A. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 6038/2022, 31/7/2026
print
Τίτλος:
A. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 6038/2022, 31/7/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 6038/2022

 

31 Ιουλίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:  

 

A.   M.

 

                                                                                                                                             Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                                      Καθ’ ων η αίτηση 

....................

 

Γιώργος Βασιλόπουλος, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Νικόλας ΚουρσάρηςΔικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ’ ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 01/09/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής «δ. φ.»), τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Σομαλίας και αφού αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία συμπλήρωσε στις 28/04/2022 αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 04/05/2022 ο αιτητής παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής του.

 

Στις 24/05/2022 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη του αιτητή από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία αυθημερόν ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στη συνέχεια, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού εξέτασε την Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού αποφάσισε την 01/09/2022, την απόρριψη της αίτησης και την επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Την 01/09/2022, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση αυτής, η οποία παραλήφθηκε από τον τελευταίο αυθημερόν κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα.

 

Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρισε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου αρχικά αυτοπροσώπως και ακολούθως διόρισε συνήγορο και η προσφυγή του τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/02/2024.

 

Ακολούθως, ο αιτητής μέσω της Γραπτής Αγόρευσης του συνηγόρου του προώθησε ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης την έλλειψη δέουσας έρευνας και την απουσία επαρκούς αιτιολογίας, που οδήγησαν σε πλάνη περί τα πράγματα), την ύπαρξη πλάνης περί τον νόμο, ως προς την έκδοση απόφασης επιστροφής και την παράλειψη εξέτασης κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι επειδή ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός περί δίωξης από την τρομοκρατική οργάνωση Al Shabaab έγινε αποδεκτός, έπρεπε αυτό να εκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση του μελλοντικού φόβου του αιτητή σε συνδυασμό με το προφίλ του, ενώ παραπονείται για περιορισμό του δικαιώματος ακρόασης, λόγω της διάρκειας της συνέντευξης. Επιπρόσθετα, διατείνεται ότι η αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στο Mogadishu είναι εσφαλμένη, παραθέτοντας σχετικές πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής και ζητώντας την χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας. Τέλος, ζητά την ακύρωση της απόφασης επιστροφής η οποία εξεδόθη κατά παράβαση των άρθρων 4 και 8 του Ν. 6(Ι)/2000 και του άρθρου 9 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, υπεραμύνθηκε της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης σημειώνοντας πως αυτή ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου, ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ότι καμία πλάνη δεν εμφιλοχώρησε  κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Ζητά την απόρριψη όλων των ισχυρισμών ως αόριστων, εισηγούμενος παράλληλα ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, το οποίο δεν κατάφερε ο αιτητής να αποσείσει στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, έτσι ώστε να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.  Ως εκ τούτου, ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.

 

Με την Απαντητική του Γραπτή Αγόρευση, ο συνήγορος του αιτητή επικαλείται εγχώρια νομολογία προς υποστήριξη της αρχής της μη χειροτερεύσεως ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που έγιναν αποδεκτοί, όπου σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δεν δύναται να χειροτερεύσει τη θέση του αιτητή. Περαιτέρω, παραπέμπει σε δύο αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, όπου παραχωρήθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και προσφυγικό καθεστώς (αντίστοιχα) σε Σομαλούς υπηκόους λόγω της κατάστασης στη χώρα καταγωγής τους. Τέλος, υποστηρίζει ότι με βάση και τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του αιτητή που έγιναν αποδεκτοί, καθώς και τα όσα παρατίθενται στη γραπτή του αγόρευση, στον αιτητή θα έπρεπε κατ’ ελάχιστο να του αναγνωριστεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/02/2026, ζήτησα από τους καθ’ ων η αίτηση να τοποθετηθούν για το ζήτημα που προκύπτει από το γεγονός του ότι, ενώ στην Έκθεση - Εισήγηση γίνεται αναφορά σε αντιφάσεις ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό περί δίωξης του αιτητή από την Al Shabaab στη Σομαλία, ωστόσο, αυτός ο ισχυρισμός κρίθηκε αποδεκτός στη βάση και μόνο ως προκύπτει της εξωτερικής αξιοπιστίας, σύμφωνα δηλαδή με πληροφορίες από πηγές που παρουσιάζονται στην Έκθεση – Εισήγηση.  Επίσης, σημειώθηκε κατά την ίδια δικάσιμο πως παρατηρείται ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός εξετάστηκε ακολούθως και κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ως αποδεκτός ισχυρισμός.

 

Ακολούθως, η Υπηρεσία Ασύλου τοποθετήθηκε επί των πιο πάνω σημείων (ερ. 149 του δ. φ.) και οι καθ’ων η αίτηση αναφέρουν σε σχέση με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό που κρίθηκε αποδεκτός, ως προκύπτει από την Έκθεση – Εισήγηση της λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι έγινε αποδεκτό το βασικό πραγματικό περιστατικό, περί του ότι η Al Shabaab απαιτούσε την καταβολή φόρου από όλους τους γεωργούς της περιοχής, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου του αιτητή και του πατέρα του, ενώ παρόλο που η λειτουργός εντόπισε αντιφάσεις σε επιμέρους σημεία που πλαισίωναν τον εν λόγω ισχυρισμό, ωστόσο, αυτές δεν κρίθηκαν επαρκείς για την απόρριψή του, και ως εκ τούτου, έγινε αποδεκτός ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή.

 

Ως επιπλέον αναφέρεται στην πιο πάνω τοποθέτηση της Υπηρεσίας Ασύλου, συνάγεται από το σκεπτικό της εισήγησης ότι έγινε δεκτό το γενικό πλαίσιο δράσης της Al Shabaab και η επιβολή φόρου ως πρακτική από την εν λόγω οργάνωση, αφού αποδεκτή έγινε και η επαγγελματική δραστηριότητα του αιτητή και του πατέρα του ως γεωργοί (υπό τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό), ενώ λήφθηκαν υπόψη και πηγές εξωτερικής πληροφόρησης σχετικά με τον υπό αναφορά ισχυρισμό. Τέλος, οι καθ’ων η αίτηση υποστήριξαν ότι το σκεπτικό της λειτουργού προκύπτει με σαφήνεια από το περιεχόμενο της Έκθεσης – Εισήγησης, ενώ καθίσταται σαφές από τα εν λόγω γεγονότα ότι παρότι έγινε αποδεκτός ο υπό αναφορά ισχυρισμός, η λειτουργός προέβη σε επαρκώς αιτιολογημένη αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται ευλογοφανής φόβος δίωξης ή σοβαρής βλάβης υπό τα εν λόγω δεδομένα που αφορούν τον αιτητή, ως ίσχυαν τότε στη χώρα καταγωγής του.

 

Κατά τις διευκρινήσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ημερομηνίας 15/05/2026, κλήθηκαν εκατέρωθεν οι συνήγοροι να τοποθετηθούν επί συγκεκριμένων ζητημάτων αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή που έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου. Ο συνήγορος του αιτητή τοποθετήθηκε ως προς τα πιο πάνω ζητήματα αναφέροντας ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της ex nunc διαδικασίας είναι σε θέση να παρέμβει, να εξετάσει και να εκδώσει από την αρχή νέα απόφαση με βάση τα όσα έχει αναφέρει ο αιτητής, προβάλλοντας επίσης τη θέση πως θα πρέπει να εξεταστεί και η κατάσταση που επικρατεί πλέον στην περιοχή του στη χώρα καταγωγής του.

 

Σχολιάζοντας τα πιο πάνω, ο δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση τοποθετήθηκε αναφέροντας ότι θα πρέπει να γίνει σύνδεση του ισχυρισμού περί δίωξης από την Al Shabaab που καταγράφηκε στην Έκθεση-Εισήγηση με τα όσα σχετικά ανέφερε ο αιτητής ως λόγους δίωξης κατά τη συνέντευξη του, περί του ότι η ισχυριζόμενη δίωξη του αιτητή από την Al Shabaab ήταν επειδή ζητούσαν φόρους από γεωργούς/αγρότες, που ήταν και αυτό το οποίο εξέτασε η λειτουργός και κατέληξε στην αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού. Ωστόσο, ως σημείωσε ο δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση, κατά την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου κρίθηκε πως δεν θα υφίσταται η ισχυριζόμενη δίωξη για φόρους από την Al Shabaab, εφόσον ο αιτητής δεν είναι πλέον ιδιοκτήτης γης/χωραφιών και άρα δεν θα συνεχίσει να εξασκεί το επάγγελμα του γεωργού/αγρότη με την επιστροφή του στη χώρα του.

 

Ως εκ τούτου, όπως επίσης ανέφερε, κατά την αξιολόγηση του κινδύνου (που σε κάθε περίπτωση αφορά γεγονότα που ίσχυαν περί το 2022), έγινε καταγραφή της γενικής κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή εξαιτίας της δράσης της Al Shabaab, χωρίς όμως να καταγραφούν αποκλειστικά γεγονότα που αφορούν γεωργούς/αγρότες, εφόσον δεν ασκεί πλέον το εν λόγω επάγγελμα ο αιτητής. Καταλήγοντας, ο δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση υποστήριξε ότι, από τα πιο πάνω δεδομένα για την επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, προκύπτει πως η κατάληξη επί του μελλοντικού κινδύνου, όπως καταγράφεται και στην Έκθεση-Εισήγηση, ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.

 

Ακολούθως, ο συνήγορος του αιτητή παρέπεμψε σε άρθρο ημερ.10/04/2026 του Human Rights Watch, αναφερόμενος στην επικαιροποιημένη κατάσταση στην Σομαλία, όπου σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, όπως είπε, από τα τέλη του 2025 και έπειτα, η κατάσταση ήταν ανασφαλής πλέον στη Σομαλία λόγω των επιθέσεων από μέλη της Al-Shabaab, υποβάλλοντας επίσης, ότι παραμένει ακόμα έκρυθμη η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει ο αιτητής στη Σομαλία και προβάλλοντας επιπλέον ότι εάν ο αιτητής επιστρέψει τότε θα βρίσκεται σε κίνδυνο επειδή υπάρχει ένοπλη σύρραξη και συνθήκες αδιάκριτης βίας, ενώ παρέπεμψε σε δύο αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (όπου δόθηκε καθεστώς λόγω της κατάστασης στην περιοχή επιστροφής, όπως είπε, στην απόφαση ημερ.05/09/2024 στην υπόθεση με αρ. 691/22, όπου δόθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, καθώς και στην απόφαση ημερ.06/12/2024 στην υπόθεση αρ. 4725/22, όπου δόθηκε προσφυγικό καθεστώς, όπως επίσης ανέφερε), οι οποίες δεν σχετίζονται βέβαια με τα γεγονότα της παρούσας.

 

Καταλήγοντας, ο συνήγορος του αιτητή παρέπεμψε στο συμπέρασμα που καταγράφεται στην Έκθεση-Εισήγηση, περί ότι η λειτουργός κατέληξε (αρχικά) ότι «όπως καταδεικνύεται από τις πληροφορίες, στη Σομαλία υπάρχει εσωτερική ένοπλη σύρραξη καθώς και αδιάκριτη άσκηση βίας στην περιοχή διαμονής του αιτητή» και (ακολούθως) ότι συνεπώς, «υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης» (παραπέμποντας στο ερ. 125 του δ. φ.), ως επίσης ότι, στη συνέχεια, εξετάζοντας το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, η λειτουργός κατέληξε πως «εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στην περιοχή συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό τη μορφή σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης» (παραπέμποντας στο ερ. 123 του δ. φ.). Τέλος, υπέβαλε ότι η εν λόγω κατάσταση συνεχίζει να υφίσταται στην περιοχή του αιτητή όπου υπάρχει ακόμα αδιάκριτη βία, προβάλλοντας επίσης τη θέση ότι, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αιτητής δύναται να λάβει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας για το λόγο τούτο και μόνο.

 

Καταρχάς, όσον αφορά τον ισχυρισμό του αιτητή για πλάνη περί τον νόμο εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, παρατηρείται πως αυτός βασίζεται στο ότι λανθασμένα εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, καθότι αποτελεί αιτητή διεθνούς προστασίας. Ωστόσο, ως προκύπτει, η απόφαση επιστροφής του αιτητή λήφθηκε ταυτόχρονα με την απόφαση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας (ερ. 135 του δ. φ.) και κατόπιν σχετικής εισήγησης της λειτουργού (ερ. 117 του δ. φ.), αφού κρίθηκε πως η επιστροφή του αιτητή στη Σομαλία ήταν δυνατή καθώς και εφόσον διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις πως σε τέτοια περίπτωση θα διατρέξει κίνδυνο υποβολής του σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και της αρχής της μη επαναπροώθησης (ερ. 118 του δ. φ.). Ειδικότερα, το άρθρο 13(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου προνοεί την έκδοση απόφασης επιστροφής ως «αναπόσπαστο τμήμα» της απορριπτικής απόφασης του Προϊστάμενου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, η εκτέλεση της οποίας ωστόσο (σύμφωνα και με την επιφύλαξη στο πιο πάνω άρθρο) αναστάλθηκε μέχρι την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο, εφόσον ο αιτητής καταχώρησε και προσφυγή εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί παράλειψης εξέτασης του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, τούτος απορρίπτεται ως αβάσιμος, εφόσον από την Έκθεση – Εισήγηση προκύπτει ότι η λειτουργός προέβη σε εκτίμηση του κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του (ερ. 124-123 του δ. φ.), διαπιστώνοντας, στα πλαίσια και του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, αρχικά ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής στην περίπτωσή του, εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας που επικρατούσε τότε στην περιοχή συνήθους διαμονής του, στην επαρχία Bay (ερ. 125 και 123 του δ. φ.), ωστόσο ακολούθως, κρίθηκε πως υπήρχε δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης του αιτητή στο Mogadishu (στα πλαίσια του άρθρου 12Γ(1) του περί Προσφύγων Νόμου), καταλήγοντας έτσι στο ότι δεν δικαιούτο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (ερ. 122-118 του δ. φ.).

 

Αναφορικά δε, με τα ζητήματα που εγείρονται για τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό που κρίθηκε αποδεκτός, από τις παραπάνω τοποθετήσεις της Υπηρεσίας Ασύλου και των συνηγόρων των καθ’ ων η αίτηση, παρατηρείται αρχικά και ως προς την ουσία, ότι έγινε αποδεκτή η γενικότερη δράση της Al-Shabaab στην περιοχή του αιτητή με την επιβολή ‘φόρων’ στους αγρότες/γεωργούς, όπως ο αιτητής και ο πατέρας του. Γίνεται επίσης παραδοχή από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι εντοπίστηκαν αντιφάσεις σε κάποια σημεία που περιβάλλουν τον εν λόγω ισχυρισμό του αιτητή, ωστόσο, αυτές ως αναφέρουν κρίθηκαν ανεπαρκείς για να οδηγήσουν σε απόρριψή του, έτσι έγινε αποδεκτός, δεδομένου του ότι το γενικό πλαίσιο δράσης της Al-Shabaab και η επιβολή φόρου ως πρακτική, επιβεβαιώθηκαν από πληροφορίες σε εξωτερικές πηγές που παρέθεσε η λειτουργός. Τέλος, υποστηρίζουν ότι από τα πιο πάνω δεδομένα και ιδίως σε συνδυασμό της ανάλυσης των ισχυρισμών του αιτητή και της αξιολόγησης του κινδύνου, που έγιναν από τη λειτουργό, προκύπτει και το σκεπτικό/αιτιολογία της κατάληξης περί αποδοχής μεν του ισχυρισμού του αιτητή, αλλά δε, ότι υπό τα νέα δεδομένα για τον αιτητή, δεν υφίστατο εύλογος κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα, καταρχάς επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή «πρέπει να βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά που είναι ουσιώδη για τα κριτήρια αναγνώρισης για διεθνή προστασία» και συνεπώς, είναι σημαντικό το Δικαστήριο «να προβεί σε σαφείς διαπιστώσεις όσον αφορά τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά μιας αίτησης».[1] Περαιτέρω, με βάση και τις παραπάνω τοποθετήσεις της Υπηρεσίας Ασύλου, διαπιστώνεται πως υπάρχει έλλειψη λογικής συνοχής στην καταγραφή της λειτουργού και συνάμα φαίνεται να έγινε λανθασμένη διατύπωση του εν λόγω δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, εφόσον κρίνω ότι αυτός χρήζει διαχωρισμού/αναδιατύπωσης, ως επίσης, παρατηρείται ότι παρά τις αντιφάσεις που εντοπίστηκαν, εντούτοις, ως προκύπτει, η αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού βασίστηκε κυρίως σε εξωτερικές πληροφορίες (ερ. 130 του δ. φ.), οι οποίες ωστόσο δεν προκύπτει πως ήταν αρκετές για την αποδοχή του στο σύνολο, αφού παρατηρείται ειδικότερα, ότι οι εν λόγω πληροφορίες δεν κάλυπταν στο σύνολο τους ισχυρισμούς του αιτητή, αλλά αφορούσαν συγκεκριμένα στην επιβολή ‘φορολογίας’ από την Al Shabaab σε διάφορες επιχειρήσεις/δραστηριότητες στη Σομαλία. Συνακόλουθα, παρατηρείται επίσης ότι, η λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, κατά την κατάληξη της επί της αποδοχής του εν λόγω ισχυρισμού, στην ουσία, σε καμία ανάλυση/αξιολόγηση δεν προέβη επί της συνολικής αξιοπιστίας των όσων επικαλέστηκε ο αιτητής (ερ. 130 του δ. φ.).

 

Στο σημείο αυτό, σημειώνεται ότι η τεκμηρίωση της συνολικής αξιοπιστίας συνεκτιμάται μεταξύ της εσωτερικής και εξωτερικής συνέπειας, της επάρκειας λεπτομερειών και της αληθοφάνειας/ευλογοφάνειας των δηλώσεων ενός αιτητή, ωστόσο, οι εν λόγω δείκτες αξιοπιστίας, δεν μπορούν να αποτελέσουν μεμονωμένα αποφασιστικό κριτήριο, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμώνται ολιστικά/ολοκληρωμένα και στη βάση των αποδεικτικών στοιχείων[2], τις δηλώσεις, και τα τεκμήρια και άλλα έγγραφα ενός αιτητή[3], όπου υπάρχουν. Συνάμα, η απουσία πληροφοριών ή η παρουσία αναληθή γεγονότων από έναν αιτητή δεν μπορεί αποκλειστικά να αποτελέσουν ουσιαστικό κριτήριο ή να είναι καθοριστικά ως προς το αποτέλεσμα για το αίτημα διεθνούς προστασίας χωρίς τη διαπίστωση ότι υπάρχουν πρόσθετοι παράγοντες που να καταδεικνύουν κατά πόσο οι ισχυρισμοί ενός αιτητή είναι αβάσιμοι, εκτός στην περίπτωση που επιδρούν ουσιαστικά στη βάση για την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας[4]. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσε εξάλλου η συνολική αξιοπιστία ενός αιτητή να εκτιμηθεί/κριθεί στη βάση αποκλειστικά και μόνο εξωτερικών πληροφοριών εκτός συγκεκριμένων εξαιρετικών περιπτώσεων, όπου τέτοιες πληροφορίες καταδεικνύουν κάποια συγκεκριμένα και ουσιαστικά δεδομένα στη χώρα καταγωγής που να σχετίζονται απολύτως/ανεξαιρέτως και με τα προσωπικά στοιχεία/περιστάσεις ενός αιτητή[5].

 

Πέραν των πιο πάνω, παρατηρείται ότι, στο πλαίσιο εκτίμησης του μελλοντικού κινδύνου, η λειτουργός προβαίνει σε ξεχωριστή ανάλυση για τον παραπάνω ισχυρισμό του αιτητή και ειδικά επί της αξιοπιστίας/αποδοχής του, όπου ασυνεπώς αναφέρει συγκεκριμένα πως ο εν λόγω ισχυρισμός, που αφορά τη δίωξη του αιτητή από μέλη της Al Shabaab εξαιτίας της φορολογίας που του επιβλήθηκε για τη κτηματική γη του πατέρα του, ‘δύναται να γίνει αποδεκτός’ (ερ. 125 του δ. φ.), ενώ προχωρά ακολούθως, στην ανάλυση/αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, καταλήγοντας επί της ουσίας πως δεν υφίστατο πλέον τέτοιος κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης, εφόσον η εν λόγω κτηματική γη του πατέρα του είχε πωληθεί, ως ο ίδιος δήλωσε (ερ. 125-124 του δ. φ.).

 

Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό που παρά την αποδοχή του, εντούτοις δεν είχε οποιαδήποτε θετική κατάληξη ως προς το εν λόγω αίτημα του αιτητή, που εν τέλει απορρίφθηκε, κρίνεται ότι τούτος χρήζει ορθής αναδιατύπωσης από το παρόν Δικαστήριο καθώς και επανεξέτασης των κριτηρίων αξιοπιστίας. Ως προς την τήρηση της αρχής της μη χειροτερεύσεως, αυτή δεν φαίνεται να επηρεάζεται/αναιρείται σε αυτή την περίπτωση, εφόσον η επί της ουσίας εξέταση γίνεται στα πλαίσια της κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου περί της ύπαρξης βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης κατά την επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής (βλ. άρθρο 11(3)(α)(ii) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, ως έχει τροποποιηθεί). Επικουρικώς αναφέρεται ότι, «έργο του Δικαστή δεν είναι να υποκαταστήσει, αλλά απλώς να ελέγξει την κρίση της Διοικήσεως» (Π.Δ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 7η έκδοση (2015), §362, σελ. 168), ωστόσο, όσον αφορά ειδικότερα και το παρόν Δικαστήριο, «ο ουσιαστικός έλεγχος δεν περιορίζεται στη διακρίβωση της νομιμότητας», αλλά «προχωρεί και στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης» (Π.Δ. Δαγτόγλου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, 6η έκδοση (2014), §146, σελ. 117).

 

Είναι χρήσιμο να παραθέσω απόσπασμα της πρόσφατης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, η οποία επιλύει τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, για την αρχή της μη χειροτέρευσης του αιτητή κυρίως από την πλευρά του αιτητή, στα πλαίσια της απόφασης υπ’αριθμόν 22/2016,I.D. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 30/6/2026, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«Κρίση επί της ουσίας, η οποία, ως εκ της φύσης της δεν περιορίζεται από την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσεως του προσφεύγοντος, αφού αυτή η αρχή, ως γενική αρχή διοικητικού δικονομικού δικαίου, ισχύει στο βαθμό και μόνο που νόμος δεν προβλέπει διαφορετικά (βλ. απόφαση ημερομηνίας 13.2.2004 στην Προσφυγή Αρ. 11/2003 Ανδρέας Δημοσθένους ν. Δημοκρατίας)Στην παρούσα περίπτωση αυτό ακριβώς προβλέπεται στο Άρθρο 11 (3) (α),(β) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(I)/2018, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδικη ενώπιον του απόφαση και «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής [.]» και «επικυρώνει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν μέρει αυτήν:[.]» (οι υπογραμμίσεις δικές μας). Η δικαιοδοσία εξέτασης επί της ουσίας, εξυπακούει ότι δυνητικά η δικαστική απόφαση μπορεί να θέσει τον προσφεύγοντα σε ευνοϊκότερη ή χειρότερη μοίρα. Είναι, δηλαδή, διαπλαστικής φύσεως (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 18.12.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 KΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Β. Α.).»

 

Από το πιο πάνω νομολογιακό απόσπασμα προκύπτει ότι, λόγω της φύσης της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, το οποίο εξετάζει την υπόθεση επί της ουσίας, ο νομοθέτης έχει απονείμει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία ελέγχου τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και εξουσία επικύρωσης, ακύρωσης ή τροποποίησής της. Η νομολογία έχει συναφώς επισημάνει ότι η έκταση της δικαιοδοσίας αυτής δύναται, να αποκλείσει την εφαρμογή της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του προσφεύγοντος, εάν αυτό το επιβάλλουν οι συνθήκες. Η διαπίστωση αυτή αφορά την έκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και δεν συνεπάγεται ότι σε κάθε περίπτωση η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να επιδεινώνει τη θέση του προσφεύγοντος.

 

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να επίσης επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση, γεγονότα που αμφισβητούνται στα πλαίσια των υπολοίπων λόγων ακυρώσεως που προβάλλει ο αιτητής στη γραπτή του αγόρευση.

 

Ο αιτητής κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας στην Υπηρεσία Ασύλου, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της μειονοτικής φυλής στην οποία ανήκει και λόγω της στοχοποίησής του από την Al Shabaab (ερ. 10 του δ. φ.).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του δήλωσε υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς στο Mogadishu, αλλά με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής το Bardaale της επαρχίας Bay, όπου έζησε όλη του τη ζωή, πλην του διαστήματος φοίτησης στο λύκειο, μεταξύ του 2012 και 2015, όπου διέμενε στο Mogadishu με τη θεία του, καθώς και του διαστήματος μεταξύ Αυγούστου του 2017 και Νοεμβρίου του 2021 όπου φοιτούσε σε πανεπιστήμιο στην Uganda. Ο αιτητής δήλωσε φυλετικής καταγωγής Ashraf, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, μη νυμφευμένος και χωρίς εξαρτώμενα. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο δήλωσε απόφοιτος πανεπιστημίου όπου σπούδαζε με υποτροφία, αλλά και λάμβανε οικονομική βοήθεια από τον σύζυγο της θείας του, που ήταν επιχειρηματίας, ως επίσης δήλωσε. Αναφορικά με την εργασιακή του εμπειρία, δήλωσε ότι απασχολούνταν σε αγροτικές εργασίες στο αγρόκτημα του πατέρα του από μικρή ηλικία και ιδιαίτερα κατά το διάστημα 2015-2017, καθώς και έπειτα που αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο στην Uganda.

 

Επιπλέον, όταν σπούδαζε στην Uganda δίδασκε μαθηματικά για τρία έτη σε κατ’ οίκον ιδιαίτερα μαθήματα που έκανε ο ίδιος. Η πατρική του οικογένεια αποτελείται από τη μητέρα του και δύο ανήλικους αδερφούς, όλοι τους διαμένοντες στην περιοχή Hawle Wadag/Howlwadaag του Mogadishu, στην οικία της θείας του αιτητή, η οποία έχει τη δική της επιχείρηση-παντοπωλείο και τους βοηθά οικονομικά.  Ο αιτητής δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία με τα μέλη της οικογένειας του όπως επίσης και με την θεία του. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε από την Al Shabaab στις 22/02/2022 και ότι o μεγαλύτερος αδερφός του σκοτώθηκε από έκρηξη στο Mogadishu τον Οκτώβριο του 2017. [ερ. 31-24 του δ. φ.]

 

Περαιτέρω, ο αιτητής δήλωσε πως δεν είχε διασυνδέσεις με τη φυλή του και ότι δεν ανήκε σε κάποια πολιτική, θρησκευτική, στρατιωτική, εθνοτική ή κοινωνική ομάδα/οργανισμό, ούτε και η οικογένειά του (ερ. 24 του δ. φ.). Εγκατέλειψε νόμιμα με το διαβατήριο του τη χώρα καταγωγής του στις 24/03/2022, εξασφαλίζοντας ‘φοιτητική άδεια’ για τα κατεχόμενα εδάφη της Δημοκρατίας, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε ζητήματα κατά την έξοδο του από τη χώρα καταγωγής του, δηλώνοντας επίσης, ότι ουδέποτε είχε συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα του για οποιονδήποτε λόγο, καθώς και ότι ο ίδιος πώλησε την οικογενειακή φάρμα ώστε να πάρει τα χρήματα για το εν λόγω ταξίδι του (ερ. 29 και 23 του δ. φ.).  Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής αναφέρθηκε στη δολοφονία του πατέρα του και τη στοχοποίηση του ιδίου από την τρομοκρατική οργάνωση Al Shabaab, καθώς και στη διακριτική μεταχείριση που βίωνε λόγω του ότι ήταν μέλος μειονοτικής φυλής [ερ. 21/2Χ,3Χ του δ. φ.]

 

Ειδικότερα, σχετικά με τον πρώτο του ισχυρισμό, δήλωσε πως τα προβλήματα για την οικογένειά του ξεκίνησαν όταν ο ίδιος βρισκόταν για σπουδές στην Uganda, καθώς ο πατέρας του, λόγω της αδυναμίας του να καταβάλει τον επιβαλλόμενο από την Al Shabaab κτηματικό φόρο, γνωστό ως “sakawaad”, δεχόταν απειλές κατά της ζωής του από μέλη της Al Shabaab, αναφέροντας ότι μια φορά τον απήγαγαν για μια βδομάδα. Τότε η οικογένεια συγκέντρωσε το απαιτούμενο χρηματικό ποσό για την απελευθέρωσή του. Τα προβλήματα ωστόσο, ως ισχυρίστηκε ο αιτητής, συνεχίστηκαν με την επιστροφή του στη Σομαλία και στην περιοχή του, όπου και ο ίδιος πλέον απασχολούνταν σε αγροτικές εργασίες μαζί με τον πατέρα του. Τότε, άρχισαν ως αφηγήθηκε να τους ζητούν ξανά χρήματα από την Al Shabaab, απαιτώντας μεγαλύτερο ποσό.

 

Ωστόσο, λόγω της αδυναμίας τους να καταβάλουν το χρηματικό ποσό που τους ζητούσε η Al Shabaab, στις 10/01/2022 δέχτηκαν απειλητικό τηλεφώνημα από μέλη της τελευταίας, όπου τους έδωσαν 20ημερη προθεσμία καταβολής του ποσού, αλλιώς θα τους σκότωναν, απειλές που πραγματοποίησαν στις 22/02/2022, σκοτώνοντας τον πατέρα του αιτητή κατά την επιστροφή του προς την οικία και απειλώντας εκ νέου τον αιτητή ότι εάν δεν καταβάλει τα ποσά που ζητούν, θα σκοτώσουν και τον ίδιο. Ο αιτητής τότε εγκατέλειψε το σπίτι του και παρέμεινε κρυμμένος σε οικία φιλικού του προσώπου μέχρι τις 17/03/2022, όπου μετέβη στο Mogadishu, ωστόσο, δεχόταν και εκεί τηλεφωνικές απειλές ώστε να καταβάλει τον ‘φόρο’ που του ζητούσε η Al Shabaab και λίγες ημέρες αργότερα εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του [ερ. 22/2Χ,3Χ και 21/1Χ του δ. φ.]

 

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, ο αιτητής δήλωσε ότι η Al Shabaab πρόκειται για τρομοκρατική οργάνωση που αποτελείται από πολύ βίαια μέλη (ερ. 19/1Χ του δ. φ.), ενώ ως προς τον ίδιο προσωπικά, ισχυρίστηκε πως η Al Shabaab επιθυμεί να του κάνει κακό επειδή όσοι δεν πληρώνουν ‘φόρους’, θεωρούνται από την εν λόγω οργάνωση πως δεν είναι μουσουλμάνοι και άρα τους σκοτώνουν (ερ. 19/2Χ του δ. φ.). Ο αιτητής δήλωσε επίσης, ότι μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας, εξακολούθησαν να δέχονται απειλές μέχρι τη δολοφονία του πατέρα του, ενώ όταν ρωτήθηκε για τους λόγους που δεν εγκατέλειψε νωρίτερα τον τόπο διαμονής του, δήλωσε ότι ζούσε με τον φόβο και τον εκφοβισμό, επικαλούμενος την γενικότερη ανασφάλεια που επικρατεί στη Σομαλία καθώς και την αδυναμία για προστασία τους από μέρους της κυβέρνησης, αναφέροντας επίσης ότι όταν μετέβη στη θεία του, εξακολουθούσε να δέχεται απειλές [ερ. 19 του δ. φ.]

 

Σχετικά με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, που παρέμειναν μέχρι τέλη Απριλίου του 2022 στην πατρική τους οικία, ο αιτητής δήλωσε ότι η Al Shabaab δεν στοχοποιεί γυναίκες και παιδιά (ερ. 18/1Χ του δ. φ.), ενώ ερωτηθείς εάν μέχρι τότε, αλλά και μετά που μετοίκησαν στο Mogadishu, αντιμετώπισαν κάποιο πρόβλημα, απάντησε αρνητικά (ερ. 18/7Χ,8X του δ. φ.). Δήλωσε επίσης, ότι ο ίδιος μετά το θάνατο του πατέρα του κρυβόταν και δεν έβγαινε εκτός, ούτε και εργαζόταν (ερ. 18/1Χ-3Χ του δ. φ.), καθώς και ότι, όταν ο ίδιος εγκατέλειψε τη χώρα του, περί τις αρχές Απριλίου του 2022 πώλησαν τη γη τους, ενώ ο θείος του δανείστηκε χρήματα μέχρι να πωληθεί η γη τους, προκειμένου να ταξιδέψει ο αιτητής και να εγκαταλείψει τη χώρα του (ερ. 18/4Χ-6Χ του δ. φ.). Ακολούθως, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο η Al Shabaab αναζητούσε τον ίδιο κατόπιν που έφυγε από την περιοχή του, ο αιτητής απάντησε καταφατικά (ερ. 18/9Χ του δ. φ.). Τέλος, σχετικά με τη δυνατότητά του να διαφύγει από τον τόπο διαμονής του και να περάσει από σημεία ελέγχου της Al Shabaab μέχρι να φτάσει στη θεία του στο Mogadishu, ο αιτητής δήλωσε ότι χρημάτισε τρίτο πρόσωπο που τον μετέφερε μέσα σε όχημα με ζώα, όπου ο ίδιος κρυβόταν (ερ. 17/1Χ-3Χ του δ. φ.). Ερωτηθείς εκ νέου για την αδυναμία της Al Shabaab να τον εντοπίσει, παρά το ισχυρό της δίκτυο, δήλωσε γενικά ότι στο σπίτι ήταν ασφαλής (ερ. 17/6Χ του δ. φ.), εκφράζοντας παράλληλα την απροθυμία του να παραμείνει κρυμμένος σαν φυλακισμένος (ερ. 17/6Χ,7Χ του δ. φ.).

 

Σχετικά με τον ισχυρισμό περί διακριτικής μεταχείρισης λόγω της φυλετικής του καταγωγής, ο αιτητής αναφέρθηκε στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν γενικότερα τα μέλη της φυλής του (Ashraf/Asharaf) στη Σομαλία. Ειδικότερα, δήλωσε ότι υπάρχουν περιορισμοί στην εκπαίδευση, στην αγορά εργασίας, στη συμμετοχή τους στην πολιτική ζωή της χώρας, καθώς και στην επιλογή συντρόφου, λόγω απαγόρευσης διαφυλετικών γάμων, ως επίσης, ότι υφίστανται διακρίσεις ιδιαίτερα στο δικαίωμα εργασίας σε περίπτωση που επισκεφθούν την πόλη, λόγω της μειονοτικής τους φυλής. Ερωτηθείς για τους λόγους που ενόψει των ανωτέρω δεν μετοίκησε σε κάποια άλλη περιοχή της Σομαλίας, δήλωσε ότι παντού υπάρχουν διακρίσεις στη χώρα του, ενώ υπάρχουν και κάποιες φυλές που θα επέτρεπαν να μείνεις μαζί τους, αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ο ίδιος και η οικογένεια του δεν είχαν υποστήριξη από τα μέλη της φυλής του, λόγω του ότι όλοι τους αποτελούν μειονότητα και καθότι δεν είναι συσπειρωμένοι μεταξύ τους ως φυλή. Τέλος, ανέφερε ότι τα μέλη της φυλής του ζουν μαζί με άτομα από τις φυλές Digil και Mirifle, των οποίων αποτελούν μέρος οι Rahanweyn, μαζί με τους οποίους ζούσε και ο ίδιος, ενώ επίσης ομιλούσε τη διάλεκτο τους, την maay maay, αναφέροντας συνάμα, ότι κατά κύριο λόγο, τα μέλη της φυλής του διαβιούν στα νότια της Σομαλίας και ειδικότερα στη Marka, στο Mogadishu και το Bardaale [ερ. 21-20 του δ. φ.]

 

Καταλήγοντας, σχετικά με το μελλοντικό του φόβο, ο αιτητής δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του η ζωή του θα τεθεί σε κίνδυνο από την Al Shabaab, υποστηρίζοντας ότι ακόμη τον αναζητούν και θα τον σκοτώσουν, λόγω της μη καταβολής φόρου προς αυτούς. Τέλος, ερωτηθείς αναφορικά  με το ποιες πιστεύει πως θα είναι οι συνέπειες της επιστροφής του στη Σομαλία τη δεδομένη στιγμή, ο αιτητής επικαλέστηκε ότι εάν υπήρχε κάποιο ασφαλές για τον ίδιο μέρος στη χώρα του, τότε θα επέστρεφε εκεί, ωστόσο, όπου και να πάει βλέπει πως θα υπάρχουν προβλήματα, τόσο όσον αφορά την Al Shabaab όσο και σε σχέση με τη φυλή του. [ερ. 16 του δ. φ.]

 

Η αρμόδια λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε ο αιτητής κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε στην Έκθεση - Εισήγησή της τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς που αφορούν (ερ. 133 του δ. φ.): 1) τη χώρα καταγωγής, την περιοχή συνήθους διαμονής και το προφίλ του αιτητή, 2) την ισχυριζόμενη δίωξη από την τρομοκρατική οργάνωση Al Shabaab και 3) τον φόβο δίωξης ως μέλος της μειονοτικής φυλής Ashraf. Οι πρώτοι δύο ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί από την Υπηρεσία Ασύλου, ενώ ο τρίτος απορρίφθηκε.

 

Συγκεκριμένα, η αρμόδια λειτουργός έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό του αιτητή ως προς την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής του, καθώς οι δηλώσεις του αιτητή κρίθηκαν σαφείς και συνεκτικές, ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (ερ. 133-132 του δ. φ.).

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό περί δίωξης του αιτητή από την Al Shabaab, η αρμόδια λειτουργός σημείωσε ότι, ο αιτητής αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο θάνατο του πατέρα του από μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης Al Shabaab λόγω αδυναμίας καταβολής των φόρων στα μέλη της τελευταίας, καθώς επίσης, αναφέρθηκε στο ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο πατέρας του ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες και κατά τακτά διαστήματα, μέλη της Al Shabaab ζητούσαν φόρο από όλους τους γεωργούς της περιοχής και αυτό ονομαζόταν 'sakawaad', ενώ μετά τον θάνατο του πατέρα του στις 22 Φεβρουαρίου του 2022 απείλησαν και τον ίδιο πως θα τον σκοτώσουν και για να διαφύγει, μετέβη στην περιοχή Hawle Wadag στο Mogadishu στην οικία της θείας του, όπου, ως ανέφερε, παρόλο που άλλαξε αριθμό τηλεφώνου, συνέχισε να λαμβάνει απειλές κατά της ζωής του. Η αρμόδια λειτουργός επεσήμανε ότι εντοπίζονται αντιφάσεις στις δηλώσεις του αιτητή.

 

Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά ο αιτητής δήλωσε πως εργαζόταν μαζί με τον πατέρα του μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα του (ερ. 26/5Χ-6Χ και 27/7Χ-9Χ του δ. φ.), σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του, τον Φεβρουάριο του 2022, κρυβόταν και δεν έβγαινε έξω, ενώ στη συνέχεια μετέβη στην οικία της θείας του (ερ. 19/9Χ και 18/1Χ-3Χ του δ. φ.). Περαιτέρω, ως κατέγραψε η αρμόδια λειτουργός, ο αιτητής αρχικά ανέφερε πως για να μεταβεί στην Κύπρο πώλησε την περιουσία του πατέρα του (ερ. 23/5Χ του δ. φ.), ωστόσο ακολούθως ισχυρίστηκε πως βρήκαν αγοραστή για τη γη του πατέρα του μετά την άφιξη του στην Κύπρο και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 2022, ενώ επικαλέστηκε πως ο θείος του αναγκάστηκε να δανειστεί χρήματα από ένα άτομο για να μπορέσει να καλύψει ο αιτητής τα έξοδα του ταξιδιού του (ερ. 18/4Χ-6Χ του δ. φ.). Όταν του ζητήθηκε να αναφερθεί στα μέτρα προστασίας που έλαβε για να αντιμετωπίσει τις απειλές που έλαβε ο ίδιος και ο πατέρας του από μέλη της Al Shabaab, ο αιτητής ισχυρίστηκε πως δεν ανέφερε το περιστατικό στις αρχές γιατί ακόμα και αν το είχε πράξει κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει, επικαλούμενος πως δεν υπάρχει ασφάλεια στη χώρα του (ερ. 19/8Χ του δ. φ.).

 

Κληθείς ο αιτητής να περιγράψει την καθημερινότητά του κατά τους τελευταίους μήνες που έμενε στην περιοχή του, ανέφερε ότι διέμενε στην οικία του, το πρωί ασχολείτο με αγροτικές εργασίες με τον πατέρα του και το απόγευμα επέστρεφε πάλι στην οικία του (ερ. 26/5Χ του δ. φ.), ενώ ως σημείωσε η αρμόδια λειτουργός, ουδεμία αναφορά έκανε στις απειλές που λάμβανε από μέλη της Al Shabaab ούτε στο γεγονός ότι κρυβόταν (ερ. 26/6Χ του δ. φ.). Τέλος, η αρμόδια λειτουργός επεσήμανε ότι, ενώ ο αιτητής σε αρχικό στάδιο της συνέντευξης ανέφερε πως δέχτηκε απειλές και τηλεφωνήματα από μέλη της Al Shabaab, ακολούθως υπέπεσε σε αντίφαση, αναφέροντας πως ουδέποτε προσεγγίστηκε από  μέλη της εν λόγω οργάνωσης (ερ. 21/1Χ και 19/3Χ του δ. φ.) [ερ. 131-130 του δ. φ.]

 

Προχωρώντας στην εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, η αρμόδια λειτουργός προέβη σε έρευνα βάσει της οποίας διαπιστώθηκε πως η Al Shabaab αντλεί τη χρηματοδότηση της από την επιβολή φόρου σε διάφορα σημεία ελέγχου, από εκβιασμό στις επιχειρήσεις (σε κάποιες περιοχές της Σομαλίας γίνεται μηνιαίο έμβασμα από διάφορες εταιρείες προς την Al Shabaab), και επιβάλλει φορολογία εισαγωγών και φορολογία σε εταιρείες ακινήτων. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η Al Shabaab επιβάλλει φόρους άρδευσης και φορολογίες στον τομέα της γεωργίας (ερ. 44 του δ. φ.). Ως προς τις περιοχές στις οποίες δραστηριοποιείται η οργάνωση αναφέρονται οι περιοχές Kismayo, Mogadishu, Baidoa, Bosasso και Jowhar. Συνεπώς, λόγω των πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, που επιβεβαιώνουν την πρακτική επιβολής φόρου της Al Shabaab, ο ισχυρισμός αυτός έγινε αποδεκτός από την αρμόδια λειτουργό [ερ. 130 του δ. φ.]

 

Όσον αφορά τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, περί φόβου δίωξης λόγω της φυλής του, η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε ότι ο αιτητής δήλωσε ότι ανήκει στη μειονοτική φυλή Ashraf και ότι τα άτομα της φυλής αυτής υφίστανται διάκριση σε όλους τους τομείς, ενώ ερωτηθείς τι είδους διακρίσεις αντιμετώπισε εξαιτίας της φυλής του, ο αιτητής απάντησε πως τα άτομα της φυλής του δέχονται διακρίσεις στην εξεύρεση εργασίας, στην πολιτική ενασχόληση, στην εκπαίδευση, και στην ελεύθερη επιλογή να προχωρήσουν σε γάμο με άτομο που ανήκει σε διαφορετική φυλή. Ως σημείωσε η αρμόδια λειτουργός, ο αιτητής φοίτησε κανονικά σε σχολείο και είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και εργαζόταν με τον πατέρα του στη φάρμα τους μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα του (ερ. 27/1Χ-9Χ του δ. φ.).

 

Επιπλέον, ως σημείωσε η αρμόδια λειτουργός, σε ερωτήσεις που του τέθηκαν σχετικά με τη φυλή του, ο αιτητής ανέφερε ότι άτομα της φυλής του διαμένουν κυρίως στις περιοχές Marka, Mogadishu και Bardaale (ερ. 20/6Χ του δ. φ.) και ότι οι υπό-ομάδες που υπάγονται κάτω από τη φυλή του είναι οι Xassab, Cumar και Kalaafou (ερ. 24/2Χ,4Χ του δ. φ.). Επίσης ισχυρίστηκε ότι δεν διατηρεί επικοινωνία με την φυλή του (ερ. 24/3Χ του δ. φ.). Δήλωσε περαιτέρω πως στην περιοχή που διέμενε, διαμένουν επίσης άτομα από τη φυλή Digil και Mirifle και ανάφερε πως η τοπική διάλεκτος της φυλής του καθώς και της φυλής Digil και Mirifle, είναι η 'maay maay' (ερ. 20/5Χ του δ. φ.). Η αρμόδια λειτουργός επεσήμανε ότι ο αιτητής αρκέστηκε σε πληροφορίες που αφορούν την αντιμετώπιση της φυλής του γενικότερα, ενώ από τις δηλώσεις του δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παραβίαση βασικών του ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, κατέγραψε ότι ο αιτητής είχε πρόσβαση τόσο στην εκπαίδευση, όσο και στην εργασία. Η αρμόδια λειτουργός έκρινε πως ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει αυτό το μέρος του αιτήματός του [ερ. 130-129 του δ. φ.]

 

Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, η αρμόδια λειτουργός παραπέμπει σε πηγές βάσει των οποίων διαπιστώθηκε ότι στη Σομαλία υπάρχουν πολλές διαφορετικές φυλές όπως και μειονοτικές ομάδες που διαμένουν σε συγκεκριμένες περιοχές, ενώ εάν ένα άτομο το οποίο ανήκει σε μία συγκεκριμένη φυλή, μετακομίσει σε περιοχή της Σομαλίας όπου διαμένουν διαφορετικές φυλές, πρέπει να ακολουθεί τους κανονισμούς της συγκεκριμένης φυλής για να εξασφαλίσει την προστασία της φυλής αυτής (ερ. 50 του δ. φ.). Στην έρευνα της λειτουργού διαπιστώθηκε ότι στην περιοχή Bay διαμένουν άτομα που ανήκουν στη φυλή Rahanweyn και ειδικότερα στην περιοχή Bardaale όπου διέμενε ο αιτητής διαμένουν οι υπό ομάδες Leysan (Mirifle/Sideed) (ερ. 64 του δ. φ.). Πηγές στις οποίες παραπέμπει η αρμόδια λειτουργός αναφέρουν ότι στην περιοχή Bay σπάνια υπάρχουν εθνοομαδικές διαμάχες (ερ. 63 του δ. φ.).

 

Ως προς τη φυλή Ashraf, η αρμόδια λειτουργός παραπέμπει σε πηγές βάσει των οποίων η εν λόγω φυλή, είναι γενικότερα μια φυλή που είναι κοινωνικά σεβαστή και αποτελεί θρησκευτική ‘κάστα’ (ερ. 86-85 του δ. φ.), ενώ κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου στη Νότια Σομαλία το έτος 1990, δεχόταν περιστατικά βίας όπως ληστείες, ωστόσο, τα τελευταία χρόνια δεν είχαν παρατηρηθεί περιστατικά βίας εναντίον της εν λόγω φυλής, η οποία είχε αποκτήσει κύρος στην κοινωνία (ερ. 85 του δ. φ.). Ως διαπίστωσε η λειτουργός, δεν υπάρχουν αναφορές σε διακρίσεις εναντίον της εν λόγω ομάδας. Πηγές αναφέρουν επίσης ότι η φυλή Asharaaf (Ashraf) είναι μία θρησκευτική φυλή, άτομα της οποίας διαμένουν (κυρίως) μαζί με τη φυλή Rahanweyn και έχει σημαντικό ρόλο στη θρησκευτική εκπαίδευση (ερ. 50-49 του δ. φ.), ενώ οι φυλές που ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες είναι οι Tumaal, Midgaan, Ybir/Yibro, Madhibaan (Gabooye), Bantu (Jareer), Reer Benaadir (Benadiri) [ερ. 129-127 του δ. φ.]

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε ότι για να γίνει αποδεκτό ότι μια πράξη αποτελεί δίωξη, χρειάζεται αυτή να είναι αρκούντως σοβαρή από τη φύση της και την επανάληψή της και να συνιστά σοβαρή παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή να αποτελεί συσσώρευση παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων (άρθρο 9 της οδηγίας 2011/95/EE). Ως επεσήμανε, ο αιτητής αναφέρθηκε γενικά στην αντιμετώπιση της φυλής του χωρίς αναφορά σε προσωπική δίωξη. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ του αιτητή, σε συνδυασμό με τα ευρήματα της έρευνας, δεν φαίνεται να είναι άτομο το οποίο ζούσε στην εξαθλίωση και του οποίου παραβιάστηκαν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς ο αιτητής είχε πρόσβαση στην εκπαίδευση (απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) και τόσο ο ίδιος, όσο και η οικογένειά του είχαν πρόσβαση σε εργασία, ενώ διαβιούσε στην περιοχή του για αρκετά χρόνια χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε πράξη δίωξης λόγω της φυλής του. Ως εκ των ανωτέρω, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός [ερ. 127 του δ. φ.]

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, με βάση τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς (χώρα καταγωγής, προφίλ του αιτητή και ισχυριζόμενη δίωξή του από την οργάνωση Al Shabaab), η αρμόδια λειτουργός εξετάζοντας την κατάσταση ασφαλείας που επικρατούσε (τη δεδομένη περίοδο) στη Σομαλία (ερ. 94 και 90-89 του δ. φ.) και ειδικότερα στην επαρχία Bay (ερ. 64-60 και 43-41 του δ. φ.), κατέληξε ότι σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή εκεί, υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας στα πλαίσια εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (ερ. 126-125 του δ. φ.). Όσον αφορά τον κίνδυνο που ενδέχεται ο αιτητής να αντιμετωπίσει από την Al Shabaab εξαιτίας της φορολογίας που επιβλήθηκε για τη κτηματική γη του πατέρα του, η λειτουργός έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ύπαρξης ευλογοφανών λόγων ότι σε περίπτωση που ο αιτητής επιστρέψει στη χώρα του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης για καταβολή φόρων ως ιδιοκτήτης κτηματικής γης, καθώς η κτηματική γη, που ήταν η αφορμή της ισχυριζόμενης δίωξής του, πωλήθηκε τον Απρίλιο του 2022 και ο αιτητής δεν είναι πλέον ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης γης (ερ. 23/5Χ και 18/4Χ του δ. φ.). [ερ. 125-124 του δ. φ.]

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε ότι στο πρόσωπο του αιτητή δεν συντρέχουν τα απαιτούμενα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, καθώς οι λόγοι που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή δεν συνδέονται με κάποιον από τους λόγους δίωξης, που προβλέπονται στο εδάφιο 1 του άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων (ερ. 124 του δ. φ.).

 

Ακολούθως, εξετάζοντας τις προϋποθέσεις παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας με βάση το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμων, η αρμόδια λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2) του πιο πάνω Νόμου, ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της περίπτωσης (γ) του εν λόγω άρθρου 19(2), καθώς σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, θεωρήθηκε πως αυτός θα βρεθεί αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, χωρίς τη δυνατότητα αποτελεσματικής και μη προσωρινής κρατικής προστασίας, δεδομένου ότι οι κρατικές δυνάμεις δεν έχουν εδραιώσει την παρουσία τους στο συνήθη τόπο διαμονής του αιτητή (BardaaleBay region). [ερ. 124-122 του δ. φ.]

 

Στη συνέχεια, εξετάζοντας με βάση το άρθρο 12Γ(1) του περί Προσφύγων Νόμου τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης του αιτητή στο Mogadishu (περιοχή Hawle Wadag, όπου διαμένει η μητέρα του και τα αδέρφια του, στην οικία της θείας του, που επίσης διαμένει εκεί με την οικογένεια της – ερ. 25/3Χ,10Χ, 26/2Χ και 28/1Χ,3Χ του δ. φ.), η αρμόδια λειτουργός διεξήγαγε έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή και κατέληξε ότι, παρά το γεγονός ότι στην περιοχή εξελισσόταν εσωτερική ένοπλη σύρραξη, ο βαθμός αδιάκριτης βίας κατά αμάχων δεν ήταν τόσο υψηλός. Συνεπώς, και λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ του αιτητή, ενός ενήλικου και υγιούς προσώπου, χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, που έχει διαμείνει κατά το παρελθόν στο Mogadishu, όπου διαμένουν πλέον τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του που βρίσκονται στη χώρα του, καθώς και με επαρκή μόρφωση και επαρκές υποστηρικτικό δίκτυο, κατέληξε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι με την επιστροφή του στο Mogadishu, θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή με μόνη τη παρουσία του στην εν λόγω περιοχή, αλλά ούτε και ότι θα υποστεί οποιαδήποτε προσωπική δίωξη ή σοβαρή βλάβη, ενώ έχει συγγενικούς δεσμούς εκεί που θα μπορούσαν να τον στηρίξουν κατά τη διαβίωσή του, χωρίς να κινδυνεύει να αντιμετωπίσει απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Ως εκ τούτου κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν πληροί ούτε τις προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας [ερ. 122-118 του δ. φ.].  Ως εκ των ανωτέρω, το αίτημά του για διεθνή προστασία δεν έγινε αποδεκτό από την Υπηρεσία Ασύλου.

 

Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω κατ’ ουσίαν το αίτημα του αιτητή στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη το πιο πάνω ιστορικό και όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τον αιτητή και τον συνήγορο του, αλλά και από τους συνηγόρους που εκπροσωπούν τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή και ορθά έγινε αποδεκτός, θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω ότι, ως προς την ταυτότητα του αιτητή, θα έπρεπε να συμπεριληφθεί και η φυλή του. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις δηλώσεις του (ως έγιναν αποδεκτές και δεν αμφισβητούνται), ο αιτητής διέμενε στην περιοχή Bardaale (επαρχία Bay, πολιτεία South West της Σομαλίας), ο πατέρας του ήταν γεωργός/αγρότης και ο ίδιος απασχολείτο επίσης στα χωράφια μαζί με τον πατέρα του, ενώ τα (υπόλοιπα) μέλη της οικογένειας του ζουν πλέον στο Mogadishu (ερ. 22/1Χ του δ. φ.). Επιπλέον δε, ως επίσης ανέφερε, ο αιτητής έχει φίλους που ζουν στην περιοχή του στο Bardaale, αλλά δεν έχει πλέον επικοινωνία μαζί τους (ερ. 28 του δ. φ.), ενώ για περίπου τρεις βδομάδες προτού μεταβεί στο Mogadishu (όπου παρέμεινε για μια βδομάδα μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα του), ο αιτητής διέμενε τότε σε οικία φιλικού του προσώπου στο Bardaale (ερ. 21/1X του δ. φ.).

 

Συγκεκριμένα όσον αφορά τη φυλή του αιτητή, ο ίδιος δήλωσε ότι ανήκει στην ομάδα Ashraf/Asharaf (ερ. 24/2Χ του δ. φ.), που αποτελούσαν μειονότητα στη χώρα του, ως επίσης ανέφερε (ερ. 20/1Χ του δ. φ.), εξηγώντας επιπλέον, ότι τα μέλη της φυλής του ζουν κυρίως στη Marka, στο Mogadishu και το Bardaale, όπου διαμένουν μαζί με άτομα από τις φυλές Digil και MirifleRahanweyn), καθώς επίσης ότι ομιλούν τη διάλεκτο τους (τα maay maay) (ερ. 20/5Χ-7Χ του δ. φ.). Σε σχέση με τα προαναφερόμενα δεδομένα διεξήγαγα έρευνα από την οποία διαπιστώνεται ότι οι Ashraf (βάσει ιστορικών δεδομένων) αποτελούν ‘μικρή’ μουσουλμανική θρησκευτική κοινότητα, που «ορισμένες φορές θεωρούνται ως μειονότητα», ενώ τα άτομα της εν λόγω φυλής που ζουν μεταξύ των Digil-Mirifle «συνδέονται με αυτούς ως υποφυλή».[6] Επίσης, η διάλεκτος Af-Maay (ή Af-Maymay) αποτελεί την ‘κοινή γλώσσα’ στη νότια Σομαλία[7], ενώ οι Ashraf της ενδοχώρας (περιλαμβανομένης και της επαρχίας Bay), ομιλούν συγκεκριμένα την «τοπική διάλεκτο May»[8]. Συγκεκριμένα, οι Ashraf της επαρχίας Bay ομιλούν τη διάλεκτο των Rahanweyn και ως επιπλέον αναφέρεται, οι Ashraf κατοικούν σε περιοχές κοντά στις νότιες ακτές της Σομαλίας, από το Mogadishu στο Kismayo, ως επίσης στην ενδοχώρα, στις επαρχίες Bay και Gedo, καθώς και στις πόλεις Mogadishu, Kismayo, Marka, Huddur, Jowhar και Jalalaqsi.[9]

 

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό παρατηρώ ότι ενώ κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστος, καθότι προέκυψαν ασυνέπειες και αντιφάσεις στις δηλώσεις του αιτητή, λόγω του ότι διαπιστώθηκε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης η πρακτική επιβολής φορολογίας από την Al Shabaab, έγινε αποδεκτός.  Ωστόσο, στα πλαίσια και της ανάλυσης που προηγήθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός χρήζει αναδιατύπωσης με βάση τα ουσιώδη περιστατικά σε σχέση με τα όσα δήλωσε/επικαλείται ο αιτητής.  Προχωρώ λοιπόν στην αναδιατύπωση του ισχυρισμού λαμβάνοντας υπόψη στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ως αυτή έχει περιγραφή προηγουμένως.

 

Καταρχάς, αναφορικά με τα όσα δήλωσε ο αιτητής περί του ότι η Al Shabaab, στα πλαίσια της δράσης της, επέβαλλε ‘φόρο’ στους αγρότες/γεωργούς στην ευρύτερη περιοχή του, διακρίνεται συγκεκριμένα ότι ο αιτητής δήλωσε αρχικά πως η περιοχή του στο Bardaale ήταν τότε υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης της Σομαλίας (ερ. 25/8Χ του δ. φ.), ωστόσο, ως επίσης δήλωσε, δεν είχε τέτοιο επίπεδο εξουσίας εκεί, έτσι που η Al Shabaab απαιτούσε (γενικότερα) από τους αγρότες στην περιοχή του, την καταβολή φόρου, γνωστού ως “sakawaad” (ερ. 22/2Χ του δ. φ.). Ως διαπιστώνεται, από έρευνα που διεξήγαγα, η Al Shabaab έλεγχε κυρίως τις αγροτικές περιοχές εντός της επαρχίας Bay, ενώ οι κυβερνητικές δυνάμεις της χώρας είχαν τα κύρια αστικά κέντρα υπό τον έλεγχο τους[10], ενώ συγκεκριμένα όσον αφορά την περιοχή του αιτητή, το Bardaale, το αστικό κέντρο της εν λόγω πόλης φαίνεται να ήταν υπό τον έλεγχο των κυβερνητικών δυνάμεων, όμως οι γύρω αγροτικές περιοχές φέρεται να ήταν υπό ‘μικτό, ασαφή ή/και τοπικό έλεγχο’[11]. Ειδικότερα, η Al Shabaab φέρεται να επέβαλλε ‘φόρους’, γνωστούς ως “Zakawaat” στους αγρότες/γεωργούς (μεταξύ άλλων τομέων/επιχειρήσεων) σε περιοχές που είχε υπό τον έλεγχο της, αλλά και σε περιοχές που δεν ήταν υπό τον έλεγχο της.[12],[13]  Ως εκ τούτου, η εν λόγω δράση της A Shabaab με την επιβολή ‘φόρου’ στους γεωργούς σε αγροτικές περιοχές της επαρχίας Bay, όπου διατηρούσε φάρμα/γη και ο πατέρας του αιτητή (που αφορά συγκεκριμένα και το μέρος που φαίνεται πως έγινε αποδεκτό από την Υπηρεσία Ασύλου), δεν αμφισβητείται.

 

Ως αναλύθηκε ήδη παραπάνω, τα όσα επεσήμαναν οι καθ’ ων η αίτηση σχετικά με τον κτηματικό φόρο που επιβάλλει η οργάνωση Al Shabaab, επιβεβαιώνονται και από έρευνα του Δικαστηρίου.  Ειδικότερα, η Al Shabaab προέβαινε μεταξύ άλλων σε φορολόγηση αγροτικών προϊόντων, πώληση ζώων, χρήση υδάτινων και αρδευτικών πόρων, ως επίσης και σε τέλη κυκλοφορίας οχημάτων και τέλη για άδειες λειτουργίας.[14]  Συγκεκριμένα, ως αναφέρθηκε, η Al Shabaab ‘επέβαλλε φορολογία στα πάντα’ στις περιοχές υπό τον έλεγχο της, ενώ τούτο φέρεται πως ήταν κάτι «τόσο εξειδικευμένο που οι αγρότες δεν επιτρέπονταν να χρησιμοποιούν τον ποταμό και τα κανάλια του, εκτός εάν πλήρωναν ειδικούς φόρους για την άρδευση των αγροκτημάτων».[15] Ως επίσης αναφέρθηκε, «η συλλογή [φόρου] γινόταν ομοιόμορφα σε όλες τις περιοχές της νότιας και κεντρικής Σομαλίας, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών που δεν έλεγχε η Al Shabaab»[16], ενώ η φορολογία των γεωργικών προϊόντων (μεταξύ και κάποιων άλλων τύπων φορολογίας) ήταν ‘αποκλειστικά’ από την Al Shabaab[17].

 

Ωστόσο, ως προς την ουσία της παρούσας υπόθεσης, παρατηρείται πως με γενικότητα ο αιτητής ανέφερε ότι η Αl Shabaab δεν ζητούσε κάποιο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για φόρο και ότι μπορούσε να ζητήσουν οποιοδήποτε ποσό ήθελαν, καθώς επίσης ότι, η Αl Shabaab σε κάποια στιγμή απαιτούσε μεγαλύτερο χρηματικό ποσό από προηγουμένως, αναφέροντας τούτα δε, με αοριστία ως προς τις (κατά διαστήματα ως φαίνεται) περιόδους που απαιτούσε τον εν λόγω ‘φόρο’ η Al Shabaab από αυτούς (ερ. 22/2Χ του δ. φ.). Εξάλλου, από σχετικές πληροφορίες σε εξωτερική πηγή πληροφόρησης, προκύπτει ότι η Al Shabaab έπαιρνε ετήσιο ‘φόρο’ ως χρηματικό ποσό (γνωστό ως Zakah) από τις επιχειρήσεις και τους εμπόρους (που ανερχόταν σε 2,5% επί της αξίας των προϊόντων), ενώ από τους αγρότες/γεωργούς και κτηνοτρόφους έπαιρνε συγκεκριμένο ποσοστό από τα γεωργικά προϊόντα ή/και τα ζώα τους ως ‘φόρο’ (γνωστό και ως Zakawaat), και η συλλογή του ‘φόρου’ γινόταν «από στρατεύματα που κινητοποιούνταν από διαφορετικά τμήματα της Al Shabaab, με τη βοήθεια πρεσβυτέρων της φυλής» και «οι εισπράκτορες εξέδιδαν αποδείξεις».[18] Επιπλέον, ως αναφέρθηκε, «τα γεωργικά προϊόντα φορολογούνταν κατά τη συγκομιδή και ξανά κατά την πώλησή τους»[19], με ποσοστό ‘φόρου’ που ανερχόταν στο 10%[20]. Επίσης, η Al Shabaab επέβαλλε χρηματικό ‘φόρο’ για ‘άδεια λειτουργίας βαρέων ελκυστήρων’ και για ‘εγγραφή εγκατάστασης γεώτρησης ύδατος’, καθώς και ‘τέλη’ για καμήλες και αγελάδες που προσέρχονταν στην αγορά.[21]

 

Περαιτέρω, προχωρώντας με την εξέταση των όσων ο αιτητής ανέφερε σε σχέση με τα περί απειλών και δίωξης του πατέρα του, που εν τέλει σκοτώθηκε από την Al Shabaab, καθώς και τα περί απειλών εναντίον του ιδίου και περί καταδίωξής του από την Al Shabaab, λόγω του ότι ως αγρότες/γεωργοί αδυνατούσαν να πληρώσουν τον ‘φόρο’ που τους ζητούσαν, διαπιστώνεται έλλειψη συνοχής, ασάφεια και αντιφάσεις στην αφήγηση και τις δηλώσεις/απαντήσεις του αιτητή σε σχετικά ερωτήματα που του τέθηκαν. Ειδικότερα, εντοπίζονται αντιφάσεις/ασάφειες ως προς τα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά με την Al Shabaab.

 

Συγκεκριμένα, χωρίς συνάφεια, ο Αιτητής κατά την ελεύθερη του αφήγηση ανέφερε πως η Al Shabaab τους είχε προσεγγίσει κατά την εργασία τους στα χωράφια και τους ζητούσε να πληρώσουν ‘φόρο’ (ερ. 22/2Χ του δ. φ.), ωστόσο, αργότερα σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση που του έγινε, δήλωσε ότι δεν τον είχαν προσεγγίσει μέλη της Al Shabaab με οποιονδήποτε τρόπο (ερ. 19/3Χ του δ. φ.), αλλά και αμέσως μετά, με ασάφεια ισχυρίστηκε πάλι πως έστελναν άτομα για να τους ζητήσουν να πληρώσουν τους ‘φόρους’ (ερ. 19/5Χ του δ. φ.). Επίσης, ασάφεια και ασυνέπεια προκύπτει από σχετικές δηλώσεις του αιτητή, όπου κατά την ελεύθερη του αφήγηση ισχυρίστηκε πως προτού επιστρέψει στην περιοχή του στη Σομαλία ( ενόσω ακόμη σπούδαζε στην Uganda), η Αl Shabaab είχε απειλήσει τον πατέρα του μερικές φορές ότι θα τον σκοτώσουν επειδή δεν είχε αρκετά χρήματα για να πληρώσει τον ‘φόρο’ που του ζητούσαν.  Ακολούθως, ανέφερε συγκεκριμένα ότι ο πατέρας του είχε πληρώσει για το ταξίδι της επιστροφής του ιδίου από την Uganda, προβάλλοντας επίσης τούτο ως τον λόγο για τον οποίο ο πατέρας του δεν είχε αρκετά χρήματα για να πληρώσει τους ‘φόρους’ που ζητούσε (εκ νέου) η Αl Shabaab (ερ. 22/2Χ του δ. φ.).

 

Περαιτέρω, ο αιτητής ισχυρίστηκε επίσης ότι ενόσω ακόμη σπούδαζε στην Uganda και όταν ο πατέρας του δεν μπορούσε να πληρώσει τον ‘φόρο’, η Al Shabaab τον είχε συλλάβει και κρατείτο στη φυλακή για μια βδομάδα, μέχρι που οι γείτονες του (ως διευκρίνισε στο τέλος της συνέντευξης – ερ. 16/5Χ του δ. φ.) μάζεψαν τα χρήματα και τα έδωσαν στην Αl Shabaab ώστε να αφεθεί ελεύθερος ο πατέρας του (ερ. 22/2Χ του δ. φ.), άρα προκύπτει (επιπλέον) ασυνέπεια στα λεγόμενα του αιτητή, περί ότι ο πατέρας του αδυνατούσε για να πληρώσει τον ‘φόρο’ της Al Shabaab, ενώ ως προκύπτει, όταν χρειάστηκε προηγουμένως, τον είχαν βοηθήσει τότε οι γείτονες του, αφού κατάφεραν να μαζέψουν αρκετά χρήματα (προφανώς, τουλάχιστον όσο και ο απαιτούμενος φόρος) ώστε να αποφυλακιστεί. Ως εκ τούτου, προκύπτει ασάφεια στα όσα ο αιτητής επικαλέστηκε περί ότι ο πατέρας του απειλήθηκε και συνελήφθη/κρατήθηκε από την Al Shabaab επειδή δεν είχε αρκετά χρήματα για να πληρώσει τους ‘φόρους’ που του ζητούσαν.

 

Περαιτέρω, αναφορικά με τον κατ’ ισχυρισμό περιστατικό της δολοφονίας του πατέρα του από την Al Shabaab, παρατηρείται χρονική ασυνέπεια στα όσα ανέφερε ο αιτητής κατά την ελεύθερη του αφήγηση, περί του ότι στις 10/01/2022, η Al Shabaab τους έδωσε ‘τελεσίγραφο’ 20 ημερών μόνο, ώστε να πληρώσουν, αλλιώς θα τους σκότωναν, ενώ αμέσως μετά, ο αιτητής ανέφερε αόριστα πως όταν πέρασαν οι 20 ημέρες, στις 22/02/2022 σκότωσαν τον πατέρα του (ερ. 22/3Χ του δ. φ.), μετά από συνολικά διπλάσιες περίπου ημέρες από την εν λόγω προθεσμία που ο αιτητής δήλωσε ότι τους έδωσαν. Κληθείς να διευκρινίσει εάν συνέβη οτιδήποτε κατά την εν λόγω περίοδο, ο αιτητής επικαλέστηκε πως εξαρχής τους απειλούσαν για να πληρώσουν τους ‘φόρους’ (ερ. 19/5Χ του δ. φ.), ενώ αμέσως μετά, ισχυρίστηκε πως άρχισαν να τους απειλούν κατόπιν που παρήλθε η διορία των 20 ημερών (ερ. 19/6Χ του δ. φ.). Επίσης, προκύπτει αντίφαση στα λεγόμενα του αιτητή, αφού κατά την ελεύθερη του αφήγηση επικαλέστηκε πως την ημέρα που σκοτώθηκε ο πατέρας του, εκείνος επέστρεφε μόνος του στο σπίτι (ερ. 22/3Χ του δ. φ.), ενώ προηγουμένως ο αιτητής είχε δηλώσει ότι καθημερινά πήγαινε μαζί με τον πατέρα του στα χωράφια και μαζί επέστρεφαν κατά το απόγευμα (ερ. 26/5Χ του δ. φ.), χωρίς δε, να αιτιολογεί ευλόγως την περίπτωση αυτή ή να παραθέτει κάποιο ειδικό λόγο για τον οποίο ενδεχομένως δεν ήταν και οι δύο τους μαζί κατά το εν λόγω περιστατικό.

 

Συναφώς, ο αιτητής δήλωσε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο ίδιος κρυβόταν και δεν έβγαινε εκτός (ερ. 18/1Χ,2Χ του δ. φ.), επιβεβαιώνοντας συνάμα ότι ο ίδιος εργαζόταν στα χωράφια μέχρι την ημέρα που απεβίωσε ο πατέρας του (ερ. 18/3Χ του δ. φ.), και ούτε εξάλλου από τους αρχικούς του ισχυρισμούς κατά την ελεύθερη του αφήγηση προκύπτει πως ο ίδιος είχε σταματήσει να εργάζεται στα χωράφια με τον πατέρα του κατόπιν που τους απείλησε η Al Shabaab (ερ. 22/2Χ,3Χ του δ. φ.). Χωρίς ευλογοφάνεια δε, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μετά το (κατ’ ισχυρισμό) περιστατικό που σκότωσαν τον πατέρα του, ο ίδιος είχε μεταβεί και διέμενε στο σπίτι ενός φίλου του για τρεις περίπου βδομάδες, επικαλούμενος ότι έφυγε από το σπίτι του και πήγε στο σπίτι του φίλου του για να κρυφτεί προκειμένου να μην τον εντοπίσει η Al Shabaab, χωρίς να αναφέρει ενδεχομένως ότι συνέχισε να δέχεται και εκεί απειλές (ερ. 21/1Χ του δ. φ.), ενώ κατά τη μία βδομάδα προτού εγκαταλείψει τη χώρα του που βρισκόταν στο σπίτι της θείας του στο Mogadishu, ισχυρίστηκε πως επικοινώνησαν μαζί του από την Al shabaab απειλώντας τον και πάλι (ερ. 21/1Χ και 19/9Χ του δ. φ.).

 

Περαιτέρω, από την έρευνα που διεξήγαγα προκύπτει ότι η Al Shabaab μπορούσε να επιβάλει φόρους και να εκβιάζει όχι μόνο σε περιοχές που τελούν υπό τον άμεσο έλεγχό της – δηλαδή στον πυρήνα της – αλλά και πέρα από αυτές, ακόμη και εκεί όπου δεν διατηρεί μόνιμη παρουσία ή όπου η παρουσία της είναι αμφισβητούμενη, ανάλογα με τη δύναμη της κυβέρνησης και των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας σε τοπικό επίπεδο.[22] Ελλείψει ενός αποτελεσματικού συστήματος προστασίας, η Al Shabaab μπορεί να εξαναγκάσει οποιονδήποτε να πληρώσει φόρους.[23] Οι απειλές και οι τιμωρίες αποτελούν βασικά στοιχεία της τακτικής επιβολής της Al-Shabaab, προκειμένου να εξαναγκάζει τους πολίτες σε συμμόρφωση και να διασφαλίζει την απρόσκοπτη λειτουργία του φορολογικού της συστήματος.[24] Θανάσιμη ή ωμή βία είναι σχετικά σπάνια, καθώς η απειλή ή «η σκιά» της είναι επαρκής για να αποτρέψει τη μη συμμόρφωση.[25]

 

Αναφορικά με τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της Al Shabaab έχει καταγραφεί πως όσοι δεν συμμορφώθηκαν με τις χρηματικές απαιτήσεις της ανωτέρω οργάνωσης φέρεται ότι ‘αντιμετώπιζαν αξιόπιστες απειλές άσκησης βίας’.[26] Ως έχει επίσης καταγραφεί, το ‘φορολογικό σύστημα’ της Al Shabaab ‘υποστηριζόταν’ από εκφοβισμό υπό διάφορες μορφές, αφού η πληρωμή ‘φόρων’ στην Al Shabaab ήταν κάτι ‘υποχρεωτικό’, που φέρεται να παρακινείτο ‘αποκλειστικά’ από «φόβο και εύλογη απειλή για τις ζωές των φορολογούμενων», ενώ συνάμα δεν φαίνεται να υπήρχε κάποια (αποτελεσματική) προστασία από την κυβέρνηση της Σομαλίας.[27] Επιπλέον, η είσπραξη ‘φόρου’ από την Al Shabaab αναφέρθηκε ως ‘βάναυση’ και όσοι δεν συμμορφώνονταν με αυτή, φέρεται ότι «αναγκάστηκαν να κλείσουν την επιχείρησή τους, να αλλάξουν τα στοιχεία επικοινωνίας τους ή να εγκαταλείψουν τη χώρα», ενώ «σε ‘ακραίες περιπτώσεις’, όταν οι φορολογούμενοι αρνούνταν απροκάλυπτα να πληρώσουν» τους ‘φόρους’ που τους ζητούσαν, τότε η Al Shabaab φέρεται να «πρόβαινε σε στοχευμένες δολοφονίες» όσων αρνούνταν «να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της».[28]  Περαιτέρω, η ‘άρνηση στην φορολογία’ δεν ήταν επιλογή σε περιοχές υπό τον έλεγχο της Al Shabaab, «όπου όλοι πλήρωναν φόρους»[29], ενώ ‘πολλοί άνθρωποι’ που ζούσαν σε περιοχές που ελέγχονταν από την κυβέρνηση φέρεται να «πλήρωναν φόρους και άλλα τέλη στην Al Shabaab καθώς και στις τοπικές αρχές, ‘τρομοκρατημένοι’ από τις συνέπειες σε αντίθετη περίπτωση»[30]. Παράλληλα, αναφέρθηκε ότι «η Al Shabaab επέβαλλε αυστηρή τιμωρία σε άτομα στις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της» και πως έχουν υπάρξει ισχυρισμοί ότι η Al Shabaab ‘βασάνισε’ τους κατοίκους σε συγκεκριμένη (τέτοια) περιοχή «για αδικήματα, συμπεριλαμβανομένης της αδυναμίας τους να πληρώσουν φόρους»[31].

 

Παρά ταύτα, στην προκειμένη περίπτωση παρατηρείται ότι ο αιτητής, ως ήδη αναλύθηκε ανωτέρω, υπέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις και ασάφειες ως προς τους ισχυρισμούς περί δίωξης του από την Al Shabaab λόγω αδυναμίας καταβολής ‘φόρων’ προς την εν λόγω οργάνωση, καθώς επίσης, εντοπίστηκε ασυνέπεια στα όσα ο ίδιος ανέφερε περί της φορολογίας που κατ’ ισχυρισμό τους επέβαλε η Al Shabaab, που ως επίσης αναλύθηκε παραπάνω δεν συνάδουν πλήρως με σχετικές εξωτερικές πληροφορίες. Επιπρόσθετα, κανένα περιστατικό παρελθούσας προσωπικής δίωξης ή σοβαρής βλάβης εναντίον του κατέδειξε ο αιτητής και ούτε από τους ισχυρισμούς του προκύπτει οιαδήποτε επαφή/εμπλοκή του ή κάποια ιδιαίτερη βιωματική του εμπειρία έστω υπό τη μορφή λεκτικών απειλών, που ο ίδιος επικαλέστηκε, με την Al Shabaab.  Ως εκ των ανωτέρω, ο πιο πάνω ισχυρισμός του αιτητή (περί προσωπικής του δίωξης από την Al Shabaab) δεν γίνεται αποδεκτός στο σύνολό του.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, συντάσσομαι με τα ευρήματα που κατέγραψαν οι καθ’ ων η αίτηση και κρίνεται ότι ορθά δεν έγινε αποδεκτός. Με βάση τις παραγράφους 54 και 55 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων (του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Η.Ε. για τους Πρόσφυγες) (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «54 Διαφορές στη μεταχείριση διαφόρων κοινωνικών ομάδων υπάρχουν πράγματι σε μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση σε πολλές κοινωνίες. Πρόσωπα που τους επιφυλάσσεται λιγότερο ευμενής μεταχείριση εξαιτίας τέτοιων διαφορών δεν είναι κατ’ ανάγκη θύματα δίωξης. Μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις η διάκριση αυτή συνιστά δίωξη. Αυτό συμβαίνει μόνον όταν τα μέτρα διάκρισης καταλήγουν σε συνέπειες ουσιωδώς επιζήμιου χαρακτήρα για το πρόσωπο που τα υφίσταται, π.χ. σοβαρούς περιορισμούς στο δικαίωμά του να κερδίζει τα προς το ζην, στο δικαίωμά του να ασκεί τη θρησκεία του ή στο δικαίωμά του πρόσβασης σε γενικώς προσιτά εκπαιδευτικά ιδρύματα. 55  Όπου τα μέτρα δυσμενούς διάκρισης δεν είναι καθεαυτά σοβαρά, είναι ωστόσο δυνατό να προκαλούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης, εάν προξενούν στη συνείδηση του εν λόγω προσώπου συναισθήματα ανησυχίας και ανασφάλειας για το μέλλον του. Εάν ανάλογα μέτρα, αυτά καθεαυτά, συνιστούν δίωξη, αυτό πρέπει να καθορισθεί λαμβανομένων υπόψη όλων των συνθηκών. Ο ισχυρισμός για την ύπαρξη φόβου δίωξης είναι περισσότερο βάσιμος όταν ένα πρόσωπο υπήρξε θύμα μιας σειράς μέτρων δυσμενούς μεταχείρισης αυτού του τύπου, και όταν μ’ αυτόν τον τρόπο εμπλέκεται ένα στοιχείο συσσώρευσης λόγων

 

Ειδικότερα, με βάση τα όσα ο αιτητής ισχυρίστηκε περί του ότι τα άτομα της φυλής του, ως μειονοτική ομάδα, γενικότερα αντιμετώπιζαν κοινωνική διάκριση και διακριτική μεταχείριση γενικότερα σε διάφορους τομείς (ερ. 21/2Χ του δ. φ.), δεν προκύπτει στην περίπτωσή του, οιαδήποτε προσωπική αποστέρηση βασικού του δικαιώματος ή δίωξή του, ή έστω σοβαρή βλάβη εναντίον του, εξαιτίας της φυλής του.  Συγκεκριμένα, στη συνέντευξή του ο αιτητής ανέφερε πως ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη χώρα του και συνέχισε τις σπουδές του σε πανεπιστήμιο της Uganda, αποκτώντας πτυχίο διοίκησης επιχειρήσεων, ενώ στον τομέα της εργασίας, ο αιτητής ανέφερε ότι απασχολείτο με αγροτικές εργασίες στη φάρμα του πατέρα του (ερ. 27 του δ. φ.). Σε ερωτήσεις που τέθηκαν στον αιτητή αναφορικά με τη φυλή του, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι παρόλο που είναι μορφωμένο άτομο δεν μπορεί να εργαστεί στον τομέα εξειδίκευσης του, ενώ επίσης ανέφερε ότι άτομα της φυλής του έχουν περιορισμούς στην πρόσβαση στην πολιτική και ότι εάν επισκεφθεί την πόλη οι κάτοικοι εκεί θα πουν ότι ανήκει σε μειονοτική φυλή και ότι δεν έχει δικαίωμα σε εργασία (ερ. 21/4Χ του δ. φ.).  Η εσωτερική ακιοπιστία του τρίτου ουσιώδης ισχυρισμού του αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.

 

Κληθείς να προσθέσει οτιδήποτε σε σχέση με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με τη φυλή του, ο αιτητής απάντησε αόριστα ότι όταν πρόκειται για την εκπαίδευση και τις βασικές ανάγκες χρειάζεσαι κάποιον να σε βοηθήσει (ερ. 21/5Χ του δ. φ.). Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει κατά πόσο ο ίδιος ή μέλος της οικογένειάς του αντιμετώπισαν οποιοδήποτε πρόβλημα από μέλος άλλης φυλής, ο αιτητής αναφέρθηκε στον μεγαλύτερο αδερφό του, ο οποίος ενεπλάκη σε καυγά με κάποιο άλλο άτομο, το οποίο ανήκε στη φυλή Habar Gidir, ενώ ανέφερε επιπλέον ότι δεν έχουν το δικαίωμα να τελέσουν γάμο με άτομα άλλης φυλής (ερ. 21/6Χ του δ. φ.). Σε σχετική ερώτηση ο αιτητής ανέφερε ότι αυτές οι διακρίσεις υπάρχουν σε όλη την επικράτεια της χώρας (ερ. 21/7Χ του δ. φ.). Σε ερώτηση κατά πόσο επιθυμεί να προσθέσει οτιδήποτε σχετικά με τη φυλή του, ο αιτητής επανέλαβε την έλλειψη εργασιακών ευκαιριών και ότι σε περίπτωση διαπληκτισμού με την φυλή που κατέχει την πλειοψηφία, δεν υπάρχει το δικαίωμα καταγγελίας του περιστατικού στις αρχές (ερ. 20/3Χ του δ. φ.).

 

Πέραν της έρευνας που διεξήγαγαν οι καθ’ ων η αίτηση, ανέτρεξα σε πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη φυλή Ashraf/Asharaf. Ειδικότερα, καταγράφεται για τους Ashraf ότι «παραδοσιακά έπαιζαν ‘σημαντικό ρόλο’ στην επίλυση συγκρούσεων και τυγχάναν σεβασμού και προστασίας από τις φυλές με τις οποίες ζούσαν», αν και «ορισμένοι επηρεάστηκαν ‘σοβαρά’ από τις εμφύλιες συγκρούσεις της δεκαετίας του 1990 και έχασαν αυτή την καθιερωμένη προστασία, με αποτέλεσμα [τότε] να γίνουν στόχοι παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από πολιτοφυλακές φυλών και πολέμαρχους».[32] Ως επίσης αναφέρθηκε, οι Ashraf «είχαν επιτύχει πολιτική επιρροή και επιτυχία στην εκπαίδευση και το εμπόριο με τις αραβικές χώρες, ωστόσο εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν διακρίσεις και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων λόγω της μη φυλετικής τους καταγωγής και της έλλειψης ένοπλης πολιτοφυλακής».[33] Επιπλέον, ως καταγράφηκε, «σε κάποιο βαθμό, τα μέλη των Ashraf θεωρούνταν ‘ξένοι’ στη Σομαλία από τις κυρίαρχες σομαλικές φυλές», αφού ως οι ίδιοι ισχυρίζονται, «κατάγονται από την Αραβία και αποκαλούνται ‘Άραβες’ από άλλους Σομαλούς», ενώ θεωρούνται «μια αδύναμη, άοπλη θρησκευτική ομάδα χωρίς κοινωνικά ή νομικά δικαιώματα».[34]

 

Περαιτέρω πληροφορίες αναφέρουν ότι οι Ashraf διαχωρίζονται σε δύο κύριες ομάδες στη Σομαλία (ανάλογα με την καταγωγή και την περιοχή που έχουν εγκατασταθεί)[35], όπου δε, η μία ομάδα (γνωστή ως “Hassan”), αναφέρεται «κυρίως σε όσους ζουν στην ενδοχώρα ή στις αγροτικές περιοχές του νότου», που «είναι συνήθως ‘υιοθετημένα’ μέλη φυλής σε μία από τις τοπικές φυλές», και που είναι «ίσοι και έχουν τα ίδια δικαιώματα με τα υπόλοιπα μέλη της φυλής», αν και ως επίσης αναφέρεται, «παραμένει μια διάκριση μεταξύ των αρχικών μελών και εκείνων που έχουν ‘υιοθετηθεί’, ανεξάρτητα από το πόσες γενιές πριν έλαβε χώρα η ‘υιοθεσία’»[36]. Ως εκ τούτου, θεωρούνταν ότι ‘δεν είναι μειονότητα’, αλλά «αποτελούσαν μέρος του συστήματος των σομαλικών φυλών»[37], ωστόσο, πληθυσμιακά, οι Ashraf στο εσωτερικό της Σομαλίας φέρεται ότι αποτελούν μειονότητα, ενώ οι πρεσβύτεροι της εν λόγω φυλής ‘ξεκαθάρισαν’ πως υπάρχει μόνο μία ομάδα (ή φυλή) Ashraf στη Σομαλία, αν και (συνάμα) αναγνώρισαν ότι οι Ashraf ‘υποδιαιρούνται’ σε δύο κατηγορίες με βάση τις γραμμές των ανδρών προγόνων τους, ήτοι στους “Hussein” και “Hassan”[38]. Επίσης, έχει καταγραφεί ότι οι Ashraf «‘συνήθως’ ζουν ενωμένοι με τους ανθρώπους με τους οποίους έχουν εγκατασταθεί μαζί, ήτοι τους Digil-Mirifle ή Benadiri, και ‘συνήθως προστατεύονται’ από τους ανθρώπους με τους οποίους ζουν», ωστόσο, παρά το γεγονός πως λόγω τούτου φέρεται ότι «δεν στοχοποιούνταν ως τέτοια μειονότητα», εντούτοις, ‘υπέφεραν’ ενδεχομένως «από τα ίδια προβλήματα με τις φυλές ‘φιλοξενίας’ τους».[39] Επιπλέον, οι Ashraf «δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με οποιαδήποτε από τις κυρίαρχες σομαλικές φυλές» και οι διαφυλετικοί γάμοι μεταξύ των Ashraf και μελών των μεγάλων φυλών στη Σομαλία ‘σπάνιζαν’, αφού οι γάμοι «λάμβαναν χώρα σχεδόν αποκλειστικά εντός της ίδιας της κοινότητας των Ashraf».[40] Ενδεικτικά, όσον αφορά στο επάγγελμα των Ashraf, σημειώνεται ότι οι Rahanweyn, επίσης γνωστοί ως Digil-Mirifle (με τους οποίους συνδέονται ιστορικά οι Ashraf της ενδοχώρας στη Σομαλία, περιλαμβανομένης και της επαρχίας Bay, ως προκύπτει από τις εξωτερικές πληροφορίες που παρατίθενται ανωτέρω), ασχολούνταν (παραδοσιακά) με τον γεωργοκτηνοτροφικό τομέα.[41]

 

Ως γενικότερα καταγράφηκε, το φυλετικό σύστημα κατανομής εξουσίας σε πολιτικό επίπεδο, που είχε υιοθετηθεί στη Σομαλία, χαρακτηρίστηκε πως αποτέλεσε μια ‘μεροληπτική προσέγγιση’ για τις μειονότητες, ενώ όσον αφορά τους διαφυλετικούς γάμους, αναφέρθηκε πως «παρά την εθιμική απαγόρευση από τις φυλές των διαφυλετικών γάμων με μία μειονότητα, τέτοιες σχέσεις ιστορικά πιθανότατα πάντα λάμβαναν χώρα, τουλάχιστον στα κρυφά, αν και ήταν σπάνιες», και ως προς την εργοδότηση, καταγράφηκε ότι «δεδομένου πως λίγα μέλη της μειονότητας είχαν λάβει αρκετή εκπαίδευση, με εξαίρεση ορισμένων που κατάφεραν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό, δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένοι για τις περισσότερες σύγχρονες ευκαιρίες απασχόλησης».[42]

 

Σε κάθε περίπτωση, με βάση και τα όσα ο ίδιος δήλωσε, ο αιτητής σε καμία περίπτωση δεν στοιχειοθέτησε διάκριση στον τομέα της απασχόλησης ή της εκπαίδευσης που οδήγησε σε συνέπειες ουσιωδώς επιζήμιου χαρακτήρα για το πρόσωπό του, ούτε αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά κατά τα οποία ο ίδιος προσωπικά υπέστη διακριτική μεταχείριση. Ως προς τη μόρφωση του, είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ ως προς τον τομέα της εργασίας δεν απέδειξε ότι προσπάθησε να αναζητήσει εργασία και απορρίφθηκε λόγω της φυλής του. Ο αιτητής ουδόλως προώθησε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό διακριτικής μεταχείρισης εναντίον του προσωπικά με συνέπεια να μην τεκμηριώνεται ο εν λόγω ισχυρισμός του.  Κατά συνέπεια, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν. 6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Προχωρώντας σε εκ νέου εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, βάσει επικαιροποιημένης έρευνας του Δικαστηρίου αναφορικά με την Al Shabaab και τη δραστηριότητα της στη Σομαλία (γενικότερα) και ειδικότερα στην επαρχία Bay (περιοχή συνήθους διαμονής του αιτητή), προκύπτουν οι ακόλουθες πληροφορίες:

 

Η Al Shabaab φέρεται να ‘αύξησε οριακά’ τις περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχό της στη Σομαλία κατά την περίοδο μεταξύ Απριλίου 2025 και Μαρτίου 2026, σε περιοχές συμπεριλαμβανομένης (μεταξύ άλλων) και της επαρχίας Bay[43], ενώ επίσης, προκύπτει ότι η Al Shabaab διατήρησε επιχειρησιακές δυνατότητες και άσκησε ‘επιρροή’ σε περιοχές που βρίσκονται πάρα πέρα ​​από το άμεσο πεδίο ελέγχου της[44],[45], συμπεριλαμβανομένων των αγροτικών περιοχών και στην επαρχία Bay (μεταξύ άλλων)[46], όπου η εν λόγω οργάνωση ‘επιβάλλεται ως εναλλακτική αρχή’ και συλλέγει φόρους[47]. Ως επίσης αναφέρθηκε, η Al Shabaab επιβάλλει πάγια ποσά φόρων στα οδοφράγματά της που βρίσκονται σε αγροτικούς δρόμους στην ύπαιθρο.[48]

 

Γενικότερα, καταγράφεται πως η «στρατηγική της Al-Shabab μπορεί να θεωρηθεί διττή, εφαρμόζοντας διαφορετικές τακτικές σε περιοχές υπό τον έλεγχό της και σε περιοχές εκτός του ελέγχου της», ενώ η εν λόγω οργάνωση (ως αναφέρεται) «λειτουργεί με σχετικά ‘εξελιγμένες δομές διακυβέρνησης’ στις περιοχές όπου έχει τη μεγαλύτερη επιρροή και παρουσία» και «αυτό επέτρεψε στην οργάνωση να διατηρήσει σημαντική παρουσία σε απομακρυσμένες και αγροτικές περιοχές».[49] Ειδικότερα, ως αναφέρεται, «σε περιοχές όπου η κυβέρνηση κυριαρχεί ή ο έλεγχος είναι ασαφής και αμφισβητούμενος, η Al-Shabab ‘προτιμά’ να διεισδύει και να ασκεί ‘καταναγκαστική επιρροή’ στις υπάρχουσες δομές, υπονομεύοντας το κράτος μέσω απειλών και βίας», ενώ «μπορεί να ‘στοχεύσει’ τις απειλές της, να εισπράττει φόρους και γενικά να ‘ασκεί επιρροή’ στη συμπεριφορά των πολιτών χωρίς σημαντική εδαφική παρουσία ή επιρροή».[50]

 

Περαιτέρω, καταγράφεται ότι «η Al-Shabab βασίζεται, από οικονομικής άποψης, σχεδόν εξ ολοκλήρου στη συμμόρφωση των πολιτών - και στη βοήθειά της στην είσπραξη αυτών των φόρων», ενώ «οι φορολογικές απαιτήσεις δεν είναι διαπραγματεύσιμες θεωρητικά, αλλά οι άνθρωποι μπορούν να διαπραγματευτούν σε κάποιο βαθμό» και «το γεγονός ότι οι πρεσβύτεροι της φυλής διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην είσπραξη των φόρων επέτρεψε περαιτέρω διαπραγματεύσεις κατά τρόπους σημαντικούς [αλλά] και ελάχιστους».[51] Εξάλλου, οι πολίτες «μπορούσαν ακόμα να διαπραγματευτούν τον [επιβαλλόμενο ετήσιο] φόρο προς τα κάτω υπό ορισμένες συνθήκες, ιδίως οικονομικές δυσκολίες και ξηρασία».[52]

 

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με σχετική δήλωση του αιτητή, περί ότι πωλήθηκε η φάρμα/γη που είχαν ώστε να πάρει τα χρήματα που χρειάζονταν για το ταξίδι του (ερ. 23/5Χ του δ. φ.), προκύπτει ότι ο ίδιος έχει πλέον εγκαταλείψει την προηγούμενη δραστηριότητα/απασχόληση του ως γεωργός/αγρότης και κατ’ επέκταση εξάλλου έχει απωλέσει την επιχειρηματική ιδιότητα του γαιοκτήμονα/αγρότη. Ούτε προκύπτει πως θα πρέπει ο ίδιος να διακινείται συχνά/καθημερινά δια μέσου της ευρύτερης αγροτικής περιοχής γύρω από την πόλη Bardaale (ως συνήθιζε ως μέρος της προηγούμενης του δραστηριότητας/απασχόλησης), ώστε ενδεχομένως τούτο να αυξάνει τον δυνητικό κίνδυνο στοχοποίησης του αιτητή από την Al Shabaab.

 

Από περαιτέρω πληροφορίες σε εξωτερική πηγή πληροφόρησης, συγκεκριμένα όσον αφορά την περιοχή συνήθους διαμονής του αιτητή (τη συνοικία Horseed στην πόλη Bardaale της επαρχίας Bay – ερ. 25/2Χ,4Χ,6Χ,7Χ του δ. φ.), προκύπτει ότι η ευρύτερη περιοχή του Bardaale περιλαμβάνει αρκετά χωριά και αγροτικές περιοχές, όπου υπάρχουν γεωργικές δραστηριότητες, ενώ συγκεκριμένα η πόλη του Bardaale ήταν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης της Σομαλίας και αποτελεί το ‘αστικό κέντρο’, το οποίο διαχωρίζεται σε τέσσερεις γειτονιές, περιλαμβανομένης και της συνοικίας Horseed (τόπος συνήθους διαμονής του αιτητή), όπου φιλοξενείτο περί του 30% του συνολικού πληθυσμού της πόλης.[53]

 

Όσον αφορά τη φυλή Ashraf/Asharaf στην οποία ανήκει ο αιτητής, εξωτερικές πληροφορίες αναφέρουν (γενικότερα) πως «οι μειονότητες είναι κατακερματισμένες μέσα στην κοινωνία και γενικά στερούνται πολιτικής και στρατιωτικής οργάνωσης σε σύγκριση με τις πλειοψηφικές ομάδες», ενώ ειδικότερα για τους Ashraf, καταγράφεται ότι «δεν έχουν σημαντικές θρησκευτικές ή δογματικές διαφορές με το Ισλάμ όπως εφαρμόζεται στη χώρα και δεν υποφέρουν από αποκλεισμό» καθώς επίσης, ότι οι Ashraf που έχουν συνδεθεί με μεγάλες ομάδες φυλών ‘επωφελούνται’ ως εκ τούτου «από την πρόσβαση σε τουλάχιστον ορισμένες ευκαιρίες σε αυτή τη βάση», ωστόσο, ως επίσης αναφέρεται, τα μέλη τους «ενδέχεται να αντιμετωπίσουν διακρίσεις και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λόγω της καταγωγής τους εκτός των κυρίαρχων φυλών της Σομαλίας».[54] Διακρίνεται επίσης, ότι περί τον Νοέμβριο του 2024, το κοινοβούλιο της Σομαλίας ψήφισε νόμο που επιτρέπει τη ‘μία ψήφο ανά άτομο’ και αντικαθιστά το προηγούμενο ‘έμμεσο’ σύστημα ψηφοφορίας που υπήρχε και βασιζόταν στους εκπρόσωπους των φυλών.[55]

 

Ειδικότερα δε, στην περιοχή συνήθους διαμονής του αιτητή στη Σομαλία (στην πόλη Bardaale), καταγράφεται πως εκεί κατοικούν ‘κυρίως’ άτομα της φυλής RahanweynDigil-Mirifle) και ‘ιδιαίτερα’ των υποφυλών Mirifle, όπως η Leysan, που αποτελεί την ‘επικρατούσα’ φυλή στις τρεις από τις τέσσερεις γειτονιές του Bardaale, με πληθυσμό περί του 80% του συνολικού πληθυσμού της πόλης, ενώ στις υπόλοιπες φυλές που αναφέρονται ότι διαμένουν στην πόλη Bardaale, συγκαταλέγεται και η φυλή Asharaf (μεταξύ και άλλων μειονοτήτων που αναφέρονται ότι ζουν εκεί).[56]

 

Στο σημείο αυτό, επισημαίνεται ως προς το προφίλ και περιστάσεις του αιτητή, ότι αυτός αποτελεί σχετικά νεαρό άτομο, χωρίς ιδιαίτερα/σοβαρά προβλήματα υγείας και χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας, με εργασιακή δυνατότητα/ικανότητα, ως επίσης, με προηγούμενη ενασχόληση στη χώρα του, καθώς και με μόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου αλλά και απασχόληση (εκτός της χώρας του), ο οποίος έζησε για αρκετά χρόνια στην πόλη Bardaale, όπου διαθέτει κοινωνικό δίκτυο (ερ. 28 του δ. φ.), ενώ έχει επίσης οικογένεια/συγγενείς στη χώρα καταγωγής του, που ζουν στο Mogadishu συγκεκριμένα (ερ. 28 του δ. φ.).

 

Πέραν των πιο πάνω, ως προς τις συνθήκες στην πόλη Bardaale, εξωτερικές πληροφορίες αναφέρουν ότι «oι υποδομές της πόλης ήταν σχετικά ‘υπανάπτυκτες’, με ‘περιορισμένη πρόσβαση’ σε βασικές υπηρεσίες όπως η υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση και το καθαρό νερό», ενώ «οι δρόμοι ήταν συχνά σε ‘κακή’ κατάσταση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των βροχερών περιόδων, γεγονός που μπορούσε να ‘εμποδίσει’ τις μεταφορές και την πρόσβαση στην αγορά».[57] Ωστόσο, καταγράφεται (συνάμα) ότι «διάφοροι διεθνείς οργανισμοί και μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) δραστηριοποιούνταν στο Bardaale, παρέχοντας ανθρωπιστική βοήθεια και αναπτυξιακή υποστήριξη για την αντιμετώπιση των αναγκών του τοπικού πληθυσμού και των εσωτερικά εκτοπισμένων», περιλαμβανομένης της «επισιτιστικής βοήθειας, έργων ύδρευσης και αποχέτευσης, υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης και προγραμμάτων υποστήριξης των μέσων διαβίωσης».[58]

 

Επίσης, ως καταγράφεται για την πόλη Bardaale, περί το 2024, παρατηρήθηκε «‘βελτίωση’ κυρίως στις οδικές υποδομές και στην ανάπτυξη νέων οικισμών και κατοικημένων περιοχών γύρω από τα περίχωρα της πόλης», ενώ ταυτόχρονα «ο αριθμός των κοινωνικών υπηρεσιών και των δημόσιων εγκαταστάσεων ‘αυξήθηκε’ επίσης, ιδίως οι υποδομές υγείας και εκπαίδευσης που αναβαθμίστηκαν, και ανεγέρθηκαν νέα δημοτικά και γυμνάσια», αν και η πρόσβαση σε νερό, αποχέτευση και ιδιοκτησία γης «παρέμειναν περιορισμένες για ορισμένες περιοχές και γειτονιές της πόλης», επίσης αναφέρεται.[59] Επιπλέον, πέραν της φθίνουσας γεωργικής δραστηριότητας στην ευρύτερη περιοχή λόγω κυρίως των κλιματολογικών συνθηκών (ως αναφέρθηκε)[60], «η εμπορία και το εμπόριο μικρής κλίμακας αντιπροσωπεύουν επίσης αυξανόμενες οικονομικές ευκαιρίες» στην ευρύτερη περιοχή, ενώ το Bardaale «όπως πολλές άλλες σομαλικές πόλεις, έχει μια ‘πολύβουη’ οικονομία της άτυπης αγοράς όπου διακινούνται αγαθά όπως τρόφιμα, ρούχα και είδη καθημερινής χρήσης»[61]. Περαιτέρω δε, σύμφωνα με τις ίδιες εξωτερικές πληροφορίες, προκύπτουν επίσης προοπτικές στην Baidoa (που βρίσκεται περίπου 55χλμ νοτιοανατολικά της πόλης Bardaale[62]), η οποία αποτελεί την κεντρική πρωτεύουσα και περιφερειακό αστικό κέντρο της επαρχίας Bay[63].

 

Γενικότερα, σύμφωνα με την έκθεση Bertelsmann Stiftungs Transformation Index (BTI) 2026 για την Σομαλία (ανεπίσημη μετάφραση): «Η οικονομία της Σομαλίας άρχισε να ανακάμπτει μετά την παρατεταμένη ξηρασία από το 2021 έως το 2023, την οποία ακολούθησαν πλημμύρες στα τέλη του 2023. Αυτές οι περιβαλλοντικές αναταράξεις κατέστρεψαν την αγροτική παραγωγή, κατέστρεψαν υποδομές και προκάλεσαν εκτεταμένες απώλειες ζωών και εκτοπισμούς. Ενώ η οικονομία παρουσίασε μέτρια ανάπτυξη κατά την υπό εξέταση περίοδο, η ευαλωτότητα της Σομαλίας σε οικολογικές καταστροφές και η εκτεταμένη φτώχεια εξακολουθούσαν να υπονομεύουν τις προοπτικές για βιώσιμη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.».[64]

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά εν τέλει αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά επίσης κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, ή ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ως παρατηρείται, η αρμόδια λειτουργός διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, από την οποία ωστόσο προέκυψε, ότι σύμφωνα με τα τότε δεδομένα ασφαλείας για το 2022, υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής, εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας που επικρατούσε τότε στην περιοχή συνήθους διαμονής του, ήτοι στην επαρχία Bay. Ωστόσο, διαπίστωσε ότι υπήρχε δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης του αιτητή στο Mogadishu (στα πλαίσια του άρθρου 12Γ(1) του περί Προσφύγων Νόμου). Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Σε κάθε περίπτωση, το παρόν Δικαστήριο, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι ορθό να εξετάσει εκ νέου την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτητή και κατ’ επέκταση στον τόπο συνήθους διαμονής του εκεί, την επαρχία Bay. Στα πλαίσια τούτου, διεξήγαγα επικαιροποιημένη έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας γενικότερα στη Σομαλία καθώς και στην επαρχία Bay (αλλά και ειδικότερα, στην πόλη Bardaale).

 

Σύμφωνα με την πλατφόρμα War Watch (όπου καταγράφονται οι διεθνείς και μη-διεθνείς ένοπλες συρράξεις ανά το παγκόσμιο) στη Σομαλία υφίσταται εσωτερική ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των κρατικών ενόπλων δυνάμεων και της Al-Shabaab σε περιοχές της νότιας και κεντρικής Σομαλίας, στην Puntland και την Somaliland[65], καθώς και εσωτερική ένοπλη σύγκρουση μεταξύ της χώρας και του Islamic State Somalia (ISS) στην Puntland[66]. Ειδικότερα, όσον αφορά την Al Shabaab, στην πιο πάνω πλατφόρμα καταγράφεται ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Σομαλίας έχει ‘μικρή’ παρουσία σε μεγάλο μέρος της αγροτικής Σομαλίας, «αφήνοντας συχνά την Al Shabaab ως τη μόνη αρχή σε λειτουργία», καθώς επίσης, ότι Al Shabaab εκτιμάται πως έχει 7.000 με 12.000 μαχητές και η βία εκ μέρους της εν λόγω οργάνωσης λαμβάνει χώρα ‘κυρίως΄ στις χερσαίες περιοχές, ‘στοχεύοντας’ αμάχους και κοινοτικές υποδομές/υπηρεσίες, και ‘διαπράττοντας αδιάκριτες επιθέσεις’, με διαδεδομένη ως ‘μέσο πολέμου’ τη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs).[67]

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με την αναφορά του Human Rights Watch για το έτος 2025, «ο άμαχος πληθυσμός της Σομαλίας υφίστατο το κύριο βάρος των συνεχιζόμενων συγκρούσεων, της πολιτικής βίας και των ακραίων καιρικών φαινομένων», ενώ τον Σεπτέμβριο του 2025, «η κυβέρνηση επανάφερε τελικά την αναθεώρηση του παρωχημένου ποινικού κώδικα της χώρας και ίδρυσε μια εθνική επιτροπή ανθρωπίνων δικαιωμάτων».[68] Στην ίδια πηγή για τα γεγονότα του 2025 αναφέρεται επίσης, ότι «η ισλαμιστική ένοπλη ομάδα Al-Shabab συνέχισε να διαπράττει πολυάριθμες αδιάκριτες και στοχευμένες επιθέσεις, καθώς και άλλες σοβαρές παραβιάσεις, εναντίον αμάχων», καθώς και ότι, με τις επιθέσεις της, η Al Shabaab «επανάκτησε εδάφη που είχαν ανακτηθεί προηγουμένως από την κυβέρνηση το 2022, ειδικά στην κεντρική Σομαλία, συμπεριλαμβανομένων τοποθεσιών νότια του Mogadishu», ενώ «η ομοσπονδιακή κυβέρνηση βασίστηκε και πάλι σε πολιτοφυλακές φατριών για να ηγηθεί των επιχειρήσεων κατά της Al-Shabab», ωστόσο, «οι επιθέσεις της Al-Shabab με χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs), οι βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας και οι βομβαρδισμοί, καθώς και οι στοχευμένες δολοφονίες, είχαν ως αποτέλεσμα τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων μεταξύ των αμάχων».[69]

 

Ειδικότερα, αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην επαρχία Bay της Σομαλίας, από πληροφορίες σχετική έκθεση της EUAA (Μάιος 2026), προκύπτει ότι η Al Shabaab διατήρησε τον έλεγχο ορισμένων πόλεων καθώς και ‘μεγάλων’ εκτάσεων αγροτικής γης στα νοτιοανατολικά της εν λόγω επαρχίας, ως επίσης στο νότιο μισό της επαρχίας, ενώ οι πόλεις και οι κωμοπόλεις Qansax Dheere, Diinsoor, Baidoa, Buur Hakaba και Berdale παρέμειναν υπό τον έλεγχο των κρατικών δυνάμεων, καθώς επίσης, «οι υπόλοιπες αγροτικές περιοχές του Bay συνέχισαν να βρίσκονται υπό μικτό έλεγχο μεταξύ της Al Shabaab και του συνασπισμού που είναι ευθυγραμμισμένος με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση».[70] Περαιτέρω, ο Σομαλικός Εθνικός Στρατός αναφέρεται πως διεξήγαγε επιχειρήσεις ασφαλείας σε αγροτικές περιοχές στα νότια της επαρχίας Bay[71] όπου ενεπλάκη σε συγκρούσεις με την Al Shabaab[72], καθώς και ότι η επαρχία Bay ήταν συνολικά μια από τις περιοχές με τον μεγαλύτερο αριθμό καταγεγραμμένων περιστατικών με αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς (IEDs)[73], ενώ συνάμα, αρκετά μέλη της Al Shabaab φέρεται να παραδόθηκαν στις κρατικές αρχές της Σομαλίας στην Baidoa[74]. Επίσης, στα πλαίσια των τοπικών συγκρούσεων στην επαρχία Bay (μεταξύ άλλων επαρχιών)[75], καταγράφηκαν ‘θανατηφόρες’ συγκρούσεις μεταξύ φυλών που ξέσπασαν τον Οκτώβριο του 2025 σε χωριά κοντά στην πόλη Diinsoor και εξαπλώθηκαν στο κέντρο της περιοχής, «αφήνοντας τους πολίτες παγιδευμένους ανάμεσα στις πρώτες γραμμές»[76]. Επιπλέον, οι εντάσεις μεταξύ της διοίκησης της πολιτείας South-West και της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης της Σομαλίας ‘κλιμακώθηκαν’ τον Μάρτιο του 2026, ενώ οι κυβέρνηση της χώρας ανέπτυξε στρατιωτικές ενισχύσεις στην Buur Hakaba, οι οποίες στη συνέχεια εισήλθαν στην Baidoa[77], όπου αρχικά καταγράφηκαν ‘σφοδρές’ συγκρούσεις[78].

 

Επίσης, ως αναφέρθηκε, η Al Shabaab συνέχισε να κατέχει ‘σημαντικές’ οδούς εφοδιασμού σε όλη τη νότια και κεντρική Σομαλία[79], ενώ κατά τον Απρίλιο του 2025 επανεμφανίστηκε σε αγροτικές περιοχές κοντά στην πρωτεύουσα της περιοχής Baidoa[80] και ταυτόχρονα, η Al Shabaab ήρε έναν αποκλεισμό που ‘διήρκεσε σχεδόν μια δεκαετία’ σε αρκετές πόλεις στις περιοχές Bay και Bakool της πολιτείας South West[81], ωστόσο, περί τα τέλη Ιουλίου 2025, ‘βασικοί δρόμοι’ που συνδέουν τις περιοχές Bay και Bakool παρέμειναν κλειστοί, με τον ‘μακροχρόνιο αποκλεισμό να εξακολουθεί’ να ισχύει, όπως επίσης και για το δρόμο μεταξύ Mogadishu και Baidoa[82]. Επιπλέον, βάσει σχετικής αναφοράς της UNOCHA, κατά τον Δεκέμβριο του 2025, φαίνεται να υπήρχαν ‘σοβαροί’ περιορισμοί στην ανθρωπιστική βοήθεια σε αρκετές περιοχές της επαρχίας Bay, πλην όμως των πόλεων των Baidoa, Buur Hakaba, Qansax Dheere και Berdale καθώς και των γύρω αγροτικών τους περιοχών[83], ενώ η μερική άρση των αποκλεισμών στο Qansax Dheere και το Diinsoor ‘χαλάρωσε’ ορισμένους από τους περιορισμούς στην πρόσβαση σε ανθρωπιστική βοήθεια και στην κυκλοφορία αμάχων και αγαθών[84].

 

Ειδικότερα, σε εξωτερική πηγή καταγράφεται ότι «ο δρόμος μεταξύ Baidoa και Mogadishu είναι ‘ιδιαίτερα επικίνδυνος’ λόγω τέτοιων οδοφραγμάτων και συχνών επιθέσεων»[85], ενώ όσον αφορά συγκεκριμένα την πόλη Bardaale, από σχετικό χάρτη της περιοχής, διακρίνεται πως η εν λόγω πόλη διαθέτει τοπικό πεδίο προσγείωσης/απογείωσης αεροσκαφών (αεροδιάδρομος), καθώς επίσης, υπάρχει και εναλλακτικό (δευτερεύων) οδικό δίκτυο για πρόσβαση στην πόλη Bardaale από το Mogadishu[86].

 

Για σκοπούς πληρότητας, παρατίθενται και αριθμητικά δεδομένα για την επαρχία Bay της Σομαλίας, όπου σύμφωνα με επικαιροποιημένη έρευνα που διεξήγαγα στη βάση δεδομένων της πλατφόρμας ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), κατά την περίοδο 14/06/2025-12/06/2026 καταγράφηκαν (συνολικά) 450 περιστατικά και 464 θάνατοι στην εν λόγω επαρχία, όπου τα 306 αφορούσαν περιστατικά μαχών (‘battles’) με 336 απώλειες, 93 αφορούσαν εκρήξεις / εξ αποστάσεως βία (‘explosions / remote violence’) με 107 απώλειες, 22 αφορούσαν διαδηλώσεις (‘protests’) χωρίς θανάτους, και τα υπόλοιπα 29 αφορούσαν βία κατά των πολιτών (‘violence against civilians’) με 21 θανάτους (ενώ δεν καταγράφηκαν περιστατικά εξεγέρσεων κατά την πιο πάνω περίοδο στην επαρχία Bay).[87] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της επαρχίας Bay κατά τον Ιανουάριο του 2026 ανερχόταν σε 1.297.550 κατοίκους.[88]

 

Επικουρικώς, σημειώνεται επίσης ότι κατά την περίοδο 13/05/2026-12/06/2026 (30 ημέρες), συγκεκριμένα στην πόλη Bardaale της επαρχίας Bay (όπου ο πληθυσμός συνολικά ανέρχονταν σε 150.212, περιλαμβανομένων των μόνιμων κατοίκων καθώς και των εκτοπισμένων στην εν λόγω πόλη[89]), δεν καταγράφηκαν οιαδήποτε περιστατικά βίας/ασφαλείας (ούτε και θάνατοι)[90].

 

Εκ του περισσού θα πρέπει να αναφερθεί πως ο αιτητής έχει ευρύ οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στην Mogadishu στην οποία διέμενε και προτού αναχωρήσει από τη χώρα του. Αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στο Mogadishu, σύμφωνα με σχετικό χάρτη με τις περιοχές ελέγχου και συναφείς πληροφορίες από έκθεση για την κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία (EUAA, May 2026), κατά τα τέλη Μαρτίου του 2026 το Mogadishu βρισκόταν υπό τον έλεγχο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Σομαλίας[91], ενώ αποτελούσε (ιστορικά) περιοχή υπό τον άμεσο έλεγχο της διοίκησης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Σομαλίας[92]. Ωστόσο, η Al-Shabaab φέρεται να είχε παρουσία και δραστηριότητα σε περιοχές στη Σομαλία που δεν ήταν (άμεσα) υπό τον έλεγχο της.[93]

 

Για σκοπούς πληρότητας, παρατίθενται και αριθμητικά δεδομένα για τo Mogadishu της Σομαλίας, όπου σύμφωνα με επικαιροποιημένη έρευνα του Δικαστηρίου στη βάση δεδομένων της πλατφόρμας ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), κατά τους τελευταίους 12 μήνες καταγράφηκαν στην εν λόγω περιοχή, 358 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”)[94] με 184 απώλειες[95], καθώς και 201 περιστατικά διαδηλώσεων (‘demonstrations’)[96] με 18 θανάτους[97]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός στο Mogadishu κατά τον Ιανουάριο του 2026 ανερχόταν σε 3.289.438 κατοίκους.[98]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, που αφορούν την ευρύτερη περιοχή της επαρχίας Bay και λαμβάνοντας υπόψη και τον συνολικό πληθυσμό στην επαρχία Bay, καθώς και τα προσωπικά στοιχεία και περιστάσεις του αιτητή, ο οποίος είναι ενήλικος άνδρας, υγιής, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας ή σωματικής ανικανότητας, που γνωρίζει την εν λόγω περιοχή και όπου διαθέτει κοινωνικό δίκτυο, δεν θεωρείται ότι υφίσταται τέτοιος βαθμός πραγματικού κίνδυνου σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή σωματικής του ακεραιότητας, ως άμαχος, εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή επιστροφής του στη χώρα καταγωγής (βλ. Άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθώς επίσης σχετική νομολογία του ΔΕΕ αναφορικά με την ερμηνεία της «σοβαρής και προσωπικής απειλής» και την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», C-285/12, Diakité, 30/01/2014 και C-465/07, Elgafaji, 17/02/2009). Ούτε, ο αιτητής έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς (εν τέλει) κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Ωστόσο, από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, προκύπτει πλημμελής έρευνα και αιτιολόγηση από μέρους της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή (ως ήδη αναλύθηκε ανωτέρω), που όμως δεν θεωρείται ως ουσιώδης εφόσον δεν επηρέασε την τελική κατάληξη της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, η οποία και επιβεβαιώνεται κατόπιν και της επί της ουσίας εξέτασης/ανάλυσης της παρούσας υπόθεσης από το Δικαστήριο (στα πλαίσια και της δικαιοδοσίας του για πλήρη και ex nunc έλεγχο).

 

Ο συνήγορος του αιτητή πρόσθετα προβάλλει πως το αρμόδιο όργανο κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ενήργησε υπό πλάνη περί τα πράγματα. Καταρχάς θα πρέπει να αναφερθεί πως το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για την ύπαρξη πλάνης το έχει ο αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267). Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν στοιχειοθετείται επαρκώς από τον αιτητή και είναι γενικόλογος. Από τους ισχυρισμούς του ευπαίδευτου δικηγόρου του αιτητή, δεν στοιχειοθετείται οποιουδήποτε είδους πλάνη, τόσο ως προς την διαδικασία που ακολουθήθηκε, όσο και ως προς τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Υπηρεσία Ασύλου με βάση και τα στοιχεία που είχε ενώπιον της, αλλά ούτε και ως προς τα γεγονότα που έλαβε η Υπηρεσία Ασύλου υπόψη της.

 

Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η προσβαλλόμενη πράξη στηρίζεται σε υπαρκτά γεγονότα, τα οποία όμως έχουν εκτιμηθεί από το αρμόδιο όργανο διαφορετικά κατ’ ισχυρισμό του αιτούντα (βλ. Σύγγραμμα του Επαμεινώνδα Π. Σπηλιωτόπουλου, «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Τόμος 2, 15η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη 2015, σελίδες 144-145, παράγραφοι 510 και 511). Ο αιτητής δεν παραπέμπει σε γεγονότα τα οποία οι καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη με αποτέλεσμα να αποφασίσουν κατά πλάνη περί τα πράγματα. Στη βάση των ανωτέρω, είναι προφανές πως δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αιτητή περί πραγματικής πλάνης ή/και οποιασδήποτε άλλης ουσιώδους πλάνης και ως εκ τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω, μετά από τον κατ’ ουσίαν έλεγχο που διεξήγαγα, πως ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται και επικυρώνεται η κατάληξή της. Ενόψει της κατάληξής μου αναφορικά με τις πλημμέλειες που εντοπίστηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να μην επιδικάσω έξοδα.  

 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Βλ. EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System - Judicial analysis, Second edition, IARMJ-Europe, February 2023, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf, σελ. 103.

[2] Βλ. EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System - Judicial analysis, Second edition, IARMJ-Europe, February 2023, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf, σελ. 131.

[3] Βλ. EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System - Judicial analysis, Second edition, IARMJ-Europe, February 2023, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf, σελ. 24.

[4] Βλ. EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System - Judicial analysis, Second edition, IARMJ-Europe, February 2023, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf, σελ. 103.

[5] Βλ. EUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System - Judicial analysis, Second edition, IARMJ-Europe, February 2023, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf, σελ. 23.

[6] Minority Rights Group International, No redress: Somalia’s forgotten minorities (report by Martin Hill), 2010, https://www.justice.gov/sites/default/files/eoir/legacy/2013/11/08/No_Redress.pdf, σελ. 12

[7] Minority Rights Group International, No redress: Somalia’s forgotten minorities (report by Martin Hill), 2010, https://www.justice.gov/sites/default/files/eoir/legacy/2013/11/08/No_Redress.pdf, σελ. 16

[8] Landinfo, Query response - Somalia: The Ashraf, 10 AUGUST 2018, https://landinfo.no/wp-content/uploads/2018/11/Query-response-The-Ashraf-10082018.pdf, σελ. 5

[9] DIS – Danish Immigration Service, Report on minority groups in Somalia (Joint British, Danish and Dutch fact-finding mission to Nairobi, Kenya), September 2000, διαθέσιμο στο https://www.ecoi.net/en/file/local/1412772/470_1161683683_somalianov2000.pdf, σελ. 40-42

[11] Political Geography Now, Somalia Control Map & Timeline - December 2021, https://www.polgeonow.com/2021/12/who-controls-somalia-crisis-timeline.html

[12] Hiraal Institute, The AS Finance System, July 2018, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2018/07/AS-Finance-System.pdf, σελ. 1-2

[13] Hiraal Institute, A Losing Game, Countering Al-Shabaab Financial System, October 2020, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2020/10/A-Losing-Game.pdf, σελ. 3

[14] Stern O. M., Al-Shabaab gendered economy, March 2021, pp. 13, 22 https://adamsmithinternational.com/app/uploads/2022/12/Case-Study-Al-Shabaab-Gendered-Economy.pdf

[15] Hiraal Institute, A Losing Game, Countering Al-Shabaab Financial System, October 2020, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2020/10/A-Losing-Game.pdf, σελ. 3

[16] Hiraal Institute, The AS Finance System, July 2018, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2018/07/AS-Finance-System.pdf, σελ. 1 και 2

[17] Hiraal Institute, A Losing Game, Countering Al-Shabaab Financial System, October 2020, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2020/10/A-Losing-Game.pdf, σελ. 5 [ημερ. πρόσβασης 15/06/2026]

[18] Hiraal Institute, The AS Finance System, July 2018, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2018/07/AS-Finance-System.pdf, σελ. 1-3

[19] Hiraal Institute, A Losing Game, Countering Al-Shabaab Financial System, October 2020, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2020/10/A-Losing-Game.pdf, σελ. 3 [ημερ. πρόσβασης 15/06/2026]

[20] Hiraal Institute, The AS Finance System, July 2018, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2018/07/AS-Finance-System.pdf, σελ. 3

[21] Hiraal Institute, The AS Finance System, July 2018, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2018/07/AS-Finance-System.pdf, σελ. 3

[22] ODI, Playing the long game - Exploring the relationship between Al-Shabab and civilians in areas beyond state control, August 2023, pp. 11-13, https://media.odi.org/documents/ODI-CSAG_Research-Report-Somalia-2023-25Jul_002.pdf

[23] UNODC, More powerful by the day - Terror Financing and Disruption Efforts in Somalia, March 2023, pp. 11- 12, https://www.unodc.org/documents/Maritime_crime/UNODC_GMCP_Reduced_Disruption_Report.pdf

[24] ODI, Playing the long game - Exploring the relationship between Al-Shabab and civilians in areas beyond state control, August 2023, p. 16 διαθέσιμο σε: https://media.odi.org/documents/ODI-CSAG_Research-Report-Somalia-2023-25Jul_002.pdf; Stern O. M., Al-Shabaab gendered economy, March 2021, p. 13, διαθέσιμο σε: https://adamsmithinternational.com/app/uploads/2022/12/Case-Study-Al-Shabaab-Gendered-Economy.pdf

[25] GITOC, Terror and taxes – Inside Al-Shabaab’s revenue collection machine, December 2022, https://globalinitiative.net/wp-content/uploads/2022/12/AS-protection-economies.-WEB.pdf, pp. 16-17; ODI, Playing the long game - Exploring the relationship between Al-Shabab and civilians in areas beyond state control, August 2023, pp. 13-14, διαθέσιμο σε: https://media.odi.org/documents/ODI-CSAG_Research-Report-Somalia-2023-25Jul_002.pdf 

[26] USDOS, International Religious Freedom Report 2020 - Somalia, 12 May 2021, σ. 6

https://www.state.gov/wp-content/uploads/2021/05/240282-SOMALIA-2020-INTERNATIONAL-RELIGIOUS-FREEDOM-REPORT.pdf

[27] Hiraal Institute, A Losing Game, Countering Al-Shabaab Financial System, October 2020, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2020/10/A-Losing-Game.pdf, σελ. 1-2

[28] Hiraal Institute, A Losing Game, Countering Al-Shabaab Financial System, October 2020, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2020/10/A-Losing-Game.pdf, σελ. 5-6

[29] Hiraal Institute, A Losing Game, Countering Al-Shabaab Financial System, October 2020, https://hiraalinstitute.org/wp-content/uploads/2020/10/A-Losing-Game.pdf, σελ. 3

[30] Hurst Publishers, Harper, M. (BBC Africa Editor), Everything You Have Told Me is True: The Many Faces of Al-Shabaab, April 2019, σελ. 33

[31] USDOS, 2020 Country Reports on Human Rights Practices: Somalia, 30 March 2021, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2021/03/SOMALIA-2020-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 5

[32] Minority Rights Group International, No redress: Somalia’s forgotten minorities (report by Martin Hill), 2010, https://www.justice.gov/sites/default/files/eoir/legacy/2013/11/08/No_Redress.pdf, σελ. 12

[33] Minority Rights Group International, No redress: Somalia’s forgotten minorities (report by Martin Hill), 2010, https://www.justice.gov/sites/default/files/eoir/legacy/2013/11/08/No_Redress.pdf, σελ. 12-13

[34] DIS – Danish Immigration Service, Report on minority groups in Somalia (Joint British, Danish and Dutch fact-finding mission to Nairobi, Kenya), September 2000, διαθέσιμο στο https://www.ecoi.net/en/file/local/1412772/470_1161683683_somalianov2000.pdf, σελ. 44

[35] Landinfo, Query response - Somalia: The Ashraf, 10 AUGUST 2018, https://landinfo.no/wp-content/uploads/2018/11/Query-response-The-Ashraf-10082018.pdf, σελ. 2-3

[36] Landinfo, Query response - Somalia: The Ashraf, 10 AUGUST 2018, https://landinfo.no/wp-content/uploads/2018/11/Query-response-The-Ashraf-10082018.pdf, σελ. 4

[37] Landinfo, Query response - Somalia: The Ashraf, 10 AUGUST 2018, https://landinfo.no/wp-content/uploads/2018/11/Query-response-The-Ashraf-10082018.pdf, σελ. 4

[38] DIS – Danish Immigration Service, Report on minority groups in Somalia (Joint British, Danish and Dutch fact-finding mission to Nairobi, Kenya), September 2000, διαθέσιμο στο https://www.ecoi.net/en/file/local/1412772/470_1161683683_somalianov2000.pdf, σελ. 21 και 40-41

[39] ACCORD (Austria), Clans in Somalia (Report on a Lecture by Joakim Gundel, COI Workshop Vienna, 15 May 2009), Revised Edition, December 2009, https://www.ecoi.net/en/file/local/1193130/90_1261130976_accord-report-clans-in-somalia-revised-edition-20091215.pdf, σελ. 20

[40] DIS – Danish Immigration Service, Report on minority groups in Somalia (Joint British, Danish and Dutch fact-finding mission to Nairobi, Kenya), September 2000, διαθέσιμο στο https://www.ecoi.net/en/file/local/1412772/470_1161683683_somalianov2000.pdf, σελ. 43

[41] Minority Rights Group International, No redress: Somalia’s forgotten minorities (report by Martin Hill), 2010, https://www.justice.gov/sites/default/files/eoir/legacy/2013/11/08/No_Redress.pdf, σελ. 7

[42] Minority Rights Group International, No redress: Somalia’s forgotten minorities (report by Martin Hill), 2010, https://www.justice.gov/sites/default/files/eoir/legacy/2013/11/08/No_Redress.pdf, σελ. 14-15

[44] Elmi, A.A., Somalia’s 2026 election risks a legitimacy crisis, Al Jazeera, 19 December 2025, https://www.aljazeera.com/opinions/2025/12/19/somalias-2026-election-risks-a-legitimacy-crisis

[45] Kluijver, R., Al-Shabab’s shadow state: Why Somalia’s militants are winning legitimacy, The New Humanitarian (TNH), 25 September 2025, https://www.thenewhumanitarian.org/analysis/2025/09/25/al-shabab-why-somalia-militants-winning-legitimacy

[46] KEDISA, The Influence of Al-Shabaab in East Africa and Its Implications for Regional Stability, 10 September 2025, https://kedisa.gr/en/the-influence-of-al-shabaab-in-east-africa-and-its-implications-for-regional-stability/

[47] ISS, Disunity in Somalia is al-Shabaab’s greatest weapon, 28 July 2025, https://issafrica.org/iss-today/disunity-in-somalia-is-al-shabaab-s-greatest-weapon

[48] Kluijver, R., Al-Shabab’s shadow state: Why Somalia’s militants are winning legitimacy, The New Humanitarian (TNH), 25 September 2025, https://www.thenewhumanitarian.org/analysis/2025/09/25/al-shabab-why-somalia-militants-winning-legitimacy

[49] ODI, Playing the long game - Exploring the relationship between Al-Shabab and civilians in areas beyond state control (by Mohamed Mubarak and Ashley Jackson), August 2023, διαθέσιμο στο https://media.odi.org/documents/ODI-CSAG_Research-Report-Somalia-2023-25Jul_002.pdf, σελ. 7

[50] ODI, Playing the long game - Exploring the relationship between Al-Shabab and civilians in areas beyond state control (by Mohamed Mubarak and Ashley Jackson), August 2023, διαθέσιμο στο https://media.odi.org/documents/ODI-CSAG_Research-Report-Somalia-2023-25Jul_002.pdf, σελ. 7

[51] ODI, Playing the long game - Exploring the relationship between Al-Shabab and civilians in areas beyond state control (by Mohamed Mubarak and Ashley Jackson), August 2023, διαθέσιμο στο https://media.odi.org/documents/ODI-CSAG_Research-Report-Somalia-2023-25Jul_002.pdf, σελ. 13

[52] ODI, Playing the long game - Exploring the relationship between Al-Shabab and civilians in areas beyond state control (by Mohamed Mubarak and Ashley Jackson), August 2023, διαθέσιμο στο https://media.odi.org/documents/ODI-CSAG_Research-Report-Somalia-2023-25Jul_002.pdf, σελ. 14

[53] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 50-51, 63 και 74-75

[54] Minority Rights Group, Somalia, November 2024, https://minorityrights.org/country/somalia/

[55] Anadolu Agency (AA), Somali parliament passes election legislation for universal suffrage (by Mohamed Dhaysane), 24 November 2024, https://www.aa.com.tr/en/africa/somali-parliament-passes-election-legislation-for-universal-suffrage/3402516

[56] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 68

[57] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 68

[58] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 68

[59] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 73

[60] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 106

[61] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 64

[62] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 68

[63] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 64 και 106

[64] Bertelsmann Stiftung, BTI  2026 Country Report — Somalia, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_SOM.pdf, σελ. 4

[65] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Non-international armed conflict between the Somali Armed Forces (and its support forces) and Al-Shabaab, 28 January 2026, https://warwatch.ch/classification/somalia/#conflict-2160

[66] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Non-international armed conflict between Somalia (and support forces) and Islamic State Somalia (ISS), 28 January 2026, https://warwatch.ch/classification/somalia/#conflict-2220

[67] WAR WATCH (World Assessment and Tracking of Civilian Harm) - Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Non-international armed conflicts in Somalia, 6 April 2026, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-somalia-2/violations/

[68] Human Rights Watch, World Report 2026: Somalia – Events of 2025, February 2026, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/somalia

[69] Human Rights Watch, World Report 2026: Somalia – Events of 2025, February 2026, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/somalia

[70] EUAA, Country of Origin Information - Somalia: Security Situation, May 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 19, 20 και 49 [ημερ. πρόσβασης 22/06/2026]

[71] SONNA, Somali National Army Conducts Operations in Bay Region, 22 August 2025, https://sonna.so/en/somali-national-army-conducts-operations-in-bay-region-2/; International Crisis Group, CrisisWatch – Somalia: April 2025 – March 2026, n.d., https://www.crisisgroup.org/anb/africa/somalia/somali-government-topples-state-leader-electoral-dispute-escalates

[72] International Crisis Group, Somali Government Topples State Leader as Electoral Dispute Escalates, 31 March 2026, https://www.crisisgroup.org/anb/africa/somalia/somali-government-topples-state-leader-electoral-dispute-escalates; Hiiraan Online, Four al-Shabaab militants surrender to security forces in Bakool region, 18 August 2025, https://www.hiiraan.com/news4/2025/Aug/202593/four_al_shabaab_militants_surrender_to_security_forces_in_bakool_region.aspx

[73]  UN Security Council, Report of the Panel of Experts on Somalia pursuant to resolution 2713 (2023), S/2025/777, 28 November 2025, διαθέσιμο στο https://digitallibrary.un.org/record/4097699/files/S_2025_777-EN.pdf, para. 66

[74] Hiiraan Online, Four al-Shabaab militants surrender to security forces in Bakool region, 18 August 2025, https://www.hiiraan.com/news4/2025/Aug/202593/four_al_shabaab_militants_surrender_to_security_forces_in_bakool_region.aspx

[75] FTL Somalia, Southwest State Vows Crackdown on Clan Conflict Instigators, 1 November 2025, https://www.ftlsomalia.com/southwest-state-vows-crackdown-on-clan-conflict-instigators/

[76] Horn Observer, Somalia: Clan Clashes Leave at Least 15 Dead in Dinsoor District, Bay Region, 26 October 2025, https://hornobserver.com/articles/3514/Somalia-Clan-Clashes-Leave-at-Least-15-Dead-in-Dinsoor-District-Bay-Region

[77] International Crisis Group, Somali Government Topples State Leader as Electoral Dispute Escalates, 31 March 2026, https://www.crisisgroup.org/anb/africa/somalia/somali-government-topples-state-leader-electoral-dispute-escalates

[78] Somali Guardian (SG), Fighting breaks out in Baidoa as Somali Army clashes with regional forces, 30 March 2026, https://www.somaliguardian.com/news/somalia-news/fighting-breaks-out-in-baidoa-as-somali-army-clashes-with-regional-forces/

[79] UN Security Council, Report of the Panel of Experts on Somalia pursuant to resolution 2713 (2023), S/2025/777, 28 November 2025, διαθέσιμο στο https://digitallibrary.un.org/record/4097699/files/S_2025_777-EN.pdf, para. 7

[80] Hiraan Online, Al-Shabaab launches attack near Baidoa, warns farmers to stay away from fields, 20 April 2025, https://www.hiiraan.com/news4/2025/Apr/201203/al_shabaab_launches_attack_near_baidoa_warns_farmers_to_stay_away_from_fields.aspx

[81] Crisis Watch, Somalia April 2025, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/april-trends-and-may-alerts-2025; Jackson, A., Failing State: The Resurgence of al-Shabaab in Somalia, 3 June 2025, https://warontherocks.com/2025/06/flailing-state-the-resurgence-of-al-shabaab-in-somalia/

[82] Garowe Online, Southwest state president travels by air to besieged Bakool region amid mounting criticism, 30 July 2025, https://www.garoweonline.com/en/news/somalia/southwest-state-president-travels-by-air-to-besieged-bakool-region-amid-mounting-criticism

[83] UNOCHA, Somalia Humanitarian Needs and Response Plan 2026, 27 January 2026, https://www.unocha.org/attachments/edea4204-0921-4741-862f-203c6f75a631/Somalia_HNRP_2026.pdf, σελ. 17 (Somalia Humanitarian Access Severity Map)

[85] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 62

[86] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 63 (Map 5: Main Conflict & Controlled Areas in South West State)

[87] ACLED, Aggregated data on Africa (excel datafile), https://acleddata.com/aggregated/aggregated-data-africa (registered access only)

[88] IPC, Somalia: Acute Food Insecurity and Acute Malnutrition Analysis (January-June 2026), 24 February 2026, https://www.ipcinfo.org/fileadmin/user_upload/ipcinfo/docs/IPC_Somalia_Acute_Food_Insecurity_Malnutrition_Jan_Jun2026_Report.pdf, σελ. 4 (Population table for the current period | January 2026)

[89] UN Habitat, BERDAALE - Strategic Urban Plan for Durable Solutions to Displacement, February 2025, https://unhabitat.org/sites/default/files/2025/02/berdaale_strategic_plan_report_feb_2025.pdf, σελ. 69 (Berdaale in Numbers)

[90] ACLED, Explorer (All Events, past month), https://acleddata.com/platform/explorer (registered access only)

[91] EUAA, Country of Origin Information - Somalia: Security Situation, May 2026, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 20 (Map 3. Somalia – Approximate Territorial Control, 31 March 2026, Political Geography Now)

[92] World Bank, Somalia Urbanization Review: Fostering Cities as Anchors of Development, January 2021, https://openknowledge.worldbank.org/server/api/core/bitstreams/62655067-f06f-5b2b-aac9-5ccad173e6be/content, σελ. 91

[93] UN Security Council, Report of the Panel of Experts on Somalia pursuant to resolution 2713 (2023), S/2025/777, 28 November 2025, https://digitallibrary.un.org/record/4097699/files/S_2025_777-EN.pdf, παρ.7; The New Humanitarian (Kluijver, R.), Al-Shabab’s shadow state: Why Somalia’s militants are winning legitimacy, TNH, 25 September 2025, https://www.thenewhumanitarian.org/analysis/2025/09/25/al-shabab-why-somalia-militants-winning-legitimacy

[94] ACLED, ACLED Explorer – Cameroon (Political violence events, Past Year), [24/07/2026], https://acleddata.com/platform/explorer (registered access only)

[95] ACLED, ACLED Explorer – Cameroon (Political violence fatalities, Past Year), [24/07/2026], https://acleddata.com/platform/explorer (registered access only)

[96] ACLED, ACLED Explorer – Cameroon (Demonstrations events, Past Year), [24/07/2026], https://acleddata.com/platform/explorer (registered access only)

[97] ACLED, ACLED Explorer – Cameroon (Demonstrations fatalities, Past Year), [24/07/2026], https://acleddata.com/platform/explorer (registered access only)

[98] IPC, Somalia: Acute Food Insecurity and Acute Malnutrition Analysis (January-June 2026), 24 February 2026, https://www.ipcinfo.org/fileadmin/user_upload/ipcinfo/docs/IPC_Somalia_Acute_Food_Insecurity_Malnutrition_Jan_Jun2026_Report.pdf, σελ. 4 (Population table for the current period | January 2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο