δήλωσης και μόνο από τον Αιτητή πάθησης PTSD, παρέμεινε μετέωρος και/ή αβάσιμος και/ή χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση και/ή μαρτυρία.

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής, των ουσιωδών ισχυρισμών του και των εγγράφων που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Κατά την υποβολή της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι υπέστη δίωξη, βασανιστήρια και κακομεταχείριση στη χώρα καταγωγής του λόγω της υποστήριξής του προς το πολιτικό κόμμα National Unity Platform (στο εξής «NUP»). Ανέφερε ότι η οικογένειά του εκδιώχθηκε από την πατρογονική της γη και ότι ο ίδιος εντάχθηκε στην πολιτική δράση με σκοπό την προώθηση αλλαγών. Περαιτέρω, δήλωσε ότι από το 2020 δραστηριοποιείτο ως κινητοποιητής (mobiliser) νέων, διανέμοντας μεταξύ άλλων μπλουζάκια και άλλα αντικείμενα του κόμματος, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να δεχθεί απειλές από τις δυνάμεις ασφαλείας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, 9ο/2020 κλήθηκε από πρόσωπο που παρουσιαζόταν ως πολιτικός και ποινικός ερευνητής και του ζητήθηκε να παρουσιαστεί στον αστυνομικό σταθμό Katwe, με αποτέλεσμα να διακόψει τη χρήση του τηλεφώνου του. Επιπλέον, υπέδειξε ότι τον 11ο/2020 οργάνωσε νέους προκειμένου να απαιτήσουν την απελευθέρωση του ηγέτη του κόμματος, Robert Kyagulanyi. Κατά τους ισχυρισμούς του, στη συνέχεια συνελήφθη από την αστυνομία, οδηγήθηκε στη φυλακή και υπέστη βασανιστήρια, κακομεταχείριση και σεξουαλική κακοποίηση. Τέλος, δήλωσε ότι έκτοτε μετακινείτο από περιοχή σε περιοχή για να αποφύγει τις απειλές και την καταδίωξη από τις αρχές ασφαλείας, οι οποίες τον αναζητούσαν λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας και της υποστήριξής του προς το NUP, ενώ κατά την αναχώρησή του δεν γνώριζε πού βρίσκονταν τα μέλη της οικογένειάς του, καθώς και εκείνα κρύβονταν (ερ.1 ΔΦ).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ανέφερε ότι είναι υπήκοος Ουγκάντας, γεννηθείς στο Nsambya Hill της περιφέρειας Kampala, ενώ μεγάλωσε και διέμενε μόνιμα στην περιφέρεια Wakiso, η οποία αποτελεί και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του. Δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το 1999 και ότι, παρότι ξεκίνησε πανεπιστημιακές σπουδές, δεν τις ολοκλήρωσε λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα,  εργαζόταν ως επιχειρηματίας και γεωργός, διατηρώντας αγροκτήματα στις περιφέρειες Luwero και Wakiso και ότι από το 2020 δραστηριοποιείται πολιτικά ως κινητοποιητής νέων με στόχο την πολιτική αλλαγή στη χώρα. Δήλωσε ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα και ότι είναι έγγαμος με τέσσερα ανήλικα παιδιά. Ανέφερε ότι οι γονείς του, τα αδέλφια του, η σύζυγός του και τα παιδιά του διαμένουν στην Ουγκάντα, ενώ ένας εκ των αδελφών του απεβίωσε το 2020. Τέλος, υποστήριξε ότι δεν διατηρεί άμεση επικοινωνία με τη σύζυγο και τα παιδιά του, αλλά επικοινωνεί μαζί τους μέσω φίλων (ερ.26-32 ΔΦ). Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα στο στάδιο ελεύθερης αφήγησης του επανέλαβε σε μεγάλο βαθμό τα όσα κατέθεσε στην αίτηση του, ότι δηλαδή  υπέστη δίωξη και βασανιστήρια από το καθεστώς του Προέδρου της Ουγκάντας λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας και της υποστήριξής του προς το αντιπολιτευόμενο κόμμα NUP, υπό την ηγεσία του Robert Kyagulanyi, του οποίου ήταν εγγεγραμμένο μέλος. Πρόσθεσε, ότι η οικογένειά του εκδιώχθηκε από την πατρογονική της γη από πρόσωπο υψηλής επιρροής, γεγονός που τον οδήγησε να στραφεί στην πολιτική με σκοπό την αλλαγή της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, από το 2020 δραστηριοποιείτο ως κινητοποιητής νέων στην περιφέρεια Wakiso, προωθώντας το κόμμα και διανέμοντας κομματικό υλικό, ότι τον 9ο/2020 δέχθηκε κλήση από πρόσωπο που παρουσιάστηκε ως επικεφαλής της Criminal Intelligence και του ζητήθηκε να παρουσιαστεί στον αστυνομικό σταθμό Katwe για ανάκριση, γεγονός που τον οδήγησε να αλλάξει αριθμό τηλεφώνου, ενώ, όπως ανέφερε, οι απειλές και ο εκφοβισμός από τις κρατικές αρχές συνεχίστηκαν. Δήλωσε ότι τον 11ο/2020 κινητοποίησε πολίτες για ειρηνική διαδήλωση στην περιοχή Luuka με αίτημα την απελευθέρωση του Robert Kyagulanyi. Κατά τους ισχυρισμούς του, η αστυνομία επενέβη βίαια, άνοιξε πυρ, σκότωσε έναν διαδηλωτή και τον συνέλαβε. Ανέφερε, ότι στη συνέχεια ξυλοκοπήθηκε, τραυματίστηκε στο αριστερό πόδι, κρατήθηκε σε κελί, όπου υπέστη βασανιστήρια, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση και ανακρίθηκε για τη συμμετοχή του στην οργάνωση της διαδήλωσης και την πολιτική του δράση. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι αργότερα νοσηλεύτηκε λόγω των τραυμάτων που υπέστη στο πόδι, στο στήθος και στο κεφάλι. Ερωτηθείς αν συνέτρεχαν άλλοι λόγοι για τους οποίους ζήτησε διεθνή προστασία, απάντησε αρνητικά (ερ.24-25 ΔΦ).

Ο λειτουργός αποδέχθηκε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής, τα προσωπικά στοιχεία και το γενικό προφίλ του Αιτητή. Ωστόσο, αναφορικά με τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης PTSD, επισημάνθηκε ότι αυτός παρέμεινε εντελώς ανυποστήρικτος αφού δεν παρουσίασε καμία ιατρική γνωμάτευση, ούτε ήταν σε θέση να δώσει σαφείς πληροφορίες για τη διάγνωση ή για τη φαρμακευτική αγωγή που ισχυρίζεται ότι λαμβάνει (πρώτος ισχυρισμός) (ερ.104-106 ΔΦ). Όπως ορθά καταγράφεται από τον λειτουργό θα αναμενόταν να προσκομιστεί κάποια έγγραφη μαρτυρία την στιγμή που κατέφθασε νόμιμα στην Δημοκρατία με χρήση ταξιδιωτικών εγγράφων. Περαιτέρω, απέρριψε τους ισχυρισμούς του 2ος (δεύτερος) και 3ος (τρίτος) ότι υπήρξε πολιτικό πρόσωπο και διοργάνωσε διαδήλωση, καθώς και ότι συνελήφθη, φυλακίστηκε και υπέστη βασανιστήρια κατά την κράτησή του.

 

Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό του, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει με επαρκείς λεπτομέρειες, συνοχή και ευλογοφάνεια τον ισχυρισμό του ότι υπήρξε πολιτικά ενεργό πρόσωπο και διοργανωτής διαδήλωσης υπέρ του κόμματος NUP καθότι: (α) παρότι ισχυρίστηκε ότι υπέστη παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το καθεστώς του Προέδρου Museveni λόγω της πολιτικής του δράσης, αδυνατούσε να εξηγήσει με σαφήνεια και λεπτομέρεια τι ακριβώς εννοούσε, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί απαγωγών και συλλήψεων πολιτών, (β) ενώ δήλωσε ότι ήταν πλήρως εγγεγραμμένο και ενεργό μέλος του NUP, με αριθμό μέλους 269922, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς πληροφορίες για την ιδεολογία, την αποστολή και την ηγεσία του κόμματος, ενώ οι απαντήσεις του περιορίζονταν σε μονολεκτικές αναφορές όπως ενότητα και ισότητα («unity» και «equality»), (γ) δεν κατόρθωσε να περιγράψει επαρκώς το έμβλημα του κόμματος, παρά τις επανειλημμένες ευκαιρίες που του δόθηκαν, ούτε να εξηγήσει με πειστικό τρόπο το κίνητρό του να ενταχθεί στην πολιτική το 2020, (δ) οι δηλώσεις του ως προς τα κίνητρα της πολιτικής του ενασχόλησης κρίθηκαν ασυνεπείς, καθότι αφενός απέδιδε την αρνητική του στάση έναντι της κυβέρνησης σε περιστατικό απώλειας οικογενειακής γης που, κατά τους ισχυρισμούς του, έλαβε χώρα όταν ήταν περίπου 4-5 ετών, αφετέρου δε, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους εντάχθηκε στην πολιτική το 2020, επικαλέστηκε την επιθυμία για αλλαγή, την εκτίμησή του προς τον Robert Kyagulanyi, το προσωπικό του «πάθος» για την πολιτική χωρίς να παράσχει περαιτέρω επαρκείς διευκρινίσεις, (ε) ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει με επάρκεια τη φερόμενη πολιτική του δράση, ήτοι τον τρόπο με τον οποίο κινητοποιούσε νέους, προωθούσε το κόμμα και παρακινούσε πολίτες να ενταχθούν σε αυτό, (στ) διαπιστώθηκε αντίφαση όταν, ενώ αρχικά δήλωνε ότι ήταν πολιτικό πρόσωπο, ενεργό και πλήρως εγγεγραμμένο μέλος του NUP, αργότερα περιέγραψε τον εαυτό του ως «ενεργό εθελοντή» του κόμματος, (ζ) ως δε προς τον ισχυρισμό του ότι δέχθηκε κλήση από την Criminal Intelligence και ότι ακολούθησαν απειλές και εκφοβισμοί από κρατικούς πράκτορες, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονταν από έλλειψη λεπτομερειών και τεκμηρίωσης, καθώς περιορίστηκε να αναφέρει ότι λάμβανε τηλεφωνήματα και απειλές από την αστυνομία και τον στρατό, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά ή περαιτέρω στοιχεία, (η) σημειώθηκε επίσης ότι, παρά τους ισχυρισμούς αυτούς, παρέμεινε στην ίδια περιοχή διαμονής μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα το 2024. Αναφορικά, τώρα, με τη διαδήλωση που ισχυρίστηκε ότι διοργάνωσε τον 11ο/2020 στην περιοχή Luuka, θεωρήθηκε ότι: (α) οι περιγραφές του ήταν αόριστες και ελλιπείς, (β) παρουσίασε ασάφεια ως προς τον ρόλο του στη διοργάνωση της διαδήλωσης και/ή αδυνατούσε να περιγράψει με επαρκείς λεπτομέρειες τα γεγονότα που έλαβαν χώρα επαναλαμβάνοντας γενικά ότι επρόκειτο για ειρηνική διαδήλωση και ότι η αστυνομία και ο στρατός άρχισαν να πυροβολούν, (γ) εντοπίστηκαν αντιφάσεις ως προς τα θύματα της διαδήλωσης, καθώς αρχικά ανέφερε ότι ο αδελφός του πέθανε εξαιτίας ξυλοδαρμού στη διαδήλωση, ενώ αργότερα ισχυρίστηκε ότι μόνο ο Kato Lubu Lubwama έχασε τη ζωή του, (δ) ούτε ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για τον αριθμό των συλλήψεων που πραγματοποιήθηκαν (ερ.96-104 ΔΦ). Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, επιβεβαιώθηκε μέρος των ισχυρισμών του από εξωτερικές πηγές ήτοι η προεδρία του Yoweri Museveni, η ύπαρξη και η φυσιογνωμία του κόμματος NUP, η ηγεσία του από τον Robert Kyagulanyi (Bobi Wine), η ύπαρξη του αστυνομικού σταθμού Katwe στην Kampala, καθώς και οι διαδηλώσεις του 11ου/2020 που ακολούθησαν τη σύλληψη του Bobi Wine στην περιοχή Luuka, ωστόσο, κρίθηκε ότι τα στοιχεία αυτά δεν ήταν ικανά να αντισταθμίσουν τις σοβαρές ελλείψεις εσωτερικής αξιοπιστίας, τις αντιφάσεις, τις ασυνέπειες και την έλλειψη επαρκών λεπτομερειών που διαπιστώθηκαν στον πυρήνα του ισχυρισμού του (ερ.93-96 ΔΦ) – καταλήγοντας σε απόρριψη του λόγω εσωτερικής αναξιοπιστίας.

Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό του (περί σύλληψης, κράτησης και βασανισμού του μετά τη διαδήλωση) σημειώθηκε καταρχάς η σύνδεση του με τον δεύτερο ισχυρισμό του, ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός, όπου διαπιστώθηκε ότι: (α) δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τις συλλήψεις που έλαβαν χώρα, τις συνθήκες της δικής του σύλληψης, τον τρόπο με τον οποίο συνελήφθη, καθώς και τα γεγονότα που ακολούθησαν, (β) παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις, περιορίστηκε σε επαναληπτικές απαντήσεις ότι συνελήφθη και ξυλοκοπήθηκε από τον στρατό, χωρίς να περιγράφει ουσιαστικά το περιστατικό, (γ) εντοπίστηκαν αντιφάσεις μεταξύ της αίτησης και της συνέντευξής του, καθώς στην αίτησή του ανέφερε ότι συνελήφθη από την αστυνομία και μεταφέρθηκε στη φυλακή, ενώ κατά τη συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι συνελήφθη από τον στρατό και κρατήθηκε σε κελί, εξηγώντας την απόκλιση αυτή με τη φράση «I generalized it», (δ) ως προς τις συνθήκες κράτησής του, οι δηλώσεις κρίθηκαν αόριστες και ελλιπείς, καθώς περιορίστηκε να αναφέρει ότι υπήρχε νερό στο κελί, ότι ήταν μόνος του και ότι δεν γνώριζε πόσο χρόνο παρέμεινε εκεί, χωρίς να παράσχει περαιτέρω ουσιώδεις πληροφορίες για ένα γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του, συνδέεται άμεσα με τον πυρήνα του αιτήματός του. Αναφορικά δε με την κατ΄ ισχυρισμό κακοποίησή του, πρόβαλε ότι ξυλοκοπήθηκε και υπέστη τραυματισμό στο πόδι από τον στρατό: (α) χωρίς όμως να μπορεί να περιγράψει με επάρκεια τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκε ο τραυματισμός ή τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα το περιστατικό, (β) οι απαντήσεις του στερούνταν των αναμενόμενων λεπτομερειών για ένα γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία του αιτήματός του, (γ) περί δε σεξουαλικής κακοποίησης του, σημειώθηκε ότι ο ίδιος αρνήθηκε να εξεταστεί επί της ουσίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού και ζήτησε να μην συνεχιστεί η σχετική διερεύνηση, (δ) ως προς τη νοσηλεία και την αποκατάστασή του, διαπιστώθηκαν πρόσθετες ασάφειες και ελλείψεις αφού ισχυρίστηκε ότι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο από την αστυνομία, χωρίς να εξηγήσει πώς αυτό συνάδει με τον προηγούμενο ισχυρισμό του ότι είχε συλληφθεί και κρατηθεί από τον στρατό, (ε) ούτε ήταν σε θέση να προσδιορίσει τη διάρκεια της νοσηλείας του (αναφέροντας μόνο ότι παρέμεινε εκεί για λίγο καιρό - «for some time»), (στ) ως προς τη θεραπεία του περιορίστηκε να αναφέρει ότι έλαβε ντόπια φάρμακα ή βότανα («local medicine» ή «local herbs»), (ζ) δήλωσε ακόμη ότι μετά τη νοσηλεία του επέστρεψε στην οικία του, ανάρρωσε εντός περίπου ενός μηνός και στη συνέχεια συνέχισε κανονικά τις γεωργικές του δραστηριότητες και την κινητοποίηση νέων υπέρ του κόμματος της αντιπολίτευσης μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Επί τούτου λήφθηκε δεόντως υπόψη ότι, ενώ ο Αιτητής επικαλέστηκε κατά την έναρξη της συνέντευξης ότι πάσχει από μετατραυματική διαταραχή στρες, ο ίδιος δήλωσε αργότερα ότι μετά την αποθεραπεία του συνέχισε να εργάζεται και να δραστηριοποιείται πολιτικά χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς. Επιπλέον, επισημάνθηκε το σημαντικό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των γεγονότων του 11ου/2020 και της αναχώρησής του από τη χώρα τον 11ο/2024, χωρίς να τεκμηριωθεί επαρκώς η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ των γεγονότων αυτών και της απόφασής του να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Υπό το φως των ανωτέρω, η αρμόδια αρχή κατέληξε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τη σύλληψη, κράτηση και κακοποίησή του χαρακτηρίζονταν από αντιφάσεις, αοριστία, έλλειψη λεπτομερειών και ευλογοφάνειας και, ως εκ τούτου, δεν έγιναν αποδεκτές. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, κρίθηκε ότι δεν υφίστανται ανεξάρτητα στοιχεία ικανά να επιβεβαιώσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς, πέραν όσων είχαν ήδη εξεταστεί στο πλαίσιο του δεύτερου ισχυρισμού, ο οποίος επίσης απορρίφθηκε (ερ. 88-93 ΔΦ).

 

Από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή και των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων μόνο, διαπιστώνω ότι δε θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του περί του ότι υπήρξε πολιτικά ενεργό πρόσωπο και διοργανωτής διαδήλωσης υπέρ του κόμματος NUP, περί σύλληψης, κράτησης και βασανισμού του μετά τη διαδήλωση καθώς και των συναφών με το αφήγημα αναφορών του. Η εν λόγω κατάληξη διαμορφώνεται σαφώς μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[1], επιβεβαιώνοντας τα συμπεράσματα του λειτουργού. Το αφήγημα του Αιτητή στερείται συνέπειας και ευλογοφάνειας, καθώς στις δηλώσεις του κατά τη συνέντευξη εντοπίζεται σωρεία ελλείψεων και αντιφάσεων. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του περί στοχοποίησης, σύλληψης, κράτησης και κακοποίησης κρίνεται ότι δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικές εμπειρίες. Απέτυχε ο Αιτητής να παράσχει τις αναγκαίες και επαρκείς διευκρινίσεις, παρά τις σχετικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η αξιοπιστία του. Ούτε θεμελιώνεται στο βαθμό που αναμενόταν (που είναι κάτω από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων – αφού είναι στο πλαίσιο ευεργετήματος αμφιβολίας) η  εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του. Ειδικότερα, οι δηλώσεις του Αιτητή κρίνονται ουσιωδώς ανεπαρκείς ως προς την προβαλλόμενη πολιτική του δραστηριότητα, καθώς και τις συνθήκες της κατ' ισχυρισμό σύλληψης, φυλάκισης και κακοποίησής του. Επιπλέον, παραμένει αδικαιολόγητο το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα του τέσσερα με πέντε έτη μετά τα επίδικα γεγονότα, αναχωρώντας μάλιστα νόμιμα και χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές, με τη χρήση ταξιδιωτικών εγγράφων. Σημειώνεται ότι ο Αιτητής διατηρεί στην κατοχή του διαβατήριο με ισχύ μέχρι το 2029 (ερ.7 ΔΦ), ενώ η οικογένειά του συνεχίζει να διαβιεί στον τόπο καταγωγής του χωρίς καμία όχληση από τους κατ' ισχυρισμό διώκτες του. Τέλος, το όλο αφήγημά του στερείται οποιασδήποτε έγγραφης μαρτυρίας ή υποστηρικτικού στοιχείου. Ο Αιτητής, υποχρεούτο να παρέχει κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια, υποχρέωση που ισχύει κατ΄ αναλογία και στην δικαστική ακροαματική διαδικασία (Βλέπε Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, βλέπε επίσης Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131). Σύμφωνα και με την § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, ο αιτών να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο μέσο, να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Λαμβάνοντας υπόψη και το μορφωτικό επίπεδο του Αιτητή θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει ένα συμπαγές αφήγημα το οποίο θα εμπεριείχε συνεκτικές και συνεπείς μεταξύ τους πληροφορίες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα[2], αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του[3]. Αυτά τα δεδομένα δεν ικανοποιούνται από την συμπεριφορά που υπέδειξε ο Αιτητής. Οι αναφορές της συνηγόρου του Αιτητή περιορίζονται αποκλειστικά στα όσα ελλιπώς περιγράφηκαν κατά τη συνέντευξη. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του πραγματικού ελέγχου των γεγονότων της υπόθεσης, διαπιστώνει ότι ο Αιτητής απέτυχε να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας του, ώστε να συναχθεί ότι τα εξιστορισθέντα αποτελούν βιωματικά περιστατικά. Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο παραχωρείται μόνο όταν έχουν προσκομιστεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και ο εξεταστής-λειτουργός (και το Δικαστήριο) είναι, σε γενικές γραμμές, ικανοποιημένος από τη συνολική αξιοπιστία του αιτούντος (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν προκύπτει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ατεκμηρίωτος είναι και ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή για ελλιπή έρευνα του λειτουργού μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης καθότι από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει επαρκής έρευνα μέσω πηγών πληροφόρησης[4] σε σχέση με τα περιστατικά που περιέγραψε ο Αιτητής (ερ.94-93, 75-72 ΔΦ), τα οποία όμως (μέρος τους κρίθηκε ως υπαρκτά περιστατικά και/ή επιβεβαιώνουν κάποια δεδομένα που παρουσίασε ο Αιτητής και/ή δεν αμφισβητούνται) δεν ήτο ικανά να ανατρέψουν και/ή να αντισταθμίσουν θετικά το σύνολο της εσωτερικής του αξιοπιστίας. Συνεπώς ορθά κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) καθώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι στο σύνολό τους και δεν κατάφερε να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, υπάρχει κίνδυνος δίωξής του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.

 

Ως προς το εάν η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται (ερυθρά 85-83 ΔΦ). Δεν τεκμηρίωσε με τους ισχυρισμούς του, ως και η ανωτέρω ανάλυση στα πλαίσια προσφυγικού καθεστώτος, την ύπαρξη άλλων ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή του Αιτητή δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, ο ίδιος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησης του ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα του, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου από τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι η Ουγκάντα δεν βρίσκεται σε κατάσταση διεθνούς ή μη διεθνούς ένοπλης σύρραξης κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Ειδικότερα, η βάση δεδομένων War Watch , η οποία καταγράφει και ταξινομεί τις ένοπλες συγκρούσεις διεθνώς σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, δεν καταγράφει οποιαδήποτε ένοπλη σύρραξη εντός του εδάφους της Ουγκάντας κατά την εν λόγω περίοδο. Παρότι η χώρα συμμετέχει στρατιωτικά σε επιχειρήσεις εκτός των συνόρων της, ιδίως στο Νότιο Σουδάν και στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δεν προκύπτει ότι στο εσωτερικό της επικρατεί κατάσταση γενικευμένης βίας ή ένοπλης σύρραξης που να φθάνει το κατώφλι εφαρμογής του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος στην περιοχή Kampala της Ουγκάντα, σημειώθηκαν συνολικά 69 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατ' αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 4 ανθρώπινες απώλειες, ενώ ο πληθυσμός της περιφέρειας Kampala εκτιμήθηκε σε 1,797,722  κατοίκους (με τελευταία επίσημη καταμέτρηση το έτος 2024). Καθίσταται, λοιπόν, κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας και ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[5].

 

Απορρίπτονται και οι γενικοί ισχυρισμοί περί παραβάσεων στη διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου, καθώς αυτή διενεργήθηκε σε πλήρη εναρμόνιση με τις διατάξεις των Άρθρων 13, 13Α και 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καθώς και με τα καθιερωμένα κριτήρια εξέτασης. Ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, ενώ κατά τη συνέντευξη του τέθηκαν επαρκείς ερωτήσεις για την ανάπτυξη των ισχυρισμών του. Δεν εντοπίζεται οτιδήποτε παράτυπο ή μεμπτό στη διαδικασία, η οποία περιέλαβε εκτενείς ερωτήσεις (ανοικτού, κλειστού και διευκρινιστικού τύπου) ώστε να δοθεί στον Αιτητή η ευκαιρία να στοιχειοθετήσει τα βιώματά του. Εντούτοις, οι απαντήσεις του απέτυχαν να τεκμηριώσουν βάσιμο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09.

[2] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)

[3] Άρθρο 16 & 18 του περί περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

[4] Λήφθηκαν υπόψη και οι πηγές που προσκομίστηκαν κατά την δικαστική διαδικασία.

[5] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο